Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Στέπα Ι



Ἀτέλειωτη στέπα. Εὐτυχῶς ἦταν Ἄνοιξη καί τ’ ἀγρωστώδη πράσινα. Κι ὕστερα μίλια καί μίλια σταροχώραφα κοντοβλάσταρα, τόσο πυκνοφυτεμένα πού τό βλέμμα δέν χώραγε στό ἐνδιάμεσο.
Τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα σ’ ἑπτά ἡμέρες. Μοιράζονταν τή χαύνωση καί τήν ὑπνηλία ἀπό τό βουητό τοῦ κινητήρα, τό νανούρισμα ἀπό τή μονότονη χροιά τῆς φωνῆς τοῦ ξεναγοῦ μέ τά ἑλληνικά τῆς διασπορᾶς. Μοιράζονταν ἐπίσης τήν ἀνοίκεια ἀπόσταση πού ἁπλώνει ἡ σιωπή τῆς οἰκειότητας. Κάθονταν δίπλα. Πιό κοντά δέν θά μποροῦσαν. Στιγμές-στιγμές ἀκόμη καί οἱ ἀνάσες τους μπερδεύονταν ποιοῦ ποιά.
Ἐδῶ καί χρόνια, ἀπό τήν ἀρχή τῆς γνωριμίας τους, ἔδειχναν κοντά. Ἀλλά σπανίως συνεννοήθηκαν. Κι ἄς περίσσευε ἡ ἀγάπη. Δέν γνώριζαν φαίνεται τόν τρόπο της. Αὐτή ἡ ζωή ἀναμετάξυ τους μᾶλλον ἐπῆγε στράφι.
Θά μποροῦσαν καί νά μή ξαναβρεθοῦν. Ἴσως ἦταν εὐκαιρία νά θάψουν ἐδῶ στά ματωμένα χώματα (ὅπου, ὅταν τά ὑνία ὀργώνουν, συχνά ξεχαρβαλώνονται, καθώς σπᾶν σ’ ἀναποκάλυπτες ἀκόμη καί σήμερα ταφόπλακες τῶν προγόνων) τή στοργή, τό θάλπος κι ὅσα πού ἀνάμεσά τους, ἄν καί φιλοξενήθηκαν προσωρινά, στήν οὐσία μεῖναν ἀνέστια. Ἴσως μέ τό νά γίνουν βορά στά ὄρνια ὅσα δέν μοιράστηκαν, ἐπιτέλους χρήσιμα, ἔπιαναν τόπο.

[Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Στέπα, τεῦχος 7]

Δεν υπάρχουν σχόλια: