Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Στέπα ΙΙ



Χρυσή ἀπεραντοσύνη. Καμπύλες οὔτε γιά δεῖγμα. Τά σταροχώραφα θερισμένα μέ δρεπάνια καί κόσες. Ὁ καρπός ἤδη ἁλωνισμένος. Κι ἐκεῖ πού τέλειωνε ἡ στέπα, πέλαγο βαθύ, τήν ξάκριζε δαντελωτά, ἡ ἔρημος. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε χωρίς νά καίει, ὁ ἄνεμος λυσσομανοῦσε ἀκίνητος.
Πῆρε τήν παράδοξη ἀπόφαση νά ‘ρθει σ’ ἕναν τόπο δίχως μνῆμες ἀπό ἐκείνη. Νά προσπαθήσει ἀπό τώρα, ὅσο ἀκόμη ἦταν ἐδῶ, ἦσαν μαζί, νά βρεῖ ὑλικά, νά στήσει ἀναχώματα ἄν κάποτε…
Τό πρῶτο εἰκοσιτετράωρο ἡ τακτοποίηση, ἡ προσαρμογή, ἡ κόπωση - ἡσυχία. Ἀλλά τήν ἑπομένη, ἔτσι ὅπως χάραζε, καθώς οἱ ἀκτίνες προσγειώνονταν στή φαιόξανθη λόγω τῆς ὥρας γῆ, εἶδε μιά μεταξωτή φαρδειά κορδέλα πού χορεύοντας ἔπεφτε ἀπό τόν ἀνέφιαστο οὐρανό. Ἀναγνώρισε τό μαντήλι της, αὐτό πού πρίν χρόνια σέ μιάν ἀσιατική ἀγορά διάλεξαν μαζί. Πῶς λύθηκε κι ἔπεσε ἀπό τόν λαιμό της; Ἔτρεξε πρός τά κεῖ. Ἔκανε νά τό πιάσει–διαλύθηκε∙ μοσχοβόλισε μέ  συγκεκριμένα ἀρώματα τόν ἀέρα: βάλσαμο τοῦ Περού, ζάχαρη βανίλιας, κεχριμπάρι, σπόρο Τόνκα, πατσουλί, καραμέλα, σανδαλόξυλο, ρετσίνι τοῦ Σιάμ, θυμίαμα, φλοιό πορτοκαλιού, βελανίδι, κέδρο, καί τήν σπάνια ὑφή τοῦ δέρματός της. Ἀναπόφευκτα, ἡ στέπα πῆρε τ’ ὄνομά της.
Τά μάζεψε ἆρον ἆρον, ἐπέστρεψε. Δέν βρῆκε πουθενά ὑλικά μήτε γιά προχώματα μήτε γιά ὀχυρά. Οὔτε ἕνα τόσο δά κομματάκι ἄδειας γῆς πού νά τά στήσει. Ἡ ἀγάπη μοιάζει νά εἶναι ὅλοι οἱ κίνδυνοι πού ζεῖ ἡ στέπα κάθε ἐποχή, κάθε στιγμή, κι ἴσως γι’ αὐτό καί καθηλωτική ἐν τέλει ἡ χρυσή της ἀπεραντοσύνη.


[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Στέπα, τεῦχος 7]

Δεν υπάρχουν σχόλια: