Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Οἱ γάτες τῆς Παστέρ



                                                                                                                    Μνήμη Κ. Τσιρόπουλου

Μέ τόν Εὐπατρίδη τῆς Πλατείας Μαβίλη, ἄν καί σχεδόν μόνιμοι κάτοικοί της κι οἱ δυό τά πολλά τελευταῖα καλοκαίρια τῆς μεγάλης μοναξιᾶς τοῦ κυρίου Κ., μπορεῖ καί νά μή συναντήθηκαν, ὅμως τίς γάτες του τίς ἀναγνώρισε ἀνάμεσα σ’ ἐκεῖνες τῆς Παστέρ. Κι ἀκόμη κι ἄν δεν ἦσαν οἱ ἴδιες, ἐπειδή τόσο πολύ ἤθελε νά τίς βλέπει ἀνάμεσά τους δίχως νά σφίγγει ἡ καρδιά του στή σκέψη «τί ν’ ἀπόγιναν οἱ λατρεμένες του;»: Ναι! Αὐτές εἶναι! Αὐτές, οἱ ὁποῖες, μέ τό πού ἔστριβε ἀπό τήν Χατζηκώστα στήν Παστέρ, ἄλλες τόν περίμεναν πάνω στό μακρύ στενό πεζούλι τῆς μισοέρημης γωνιακῆς πολυκατοικίας, οἱ περισσότερες πετάγονταν εἴτε κάτω ἀπό τά παρκαρισμένα αὐτοκίνητα εἴτε ἀπό τίς μάντρες, τούς ἀκάλυπτους, τους μικρούς κήπους τῶν δυό-τριῶν μονοκατοικιῶν καταπάνω στή μηχανή του: ὁ μονόφθαλμος λόγω βαριάς μόλυνσης Νταγιάν, ὁ Συνοφρυωμένος, τό Βούτυρο, ἡ Στραβονούρα, ὁ Κλαψιάρης, ἡ Μονίμως Ἐγκυμονοῦσα, ὁ Φαταούλας, ἡ Μή μοῦ Ἅπτου∙ καμιά δεκαπενταριά ὅλες μαζί μ’ ἐκεῖνες πού δέν εἶχαν ἀποκτήσει ἀκόμη ὀνόματα, καθώς καί τά μόλις ἀπογαλακτισμένα τους μωρά. Τούς ἔδινε νά φᾶνε ὥστε νά ‘ναι χορτάτες ὥς τό ἑπόμενο πρωί.
Ὡστόσο, τόν τελευταῖο μήνα, καραδοκοῦσαν τόν ἐρχομό του κι ἄλλοι: δυό γυναῖκες τῆς πολυώροφης τοῦ ἀριθμοῦ 24. Ἔβγαιναν στά μπαλκόνια, ἡ μία μέ γαλάζια κι ἡ ἄλλη μέ βεραμάν robe de chambre πού ἀνέμιζαν ὅπως σημαῖες σ’ ἔπαρση, καί τόν ἔβριζαν, τόν διαολόστελναν, τόν μούτζωναν, τόν καταριῶνταν, ἀπειλώντας τον ἐπιπλέον καί μέ μηνύσεις. Τήν πρώτη φορά, αἰφνιδιασμένος ἀπό τίς ὁμοβροντίες, προσπάθησε νά πεῖ μιά λέξη, νά ἑξηγήσει, νά δείξει κατανόηση. Ὅμως δέν ἔβγαζε ἄκρη κι ἔτσι ἀποφάσισε νά σωπάσει. Ἔτσι, φρόντισε νά πηγαίνει νωρίτερα, τήν ὥρα πού, ὅπως ὑπολόγιζε, δέν εἶχαν ἀκόμη ξυπνήσει οἱ κυράδες. Ἀλλά ὡς φάνηκε, εἶχαν κι ἐλόγου τους ἐξ ἴσου δυνατή ὄσφρηση μέ τά αἰλουροειδή.
Ἐπειδή ἀπό τίς ἀρχές τῆς περασμένης ἑβδομάδας καμιά ἀπό τίς δυό τους δέν ἔδωσε σημεῖα ζωῆς, σχημάτισε τήν ἐντύπωση πώς ἡσύχασε, πώς μποροῦσαν πλέον τά ζωντανά ν’ ἀπολαμβάνουν τό γεῦμα τους μακάρια. Ὥσπου, αἴφνης, κατά τό σούρουπο τῆς περασμένης Παρασκευῆς, την ὥρα πού ‘φευγε, εἶδε μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του τή μία, τήν πιό ξερακιανή, ὅμοια μέ σκιά νά παραφυλάει πίσω ἀπό ἕνα δέντρο. Ἔβαλε μπρός ξεκινώντας, ἀλλά κάτι τόν παρώθησε νά ξαναγυρίσει. Και τότε τήν ἔπιασε μ’ ἕνα μεγάλο ψεκαστήρι νά ραντίζει στά κλεφτά πεζοδρόμια καί πεζούλια. «Τί ρίχνεις;» τή ρώτησε. «Οὔτε ἕνα δέν θά μείνει! Οὔτε γιά δεῖγμα! Παλιάνθρωπε!» τοῦ σύρριξε ἡ ὀχιά. Μέσα του καταιγίδα κι ἔκπληξη. Μήπως ἔπρεπε νά τήν καταγγείλει; Νά πάρει τό ἑκατό; Ἀλλά πάλι, δέν ἦταν σίγουρος ἄν θά ‘βγαζε-δέν θά ‘βγαζε ἄκρη…
Τήν ἑπομένη καθυστέρησε. Ὁ Νταγιάν μέ τήν Στραβονούρα εἶχαν σταθεῖ περιμένοντάς τον στή διασταύρωση Βασιλίσσης Σοφίας καί Χατζηκώστα. Ἀπόρησε. Ἤθελαν κάτι νά τοῦ ποῦν; Γιά κάτι νά τόν εἰδοποιήσουν; Τόν ἔπιασε ταχυπαλμία. Τί θ’ ἀντίκρυζε στήν ἄλλη γωνία; Ἔκοψε ταχύτητα∙ σχεδόν πήγαινε τή μηχανή μέ τά πόδια. Ἔφτασε στήν Παστέρ μέ τήν ψυχή κομμένη. Τίς εἶδε ὅλες νά κάθονται καταμεσίς τοῦ δρόμου κι ὁ Συνοφρυωμένος ἀρχηγός. Κατά τά λοιπά μιά ἡσυχία παράξενη. Κατάσταση ἀνάμεσα σέ ἀδημονία καί μιάν ἀλλόκοτη ἀκινησία. Ἔκανε κύκλο, ὡς συνήθως, νά παρκάρει ἔξω ἀπό τή γωνιακή μονοκατοικία. Αὐτές ἀκίνητες στήν ἴδια θέση. Μόνον ὅταν κατέβηκε καί τίς φώναξε ἦρθαν, πρώτη φορά ὅλες μαζί, γύρω του. Ἔκανε σκύβοντας νά τίς σερβίρει, ἀλλά τοῦ φάνηκε πώς δέν ἤθελαν. Ἀπροσδόκητα, ἀπό τά μπαλκόνια τοῦ πρώτου καί τοῦ δευτέρου ὀρόφου ἐξακοντίστηκαν καταπάνω τους ἀστροπελέκια. Στράφηκαν ὅλοι κατάπληκτοι πρός τά ἐκεῖ. Τότε ἡ Μή Μοῦ Ἅπτου σήκωσε μιά κραυγή πού διαπέρασε τήν Παστέρ, τήν Δορυλαίου, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τήν Πλατεία Μαβίλη. Ὕστερα πῆραν σειρά οἱ ὑπόλοιπες. Κι ὅπως αὐτός κοίταζε πρός τά πάνω ἀκόμη ἐμβρόντητος, γνόφοι καί θύσανοι ἄρχισαν νά σχηματίζονται πυκνοί, ἁπλώνοντας κι ὅλο ἁπλώνοντας, τυλίγοντας τά μπαλκόνια, τό συγκεκριμένο πολυώροφο καί τά ὄμορά του, καταπίνοντας τά πεζοδρόμια, τά δέντρα, τίς γριές κι ὅ,τι ἔμεινε: οἱ χρωματιστές τους ρόμπες ὅμοιες τεράστιες ὀμπρέλες πέταξαν, κι ἀνέβαιναν, ἀνέβαιναν, χάθηκαν στόν καταγάλανο ἀσυννέφιαστο οὐρανό.

[Πρώτη δημοσίευση: ἔντυπο φρέαρ, τεῦχος 19, Ἰούνιος 2017]
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: