Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Πιρόγα



Τό βλέμμα της κάποτε-κάποτε μοιάζει μέ τά κεράκια τῶν εὐχῶν γιά τίς ψυχές, τά μικρά ἀνθοστόλιστα, χάρτινα καλαθάκια μέ τ’ ἀναμμένα φυτίλια, τά ντίγιας, πού ταξιδεύουν στόν Γάγγη, ἐκεῖ στήν Μπεναρές, καί πού, περιέργως πῶς, ὅπως καί νά φυσάει ὁ ἄνεμος, ὅπου καί νά προσπαθεῖ νά τά ὁδηγήσει τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ, φτάνουν πάντα στήν Μανικαρνίκα.
Ἄλλες φορές θυμίζει πιρόγα στήν ὁμίχλη. Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ ὀξύληκτη πρώρα τοῦ μονόξυλου διαπερνάει τό πυκνό πούσι, διατρυπᾶ τίς καρδιές. Ὁπωσδήποτε τή δική του, μέ τήν ἴδια ἀπαράλλακτη δύναμη τρήσης ἐδῶ καί χρόνια, ἄν καί δέν ἀνῆκε σ’ αὐτούς πού γενικῶς δημιουργοῦσαν ἤ εἶχαν «σχέσεις ζωῆς» μέ τούς ἄλλους, βέβαια καί μαζί της.
Ὡστόσο τό βλέμμα της μέ τήν ἰδιόρρυθμη εὐφράδεια, τή χειμαρρώδη εὐγλωττία ἐκείνων πού συνηθίζουν νά κρύβουν τήν καρδιά τους, τοῦ δημιουργοῦσε τήν ψευδαίσθηση ὧρες-ὧρες πώς ἀνάμεσά τους ὑπῆρχε κάτι διαφορετικό ἀπό τά ἐπιφανειακά συνήθη, ἀπ’ ὅλα ὅσα μέ τήν ἴδια  εὐκολία πού συμβαίνουν, τρέχοντας προσπερνοῦν. Ἴσως γι’ αὐτό κάθε φορά ὅπως τά κεράκια κι αὐτός, ὅπου καί νά βρισκόταν, ἐξ αἰτίας μερικῶν της λέξεων, μιᾶς χειρονομίας πού ἀναβλήθηκε πρίν ξεκινήσει, μιᾶς ἄλλης πού δέν ὁλοκληρώθηκε, τῆς συμπεριφορᾶς της ὅπου κύριο λόγο εἶχαν τ’ ἀποσιωπητικά, ἔφτανε μεμιᾶς στήν Μανικαρνίκα, τόν τόπο τῶν νεκρῶν.


[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: