Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Kathleen Raine: (Ἕνα ἀπό τά) Tρία Ποιήματα γιά τήν Ἐνσάρκωση *


* Ἀπόδοση στά ἑλληνικά Νατάσα Κεσμέτη
** Στήν μνήμη τοῦ ἐκδότη τῶν Ὕψιλον Θανάση Χαρμάνη.







Ποιός στέκεται στήν πόρτα μου μέσα στή θύελλα καί τή βροχή
Στό κατώφλι τῆς ὕπαρξης;
Κάποιος πού περιμένει ὥσπου νά τόν προσκαλέσεις
Ἀπό τήν ἄδεια νύχτα.
Εἶσαι ἕνας ξένος, ἔξω στή θύελλα,
Ἤ μ' ἔχει ἀνακαλύψει ὁ ἐχθρός μου
Στήν ἄκρη τῆς ὕπαρξης;
Δέν εἶμαι ξένος πού στέκεται στήν πόρτα
Οὔτε ἐχθρός ἔρχεται στήν κρύφια νύχτα,
Εἶμαι τό παιδί σου, στό σκοτάδι καί στόν φόβο
Στό χεῖλος τῆς ὕπαρξης.
Πήγαινε πίσω, παιδί μου, στή βροχή καί τή θύελλα,
Γιατί σ' αὐτό τό σπίτι ὑπάρχει λύπη καί πόνος
Στή νύχτα τῆς μοναξιᾶς.
Δέν θά κάνω πίσω ἐξ αἰτίας τῆς λύπης καί τοῦ πόνου
Γιατί μέσα ἡ ἀληθινή μου ἀγάπη θρηνεῖ
Καί περιμένει τόν ἐρχομό μου.
Σύρε πίσω, παιδάκι μου, στό κενό τῆς νύχτας
Γιατί σ' αὐτό τό σπίτι κατοικεῖ ἡ ἁμαρτία καί τό μίσος
Στό χείλος τῆς ὕπαρξης
Δέν θά κάνω πίσω ἐξ αἰτίας τοῦ μίσους ἤ τῆς ἁμαρτίας
Στό χείλος τῆς ὕπαρξης
Δέν θά ἀποσυρθῶ γιά τό μίσος ἤ τήν ἁμαρτία
Δέν θά κάνω πίσω γιά τήν λύπη ἤ τόν πόνο,
Γιατί μέσα ἡ ἀληθινή μου ἀγάπη πενθεῖ
Στό κατώφλι τῆς νύχτας.


[Kathleen Raine (1908-2003)]

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Ανδρέα Φλουράκη


Θ' αποκαίγεσαι στο σεντόνι
Θα σβήσεις σύντομα
Απ' όσο νομίζεις συντομότερα
Δε θα μάθεις γιατί έζησες ακριβώς
Θα λιώσεις γρήγορα ευτυχώς
Θα γίνεις χώμα, θα πιάσει βροχή
Αλλάζει η εποχή
Μπερδεύει η μνήμη των ανθρώπων, ξεχνάει
και τίποτα δε θα μείνει
Έπιασε καλοκαίρι, μ' έπιασε μελαγχολία
και όλοι πηγαίνανε για μπάνια
Εκτός από τη μάνα σου   κανείς
          δε θα σε ψάχνει     σώμα


[Ἀπό τήν ποιητική συλλογή "Δεύτερο σώμα", Ἐκδ. Ἀνατολικός, 2002]

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

R. S. Thomas: Ὁ Ἄλλος

Ἀπόδοση στά ἑλληνικά Νατάσα Κεσμέτη*


Κάθε πού ὁλότελα ἀκύμαντες πέφτουν οἱ νύχτες 

μπορῶ ν΄ἀκούω τῆς μικρῆς κουκουβάγιας τό κάλεσμα
πέρα στό βάθος καί τῆς ἀλεποῦς τήν ὑλακή

μίλια μακριά. Τότε ἀπομένω 

τίς ἰσχνές ὧρες ἄγρυπνος ν' ἀφουγκράζομαι
τή φουσκοθαλασσιά πού γεννιέται κάπου στόν Ἀτλαντικό

ὑψώνεται, πέφτει, ὑψώνεται καί πάλι πέφτει
κύμα τό κύμα πάνω στήν μακριά ἀκτή
δίπλα σέ κεῖνο τό χωριό, τό ἄφωτο

κι ἀσυντρόφευτο. Κι ἔρχεται ἡ σκέψη
τῆς ἄλλης ὕπαρξης πού ὅμοια ἄγρυπνη κι ἐκείνη μένει

ἀφήνοντας τίς προσευχές μας νά πέφτουν πάνω της,
ὄχι σάν τούτη δῶ γιά λίγες ὧρες,
ἀλλά γιά μέρες, χρόνια, γιά τήν αἰωνιότητα.

*Ἡ ἀπόδοση ἀφιερώνεται εὐγνωμόνως στήν Ἑλένη Λαδιᾶ

[Ὁ R.S. Thomas γεννήθηκε στό Κάρντιφ τῆς Οὐαλλίας το 1913. Ἔζησε στό Gwynedd. Ἱερέας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐαλλίας, ἀποσύρθηκε ἀπό τό ἀξίωμά του τό 1978. Tιμήθηκε μέ ἀρκετά βραβεῖα στή Μεγάλη Βρετανία καί στόν ὑπόλοιπο κόσμο γιά τήν ποίησή του. Ἔφτασε μιάν ἀνάσα ἀπό τό Νόμπελ Λογοτεχνίας τό 1996, ὅταν καί τό ἔχασε ἀπό τόν Σέϋμους Χήνυ. Συνολικά εἶχε ἐκδώσει 26 βιβλία, ποίησης, δοκιμίου καί μιά αὐτοβιογραφία. Πέθανε τό 2000.]

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ παρέα

«Μοῦ πῆραν δεῖγμα γιά βιοψία» εἶπε ἡ Φ. Τά μεγάλα μάτια της εἶχαν στενέψει καί βαθύνει, καθώς ὅσες σκιές τριγουρνούσαν μέσα της κι ἄλλες ἀπό γύρω, συγκεντρώθηκαν στό βλέμμα της. «Αὐτό πού μέ βάζει σ’ ἔγνοια εἶναι ὁ πόνος. Τόσον καιρό, μέ τόσα φάρμακα καί δέν λέει νά ὑποχωρήσει...»
Ἡ Λ., ἡ Χ., ἡ Δ. στόν ἀέρα. Ὡστόσο τί νά τά βάζεις μέ τό Φόβο καί τά παραπαίδια του; Στρατός ὁλόκληρος. Στήνουν τό στρατόπεδό τους, ξέρεις-δέν ξέρεις μηχανισμούς ἄμυνας, ἐπίθεσης, ἔχεις δέν ἔχεις στρατηγούς μέ παράσημα κι εὔφημες μνεῖες, ἡ πολιορκία, ἡ παράδοσή σου ἀναπόφευκτη.
Ὁ πατέρας μου ἐπικρατοῦσε μέσα μου: «τί χρειάζεται νά γνωρίζεις ἀπό πρίν; τέτοιες προετοιμασίες πρός τί; Ὅσα κι ἄν περάσουν, τό τέλος–τό μόνο πού δέν θά προσπεράσει! Κάνεις-δέν κάνεις μέ τόν ἴδιο τρόπο πᾶς: ἀνέτοιμος!». Ποτέ, σκεφτόμουν, ποτέ νά ξέρω. Κι ὅσο κοίταζα τή Φ.: ποτέ, ποτέ! μετ’ ἐπιτάσεως ἀνομολογοῦσα.
Ἡ Ν. ὅτι μπῆκε ἐλαφρῶς ἀργοπορημένη, κάθισε, βολεύτηκε ὅπως-ὅπως. Ἐρχόταν ἀπ’ ἄλλον κόσμο. Κουβαλοῦσε ἀκόμη τό χνούδι τῆς μικρῆς της ἐγγονῆς στά χέρια, στά χείλη, τά μάτια της στραφτάλιζαν ὅπως ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος στά σμαραγδένια νερά ἑνός ποταμοῦ, καθώς τά πρῶτα συνειδητά χαμόγελα τοῦ μωροῦ περιέπλεαν προσκλητικά-φελοῦκες. Μᾶς τά κέρασε ὅλα μέ τό καλωσόρισμα: τά εἰσιτήρια, τήν ἐπιβίβαση, τήν πλεύση· τά ‘χε ἕτοιμα γιά μᾶς στούς βιαστικούς χτύπους τῆς καρδιᾶς της, πού ὁ ρυθμός τους φόρτιζε μέ ἀνεπαίσθητες παρατάσεις τήν βελούδινη βραχνάδα τῆς φωνῆς της.
Καθόταν, ὡς συνήθως, δίπλα στή Φ. Οἱ δυό γυναῖκες κρατοῦσαν τά ζύγια τοῦ παιγνιδιοῦ «φῶς καί σκοτάδι», καί συγχρόνως ἦσαν οἱ ἀντικριστές ἄκρες τοῦ ὁρίζοντα: μιά ἡ ἀνατολή, ἡ ἄλλη ἡ δύση, κι ἐμεῖς ἀνάμεσα. Προσωρινά φάνηκε πώς τά σκοτεινά σύννεφα, πού ‘χαν ἀσχέτως μουχρώματος σωρευτεῖ στά δυτικά, τραβήχτηκαν πίσω ἀπό ἀόριστα βουνά, ὡστόσο ἡ καταιγίδα καιροφυλακτοῦσε. Εἶχε ἀναδυθεῖ στήν ἐπιφάνεια ὅλων μας ὁ ἴδιος τρόμος.
Παρ’ ὅλο πού μιά-δυό ἀπό τήν παρέα εἶχαν στό παρελθόν βρεθεῖ σέ κατ’ ἰδίαν ραντεβού μέ τόν Βαρκάρη, τέτοιου εἴδους κουβέντες κι ἐμβαθύνσεις φαινόταν πώς δέν μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Ἄν μάλιστα ἐπρόκειτο γιά παρόμοιου τύπου ἤ βαριά περιστατικά πού ἀφοροῦσαν γνωστούς καθεμιᾶς μας, τά περνούσαμε στό φτερό ὡς κάποιου εἴδους ξόρκισμα: ποτέ, ποτέ σ’ ἐμᾶς! Ἤ, μήπως ἐπρόκειτο γι’ ἀλαζονεία; Ἡ ἀόρατη συνομιλία μέ τόν θάνατο διαρκῶς παρούσα, ἀσχέτως ἄν τό παραδεχόμασταν ἤ ὄχι. Καί τώρα, νά! Πόσο πράγματι ἄθικτες; ἀποροῦσα βλέποντας κι ἀκούγοντάς τες.
Ἡ Λ. μές τίς διάφορες κουβέντες γιά τήν γιατρειά ὅσο καί τήν παρηγοριά ἀνακάτεψε καί τήν ψυχοθεραπεία. Ἡ Ν., ἡ Χ., ἐγώ διαφωνούσαμε. «Τί σοῦ προσφέρει ὁ ψυχαναλυτής; Δικαιολογίες ἴσως πώς κάνεις κάτι...», πετάχτηκε ἡ Χ., κι ἡ Ν.: «ἡ καλλίτερη ψυχοθεραπεία-οἱ φίλοι», πρόσθεσε μέ σχετική ἀπολυτότητα. «Μπορεῖ, ἀλλά ὅταν τούς ἐμπιστεύεσαι» πρόσθεσε ἡ Δ., «ὅταν ἀνοίγεις τήν καρδιά σου, ζητᾶς, μοιράζεσαι». Τήν καταλάβαινα. Εἶχε πάντοτε τήν ἀπορία ἄν κι οἱ ἕξι ἤμασταν φίλες ἤ ἁπλῶς παρέα πού κατά καιρούς βρισκόμασταν μέ ἀσήμαντον ἀφορμήν γιά ἕνα κρασί, μιάν ἐκδρομή, ἴσα νά περάσουμε καλά. Καλά!; Πόσο καλά ὅταν δέν γνωρίζεις παρά τά στοιχειώδη γιά τόν ἄλλον, ἴσως κάτι περισσότερο ἀπό λεπτομέρειες βιογραφικοῦ; Ἔστω κι ἄν τρίβεσαι παράλληλα μ’ ἐκεῖνον σέ συγκυρίες κοινές, ὅμως δέν συν-τρίβεσαι;
Ἐμᾶς τίς ἕξι τί μᾶς ἕνωνε; Τί μᾶς κράταγε, τί μᾶς ἐξώλκυε ἀπό τό νά ‘μαστε ἕνα σῶμα; Ἄν μοῦ συνέβαινε κάτι σοβαρό, διερωτήθηκα, σέ ποιά θ’ ἀπευθυνόμουν; Ὥς ἕνα σημεῖο ἴσως θά ‘τρέχαν ὅλες, ὡστόσο, ἐκτός τῆς Δ. καί τῆς Ν. ἠλεκτροφόρο σύρμα μέ ποιάν ἄλλη; Αὐτή ἡ ἔγνοια ἦταν πίσω ἀπό τήν εὐχή πού ‘χα πρίν καιρό ἐκστομίσει σέ μιάν ἄλλη κοινή μας ἔξοδο: νά γνωριστοῦμε! καί συναίνεσαν στήν πρόποση γελώντας ἀνάλαφρα κεῖνο τό βράδυ. Πρέπει νά προσέχω τί εὔχομαι; Ἄλλος ἕνας φόβος, ἀκόμη καί γιά τίς εὐχές, κάποιες κουβέντες... Ὁρισμένες ἀπ’ αὐτές: ποτέ, ποτέ πιά;
Ἡ Φ, ἐν τῶ μεταξύ, ἄν καί μιά-δυό προσπαθοῦσαν νά διαρρήξουν τήν ἐμμονή της στό περιστατικό, νά τήν πᾶνε σ’ ἄλλο θέμα, ἐπέμενε: «Ὁ πόνος...» Ἡ Δ. πετάχτηκε, ἔβαλε τήν παλάμη της ἐκεῖ πού ἔμοιαζε νά ‘χει σταθεῖ ὁ κόμπος. «Ὄχι ἐκεῖ..., ἐδῶ, ἐδῶ!», τήν διόρθωσε ἡ Φ. Ἔπιασε τό χέρι της, τό ‘συρε στό σωστό σημεῖο. Τό κράτησε μερικά λεπτά. Ὕστερα ἔγειρε πάνω της, τήν ἀγκάλιασε. «Εἴμαστε ἐδῶ» ψιθύρισε ἡ Δ., «δέν τό ξέρεις; Ἄν τό ‘λεγες, ὁ πόνος σου δέν θά ὑπῆρχε.» Σπάνιο. Συναισθηματικότητες κι ἄλλες σαχλαμάρες τέτοιες ἡ παρέα μας δέν εἶχε. Ὁλόκληρες γυναῖκες, τί τίς χρειαζόμασταν; Κι ἄν παρ’ ὁλίγο κάποια παλιά φορά ἔτυχε νά διολισθήσουμε πρός τά ‘κεῖ, ἀπό τό φόβο μήν ἀποκτηθοῦν, μή μονιμοποιηθοῦν παρόμοιες συνήθειες, κάποια, δέν θυμᾶμαι ποιά, ἔμοιασε νά ‘πε: ποτέ, ποτέ πιά.
Φιλήθηκαν. Πρώτη φορά τά χέρια τῆς Φ. ἄνοιξαν τόσο. Κρεμάστηκαν ἀπ’ τόν λαιμό τῆς Δ. Καί δέν ἦταν πού τά χείλη στό μάγουλο ἔθραυσαν κάθε θόρυβο τριγύρω, κάθε φασαρία στό μυαλό ἐμᾶς τῶν ὑπολοίπων, ἔκαναν τήν καρδιά τους ν’ ἀκουστεῖ στίς δικές μας σάν παρατεταμένο χόρδισμα. Δέν ἦταν ὡς νά σφράγισαν τόν χρόνο, ἀλλά πού, αἴφνης, τό φιλί τους ἔταμε τήν ἔπαρση νά μή ζητᾶς. Κι ἀπό τήν ἄλλη νά μή βλέπεις, πού κάποιος, εἴτε ἀπό περίσσευμα εἴτε μέ κόπο, συλλεγμένο ὅπως μύρο πολύτιμο, ἔχοντας στύψει καί τήν τελευταία του ἔλλειψη, φέρνει, ἔτσι χωρίς λόγο ἰδιαίτερο, τό ἔχει τῆς καρδιᾶς του καί στό δίνει.
Κοιτούσαμε ἔκπληκτες. Ἡ Χ. ἔμοιαζε νά κατάλαβε, μοῦ φάνηκε καί ἡ Λ. Ἡ ζωή τίς εἶχε ἀναγκάσει ἆρον-ἆρον νά ρουφήξουν τούς χυμούς τῆς τρωτότητας, μ’ ὅλους τούς πόρους τους εἶχαν ἀποστραγγίσει.
Ἤμασταν βέβαιες ἡ Φ. δέν εἶχε κάτι σοβαρό. Ἄλλη μιά οἱ γνωστές ὑπερβολές της, ἡ ἐμμονή της νά κάνει τήν τρίχα τριχιά. Σιγά-σιγά μαλάκωσε. Τσουγκρίσαμε. «Νά μᾶς γνωρίσουμε!» ἤθελα νά ἐπαναλάβω τήν πρόποση. Δέν εἶπα τίποτα. Τίς κοίταζα. Ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος τί ἄλλο ἐξόν ἀπό ὑπέρτατη ταπείνωση; Μήπως τήν ταπείνωση ἐννοοῦσε ὁ πατέρας μου ὅταν ἔλεγε πώς καθένας μας ἀνέτοιμος;
Ἡ Δ. καθόταν ἥσυχη, κάπνιζε. Πέρασε τό ἕνα χέρι της στόν ὦμο μου, ἡ παλάμη της ἔφτανε ὥς τήν Ν., ἀριστερά μου. Μοῦ φάνηκε ν’ ἄκουσα: «πάρτε με, χαρεῖτε με τώρα πού ἔχω, πού εἶμαι. Ἄν περιμένετε ὅταν θά θέλετε ἤ, θά μπορεῖτε, δέν ξέρω ἄν θά ‘χω, ἄν θά εἶμαι...»
Δέν χρειαζόμασταν κάτι σοβαρότερο. Δέν ἦταν ἀπαραίτητο νά μᾶς συμβεῖ. Ὁ θόρυβος ἀπό τό περιβάλλον γύρω τραγούδι τῶν σειρήνων∙ ἐπωδός πού ἔσβηνε μαλακά ὅπως μιά μακρινή ἠχώ, κι ἐμεῖς συγκατανεύαμε σιωπηρά: ποτέ, ποτέ πιά.


[Πρώτη δημοσίευση ἠλεκτρονικό φρέαρ 8/9/2015]