Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Γράφοντας γιά τήν Δ




                                                                          Τῆς Ἄ.

-      Ποιό γράμμα σοῦ ἀρέσει; ρώτησα τή Δ. ἕνα πρωΐ.
-      Δύο μοῦ ἀρέσουνε πολύ: τό Α καί τό Μ... μᾶλλον τρία… καί... καί τό Ω!
Τό «Μ» μέ ξένισε ἡ ἀλήθεια. Ὡστόσο, πρίν ἀκόμη ρωτήσω, εἶχα ἤδη ἀκούσει τήν ἀπάντησή της μέσα μου γιά τό «Α» καί τό «Ω». Ἡ ἀρχή καί τό τέλος. Ταίριαζε γάντι στήν ψυχοσύνθεση, τήν κοσμοθεωρία της. Ἡ ζωή καί ὁ θάνατος γι’ αὐτήν καθώς καί οἱ περί αὐτῶν ἀναζητήσεις περνοῦσαν, συνδέονταν κι ἐξαρτιόνταν ἀπό μία καί μοναδική σχέση ὅπου ἡ ἴδια θά ἦταν γιά τόν ἄλλον τό Α καί τό Ω. Καί γιά κείνην φυσικά ὁ ἄλλος. Τί σχέση ὅμως εἶχε τό «Μ»; Καθώς τό σκεπτόμουν, ναί, εἶπα, τό «Μ» δέν θά μποροῦσε μέ τίποτα ν’ ἀπουσιάζει ἀπό τό ἰδεολογικό της σύμπαν. Ἦταν ἡ κύρια παράμετρος, ὁ βασικός κρίκος στήν ἁλυσίδα τῶν προϋποθέσεων, προκειμένου ἡ Δ. νά ἐπιβεβαιώνει πώς ὄχι μόνο ἀξίζει, ἀλλά ὅτι πράγματι ὑπάρχει.
Τό «Μ»-ἡ μέση. Βρίσκεσαι μέ κάποιον στή ζωή, στό «Α», ξεκινᾶς, κι ὅσο τά χρόνια τῆς κοινῆς πορείας συνεχίζονται πρός τό «Ω», ἔχεις τήν αἴσθηση πώς διαρκῶς περπατᾶς πάνω σέ μιά «μέση», σ’ ἕνα σημεῖο τό ὁποῖο ἀκατάπαυστα διαστέλλεται, καθώς ἡ κατάσταση πού βιώνεις ὅλο παρατείνεται. Μοιάζει λόγω τῆς διαστολῆς του νά γίνεται ὁλόκληρη ὁδός, ἡ μέση ὁδός, ὡστόσο, πρόκειται γιά ἕνα τεντωμένο σκοινί. Προσπαθεῖς νά ἰσορροπεῖς. Δοκιμάζεις τίς ἀντοχές σου, ἐκεῖνες τοῦ ἄλλου, ἀναρωτιέσαι συχνά ἄν τό διακύβευμα εἶναι ἡ σχέση ἤ ὁ ἑαυτός, ὥσπου, δίχως νά πάρεις εἴδηση, τό «Ω»-ὁ θάνατος εἶναι γεγονός.
Ἐν τούτοις Α ἤ Ω δέν θά τήν πῶ. Θά τήν ὀνομάσω Δ. Γραμμένο μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἴσως ἐπιχειροῦσε κάποιος μέ τρεῖς λέξεις νά περιγράψει, μέ τρεῖς γραμμές ν’ ἀπεικονίσει τόν ἑαυτό του σ’ ἕνα λευκό χαρτί, τολμώντας ἀπροσχημάτιστα καί δίχως ὑπεκφυγές, δικαιολογίες καί ἀναστολές νά τόν βλέπει κατάντικρυ ξεκάθαρα. Πιθανόν νά σχημάτιζε ἕνα τρίγωνο ἰσοσκελές. Ἄν καί τήν ὥρα πού θά τό ζωγράφιζε ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα σ’ αὐτόν καί τό σχῆμα δέν θά ὑπῆρχε, τήν ἴδιαν ἀκριβῶς σ’ ἄλλες πλευρές τῆς συνείδησής του θά ἦταν βιωτή, ὠθώντας τον ν’ αὐτοκρίνεται, παρακινώντας τον συνάμα νά ἐπιθυμεῖ, ἀλλά και νά εὐελπιστεῖ πώς θά ‘θελε νά φαίνεται καί νά εἶναι ἰσόπλευρος, ἀψεγάδιαστος, ἀναγνωρίζοντας ὅμως ὅτι τίς περισσότερες φορές εἶναι σκαληνός, ἀμβλυγώνιος, ὀρθογώνιος, ἐν γένει ἀνισοσκελής.
Σέ γενικές γραμμές καμιά διαφορά ὥς ἐδῶ ἀνάμεσα σ’ ὅλους τούς ὑπόλοιπους καί τή Δ. Ἄν πάντως κάτι τή χαρακτήριζε διαφοροποιώντας την ἐν μέρει, αὐτό ἦταν ἕνα ἰδιόρρυθμο πεῖσμα. Δέν πείσμωνε μέ τά ἴδια ὅπως οἱ περισσότεροι. Τῆς συνέβαινε μ’ ἕνα φαγητό πού δέν τῆς πέτυχε, τό ὁποῖο βαλνόταν ξανά καί ξανά νά μαγειρεύει, μ’ ἕνα σπόρο πού φύτεψε καί δέν ἔπιασε, μέ μιάν ἔκπληξη πού μηχανεύτηκε γιά κάποιον πού ἀγαποῦσε, καί ἀπό  αἰφνίδια συγκυρία, πάνω στό ἕτοιμο, χάλασε. Ὅταν ὅμως κάποια στιγμή, πολύ νωρίς κι ἀπολύτως ἀπροετοίμαστη στήθηκε στό Πέρασμα περιμένοντας τόν Βαρκάρη, δέν ἦταν τό πεῖσμα γιά ζωή πού τῆς ἐπέτρεψε νά δώσει τή θέση της σέ ἄλλους, ματαιώνοντάς της στό τέλος τή Βαρκάδα. Δέν ἀντιστάθηκε σ’ ἐκεῖνο τό ἀπρόσμενο κάλεσμα, οὔτε παραιτήθηκε. Ἁπλῶς ἀποδέχτηκε τήν κατάσταση, ἀκολούθησε συντεταγμένα τήν πορεία πού φαινόταν νά τήν ὁδηγεῖ στό τετελεσμένο, χωρίς παράπονο, χωρίς θυμό, μέ τήν ἐντύπωση πώς, ἄν καί θ’ ἄφηνε κάτι πολύτιμο πίσω, τό ὁποῖο δέν φρόντισε, δέν τίμησε ὅσο ἔπρεπε, κάτι ἐξ ἴσου πολύτιμο τήν περίμενε μπροστά.
Ἔτυχε νά γνωριστοῦμε λίγο καιρό μετά πού ἡ περιπέτειά της εἶχε λάβει τέλος. Παρ’ ὅλο πού ἀνάμεσα σέ κουβέντες γενικοῦ ἐνδιαφέροντος μοιραστήκαμε, κινούμενες ἀπό μιά παράδοξην ἐμπιστοσύνη, ὁρισμένα ἀπό τά ἐσώψυχά μας, ἐν τούτοις, καμιά ἀπό τίς δυό δέν ἐπιδίωξε δεύτερη συνάντηση. Λίγο καιρό ἀργότερα, μέσω ἑνός τρίτου, ἔπεσε στά χέρια της κάποιο μου βιβλίο. Τό ξεκοκάλισε, ὅπως εἶπε, προκειμένου νά καταλάβει τί σόϊ ἄνθρωπος ἤμουν, ἀναφορικά μέ τήν ἐντύπωση πού ἀρχικά εἶχε σχηματίσει, κι ἐνῶ δέν τό συνήθιζε, ἀποφάσισε νά μοῦ τηλεφωνήσει. «Εἶχα πάντα τήν περιέργεια καί τή σφοδρή ἐπιθυμία νά γνωρίσω ἕναν συγγραφέα», μοῦ ἀποκάλυψε. «Ἦταν ὄνειρο ζωῆς!»
Ὅλα τά σχετικά ζητήματα μέ τό συγγραφιλίκι ἡ Δ. τά ‘χε περί πολλοῦ. Γι’ αὐτό καί παρ’ ὅλες τίς ἀνάγκες της συχνά μοῦ ἄφηνε χῶρο ν’ ἀποτραβιέμαι στό σπήλαιο τῆς πένας. Κατά καιρούς ὡστόσο ἐξέφραζε ἕνα παράπονο, ὅμοια μ’ ἐπωδό σέ δημοτικό τραγούδι: «δέν γράφεις τίποτα γιά μένα». Ἄλλες φορές τό ἐκστόμιζε καθαρά, ὅμως τίς περισσότερες τό ἔνιωθα νά ἐπικρέμαται μεταξύ μας, ὅταν τῆς κοινωνοῦσα διάφορα γραπτά μου. «Τίποτα-ποτέ γιά μένα». Ἀντιλαμβανόμουν τότε πῶς τή διέλυε ἡ στεγανότητα τῆς ἰδέας τοῦ «Α» καί τοῦ «Ω» πού διαπερνοῦσε τή ζωή της. Τό ἔβλεπα στά μάτια της καθώς, αἰφνιδίως, πρόβαλλε ἡ ἰδιότυπη ἐκείνη θλίψη, ἡ ὁποία διαστέλλει τήν ἴριδα ἀπό ἕνα κλάμα πού χορεύει ὅπως οἱ φυσσαλίδες τοῦ νεροῦ ὅταν φτάνουν στό σωστό σημεῖο βρασμοῦ, χωρίς ὅμως νά ξεπερνοῦν ποτέ τό σημεῖο «Μ», τ’ ὁριακό πρίν τήν ὑπερχείλιση, νά ξεσπάσουν δηλαδή σέ δάκρυα. Τό ἀφουγκραζόμουν στή φωνή της πού ἔπεφτε μέ τόν ἴδιο ἐπικίνδυνο τρόπο ὅπως ἕνα μικρό παιδί κατρακυλάει στή μεγάλη τσουλήθρα, κινδυνεύοντας νά ὑποστεῖ  ἀτύχημα ἄν δέν προσέξεις, ἄν δέν προλάβεις νά βρίσκεσαι ἐκεῖ, στήν ἄκρη τῆς πτώσης του.
Ἔχω τήν ἐντύπωση πώς ἡ Δ. δέν πίστευε ἁπλῶς, ὅπως ἴσως ἀπό κάποια κρυφή φιλοδοξία ὅλοι μας, πώς ἡ ἀναφορά σ’ ἐκείνην σ’ ἕνα κείμενο, μιά ἀφιέρωση, θά σήμαινε μ’ ἕναν τρόπο ἀθανασία. Δέν τήν ἀπασχολοῦσε ἐπίσης νά τήν μάθουν οἱ ἄλλοι, νά εἰχωρήσουν στίς σχέσεις, τή ζωή της, ἀφοῦ ἡ ἴδια μποροῦσε νά φροντίσει μιά χαρά γι’ αὐτό. Εἰδικότερα μετά τήν ἴασή της δέν κρατοῦσε πράγματα γιά τόν ἑαυτό της. Ὅπως μοίραζε κάθε ἀντικείμενο πού τῆς ἀνῆκε θεωρώντας το περιττό, ἀπό κάποια παράξενη ἀντίληψη κι ἑρμηνεία τῆς γενναιοδωρίας, ἔτσι ξεφορτωνόταν κι ὅσα τή στρίμωχναν, καταστάσεις καί πρόσωπα πού τήν ἔκαναν νά δυσανασχετεῖ, νά δυστροπεῖ, πού τήν ἀνάγκαζαν μέ διάφορες φανερές ἤ ὑπόγειες μεθόδους νά τούς πάρει στήν πλάτη της καί νά τούς κουβαλήσει.
Ἀπό τήν ἄλλη, εἶχε τήν εὐκαιρία νά διαπιστώσει πάμπολλες φορές ὅτι γραπτά, βιβλία πού ἄξιζαν τά κατάπινε ἀμάσητα ἡ ἀφάνεια, συγγραφικούς φελλούς καί φληναφήματα τά ἔστεφε ὡς τά κατ’ ἐξοχήν λογοτεχνικά τεχνουργήματα ἡ ἀπαιδευσία, ἡ ἄρνηση, ἡ ἔλλειψη ἀντοχῆς τῶν γραφόντων σέ μιά στοιχειώδη ἀξιολόγηση, καθώς, ἐπίσης, καί ἡ ἐν γένει ἀντίσταση τῶν ἡμερῶν στήν ἀντικειμενικότητα, τούς κανόνες, τίς ἀξίες, τόν κόπο.
Ἡ Δ., κι ὄχι μόνο ἀπό ἕνα βαθύ ἔνστικτο, ἤξερε πώς τό παραγόμενο προϊόν τοῦ ὅποιου τεχνίτη δέν συνιστᾶ ἀπαραιτήτως τέχνη, ἐπειδή μπορεῖ, λόγου χάρη, τυχαῖα ἤ κι ἐπισταμένα νά προϋποθέτει κάποιους ἀπό τούς κανόνες της, ἤ ἀκόμη μπορεῖ καί νά τυγχάνει ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς φωτεινῆς ἐξαίρεσης τῶν προσπαθειῶν μιᾶς ἰδιαίτερης καί σ΄ ἕνα βαθμό προσοντούχας προσωπικότητας. Εἶχε τή δυνατότητα, πίσω καί πέρα ἀπό τά ὅποια ὑλικά ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ γιά τή δημιουργία αὐτοῦ τοῦ προϊόντος, ν’ ἀντιλαμβάνεται, συχνά πολύ καλλίτερα κι ἀπό ἐμένα, τήν ὕπαρξη ἤ τήν ἔλλειψη μιᾶς βασικῆς συνισταμένης: τήν τέλεια ἑνότητα ἀνθρώπου, ζώου, φυτοῦ, πέτρας καί πηγῆς, τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τῆς ὁμάδας καί τοῦ ἀτόμου, τά ὁποῖα ὅλες τίς ἐποχές προϋποθέτουν καί συνιστοῦν κάθε μαγική τελετουργία[1]. Τί εἶναι ἡ τέχνη χωρίς τή μαγεία; ἀποροῦσε μέ κάθε ἀφορμή πού ἕνα τέτοιο ἀντικείμενο ἔπεφτε μπρός στά μάτια της, σκουντοῦσε στήν ἀφή της, διαπερνοῦσε τήν ἀκοή, ἀναστάτωνε τή γεύση, τήν ὄσφρηση, ταλάντωνε τήν ψυχή της. «Περί τίνος εἴδους τέχνης πρόκειται ἄν ἀπουσιάζει ἡ ἱερότητα;...» ρωτοῦσε ρητορικά. Κι ἄλλες φορές: ποιά ἡ ἀνάγκη νά ὑπάρξει αὐτό; ἀπό ποιάν ἀναγκαιότητα προέκυψε; σέ μένα ὡς ἀποδέκτη ποιάν ἀνάγκη θρέφει, ποιάν ἀναγκαιότητα γεννάει; πέφταν βροχή τά ἐρωτήματα.
Ἡ ἀμεσότητά της πού μερικές φορές ἀκροβατοῦσε στα ὅρια τοῦ κυνισμοῦ, μέ προβλημάτιζε, μέ τρόμαζε. Ὡστόσο, πίσω ἀπό αὐτό, διαισθανόμενη κυρίως τήν Δ. παρά μέ ἀκρίβεια γνωρίζοντας, διέκρινα πώς ἐκεῖνο πού τήν ἔκαιγε ἦταν νά κατακτήσει τήν ἀθανασία στήν ψυχή τοῦ γράφοντα. Κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια πίστευε παραδόξως πώς ἕνα συγκεκριμένο κείμενο πού θά τήν ἀφοροῦσε, ἀποκλειστικά ἐμπνευσμένο καί γραμμένο γιά κείνη, θά ‘ταν ἡ ἀνεξίτηλη ἐπιβεβαίωση πώς ὄντως ἔχει ὑπάρξει, πώς εἶναι τό «Α καί τό Ω» τῆς ζωῆς ἐκείνου στόν αἰώνα.
Ἦσαν πολλοί οἱ ἄνθρωποι τῶν ὁποίων οἱ χαρακτῆρες, οἱ πλοκές τῶν συγκυριῶν πού μᾶς ἔφεραν κοντά ἤ μᾶς ἀπομάκρυναν, ἡ σημασία τῆς παρουσίας, καθώς καί ἡ ἐπιρροή τους στή ζωή μου ὑπῆρχαν ἐμφανῶς ἤ κατακερματισμένοι στίς ὑποθέσεις κειμένων, τούς χαρακτῆρες καί τίς πράξεις ἡρώων πού κατά τά λοιπά φαινόταν πώς ἐπινοοῦσα, παρ’ ὅλο πού στήν ἐπιφάνεια τῆς συνείδησής μου ἀρχικά δέν εἶχε προκύψει ἡ πρόθεση τόσο οἱ ἴδιοι ὅσο καί ὁρισμένα ἀπό τά χαρακτηρολογικά συστατικά τους νά συμπεριληφθοῦν. Τό παράξενο ἦταν πώς οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς ἔτρεμαν ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο, ἤμουν βέβαιη πώς ἐνδόμυχα εὔχονταν νά μή τούς συναντοῦσε ποτέ ὁ ἐσωτερικός μου προβολέας, ὁ ὁποῖος φωτίζοντάς τους θά τούς ἔδινε βορά, τρόπον τινά, σέ ἄγνωστες ψυχοσυνθέσεις, σέ ὑγιεῖς ἤ νοσηρές φαντασίες. Τέτοιου εἴδους φωτογραφίσεις, σκιαγραφήσεις ἤ πάρε-δῶσε μαζί μου ἐπ’ οὐδενί ἤθελαν, ἐπειδή ἔνιωθαν μιά διαρκή κλήση σ’ ἀπολογία ἐξ αἰτίας τῆς ἀπροσδόκητης ἔκθεσης στίς ἀνεξέλεγκτες εἰκασίες τρίτων.
Κάπως ἔτσι φυσικά, διάσπαρτη σέ διάφορα γραπτά μου ὑπῆρχε καί ἡ Δ. Ὡστόσο δέν τῆς ἀρκοῦσε. Ἐπεδίωκε τό συγκεκριμένο, τήν ἀπόλυτη προφάνεια. Δέν ξέρω ἄν ἐπρόκειτο γιά ἄσκηση θάρρους, στήν ὁποία ἤθελε νά ὑποβάλλει τόν ἑαυτό της κυνηγημένη ἀπό μιάν ἀλλόκοτη ἐμμονή νά δοκιμάζει ὧρες-ὧρες τίς δικές της ἀντοχές, ὅπως καί τῶν ἄλλων ἀπέναντί της. Ἔχω ὅμως τήν αἴσθηση ὅτι στήν οὐσία μοῦ ζητοῦσε νά σκάψω, νά διερευνήσω καί νά τῆς ὁμολογήσω, παραδεχόμενη καί ἡ ἴδια, τήν πραγματική αἰτία, τόν ἄλλο λόγο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ὅρισε τήν κατ’ ἀρχήν συνάντησή μας, φαίνεται νά συνιστᾶ καί νά προϋποθέτει ἀκόμη τήν ἀνάγκη νά κάνουμε παρέα.
Μέ τήν Δ. γνωριζόμαστε περισσότερα ἀπό εἴκοσι χρόνια καί τελικά καθεμιά μας ἔγινε ἡ ἐξ ἀπορρήτων τῆς ἄλλης. Πολλές φορές δέν χρειάζεται νά μιλήσουμε. Ἄν κάποια ἀπορία σχηματίζεται στό νοῦ τῆς μιᾶς, ἡ ἀπάντηση ἐμφανίζεται στό στόμα τῆς ἄλλης, μάλιστα ὅταν αὐτό ἔχει συμβεῖ ὁρισμένες φορές παρουσία τρίτων, μοιάζει σάν νά παρακολουθεῖ κανείς θέατρο τοῦ παραλόγου. Ἀναρωτιέμαι τί θά γινόταν ἄν συγκατοικούσαμε κιόλας… Σ’ αὐτήν τήν πρότασή της ἔχω ἐπανειλημμένως ἀρνηθεῖ, εἴτε ἐπειδή ἐμμένω στήν ψευδαίσθηση τῆς ἐλευθερίας εἴτε, ὑποθέτω, ἐπειδή ἀπολαμβάνω νά παραδίδομαι στά θέλγητρα τῆς ἀπομόνωσης, κάποιες φορές ἐπιζητώντας ἀκόμη παχύτερους, ψηλότερους τοίχους.
Ἡ Δ. ἀπό τήν ἄλλη δείχνει ἀφόρητη δυσφορία σέ ὁ,τιδήποτε περίκλειστο κι ἀπομονωτικό, ἄν καί ὅταν βρισκόμαστε μαζί, ἐπιδεικνύει συνήθως μιάν ἄκρα ἀντικοινωνικότητα καθώς καί τάσεις ἔντονης ἐσωστρέφειας, τήν ἴδια ὥρα πού ἐξωτερικά δείχνει νά ἀνέχεται καί νά ὑποδαυλίζει τήν ὕπαρξη καί τήν παραμονή διάφορων ἄλλων φίλων καί γνωστῶν γύρω μας. Στήν οὐσία, μοῦ ἔχει ἐξομολογηθεῖ, αὐτή ἡ παράλογη συμπεριφορά συμβαίνει ἀπό τήν πλευρά της ἐπειδή μαζί μου βρίσκεται συχνά ἔξω ἀπό τά νερά της, κι ἀπεγνωσμένα ψάχνει νά δεῖ σέ ποιό σημεῖο, σέ ποιό βαθμό θά μποροῦσε νά μοῦ εἶναι ἀπαραίτητη. Αὐτή εἶναι ἡ κύριά της ἔγνοια.
Ἴσως καί νά μή τά καταφέρω νά γράψω τίποτε ἀποκλειστικά γιά τήν Δ. παραδέχομαι. Τήν παρατηροῦσα πού καταδιωκόταν ἀπό τήν ἔκβαθη ἀνάγκη της νά εἶναι ἀπαραίτητη, καί διαπίστωνα πόσο ἀκόμη καί στήν ἴδια αὐτή ἡ ἐνστικτώδης καταξίωξη ὄξυνε ὅ,τι ἤθελε ν’ ἀποφεύγει: τή χωριστικότητα καί τήν ὀδύνη πού αὐτή συνιστᾶ. Κι ἀνάμεσά μας: πῶς πορεύεσαι, πῶς τά βγάζεις πέρα μέ τή συνειδητοποίηση ὅτι καί πάλι ἡ ἑνότητα εἶναι μιά ἀπωλεσμένη αἴσθηση, ὅταν τά ἴδια πράγματα πού σέ φέρνουν κοντά, τόσο κοντά πού πιό πολύ δέν γίνεται, στόν ἄλλον, τήν ἴδια στιγμή σέ κρατοῦν μακριά; Αὐτός εἶναι ἄραγε ὁ ἀλλόκοτος δικός μας τόπος;
Αἴφνης ἄκουσα τό παρατεταμένο χτύπημα τοῦ κουδουνιοῦ. Ἡ Δ. γεμάτη ἀνησυχία, ἄγχος κι ἀναστάτωση φάνηκε στό ἄνοιγμα τῆς πόρτας. «Χτυπάω ἐπί ἕνα δεκάλεπτο» μοῦ εἶπε σφυρίζοντας ἀπό τά νεῦρα της. Ὑπερβολική ὡς συνήθως. Ὁ παράλογος φόβος πού εἶχε διαρκῶς γιά τή ζωή, τήν ὑγεία κι ὅ,τι μέ ἀφοροῦσε, εἶχε μετατραπεῖ καί πάλι σέ θυμό, τήν χειραγωγοῦσε. Τήν ἔβλεπα νά βράζει καί νά ψάχνει εὐκαιρία γιά καυγά. Ὅλα τῆς φταῖγαν. Δέν ἔδωσα σημασία. Γι’ ἄλλη μιά φορά τήν ἄφησα νά μαλώνει μόνη της.
Συμπλήρωσα τόν τίτλο, τύπωσα τό κείμενο, τή ρώτησα ἄν ἤθελε κάτι νά πιοῦμε, κι ἀφοῦ ἀρνήθηκε ἐγκλωβισμένη στό κράτος τῆς ἔντασης ἀκόμη, τῆς τό ‘δωσα. Κάτι καινούργιο, τῆς εἶπα. Ξεκίνησε νά διαβάζει, τήν ἔβλεπα νά σμίγει τά φρύδια, νά μισοκλείνει τά μάτια, ὁρισμένες φορές νά κοιτάζει τό κενό. Στή δεύτερη σελίδα σηκώθηκε, πῆγε στό ψυγεῖο, ἄνοιξε μιά μπύρα, πράγμα σπάνιο γι’ αὐτήν-ἤπιε ἀπ’ τό μπουκάλι.
Τελειώνοντας τήν ἀνάγνωση δέν μοῦ ‘πε τή γνώμη της, πρώτη φορά δέν ρώτησε «ἀπό ποιάν ἀναγκαιότητα προέκυψε, ποιά ἀνάγκη μοῦ γεννάει», ὡστόσο: «τό «Μ» νά ξέρεις εἶναι γιά μένα ὅπως λέμε «μοῦ», «μάνα», «μένω ἐδῶ!» ψιθύρισε.


[1] Ἔρνστ Φἰσερ «Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς Τέχνης», Ἐκδ. Θεμέλιο, Ἀθήνα 1979


[Πρώτη δημοσίευση Διάστιχο,24/4/2013


Δεν υπάρχουν σχόλια: