Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Δημήτρη Μαρτίνου: Γιά τόν Μανώλη μας δέν ξέρω*

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Ὁ γάιδαρος, φτάνοντας δίπλα στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς, σταμάτησε μοναχός του στὸν ἴσκιο τοῦ κυπαρισσιοῦ. Τόσα χρόνια πιὰ εἶχε μάθει τὸ δρομολόγιο μὲ κάθε λεπτομέρεια. Ὁ Μιχαλιὸς ἄρχισε νὰ ξεδιπλώνει τὴν πραμάτεια του, τυλιγμένη μὲ τάξη σὲ καθαρὰ σεντόνια γιὰ νὰ μὴ σκονίζεται στὸ δρόμο, καὶ νὰ τὴν ἀκουμπᾶ προσεκτικὰ στὴν πεζούλα τῆς ἐκκλησιᾶς. Πρίν καλὰ-καλὰ τὴν ἁπλώσει ἄρχισαν νὰ φτάνουν οἱ πρῶτες πελάτισσες γελώντας καὶ πειράζοντας ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Ὁ Μιχαλιὸς ἔβγαλε τὸ τεφτέρι κι ἄρχισε νὰ μοιράζει τὶς παραγγελιὲς ποὺ εἶχε πάρει τὴν προηγούμενη βδομάδα: Τὸ μαλλὶ καὶ τὶς βελόνες γιὰ πλέξιμο τῆς κυρα-Καλλιόπης (τὸν εἶχε, βλέπεις, χαϊδεμένο τὸν κανακάρη της καὶ τὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου, ποὺ ἔγνεθε στὴ ρόκα της, τοῦ ‘πεφτε σκληρό), δυὸ πῆχες κάμποτο τῆς κυρα-Μαρίας γιὰ σώβρακα τοῦ ἄντρα καὶ τοῦ γιοῦ της, ἕνα ρετάλι τσίτι  τῆς κυρα-Θοδώρας -γιὰ κανα φουστανάκι τῆς μικρῆς κι ὅ,τι περισσέψει ποδιὰ γιὰ ‘κείνη- καὶ μιὰ νυχτικιὰ, μεγάλη σὰ στραπούντα*, γιὰ τὴν Ἑλενάρα, τὴ χοντρὴ. Μαζὶ τους εἶχαν ἔρθει κι ἄλλες γειτόνισσες γιὰ νὰ μάθουν τὰ νέα ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ χωριὰ καὶ νὰ κουτσομπολέψουν. Ὁ Μιχαλιὸς δὲν ἤθελε παρακάλια γιὰ ν’ ἀρχίσει. Τόσα χρόνια ποὺ νταραβεριζότανε μὲ τὶς γυναῖκες τοῦ ‘χε γίνει συνήθειο, τ’ ἄρεσε κι ὅλας. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως ἔφερνε νὲα τρανταχτὰ, εἶχε βουίξει ὁ τόπος. Οἱ γυναῖκες κρέμονταν ἀπὸ τὸ στόμα του.
«Γιὰ πές μας, Μιχαλιὸ, ἔγιν’ ὁ γάμος;»
«Ὁ γάμος εἶχε γίνει δυὸ-τρεῖς μῆνες πιὸ μπροστὰ. Τώρα ἔγινε ἡ στεφάνωση» τοὺς ξεκαθάρισε ὁ Μιχαλιὸς κι ἄρχισε νὰ τοὺς λέει τὰ καθέκαστα. Γιὰ τὰ «καλὰ», τὰ προικιὰ τοῦ γαμπροῦ, ποὺ «τὰ πήανε στὸ νυφικὸ τὴν προπαραμονὴ τοῦ γάμου μὲ ἕξι ζύες* βιολιά, φέρανε κι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα-δὲν τῶνε φτάνανε τὰ ντόπια- ὁ σεβντάς, ὁ βήχας κι ὁ παρὰς δὲ κρούβεται.  Τὸ παστέλι; μὲ τσὶ τάβλες τὸ μοιράζανε. Σφαχτά, φαγιά, κρασιά-τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ τ’ ἀγαθά».
«Αὐτὰ τὰ περιμέναμε» τὸν ἔκοψε ἡ Πελέγρα* «γιὰ τ’ ἄλλο πές μας, ὁ Δημητρὸς -ὁ παλαβὸς ντὲ- τραούδησε;»
«Ἄλλο καὶ δὲν ἤτανε. Αὐτὸ ἔλειπε δὰ, νὰ μὴν τραουδήσει ὁ Δημητρός», ἀποκρίθηκε ὁ Μιχαλιός. Ἔχει ἀφήσει γάμο καὶ βάφτιση ἀτραούδιστα; Καλεσμένος, ἀκάλεστος πάει καὶ τὰ λέει σὲ ξένους, ὄχι ἐδῶ ποὺ ἤτανε δικοί του ἀθρῶποι!»

Δημητρὸ τὸν εἴχανε βγάλει, ὅμως ὅλο τὸ χωριὸ παλαβὸ τὸν ἔλεγε καὶ δὲν τὸν ἔννοιαζε, τὸ ‘χε συνηθίσει. Ὁ πατέρας του, ὁ Τζώρτζης, «δὲν εἶχε πολλὰ σπίρτα»* κι αὐτὸς. Φτωχὸς, μεροκαματιάρης δούλευε στὰ ξένα χωράφια. Ὅμως εἶχε σκαρώσει ἕνα τσοῦρμο παιδιὰ.  Ὁ Σπύρος, μεγαλονοικοκύρης μὲ χωράφια καὶ ζωντανὰ, τὸν συμπονοῦσε καὶ βοηθοῦσε ὅπως μποροῦσε. Αὐτὸν ἔπαιρνε πρῶτον γιὰ μεροκάματο, ὅποτε εἶχε δουλειὲς. Τοῦ ‘χε νοικιάσει –τάχατες- καὶ κάτι βορνὲς*, ποὺ ‘χανε μείνει χέρσες, γιὰ νὰ βάζει ὁ Τζώρτζης τὰ ζωντανά του. Νοίκι ὅμως δὲν τοῦ ‘παιρνε. Τὸν συμβούλευε κι ὅλας, κι ἄς εἶχε ὁ Τζώρτζης κοντὰ τὰ διπλά του χρόνια.
«Τί θὰ γίνει, κάθε χρόνο καὶ παιδὶ; Κάνε λιγάκι κράτει μωρὲ!»
«Ἅμα τὰ στέλνει ὁ Θεὸς, ἀφεντικὸ, τὶ νὰ κάμουμε;»
«Δὲ σοῦ φταίει ὁ Θεὸς, βάλε καὶ καμιὰ καπότα!»
Μετὰ ἀπὸ πεντέξι μῆνες, μόλις ἀπόκοψε τὸ μωρὸ ποὺ βύζαινε, πάλι γκαστρωμὲνη ἡ Τζώρτζαινα.
« Μωρὲ δὲ σοῦ ‘πα νὰ βάλεις καπότα;» τὸν ἀποπῆρε καλόκαρδα ὁ Σπύρος.
«Τὴν ἔβαλα, ἀφεντικό! Καὶ μὲ τσὶ μάνικες! Μὰ ‘κείνη γκαστρώθηκε.»
«Τὴν καπότα τοῦ τσομπάνη ἔβαλες μωρὲ;» τοῦ ‘πε ὁ Σπύρος βάζοντας τὰ γέλια. «Δὲν πειράζει, μὲ τὸ καλὸ νὰ λευτερωθεῖ ἡ γυναίκα καὶ θὰ τὸ βαφτίσω ἐγώ.»
Στὸ σχολειὸ ὁ Δημητρὸς τὰ βρῆκε σκοῦρα. Οὔτε νὰ γράψει, οὔτε νὰ διαβάσει τὰ κατάφερε. Μονάχα στὸ τραγούδι ἤτανε πρῶτος, φωνὴ καμπάνα. Σ’ ὅλες τὶς σχολικὲς γιορτὲς τὸν βάζανε καὶ τραγουδοῦσε τὰ «Σαράντα παληκάρια», «Τοῦ  Κίτσου ἡ μάνα» κι ἄλλα τέτοια πατριωτικά. Ὅταν ξεσκόλισε -δεκαπεντάρης πιά, τὸν βαρεθήκανε καὶ τοῦ δώσανε ἀπολυτήριο- πῆγε παραγιὸς στὸ σπίτι τοῦ Σπύρου, τοῦ νονοῦ του. Σὰν παιδὶ τους τὸν εἴχανε. Κι ὁ Μανώλης, ὁ μοναχογιὸς τους, σὰν μικρὸ ἀδερφό του. Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ στὰ γλέντια, στὶς χαρὲς καὶ στὰ πανηγύρια. Σκάρωνε καὶ κάτι στιχάκια γουστόζικα καὶ τὸν κάνανε χάζι.
Σ’ ἕνα γλέντι, ἐκεῖ ποὺ οἱ χορευτὲς ἦταν στὸ τσακὶρ κέφι καὶ τραγουδοῦσαν
πανάθεμα τὴ μάνα σου ποὺ σ’ ἔκανε μοδίστρα
καὶ τὴν καρδιά μου τύλιξες σὰ νά ‘ταν κουβαρίστρα

ἐκεῖνος, βλέποντας πὼς μιὰ ἀπὸ τὶς ντάμες δὲ χόρευε πάνω στὸ σκοπό, ἀπάντησε τραγουδιστὰ
πανάθεμα τὴ μάνα σου ποὺ σ’ ἔκανε λεβέντρα
νὰ βοηθήσει ὁ Θεὸς νὰ γίνεις καὶ χορεύτρα
.
Ἄλλη φορὰ πάλι, σὲ μιὰ βάφτιση  τραγουδοῦσαν τὰ παινέματα
νά ζήσει ὁ νεοφώτιστος καὶ νὰ γενεῖ μεγάλος
νά ‘ χει τὶς χάρες τοῦ νονοῦ ποὺ δὲν τὶς ἔχει ἄλλος

κι ἐκεῖνος, πιὰνοντας τὸ νῆμα τοῦ τραγουδιοῦ, συνέχισε
νά ‘χει τὶς χάρες τοῦ νονοῦ, σ’ ἕνα νὰ μὴν τοῦ μοιάζει
ὅταν θὰ μπαίνει στὸ χορὸ σεντὸνια μὴν τινάζει

γιατὶ ὁ νονὸς, ποὺ δὲν τὰ πολυκατάφερνε στὸ χορὸ,­­ ἀνεβοκατέβαζε τὰ χέρια του σὰ νὰ τίναζε σεντόνια ὅταν χόρευε .

«Δικοί του ἀθρῶποι, ἀπὸ ποῦ κι ὡς ποῦ;» ρώτησε ἡ Μαρία ποὺ, κατὰ πὼς φαίνεται, δὲν γνώριζε καλὰ πρόσωπα καὶ πράματα.
«Ὁ Δημητρὸς, εἶναι φιλιότσος* τοῦ πατέρα τοῦ γαμπροῦ, τοῦ Σπύρου -τοῦ πισωγλέντη ντὲ-» ἀποκρίθηκε ἡ Πελέγρα.
«Ἀμ’ ἡ συμπεθέρα του, ἡ Φρόσω, δὲ πάει πίσω» συμπλήρωσε ἡ Ἑλενάρα. «Δὲν ἔχει ἀφήσει σερνικὸ γάτη!»
Οἱ δυὸ φαρμακόγλωσσες δὲν ἔχασαν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ θυμήσουν παλιὲς ἰστορίες. Γιὰ τὸ Σπύρο κάτι εἶχε ἀκουστεῖ ἀπὸ  τότε, στὰ νιάτα του, ποὺ τὸν εἴχανε βάλει ἐσωτερικὸ σ’ ἕνα ἀκριβὸ σχολειό, νὰ μάθει γράμματα καὶ τρόπους. Ὅταν γύρισε ἄρχισε τὸ σούσουρο. Μὲ τὸ κομψὸ, εὐρωπαϊκό του ντύσιμο, τοὺς λεπτοὺς τρόπους ποὺ ἔμαθε στὸ σχολειὸ καὶ τὴν πρωτευουσιάνικη μιλιά του ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους νέους. Στὸ στρατὸ δὲν τὸν κρατήσανε. «Γιὰ λόγους ὑγείας» εἶπαν οἱ δικοί του, ἀλλὰ στὸ χωριὸ φούντωσαν τὰ κουτσομπολιά. Τότε ἦταν ποὺ τὸν εἴπανε πισωγλέντη καὶ τοῦ ‘μεινε. Κι ἄς παντρεύτηκε μετὰ κι ἔκανε καὶ παιδὶ. Κι ἄς μὴν ἀκούστηκε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τότε.
Ὅσο γιὰ τὴ Φρόσω, τὴ συμπεθέρα του, ὄμορφη γυναίκα, γλεντζοῦ κι ἀνοιχτόκαρδη, ἀκούγονταν διάφορα. Τὴν περνοῦσε, βλέπεις ὁ ἄντρας της κάμποσα χρόνια κι ἔβρισκαν εὐκαιρία ὄσες τὴ ζήλευαν νὰ χύσουν τὸ φαρμάκι τους. Ὅ,τι καὶ νά ‘κανε πάντως, χαλάλι της.
«Μὴν ἀλλάζετε τὴ κουβέντα» τὶς ἔκοψε ἡ Θοδώρα. «Γιὰ πές μας Μιχαλιό, τί στιχάκια εἶπε ὁ Δημητρός;»
«Στὴν ἀρχὴ, στὸ τραπέζι ἀρχίσανε τὰ παινέματα οἰ πιὸ κοντινοὶ συγγενεῖς, ξέρεις, αὐτὰ ποὺ λένε τὰ συνηθισμένα, νὰ ζήσει τ’ ἀντρόγυνο, οἱ συμπεθέροι, οἱ κουμπάροι καὶ τὰ τέτοια. Μόλις ἄρχισε ὁ Δημητρὸς οὗλοι κάνανε ἡσυχία ν’ ἀκούσουνε. Ξεκίνησε μὲ τὸ γαμπρὸ ποὺ ἔχασε τὴ μάνα του πιόπερσυ* καὶ κοντέψαμε νὰ βάλουμε τὰ κλάματα.
Γαμπρὲ νὰ μὴ λυπάσαι πιὰ
ἀμάν-ἀμὰν καὶ πάλι ἀμάν
ὁποὺ δὲν ἔχεις μάνα.

Μετὰ ὅμως εἴδαμε καὶ πάθαμε μέχρι νὰ  ξετελέψει τὸ δεύτερο στιχάκι. Ἄσε ποὺ τὸ τράβηξε καὶ παραπάνω μὲ τὸ ἀμάν-ἀμάν.
Τώρα θὰ ἔχεις μάνα σου
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὴ Φρόσω τὴ, τὴ Φρόσω τὴ
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὴ Φρόσω θά ‘χεις μάνα.

Ἡ συμπεθέρα εἶχε γίνει κόκκινη σὰν τὸ πατζάρι μέχρι νὰ τ’ ἀποσώσει. Καὶ δὲν τὸν ἔφτανε αὐτό, εἶπε καὶ γιὰ τὴ νύφη.
Νύφη γιὰ σὲνα εἶν’ ἡ χαρὰ
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
γιὰ σένα καὶ τὸ γλέντι.

Γιατὶ ἐπῆρες γι’ ἄντρα σου
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὸ γιὸ τοῦ Πι, τὸ γιὸ τοῦ Πι
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τοῦ Πίπη τοῦ λεβέντη.

Μέχρι νὰ τὸ ξετελέψει κι αὐτὸ ὁ νονός του κόντεψε νὰ ‘πομείνει ξερός. Στὸ τέλος ὅμως τὸν ἐφίλησε ἀνακουφισμένος».
‘Εκεῖ τέλειωσε τὴν ἀφήγησή του ὁ Μιχαλιὸς καὶ κίνησε γιὰ τὸ Κατωχώρι ποὺ τὸν περιμένανε κι ἄλλες πελάτισσες. Τὰ ὑπόλοιπα, γιὰ τὸ πῶς φτάσανε στὸ γάμο, τά ‘μαθε ἡ Μαρία ἀπὸ τὶς ἄλλες ποὺ τὰ ξέρανε ἀπὸ παλιότερο ταξίδι τοῦ Μιχαλιοῦ.

« Ὁ Σπύρος, ὁ πατέρας τοῦ γαμπροῦ ἤτανε νοικοκύρης. Ἄν εἶχε κι ἕνα κουσούρι -ἄσε ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ λέανε κι ἀπὸ ζήλεια- οὔτε ὁ πρῶτος ἤτανε, οὔτε ὁ τελευταῖος. Καὶ μπορεῖ νὰ βρῆκε περιουσία ἀπ’ τὸν πατέρα του, ἔφτιαξε κι αὐτὸς. Εἶχε στὸ σταῦλο του σερνικὰ ζωντανὰ σοϊλίδικα, ξενικὰ. Εἶχε ταῦρο, ἄλογο, χοῖρο κι ἕνα τράο* μαλτέζικο, χώρια οἱ τράοι καὶ τὰ κριάρια ποὺ ‘χε στὰ κοπάδια. Οἱ χωριανοὶ  φέρνανε τὰ ζωντανὰ τους γιὰ γκάστρωμα καὶ τοῦ πληρώνανε λαστικά*. Ἔτσι μιὰ μέρα ἔφερε τὴ ζίκα* τους κι ἡ Κατερνιώ, ἡ κόρη τοῦ Κώστα, τοῦ μυλωνᾶ. Τοῦ Μανώλη τοῦ καλάρεσε  καὶ ἄρχισε νὰ τὴ γυροφέρνει. Ἐκείνη ὅμως ντράπηκε καὶ κρατήθηκε. Τὴν δεύτερη φορὰ ὄμως δἐν κρατήθηκε. Μπῆκε μαζὶ μὲ τὸ Μανώλη στὸ κελὶ κι ἔγινε τὸ κακό. Ὁ Δημητρὸς  κοιμούντανε στὸν κῶλο τοῦ κελιοῦ*, μέσα στ’ ἄχερα καὶ δὲν τὸν πήρανε χαμπάρι. Ξύπνησε ὅταν ἄκουσε τὴν Κατερνιὼ νὰ λέει μὲσ’ τὰ βογγητά: «Ἄχου Μανωλιό μου γλύκα! Δὲν τὸ ‘ξερα νὰ σοῦ ‘δωνα ἀπὸ τὰ πέρσυ!» Ἤτανε κατὰ πὼς φαίνεται στὶς μέρες της κι αὐτή, ὅπως ἡ ζίκα καὶ γκαστρώθηκε μὲ τὴν πρώτη. Μόλις τό ‘μαθε ὁ Κώστας, ὁ πατέρας της, ἔψαξε νὰ βρεῖ τὸ Σπύρο. Δὲν ἤτανε στὸ σπίτι καὶ τράβηξε γιὰ τὸ σταῦλο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸ Δημητρό.»
«Ποῦ ‘ναι ὁ νονός σου ρὲ σύ;» τὸν ρώτησε.
«Λείπει μπαρμπα-Κώστα. Εἴντα* τόνε θὲς;» ἀποκρίθηκε ὁ Δημητρός.
«Πές μου ποῦ εἶναι νὰ πάω νὰ τόνε βρῶ»
«Πές μου εἴντα θὲς, γιὰ νὰ σοῦ πῶ κι ἐγὼ ποῦ εἶναι» πείσμωσε ὀ μικρὸς.
«Νὰ μωρὲ, γιὰ τὸ Μανώλη ποὺ γκάστρωσε τὴν Κατερνιώ», τοῦ ‘πε φουρκισμένα ὀ Κώστας.
«Νὰ σοῦ πῶ μπαρμπα-Κώστα. Γιὰ τὸν τράο καὶ τὸ χοῖρο παίρνουμ’ ἕνα δεκάρικο, γιὰ τὸν ταῦρο καὶ τ’ ἄλογο πενήντα. Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω!»

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
βορνὴ: βορεινή, χωράφι σὲ πλαγιὰ μὲ βόρειο προσανατολισμὸ
δὲν εἶχε πολλὰ σπίρτα: δὲν εἶχε πολὺ μυαλὸ
εἴντα: τί
ζίκα: ἡ κατσίκα
ζύα: ζυγιὰ μουσικῶν ὀργάνων (βιολὶ-λαοῦτο)
κελὶ: πετρόχτιστη ἀγροικία
κῶλος τοῦ κελιοῦ: τὸ πίσω μέρος τοῦ κελιοῦ
λαστικά: πληρωμὴ τοῦ ἐπιβήτορα, τὲλη ἐπίβασης
Πελέγρα: γυνακεῖο ὄνομα, Πελαγία
πιόπερσυ: πρόπερσυ
σοῦ ‘δωνα: σοῦ ‘δινα
στραπούντα: μεγάλος ὑφαντὸς σάκος ἀπὸ μαλλὶ κατσίκας.
τράος: τράγος
φιλιότσος: βαφτιστικὸς

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Τὸ γραφτὸ αὐτὸ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ προηγούμενα ποὺ φιλοξενήθηκαν στὸ ἱστολόγιο, εἶναι ἐξ ὀλοκλήρου προϊὸν δικῆς μου μυθοπλασίας. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν κάποιοι διάλογοι, ἀνεκδοτολογικοῦ χαρακτήρα, ποὺ ἔχω ἀκούσει στὰ Θερμιὰ καὶ δὲν ξέρω ἄν εἶναι πραγματικοὶ ἤ κατασκευασμένοι.
Κάποια ἀπὸ τὰ τραγούδια ποὺ ὑπάρχουν στὸ κείμενο (τὰ πιὸ γενικά) τραγουδιοῦνται σὲ ἀνάλογες περιστάσεις (γλέντια, γάμους καὶ βαφτίσια). Τὰ πιὸ εἰδικὰ τὰ σκάρωσα ὁ ἴδιος γιὰ τὴν περίσταση.

  1. Λεξιλογικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ λέξη λαστικὰ. Εἶναι παράγωγο τοῦ ρήματος λάνω. Γιὰ περισσότερες πληροφορίες δεῖτε: https://www.slang.gr/lemma/23777-lano
 * Πρώτη δημοσίευση: ἱστολόγιο Νίκου Σαραντάκου "Οἱ λέξεις ἔχουν τή δική τους ἱστορία"

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Ποιητική Βραδιά στη μνήμη της Στέλλας Αλεξοπούλου





ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΥΑ

Τήν Τρίτη 25 Ἀπριλίου 
στό Βιβλιοπωλεῖο "Ἐπί λέξει", Ἀκαδημίας 32, στίς 8.30,
οἱ φίλοι τῆς ποιήτριας Στέλλας Ἀλεξοπούλου 
ὀργανώνουμε στήν μνήμη της 
παρουσίαση τῆς τελευταίας ποιητικῆς της συλλογῆς:
Κλαράκι Μυρτιᾶς
(Ἐκδόσεις Τυπωθήτω-λάλον ὕδωρ, 2015)

Θα μιλήσουν οἱ κριτικοί Ἀλέξης Ζήρας καί Νίκος Λάζαρης
Συντονίζει ὁ Λευτέρης Τζιώκας
Ποιήματα θά διαβάσουν οἱ φίλοι της.

Ἐλᾶτε νά τιμήσετε μαζί μας μιά ξεχωριστή ἀφανῆ ποιήτρια.

           


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Χρίστου Δάλκου, "Αὐτό μᾶς μάρανε"



Στήν πρόσφατη ἀγόρευσή του στήν βουλή, ὁ πρωθυπουργός τῆς χώρας χρησιμοποίησε ἀντί τοῦ ὀρθοῦ τύπου «αἰτεῖται» τό ἐξοργιστικό «αἰτᾶται». Ἀλλά ἀκόμα πιό ἐξοργιστική ὑπῆρξε ἡ ἀντίδρασή του στήν διόρθωση τοῦ ὀλισθήματος: «Αυτό σας μάρανε!». Καί εἶναι ἐξοργιστική ἡ ἀντίδραση αὐτή, διότι ἀντί τῆς ταπεινῆς παραδοχῆς τοῦ γλωσσικοῦ ὀλισθήματος ἐπιχειρεῖ νά καθαγιάσῃ τήν κακοποίηση τῆς γλώσσας μας μέ τό λανθάνον ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἔγνοια γιά τήν γλῶσσα μας δέν εἶναι καί τόσο σημαντικό πρᾶγμα ὅσο π.χ. τά χρέη τοῦ Ἐθνικοῦ Κήρυκα Χανίων.
Δέν ἔχω δέ καμμιά ἀμφιβολία ὅτι ἄν γινόταν θέμα γι᾿ αὐτήν τήν θρασεῖα ὑπεράσπιση τῆς ἀμορφωσιᾶς, ἕνα σωρό αὐτόκλητα (σω)τσυράκια τῆς γλωσσολογίας θά ἔσπευδαν νά ξιφουλκήσουν ἐναντίον τῶν ἐπάρατων «ρυθμιστικῶν» διορθωτικῶν παρεμβάσεων καί νά κατακεραυνώσουν ὅσους ὑπεραμύνονται ὄχι μόνο τῆς χρήσης ἀλλά καί τῆς γνώσης τῆς γλώσσας, ἀπαραίτητης προϋπόθεσης γιά τήν ὀρθή της χρήση.
Ἐξηγοῦμαι: Τό ἀρχαῖο ρῆμα «αἰτέομαι > αἰτοῦμαι» ἐνωφθαλμίστηκε στήν νέα ἑλληνική ἀπό τούς ὑπέρ τό δέον κατηγορημένους λογίους τοῦ ἔθνους -ὅπως καί τά ἐπίσης λόγια «παραιτοῦμαι», «ἀπαιτοῦμαι»- πρᾶγμα πού συνιστᾷ μιά καθ᾿ ὅλα εὐλογημένη «ρύθμιση», ἀφορῶσα τό πενῆντα καί παραπάνω τοῖς ἑκατό τοῦ λεξιλογικοῦ πλούτου τῆς γλώσσας μας. Αὐτόν τόν πλοῦτο δέν μποροῦμε νά τόν καταργήσουμε, οὔτε νά τόν προσαρμόσουμε συλλήβδην στά μορφολογικά πρότυπα τῆς «νέας» ἑλληνικῆς, γιατί ἀποτελεῖ πλέον μιά δεύτερή της φύση. Κοντολογίς, δέν μποροῦμε πιά, κατά τό πρότυπο τοῦ νεοελληνικοῦ «ζητάω» νά λέμε καί νά γράφουμε «παραιτᾶται», «ἀπαιτᾶται», ἀλλά ὀφείλουμε νά συμμορφωθοῦμε πρός τίς ἀπαιτήσεις τῆς λόγιας / ἀρχαίας γλωσσικῆς παράδοσης μαθαίνοντας ἐπί τέλους  αὐτό πού δέν ξέρουμε.
Γι᾿ αὐτό ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας, μεσαιωνικῆς καί νεώτερης, καθαρεύουσας καί δημοτικῆς, γραμματικῆς καί γραμματειακῆς μας παράδοσης ἀποτελεῖ ὅρο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τήν γλωσσική / πολιτισμική μας ὕπαρξη καί δημιουργία. Βλέπουμε ἐν τούτοις ὅτι ἡ παράδοση αὐτή πλήττεται, καί παλαιότερα, καί στίς μέρες μας ἀπό τούς θιασῶτες ἑνός στενά χρησιμοθηρικοῦ πνεύματος πού τό πρωθυπουργικό «Αυτό σας μάρανε!» ἐκφράζει παραστατικώτατα. Αὐτό λοιπόν μᾶς μάρανε πού καταργήθηκε ὁ θουκυδίδειος «Ἐπιτάφιος»· αὐτό μᾶς μάρανε πού ἐπιχειρήθηκε ὁ ὀβελισμός τῆς «Ἀντιγόνης»· καί βέβαια –καί κυριώτατα- αὐτό μᾶς μάρανε πού ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ὑπονομεύεται καίρια, ἀφοῦ τό μάθημα δέν ἐξετάζεται, ὁδεύοντας, κατά τό πάγιο ἔθος τῆς ἀνερμάτιστης νεοελληνικῆς κοινωνίας, στά ἀζήτητα.
Ἄς μή γελιώμαστε, ὅμως. Ὅταν θά ἔχουν δημιουργηθῆ τεράστιες στρατιές παιδιῶν ἀμόρφωτων καί ἀνάγωγων, ἀποξενωμένων ἐντελῶς ἀπό τίς ἀξίες τῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τότε καί ἡ διδασκαλία τῆς «Ἀντιγόνης» ἤ τοῦ «Ἐπιταφίου» θά μεταβληθῇ σέ μιά ἀξιοθρήνητη καρικατούρα –τά πρῶτα σημάδια εἶναι ἤδη ἐμφανῆ-, ὁπότε ἡ κατάργησή της θά φαντάζῃ ὡς πράξη αὐτονόητου ρεαλισμοῦ.
Αὐτό τό εὔλογο συμπέρασμα προκύπτει ἀπό τήν διαπίστωση ὅτι τό πνεῦμα τοῦ «αὐτό σᾶς μάρανε», ἡ εὐθεῖα ἐπίθεση κατά τῆς γλωσσικῆς / πολιτισμικῆς μας διαχρονίας εἶναι διάχυτο σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καί βέβαια στούς κύκλους ὅσων διαχειρίζονται τίς τύχες τῆς παιδείας μας, πολλῶν φιλολόγων / γλωσσολόγων συμπεριλαμβανομένων. Μιά ματιά στά λεγόμενα τοῦ πατέρα τῆς δομικῆς γλωσσολογίας, τοῦ Φ. ντέ Σωσσύρ, πού οἱ ἐγχώριοι ἀναμασητές τῆς ξένης σοφίας τόν ἔχουν γιά Βαγγέλιο, δείχνει ποιό εἶναι τό «θεωρητικό» ὑπόβαθρο ἀπ᾿ τό ὁποῖο πηγάζει ἡ ἀμιγῶς «συγχρονική» ἀντίληψη στήν γλῶσσα, αὐτό τό ἰσοπεδωτικό «μίσος γιά τό παρελθόν» καί ἡ ἀποθέωση τοῦ γλωσσικοῦ «παρόντος»:
«Γι᾿ αὐτό ὁ γλωσσολόγος, πού θέλει νά ἀντιληφθεῖ τήν κατάσταση αὐτή, ὀφείλει νά ἐξαλείψει ἐντελῶς καθετί πού τήν παρήγαγε καί ν᾿ ἀγνοήσει τή διαχρονία. Δέ μπορεῖ νά μπεῖ μέσα στή συνείδηση τῶν ὁμιλούντων παρά μόνο καταργώντας τό παρελθόν. Ἡ παρέμβαση τῆς ἱστορίας δέ μπορεῖ παρά νά κάνει ψεύτικη τήν κρίση του. Θά ἦταν ἀνόητο νά σχεδιάσουμε ἕνα πανόραμα τῶν Ἄλπεων παίρνοντάς το ταυτόχρονα ἀπό πολλές κορυφές τοῦ συγκροτήματος τοῦ Jura· ἕνα πανόραμα πρέπει νά παρθεῖ ἀπό ἕνα μόνο σημεῖο...» (Φ. ντέ Σωσσύρ, Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας, σ. 117, βλ. καί Χ. Δάλκου, Τά ἰδεολογήματα τῆς νέας γλωσσολογίας, σ. 16 κ.ἑ.).
Θά ᾿λεγε κανείς πώς ἡ κατάργηση τοῦ γλωσσικοῦ παρελθόντος, ἀπό τήν παιδεία μιᾶς χώρας πού τό μεγαλύτερο συγκριτικό της πλεονέκτημα εἶναι τό ἀχανές γλωσσικό της παρελθόν, ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἀπίστευτης καί βλακώδους πνευματικῆς / πολιτισμικῆς αὐτοκτονίας. Δέν πρόκειται ὅμως γιά βλακεία, πολύ περισσότερο γιά αὐτοκτονία, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, εἴτε τό ξέρουν εἴτε δέν τό ξέρουν, νοιάζονται νά ἀνταποκριθοῦν στίς ἀνάγκες καί τίς ἀπαιτήσεις ὄχι τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καί πραγματικότητας, ἀλλά αὐτές τοῦ παγκοσμιοποιούμενου χρηματιστικοῦ κεφαλαίου, πού στήν ἐποχή μας ἔχει ἀμερικανικό πρόσημο.
Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ πρεμούρα τους νά εἰσαγάγουν τήν διδασκαλία τῆς ἀγγλικῆς ἤδη ἀπό τήν β΄ δημοτικοῦ. Ποῦ πῆγαν ἐκεῖνοι οἱ ὑποκριτικοί φόβοι ὅτι θά ὑπάρξῃ γλωσσική σύγχυση στά παιδιά, ἄν διδάσκονταν τά ἀρχαῖα, καί μάλιστα ὄχι στό δημοτικό ἀλλά στό γυμνάσιο; Ἄν πῇς καί γιά τήν πρεμούρα τους νά μήν διορθώνωνται τά λάθη, καί νά μήν ὑπάρχῃ ὁποιαδήποτε γλωσσική «ρύθμιση», πῶς ὀνομάζεται ἡ πρωτοβουλία κάποιων «ἀγνώστων» -ἄχ! αὐτοί οἱ ἄγνωστοι!- νά μετονομάσουν τήν α΄ ἐθνική κατηγορία σέ Super League καί τήν β΄ ἐθνική κατηγορία σέ Football League; Δέν εἶναι αὐτή ἡ παρέμβαση ἐξόχως «ρυθμιστική»; Ἤ μήπως τό γεγονός ὅτι ἡ «ρύθμιση» εἶναι ἀφανής ἤ λαθραία τήν νομιμοποιεῖ; Τά κέντρα φιλοξενίας γιατί ὀνομάζονται hot spots; Θά μοῦ πῆτε τό ἐπέβαλε ἡ τηλεόραση. Καί ἀπό πότε ἕνα ὀλιγάριθμο ἐπιτελεῖο ἐξωνημένων δικαιοῦται νά ἐπιβάλλῃ «ρυθμίσεις», καί δέν δικαιοῦται ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πού (θά ᾿πρεπε νά) εἶναι τό Ὑπουργεῖο Παιδείας;
Καί τί νά πῇ κανείς γιά τούς (ἀμερικανο)antifaσίστες πού πότε μᾶς συνιστοῦν don᾿t call me Greek (σιγά μή σᾶς ἀπονείμουμε τόν τιμητικό τίτλο, ρετάλια τῆς ἀμερικανοκρατίας!) καί πότε μᾶς συμβουλεύουν antifaτικώτατα: support your local (φαίνεται στά «λόκαλ» δέν συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γλῶσσα τῶν ἀφελῶν ἰθαγενῶν!). Πρέπει λοιπόν νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ ποικίλοι ἐγκάθετοι ἤ ἁπλῶς χρήσιμοι ἠλίθιοι τοῦ παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμοῦ μᾶς ἔπιασαν ἀμερικανάκια (ἑλληνιστί «κώτσους») καί μᾶς ὠθοῦν νά ἐγκαταλείψουμε τά πολιτισμικά μας τιμαλφῆ στά ἀζήτητα, νά καταργήσουμε μέ μιά μονοκοντυλιά τό «παρελθόν».
Ὅμως, σήμερα, πού τείνει νά ἀποδειχθῇ περίτρανα ὅτι ἡ «συγχρονία» ἀλληλοδιαπλέκεται ἀξεδιάλυτα μέ τήν «διαχρονία», καί ὅτι ἡ «νεο»ελληνική συντηρεῖ ζωηρότατες μνῆμες ὄχι μόνο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀλλά καί τῆς λεγομένης «προελληνικῆς» (ἤτοι τῆς πρό τοῦ 2.000 π.Χ. ὁμιλουμένης σ᾿ αὐτόν τόν τόπο πρωτοελληνικῆς γλώσσας), ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ μέγιστου πολιτισμικοῦ μας ἀγαθοῦ, τῆς γλώσσας μας, πρέπει νά ἀλλάξῃ ἄρδην. Δέν πρόκειται μόνο γιά τίς ἀμμουδιές τοῦ Ὁμήρου ἀλλά καί γι᾿ αὐτές τῆς πρωτοελληνικῆς «θάλασσας»· δέν πρόκειται μόνο γιά τίς κορυφές τῶν ὁμηρικῶν «ὀρέων» ἀλλά καί γιά τίς κορφές τῶν πρωτοελληνικῶν «βουνῶν».
Τήν ἀντιπαραβολική διερεύνηση «νέας» καί ἀρχαίας, ἀρχαιοελληνικῆς καί πρωτοελληνικῆς γλωσσικῆς παράδοσης, μόνο ἐμεῖς μποροῦμε νά διεκπεραιώσουμε εἰς βάθος, συνεισφέροντας καίρια καί οὐσιαστικά στόν πανανθρώπινο πολιτισμό, ἀρκεῖ νά προσεγγίσουμε καί νά γνωρίσουμε εἰς βάθος καί τίς δύο μορφές τῆς γλώσσας μας, ὑπερβαίνοντας πνευματοκτόνα συμπλέγματα καί μικρόνοες «προοδευτισμούς». Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοια, στήν ἐπιτιμητική τῆς ἔγνοιας μας γιά τήν γλῶσσα ἀποστροφή «Αυτό σας μάρανε!» ἦρθε καιρός νά ἀπαντήσουμε: Ναί, αὐτό μᾶς μάρανε, καί μᾶς μαραίνει, αὐτό πού πιό πολύ θά μᾶς κάνῃ καί ν᾿ ἀνθίσουμε!

* Ὁ κ. Χρίστος Δάλκος εἶναι φιλόλογος