Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ πιό ἥσυχη ἀπόφαση

                                        (τῆς Ἐλπίδας, 24-04-2013)

Ἔπρεπε νά δώσω τή μηχανή γιά ἐπισκευή. Μᾶλλον, ἀπ’ ὅτι μοῦ εἶπαν, θά ‘μενε συνεργεῖο κάνα δεκαπενθήμερο. Εἶχα γυρίσει τῆς γῆς τό κατάκωλο μαζί της κι ἄν καί σκληρό καρύδι, κάποια στιγμή χτύπησε μπιέλα.
Ἐκεῖνο πού μέ προβλημάτιζε ἦσαν οἱ μετακινήσεις. Εἶχα ξεμπερδέψει μέ τή χρήση τοῦ αὐτοκινήτου στήν καθημερινότητα. Ἔφτανε νά καθίσω στή θέση τοῦ ὁδηγοῦ, νά πατήσω τό κουμπί λειτουργίας τοῦ κινητήρα, καί τό αἷμα μου ἀνέβαινε στό κεφάλι μέ τήν ἴδια ἔνταση καί ταχύτητα πού ὁ σπινθήρας ἐκτόξευε τό καύσιμο στίς βαλβίδες. Δέν ἦταν ἐξ αἰτίας τῆς κίνησης μονάχα καί τοῦ ἀπαγορευτικοῦ κόστους αὐτῶν τῶν μετακινήσεων, ὅσο τό γεγονός ὅτι κινούμενος μέ τό δίτροχο εἶσαι ἕνα μέ τόν ἔμφορτο ἀπό τίς μυρουδιές τῶν ἐποχῶν ἀέρα, βρίσκεσαι στό κέντρο τῆς δίνης πού δημιουργεῖ κάθε ἔντονο καιρικό φαινόμενο, ἔχεις τήν ἐντύπωση πώς ἡ παγχρωμία σου εἶναι μέρος τῆς ποικιλομορφίας τῶν χρωμάτων τοῦ τοπίου ὅπου κινεῖσαι, χάνεσαι ἤ ἐμφανίζεσαι ὅπως κάθε ἄλλο σημεῖο χάρη τῶν φωτοσκιάσεων στίς ὁποῖες, ἐξ αἰτίας τῆς ἀλλαγῆς τῶν ὡρῶν τοῦ εἰκοσιτετραώρου ἀνά ἑβδομάδα ἤ μήνα, ἐμβαπτίζεται ἡ πόλη.
Ἡ Ν., ὅταν τό ‘μαθε, προσφέρθηκε νά μέ διευκολύνει σέ ἀρκετές διαδρομές πού ταίριαζαν μέ τίς δουλειές της, χωρίς φυσικά νά ‘χει πρόβλημα νά κάνει καί μπόλικες παρακάμψεις, προκειμένου νά μ’ ἐξυπηρετήσει. Ἡ Δ. μοῦ πρότεινε ν’ ἀναλάβει ἐξ ὁλοκλήρου ὁρισμένες ἐπαγγελματικές μου ὑποχρεώσεις, διαθέτοντας μάλιστα χωρίς φειδώ ὅλα τ’ ἀπογεύματά της.
Πίναμε τό κρασί μας σ’ ἕνα μπαράκι, κουτσοτρώγαμε, συζητούσαμε μέ ποιόν τρόπο καλλίτερα κι ὅσο τό δυνατόν ἀνώδυνα θά λυνόταν τό θέμα. Δέν ἦταν καί τόσο σπουδαῖο πράγματι, ὅπως ἄλλωστε κι ἄλλα ζητήματα στή ζωή, μολονότι τά μεγαλοποιοῦμε δίχως λόγο, εἰδικότερα ἐπειδή ἐπικεντρωνόμαστε στά ἐμπόδια πού ὅλα τους ἐν τέλει εἶναι περαστικά, δίνοντάς τους ἀξία ἀναντίστοιχη τῆς σημασίας τους. Ὀνομάζουμε πρόβλημα, κάνουμε βουνό, ὅ,τι μᾶς ξεβολεύει;
Ἡ Δ. στά ἐνδιάμεσα τῆς κουβέντας συνόδευε τήν Πιάφ, τήν Ἔλλα, προσπάθησε τήν Τζάνις κι ἄλλους, πού τραγουδοῦσαν χαμηλόφωνα τίς ἐπιτυχίες τους. Ἀκόμα δέν εἶχε μαζευτεῖ πολύς κόσμος, καθώς ὅ,τι σουρούπωνε. Ἡ Ν., ἄν κι εἶχε κέφια, κάποια στιγμή πού ἀπό τά ἠχεῖα ἀκουγόταν τό «φοβᾶμαι» τῶν Μπλέ, χάθηκε, κάπνιζε σκεφτική.
-      Ἐσύ τί φοβᾶσαι; γύρισε μέ ρώτησε αἴφνης.
-      Πολλά, τῆς εἶπα βιαστικά, χωρίς δεύτερη σκέψη. (Ἤθελα νά ξεφύγω;)
Μέ κοίταξε ἀπορημένη:
-      Δηλαδή;…
-      Κάποιες φορές καί τή σκιά μου…
-      Τί ἄλλο χειρότερο ἀπό τόν θάνατο;… ἐγώ αὐτόν μονάχα…
Ἦταν παράξενο, μιλούσαμε ἐξομολογητικά, ψιθυριστά σχεδόν, κι ὅμως ἀκούγοντας πεντακάθαρα ἡ μιά τήν ἄλλη, ἐνῶ γύρω μας ἤδη οἱ παρέες εἶχαν αὐξηθεῖ, δυνατά γέλια, θόρυβος ἀπό τά μαχαιροπήρουνα, μεγαλόφωνες κουβέντες ὁρισμένων πού, προσπαθώντας νά καλύψουν τίς συζητήσεις ἄλλων, δημιουργοῦσαν πανζουρλισμό.
Ἡ Δ. ἔκοψε τό τραγούδι, παρακολουθοῦσε∙ τό σῶμα της μαζεύτηκε, μοῦ ‘δωσε τήν εἰκόνα ἑνός κουβαριοῦ στό ἡμίφως, τά δάχτυλά της ὅμοια μέ τήν ἄκρη τοῦ νήματος τυλίχτηκαν στό πόδι τοῦ ποτηριοῦ, τό σήκωσε. Εἶχε ἰδία πείρα. Ὡστόσο, ὅπως φαίνεται νά συμβαίνει μ’ ὅλα τ’ ἀγκαλιάσματα πού σ’ ἔχουνε τρομάξει, καθώς ἀπαίτησαν τήν ἀπόλυτη παράδοσή σου, ἄν καταφέρεις καί ξεγλιστρήσεις, κι Ἐκείνου κάποια στιγμή μοιάζει νά τό ξεχνᾶς.
-      Ἄν συμβεῖ σ’ ἐμένα, ἄν εἶμαι πρώτη καί τό μάθεις, ἀκόμα καί σέ κώμα νά ‘μαι, φρόντισε νά ‘ρθεις, ζήτησα ἀπό τήν Ν. Γιά νά μπορῶ νά φύγω... 
Τσουγκρίσαμε. Δέν ἤμουν σίγουρη σέ τί. Καμιά δέν εἶπε. «Πάντως ἀποκλείεται νά φύγουμε κι οἱ τρεῖς μαζί…», μονολόγησε ἐκείνη, χωρίς νά μπορῶ νά καταλάβω ἄν ἦταν ἐλπίδα, φόβος ἤ κάποιου τύπου εὐχή. Ἄν μέ ρωτοῦσαν, θά ‘θελα νά πάω μαζί τους. Τήν ἴδια στιγμή ἀκριβῶς. Κι ὄχι γιά τό μετά, γιά τήν παρέα στό ταξίδι. Ἐξ αἰτίας τοῦ πρίν. «Ὅποτε μοῦ συμβεῖ ὡστόσο,» συμπλήρωσε βιαστικά, «ἀφήνω παραγγελία! κάψτε με (μή τυχόν καί δέν!), κι ὕστερα βούρ στό τσιπουράδικο. Δέν θέλω κλάψες, λιβανίσματα, τρισάγια. Στό τσιπουράδικο καί γλέντι! Ἀκοῦτε;» Συμφωνήσαμε. Τά ἴδια θέλαμε ὅλες. Ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς αὐτή τή στιγμή. Γελάσαμε. Τρομάρα μας!...
Κοντά μεσάνυχτα, ἀφοῦ στραγγίσαμε καί τό δεύτερο μπουκάλι, ἀποφασίσαμε νά φύγουμε. Ἡ Ν. ἐπέμενε: «Δέν συντρέχει λόγος γιά ταξί ὅσο καί νά ‘ναι, μιά μικρή παράκαμψη σιγά τό πράγμα! Πάντα ὑπάρχει χρόνος μεταξύ μας».
Ὑπάρχει ἀλήθεια; ἐνῶ μέσα μου ἕνα σφίξιμο. Ἔμοιασε νά μ’ ἄκουσε. Γύρισε ὅπου στεκόμουν, μέ πλησίασε, ἄνοιξε, μοῦ ἔτεινε τά χέρια. Ἔκανε κρύο ἀκόμη παρ’ ὅλο πού ὁ ξανθός Ἀπρίλης ἦταν παρών, εἶχα φορέσει ἤδη τό μπουφάν, τό ‘χα κλείσει ὥς ἐπάνω, ὡστόσο ἐκεῖ στό πεζοδρόμιο, πρώτη φορά στά τόσα χρόνια τῆς γνωριμίας μας, ἔνιωσα πώς τά χέρια της ἦσαν τό μοναδικό μου ροῦχο.
Ἡ Δ. παραδίπλα, παραδόξως δέν διέκοψε τή στιγμή οὔτε μέ μιάν ἀτάκα ἀπό κεῖνες τίς βιαστικές της, τίς φαινομενικά παράταιρες, καθώς σπανίως ἄντεχε τίς ἐξομολογήσεις καί τίς συγκινησιακές φορτίσεις ὅποιου εἴδους, οὔτε κἄν μέ ψίθυρο.
Ἡ Ν. τραβήχτηκε μαλακά ἀφήνοντάς μου τό ἔνδυμα. Τό βλέμμα της εἶχε τήν ἰδιάζουσα λάμψη τῆς παραδοχῆς ὅλων ὅσα γιά καιρό, γιά χρόνια, ἀπέφευγε νά παραδεχτεῖ, ἔμοιαζε μέ λίμνη στήν πανσέληνο. Ἐκείνη στό μέσον τοῦ νεροῦ, τήν ὥρα πού βουτοῦσε καί βυθιζόταν, τήν ἴδια ἀκριβῶς σήκωνε πανιά. «Δέν ἀλλάζει ὁ χαρακτήρας» τήν θυμήθηκα συχνά μέ σθένος νά ὑποστηρίζει, «δέν ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος», ὥστόσο μοῦ κοινώνησε αἴφνης μιάν ἀναπάντεχη ἀλλαγή. Ἀλλάζει τελικά ἤ, μήπως νομίζουμε ὡς ἀλλαγή κάποιο στοιχεῖο πού δέν γνωρίζαμε κι ἀπροσδόκητα μᾶς ἀποκαλύπτεται; Τό πιό παράξενο ἦταν ἡ ἡσυχία, ἡ ἀπόλυτη ἀταραξία ὅπου συνέβη αὐτή ἡ ἀκραία μετακίνηση. Εἶχα τήν αἴσθηση πώς καί μέσα μου ἡ ἴδια λίμνη. Ἦταν καί μεταξύ μας κάποιου εἴδους ἀποχαιρετισμός; Ἀόριστη ὑπόσχεση γιά κάτι ἄλλο, κάπου ἀλλοῦ, κάπως ἀλλιῶς;...
Γύρισε νά φύγει. Πῆγε στό πάρκινγκ νά φέρει τό αὐτοκίνητο. Περιμέναμε μέ τήν Δ. ἀμίλητες. Ἔνιωθα νά μετεωρίζομαι σέ περιβάλλον ὀνείρου. Παράδοξη ἐγρήγορση καί ρευστότητα συγχρόνως. Ὅταν ἔφτασε, διάλεξα νά καθίσω πίσω. Μέ παράστεκε ἀχνή ἡ ἐπιθυμία νά κρατήσω μιά-δυό σημειώσεις, ὅσο τουλάχιστον τά φῶτα τῶν δρόμων καί ἡ σκοτεινιά τῆς καμπίνας μοῦ τό ἐπέτρεπαν.
Οἱ κεντρικές λεωφόροι εἶχαν λιγοστή κίνηση. Ἡ παρατεταμένη ἐποχή τῆς κρίσης τούς ἔκανε νά μοιάζουν ἀλλόκοτα ἄδειοι. Ὡστόσο, ἡ ἰδιότυπη ἐρημιά ἡ ὁποία διαπερνᾶ τά φυλλοκάρδια σου ἐδῶ, στό κέντρο τῆς πρωτεύουσας, σέ περονιάζει μ’ αἴσθηση ἀφόρητης γύμνιας, στό πιό ἀκραῖο, τό πιό ἀκατοίκητο χωριό σ’ ἐνδύει μέ πληρότητα χάρη στήν ταύτιση μέ τήν οὐσία  τῆς φύσης σου. 
Ἡ Ν. ἔδειχνε νά μή βιάζεται. Ὁδηγοῦσε ἀργά, ἐν τούτοις τ’ ἀποσπάσματα τῆς πόλης ἀπό φανάρι σέ φανάρι περνοῦσαν γρήγορα ἀπό τά πλαϊνά παράθυρα. Βουλιμία νά κρατήσω μιάν εἰκόνα: τό μόλις ἀνατέλλον φεγγάρι πάνω ἀπό τόν Ὑμηττό πού ‘μοιαζε μέ μελωμένο πεπόνι τοῦ ἀρχαίου Ὀρχομενοῦ, τόν μισοφωτισμένο Λυκαβηττό, τόν Ναό στόν Βράχο, τίς μεσοπολεμικές πολυκατοικίες μέ τίς τρύπες ἀπό τίς σφαῖρες τοῦ ἐμφυλίου ἀκόμη χάσκουσες, τό μνημεῖο τοῦ Δραγούμη, τό Πάρκο πού κουτσουρεύτηκε χάριτι ἑνός Μεγάρου, τήν ἀνάκλαση τῶν φώτων στήν ἄσφαλτο. Καμιά δέν ἔστεκε, καμιά νά πιάσω.
Ἡ Δ. εἶχε ἀνάψει τσιγάρο. Ἄν καί ἀπ’ ἐκεῖ πού καθόμουν μποροῦσα νά βλέπω μόνο τό προφίλ της, ἐν τούτοις τήν ἔβλεπα ὁλόκληρη. Ἦταν ἀλλόκοσμα ἥσυχη. Ἔμοιαζε νά παρατηρεῖ τόν κόσμο σάν νά φοροῦσε σκοῦρα γυαλιά. Ποῦ ταξίδευε; Ἕνα φευγαλέο κοίταγμα τῆς Ν. μές ἀπό τόν καθρέφτη τοῦ ὁδηγοῦ σκόνταψε πάνω μου. Ἔπλεα γύρω, ἔπλευσα στό βλέμμα της. Ἡ θέρμη τῶν σωμάτων, οἱ ἀνάσες-ὅλα ἥσυχα. Μόνο εἰκόνες τους, ὡστόσο οὔτε καί δαῦτες ἔστεκαν, προλάβαινα κάποια τους νά κρατήσω...
Πλησιάζαμε στήν πλατεία πού ἐδῶ καί χρόνια στάθμευε μιά καντίνα πού σέρβιρε φαγητό στούς ξενύχτηδες, ἀπωθημένο τῆς Δ. Ἀπροσδόκητα ἀστραποβόλησε. Μέ μιά κίνηση πού οὔτε τήν κατάλαβα ἔμοιασε νά ἐκσφενδόνισε τίς μαῦρες διόπτρες: «ἔχω ἕνα σεβντά!» εἶπε. Ἡ συνείδηση τῆς Ν. φάνηκε νά ταξίδεψε σ’ ἕνα δευτερόλεπτο μ’ ἰλιγγιώδη ταχύτητα ἔτη φωτός, προκειμένου νά συντονιστεῖ μέ τήν Δ. Ἤμασταν σταματημένες ἐξ αἰτίας τοῦ ἐρυθροῦ σηματοδότη. «Ἕνα βρώμικο», πρόσθεσε ἐκείνη βιαστικά, «ἀπ’ αὐτά μέ τή δεμένη, τήν πηχτή σάλτσα πού ἡ κάθε κουταλιά ἔχει ἕνα κιλό κρεμμύδια…» Ἀθάνατη Δ.! σκέφτηκα. Ἡ κυκλοθυμία της μ’ ἔβγαζε συχνά ἐκτός τόπου. Ἐν τούτοις: μέ παρόμοιο τρόπο δέν τρέχει κι ἡ ζωή; ἀναρωτήθηκα. Ἴσως ὅποιος φτάνει στό χεῖλος, θέλει δέν θέλει, προσαρμόζεται. Ἀλλιῶς πάει καλιά του... «Δέν χαλάμε χατίρια», ἀπάντησε ἡ Ν., κόβοντας τό τιμόνι ἀριστερά, καθώς τό φανάρι εἶχε στό μεταξύ ἀνάψει πράσινο.
Βρῆκε μιάν ἄδεια θέση, στάθμευσε. Ἠ Δ. στό φτερό, ἄνοιξε τήν πόρτα, πετάχτηκε ἔξω. «Πόσα νά φέρω;» Τήν ἀπογοητεύσαμε, δέν εἴχαμε ὄρεξη οὔτε γιά μιά μπουκιά. Ἐκείνη ἀπτόητη. Ἔριξα μιά ματιά ἀπέναντι, καμιά δεκαριά περίμεναν στήν οὐρά, θ’ ἀργήσει, σκέφτηκα. Ὡστόσο δέν βιαζόμασταν. Ἐξακολουθοῦσα νά περιπλέω στήν ἐντύπωση πώς ὅλα ἐκτυλίσσονταν σέ ἀργή κίνηση, σ’ ἕναν διαφορετικό χρόνο μές στόν ὡρολογιακό. Ἴσως τό κρασί; Μήπως τό κατάκιασμα πού συνήθως μᾶς κατέκλυζε ὅταν ἤμασταν οἱ τρεῖς μας;…
Ξαφνικά, καθώς ἔριξα μιά ματιά ἀνταπόκριση στήν παρατεταμένη τῆς Ν. πού μοῦ ‘στειλε μές ἀπό τόν καθρέφτη, θωπεία πολύτιμη, δυσεύρετο στολίδι τοῦ ρούχου πού λίγο πρίν μοῦ ‘χε χαρίσει, μιά τεράστια λάμπα στήν ἄκρη τοῦ δρόμου, μπροστά ἀριστερά, τράβηξε τήν προσοχή μου. Συγχρόνως μοῦ ‘κανε ἐντύπωση ἡ κολώνα ἀπό τήν ὁποία κρεμόταν. Δέν ἦταν ἀπό κεῖνες τίς ψηλές πού συνήθως χρησιμοποιεῖ ὁ Δῆμος ἤ ἡ ἠλεκτρική ἑταιρεία. Θά ‘λεγες πώς ἦταν λίγο ψηλότερη ἀπό τό ὕψος ἑνός πανύψηλου ἀνθρώπου. Ἀλλά ἡ λάμπα… Τεράστια! Φώτιζε… Δέν μποροῦσα νά διακρίνω τί ἀκριβῶς, τί σημαντικό νά ὑπῆρχε σ’ ἐκεῖνο τό σημεῖο, ἀλλά ἦταν τόσων πολλῶν κηρίων πού ἀπό τό αὐτοκίνητο ὥς ἐκεῖ πού ‘ταν στημένη, ἡ ἀνάκλαση τοῦ φωτός της εἶχε στρώσει διάδρομο.
Ἄν καί θαμώνας τῆς συγκεκριμένης πλατείας τό τελευταῖο δωδεκάμηνο τουλάχιστον, δέν θυμόμουν κάτι ἀξιοσημείωτο στή συγκεκριμένη γωνία. Ἀκόμα καί ἡ διασταύρωση μέ τήν κάθετο στόν κεντρικό δέν ἦταν κύρια. Ἔνιωσα τήν ἀνάγκη νά πάω ἴσαμε κεῖ. Δέν ἦταν περιέργεια, διαπίστωσα. Ἦταν ἀνάγκη. Ἐπιτακτικά μέ παρωθοῦσε. «Θά ‘ρθεις;» ρώτησα τήν Ν. «Ποῦ;» «Νά, ἐκεῖ!» τῆς ἔδειξα τό τέλος τοῦ τετραγώνου. «Σ’ ἐκεῖνο τό φῶς!» «Ποιό φῶς; Δέν βλέπω τίποτα…»
Τέτοια φωτοχυσία! Πῶς ἦταν δυνατόν νά μή τή βλέπει; Ἀκόμη κι ἐδῶ μές στό αὐτοκίνητο… Ὁ φωτεινός δίαυλος ἔφτανε ὥς τό κάθισμά μου. Μέ κορόϊδευε; «Πετάγομαι ἕνα λεπτό» τῆς εἶπα, «κι ἐπιστρέφω».
Κατέβηκα. Ἡ Δ. ἄκουσε τήν πόρτα πού ἔκλεισε, μέ εἶδε, «ποῦ πᾶς;» ρώτησε, «ἐκεῖ» τῆς ἔδειξα κάπου μπροστά ἀόριστα, ἴσως νά φαντάστηκε στό περίπτερο, ἀδημονώντας γιά τήν παραγγελία στράφηκε πάλι μπρός, μέ χαιρέτησε. Ἦταν ἕβδομη στή σειρά, προλάβαινα, ὑπολόγισα. Κάτι μ’ ἔκανε νά βιαστῶ, νά τρέξω. Νά τρέξω πρίν χαθεῖ τό φῶς. Καί τήν ἴδια στιγμή μιά ἄλλη φωνή, οὔτε ψίθυρος, μέ προέτρεπε νά καθυστερήσω.
Κοίταξα γύρω. Τά ὑπόλοιπα φῶτα τῆς πλατείας, τ’ αὐτοκίνητα, σταθμευμένα καί διερχόμενα, κάποιοι σκόρπιοι περαστικοί, ἐνόσω ἤδη βάδιζα σ’ αὐτόν τόν διάδρομο, εἶχαν μ’ ἀλλόκοτο τρόπο ἀποκτήσει τήν ὑφή τῶν σκιῶν, τρεμόπαιζαν ὅπως τά σχήματα καί τά πρόσωπα πού σαρκώνει ἡ φαντασία στό ἡμίφως. Ὥς κι ἡ νύχτα… Ξαφνικά... Ποῦ πῆγε ἡ νύχτα;...
Κοντοστάθηκα. Σύγκρυο. Πάχνωσα. Ἔσφιξα γύρω μου τό ροῦχο πού μοῦ ‘χε χαρίσει ἡ Ν. Σάν αἴφνης ἡ παγωνιά μαλάκωσε. Ἀπροσδόκητη θαλπωρή. Συνέχισα ὥς τήν ἄκρια τοῦ δρόμου. Ἕνα ὑπόγειο. Αὐτοῦ τήν εἴσοδο φώτιζε ἡ λάμπα. Πέντε-ἕξι σκαλιά, μιά πόρτα. Δεξιά κι ἀριστερά στό πεζοδρόμιο δυό προστατευτικά κιγκλιδώματα. Μή γλιστρήσει καί πέσει κάποιος κατά λάθος; Συμβαίνουν, ἀλήθεια, τέτοια λάθη; ἀπόρησα.
Δεν θυμόμουν τίποτε στή συγκεκριμένη γωνιά, ἐκτός ἀπό τό πεζοδρόμιο μέ τίς φαγωμένες, μισοσπασμένες πλάκες, τήν εἴσοδο μιᾶς τριώροφης ὑπερτεσσαρακονταετοῦς οἰκοδομῆς καί, παραπλεύρως, ἑνός κλειθροποιείου. Καί ὁπωσδήποτε δέν ὑπῆρχε κολώνα ρεύματος ἤ φωτισμοῦ. Ὡστόσο, τώρα ἐδῶ, μπροστά μου, βρίσκονταν ἀκριβῶς αὐτά: ἡ λάμπα, ἡ δίοδος, τό ὑπόγειο!
Κοίταξα ἐκεῖ πού εἶχε σταθμεύσει ἡ Ν., ἀλλά καί πρός τήν οὐρά πού μᾶλλον ἀκόμη στεκόταν ἡ Δ. Δέν ξεχώριζα καμιά, μήτε τό αὐτοκίνητο. Γύρισα στό φῶς. Ἀπ’ ἐδῶ πού εἶμαι δέν μπορῶ νά δῶ τόν τεράστιο λαμπτήρα, μολονότι τό φῶς εἶναι τόσο δυνατό πού μέ τυφλώνει. Ὅ,τι φωτίζει εἶναι πρός τά κάτω. Τί παράξενο! Μύθοι, ἱστορίες, γραφές καί προφητεῖες μιλοῦσαν ἀπό πάντα γιά ὑπέρλαμπρους διαδρόμους πρός τόν οὐρανό, τ’ ἀστέρια, τόν θεό... Τώρα ἐδῶ;... Τί ἀκριβῶς εἶναι ἐδῶ;...
Ἡ μισάνοιχτη πόρτα στό τέλος τῆς μικρῆς στενῆς σκάλας μοιάζει νά ὁδηγεῖ σέ διαμέρισμα. Μοῦ φαίνεται πώς διακρίνω μερικά δωμάτια. Ὑπάρχουν ἔπιπλα; Ὄχι; Δέν καλοβλέπω ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσωτερικοῦ ἡμίφωτος. Κατεβαίνω δυό σκαλιά. Στήν πραγματικότητα δέν πρόκειται γιά μισόφωτο, παρά γιά ἕνα θολό γαλακτῶδες, ὅπως ἐκεῖνο πού διαγράφεται στόν ὁρίζοντα πρίν ἡ μέρα πάρει τή σκυτάλη ἀπό τή νύχτα. Μένει κάποιος; Λείπει τώρα; Πρόκειται νά ‘ρθει;
Ἀναρωτιέμαι μήπως στέκω μπρός στήν πρόσφατα ἀποκεκαλυμμένη εἴσοδο μιᾶς ἀρχαίας κατακόμβης, μιᾶς μυστικῆς στοᾶς… Μή κι εἶναι ἡ ἐμβασιά σέ μιάν ἄλλη πόλη πού, ὅπως ἀρκετοί ὑποστηρίζουν, ὑπάρχει γιά αἰῶνες κάτω ἀπό τήν πόλη. Μήπως ὁδηγεῖ σέ μιάν ἄλλη ζωή πέρα ἀπό τή γνωστή. Εἶναι ἕνα πέρασμα, μιά ἔξοδος τάχα πρός μιάν ἄγνωστη σέ μένα εἴσοδο; 
Κατεβαίνω δυό σκαλοπάτια ἀκόμη, ὅσο ἀποφασιστικά ἄλλο τόσο διστάζοντας. Ψάχνω πίσω. Ἡ Δ., ἡ Ν. μέ βλέπουν τώρα; Μποροῦν ἐκεῖνες; Θέλω ν’ ἀνέβω. Τά πόδια μου δέν ὑπακοῦν. Ὑπάρχει ἐπιλογή; Ἕνα ἀκόμη. Πιό κάτω. Ποτέ δέν εἶχα ἐπιλογή. Ἦταν ὅλο κι ὅλο θέμα ἀπόφασης. Μπρός μου ἡ Πόρτα. Μία: εἴσοδος-ἔξοδος. Καθώς τήν κοιτάζω, παραδόξως, βλέπω τό χνάρι ἀπό ἕνα βῆμα. Αὐτό το ἴδιο, τό ἕνα καί μοναδικό βῆμα ἀκολουθοῦσα πάντα, πού τό σκιαγράφημά του ἦταν ὁλοφάνερα περιγεγραμμένο, κι ἄς νόμιζα ἄλλως. Ἤ, μήπως, οὔτε κἄν τό ἀκολουθοῦσα, ἀλλά ὅπου κι ἄν νόμιζα πώς ἔφυγα, πώς γύρισα, πώς πῆγα, ὅλο κι ὅλο βάδιζα ἀκριβῶς πάνω σ’ αὐτό; Μοιάζει ἐτούτη ἡ ἀναγνώριση, ἡ παραδοχή νά εἶναι ἡ πιό ἥσυχη ἀπόφαση τῆς ζωῆς μου.
Δέν χτυπάω, δέν σπρώχνω. Διάπλατη αἴφνης. Εἶμαι μέσα. Οὔτε φῶς οὔτε σκοτάδι. Θά ‘ρθει ἄλλος;
Γυμνή.
Νιώθω, σφίγγω πάνω μου, τυλίγομαι στό ροῦχο πού μοῦ ‘χε χαρίσει ἡ Ν.

[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Μύρτιλο]

Δεν υπάρχουν σχόλια: