Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Βύρωνος Λεοντάρη: Ἐνθύμηση ἀποχαιρετισμοῦ στὰ ἀρχαῖα ἐρείπια




 Ὥσπου νὰ πῆς δέν εἶναι πιά ἄλλος τρόπος,
ὥσπου γιὰ τὴ συναλλαγή νά ξεκινήσῃς,
ὥσπου νὰ μπῆς στὴ ζυγαριά εἶν’ ὁ κόπος∙
μετά, νωρίς ἤ ἀργά, θά ἰσορροπήσῃς!

Κι ἄν σοῦ μιλῶ μὲ τόση γύμνια,
δέν εἶναι γιατί πιά δέ θά ξαναϊδωθοῦμε∙
δέν εἶναι γιατί τόσα τσακάλια, τόσα ἀγρίμια,
τριγύρω αὐτόν τὸ χωρισμό καραδοκοῦνε.

Βέβαια κανένας μὲ τὸ ζόρι τοὺς ἀνθρώπους
δέν μπορεῖ νὰ τοὺς κάνῃ ν’ ἀγαπήσουν∙
ὅμως κοιτῶ μὲ φρίκη μὲ τὶ τρόπους
τὰ καταφέραν καὶ τοὺς κάναν νὰ μισήσουν!

Μυκῆνες, τείχη, τάφοι, πανοπλίες,
ἥλιος ποὺ μᾶς πονάει, ἀγέρας ποὺ τυφλώνει…
Κάποτε ἦταν ζωή ὅλες τοῦτες οἱ ἐρημίες,
Κάποτες ἦταν αἷμα ἐτούτη ἡ σκόνη…

Τὰ δάχτυλά μας στὶς ἀσπίδες καὶ τὰ κράνη
τί δάκρυα, τί φωνές, τί πόνο ψηλαφῆσαν!
Τόση λαχτάρα ζωῆς τὴ στεῖλαν νὰ πεθάνῃ∙
τόσες περήφανες ψυχές – καὶ τὶς λυγίσαν!

Γι’ αὐτό, δέν εἶναι ὁ χωρισμός ποὺ μὲ τρομάζει,
τό ξύπνημα στὴν ἄδεια κάμαρά μου,
ὅπου δέν ἔχει ἀκόμα ξυψυχήσει
ἡ φωνή μου ποὺ φώναζε ὁληνύχτα τ’ ὄνομά σου∙

ὄχι, δέν εἶναι ἡ μοναξιά ποὺ μὲ τρομάζει∙
τὶς ζυγαριές φοβᾶμαι, ποὺ πληθαίνουνε στὸν κόσμο,
τὶς ζυγαριές ποὺ μέσα μας πληθαίνουν
ὅταν γι’ αὐτό ποὺ γεννηθήκαμε δέ ζοῦμε –
τὶς ζυγαριές, πού εἴπαμε νὰ τὶς σπάσουμε μιά μέρα!

Ἄχ! εἶναι νὰ μή μπλέξῃς μὲ παλάντζα!
Μήν πῆς πὼς ἕνα σου μέρος μοναχά θά ἐξαργυρώσῃς!
Οἱ ζυγαριές ἔχουν σκληρά κ’ ὕπουλα γάντζα -
ὅσοι μπλεχτῆκαν, ὅλα τἄχουν δώσει

γιά θρύψαλα χαρᾶς καὶ γιά ἑσπερίδες
καὶ γιὰ γαμήλιες βραδιές στὸ Μπούρτζι,
μὰ ἡ θάλασσα ἔφρισσε, φτεροῦγα ἀπὸ λεπίδες
τοὺς τρέλλαιναν τὸ πρωἰ τοῦ ἥλιου οἱ μπροῦντζοι!

Ἄνθρωποι ἐλπίδες, ὅρκοι, πεποιθήσεις –
ἄνθρωποι τόσο σίγουροι γιὰ τὴν ψυχή τους –
κ’ ἔρχονται τώρα οἱ τελευταῖες εἰδήσεις:
Πουλήθηκαν - καθένας στὴν τιμή του!


[Ο Βύρων Λεοντάρης γεννήθηκε το 1932 στη Νιγρίτα Σερρών. Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Σάμο, από όπου καταγόταν, και το 1939 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Αδελφός του κριτικού Μανόλη Λαμπρίδη, του ποιητή Ανδρέα Λεοντάρη, σύζυγος της ποιήτριας Ζέφης Δαράκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1952-1956) και εργάστηκε ως δικηγόρος. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, ενώ δημοσίευσε επίσης κριτικά δοκίμια. Πρωτοεμφανίστηκε το 1954 με την ποιητική συλλογή "Γενική Αίσθηση'. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Κριτική", "Εφημερίδα των Ποιητών", "Επιθεώρηση Τέχνης", κ.ά., μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού "Σημειώσεις". Το ποιητικό του έργο τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής ποιητικής γενιάς. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και τουρκικά. Το 1997 τιμήθηκε για την ποιητική του συλλογή "Eν γη αλμυρά" με το Kρατικό Bραβείο Ποίησης. Πηγή: ΕΚΕΒΙ]

[Τό ποίημα περιλαμβάνεται στήν Ἀνθολογία τῶν Ρένου, Ἡρακλῆ & Στάντη Ἀποστολίδη

Δεν υπάρχουν σχόλια: