Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ παρέα

«Μοῦ πῆραν δεῖγμα γιά βιοψία» εἶπε ἡ Φ. Τά μεγάλα μάτια της εἶχαν στενέψει καί βαθύνει, καθώς ὅσες σκιές τριγουρνούσαν γύρω μαζεύτηκαν στό βλέμμα της. «Αὐτό πού μέ βάζει σ’ ἔγνοια εἶναι ὁ πόνος. Τόσον καιρό, μέ τόσα φάρμακα κι ἀκόμα δέν λέει νά ὑποχωρήσει…»
Ἡ Λ., ἡ Χ., ἡ Δ. στόν ἀέρα. Ὡστόσο τί νά τά βάλεις μέ τό Φόβο καί τά παραπαίδια του; Στρατός ὁλόκληρος. Στήνουν τό στρατόπεδό τους, ξέρεις δέν ξέρεις μηχανισμούς ἄμυνας, ἐπίθεσης, ἔχεις δέν ἔχεις στρατηγούς μέ παράσημα κι εὔφημες μνεῖες, ἡ πολιορκία, ἡ παράδοσή σου ἀναπόφευκτη.
Ὁ πατέρας μου ἐπικρατοῦσε μέσα μου: «τί χρειάζεται νά γνωρίζεις ἀπό πρίν; τέτοιες προετοιμασίες πρός τί; Ὅσα κι ἄν περάσουν, τό τέλος τό μόνο πού δέν θά προσπεράσει. Κάνεις-δέν κάνεις μέ τόν ἴδιο τρόπο πᾶς: ἀνέτοιμος». Ποτέ, σκεφτόμουν, ποτέ νά ξέρω. Κι ὅσο κοίταζα τή Φ.: ποτέ, ποτέ μετ’ ἐπιτάσεως ἀνομολογοῦσα.
Ἡ Ν. ὅτι μπῆκε ἐλαφρῶς ἀργοπορημένη, κάθισε, βολεύτηκε ὅπως-ὅπως. Ἐρχόταν ἀπ’ ἄλλον κόσμο. Κουβαλοῦσε ἀκόμη τό χνούδι τῆς μικρῆς της ἐγγονῆς στά χέρια της, στά χείλη, τά μάτια της στραφτάλιζαν ὅπως ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος στά σμαραγδένια νερά ἑνός ποταμοῦ, καθώς τά πρῶτα συνειδητά χαμόγελα τοῦ μωροῦ περιέπλεαν προσκλητικά-φελοῦκες. Μᾶς τά κέρασε ὅλα, μέ τό καλωσόρισμα: τά εἰσιτήρια, τήν ἐπιβίβαση, τήν πλεύση τά ‘χε ἕτοιμα γιά μᾶς στούς βιαστικούς χτύπους τῆς καρδιᾶς της, πού ὁ ρυθμός τους φόρτιζε μέ ἀνεπαίσθητες ἀνακοπές τήν (σέ φάσεις ἠρεμίας ράθυμη) βραχνάδα τῆς φωνῆς της.
Καθόταν δίπλα στήν Φ. Οἱ δυό γυναῖκες κρατοῦσαν τά ζύγια τοῦ παιγνιδιοῦ «φῶς καί σκοτάδι», καί συγχρόνως ἦσαν οἱ ἀντικριστές ἄκρες τοῦ ὁρίζοντα: μιά ἡ ἀνατολή, ἡ ἄλλη ἡ δύση κι ἐμεῖς ἀνάμεσα. Προσωρινά φάνηκε πώς τά σκοτεινά σύννεφα, πού ‘χαν ἀσχέτως μουχρώματος σωρευτεῖ στά δυτικά, τραβήχτηκαν πίσω ἀπό ἀόριστα βουνά, ὡστόσο ἡ καταιγίδα καιροφυλακτοῦσε. Εἶχε ἀναδυθεῖ στήν ἐπιφάνεια ὅλων μας ὁ ἴδιος τρόμος.
Παρ’ ὅλο πού μιά-δυό ἀπό τήν παρέα εἶχαν στό παρελθόν, ὅταν ἀκόμη δέν γνωριζόμασταν, βρεθεῖ σέ κατ’ ἰδίαν ραντεβού μέ τόν Βαρκάρη, τέτοιου εἴδους κουβέντες κι ἐμβαθύνσεις φαινόταν πώς δέν μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Ἄν μάλιστα ἐπρόκειτο γιά παρόμοια ἤ βαριά περιστατικά πού ἀφοροῦσαν γνωστούς καθεμιᾶς μας, τά περνούσαμε στό φτερό. Σάν κάποιου εἴδους ξόρκισμα: ὄχι σ’ ἐμᾶς! Ἤ, μήπως ἀλαζονεία; Ἡ ἀόρατη συνομιλία μέ τόν θάνατο διαρκῶς παρούσα, ἀσχέτως ἄν τό παραδεχόμασταν ἤ ὄχι. Καί νά τώρα! Πόσο πράγματι ἄθικτες λοιπόν; ἀποροῦσα βλέποντας κι ἀκούγοντάς τες.
Ἡ Λ. μές τίς διάφορες κουβέντες γιά τήν γιατρειά ὅσο καί τήν παρηγοριά ἀνακάτεψε καί τήν ψυχοθεραπεία. Ἡ Ν., ἡ Χ., ἐγώ διαφωνούσαμε κάθετα, ὥς συνήθως. «Τί νά σοῦ προσφέρει πράγματι ὁ ψυχαναλυτής; Δικαιολογίες ἴσως πώς κάνεις κάτι…», πετάχτηκε ἡ Χ, κι ἡ Ν.: «ἡ καλλίτερη ψυχοθεραπεία εἶναι οἱ φίλοι», πρόσθεσε μέ σχετική ἀπολυτότητα. «Μπόρεῖ, ἀλλά ὅταν τούς ἐμπιστεύεσαι» πρόσθεσε ἡ Δ., «ὅταν ἀνοίγεις τήν καρδιά σου, ζητᾶς, μοιράζεσαι». Τήν καταλάβαινα. Εἶχε πάντοτε τήν ἀπορία ἄν κι οἱ ἕξι ἤμασταν φίλες ἤ ἁπλῶς παρέα πού κατά καιρούς δι’ ἀσήμαντον ἀφορμήν βρισκόμασταν νά πιοῦμε ἕνα κρασί, νά πᾶμε μιάν ἐκδρομή, ἴσα νά περάσουμε καλά. Καλά… Πόσο καλά ὅταν δέν γνωρίζεις παρά τά στοιχειώδη γιά τόν ἄλλον, ἴσως κάτι περισσότερο ἀπό λεπτομέρειες βιογραφικοῦ; Ἔστω κι ἄν τρίβεσαι παράλληλα μ’ ἐκεῖνον σέ συγκυρίες κοινές, ὅμως δέν συν-τρίβεσαι;
Ἐμᾶς τίς ἕξι τί μᾶς συνέδεε; Τί μᾶς κράταγε, τί μᾶς ἐξώλκυε ἀπό τό νά ‘μαστε ἕνα σῶμα; Ἄν μοῦ συνέβαινε κάτι σοβαρό, διερωτήθηκα, σέ ποιά θ’ ἀπευθυνόμουν; Ὥς ἕνα σημεῖο θά ‘τρεχαν ὅλες τους, ὡστόσο, ἐκτός τῆς Δ. καί τῆς Ν. ἠλεκτροφόρο σύρμα ὑπῆρχε μέ τίς ὑπόλοιπες, μέ ποιάν ἀπ’ ὅλες; Αὐτή ἡ ἔγνοια ἦταν πίσω ἀπό τήν εὐχή πού ‘χα πρίν λίγο καιρό ἐκστομίσει σέ μιάν κοινή μας ἔξοδο: νά γνωριστοῦμε! καί συναίνεσαν στήν πρόποση γελώντας ἀνάλαφρα κεῖνο τό βράδυ. Πρέπει νά προσέχω τί εὔχομαι; Ἄλλος ἕνας φόβος, ἀκόμη καί γιά τίς εὐχές, κάποιες κουβέντες… Ὁρισμένες ποτέ, ποτέ πιά;
Ἡ Φ., ἐν τῶ μεταξύ, ἄν καί μιά-δυό προσπαθοῦσαν νά διαρρήξουν τήν ἐμμονή στό περιστατικό, νά τήν πᾶνε σ’ ἄλλο θέμα, ἐπέμενε: «Ὁ πόνος…» Ἡ Δ. πετάχτηκε, ἔβαλε τήν παλάμη της ἐκεῖ πού ἔμοιαζε νά ‘χει σταθεῖ ὁ κόμπος. «Ὄχι ἐκεῖ…, ἐδῶ, ἐδῶ!», τήν διόρθωσε ἡ Φ., ἔπιασε τό χέρι της, τό ἔσυρε στό σωστό σημεῖο. Τό κράτησε γιά μερικά λεπτά. Ὕστερα ἔγειρε πάνω της, τήν πῆρε ἀγκαλιά. «Εἴμαστε ἐδῶ» ψιθύρισε ἡ Δ., «δέν τό ξέρεις; Ἄν τό ‘λεγες, ἄν βγαίναμε συχνότερα, ὁ πόνος σου δέν θά ὑπῆρχε.» Σπάνιο. Συναισθηματικότητες κι ἄλλες σαχλαμάρες τέτοιες ἡ παρέα μας δέν εἶχε. Ὁλόκληρες γυναῖκες, τί τίς χρειαζόμασταν; Κι ἄν παρ’ ὁλίγο κάποια παλιά φορά ἔτυχε νά διολισθήσουμε πρός τά ‘κεῖ, ἀπό τό φόβο μήν ἀποκτηθοῦν, μή μονιμοποιηθοῦν παρόμοιες συνήθειες, κάποια, δέν θυμᾶμαι ποιά, ἔμοιασε νά ‘πε: ποτέ, ποτέ πιά.
Φιλήθηκαν. Πρώτη φορά τά χέρια τῆς Φ. ἄνοιξαν τόσο. Κρεμάστηκαν ἀπ’ τόν λαιμό τῆς Δ. Καί δέν ἦταν πού τά χείλη στό μάγουλο ἔθραυσαν κάθε θόρυβο ἀπό τριγύρω, κάθε φασαρία τοῦ μυαλοῦ ἐμᾶς τῶν ὑπολοίπων, ἔκαναν τήν καρδιά τους ν’ ἀκουστεῖ μές στίς δικές μας σάν παρατεταμένο χόρδισμα παρόμοιο μέ κλάμα. Δέν ἦταν σάν νά σφράγισαν τόν χρόνο, ὡς νά ‘βαλαν ἕνα ὅριο ἀνάμεσα στήν προηγούμενη ἑπταετία κι ὅποιες ἄλλες ἀκολουθήσουν, ἀλλά ἦταν πού, αἴφνης, τό φιλί τους ἔταμε τήν ἔπαρση νά μή ζητᾶς. Κι ἀπό τήν ἄλλη νά μή βλέπεις, πού κάποιος, εἴτε ἀπό περίσσευμα εἴτε μέ κόπο συλλεγμένο ὅπως μύρο πολύτιμο ἔχοντας στύψει καί τήν τελευταία του ἔλλειψη, φέρνει, ἔτσι χωρίς λόγο ἰδιαίτερο, τό ἔχει τῆς καρδιᾶς του καί σοῦ τό δίνει.
Κοιτούσαμε ἔκπληκτες. Ἡ Χ. ἔμοιαζε νά κατάλαβε, μοῦ φάνηκε καί ἡ Λ. Ἡ ζωή τίς εἶχε ἀναγκάσει ἆρον-ἆρον νά ρουφήξουν τούς χυμούς τῆς τρωτότητας, μ’ ὅλους τούς πόρουςτους τούς εἶχαν ἀποστραγγίσει.
Ἤμασταν βέβαιες ἡ Φ. δέν εἶχε τίποτα σοβαρό. Σιγά-σιγά μαλάκωσε, ἔδειχνε κι ἐκείνη πώς ἄρχιζε νά τό πιστεύει. Τσουγκρίσαμε. «Νά μᾶς γνωρίσουμε» ἤθελα νά ἐπαναλάβω τήν πρόποση. Δέν εἶπα τίποτα. Τίς κοίταζα. Ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος τί ἄλλο ἀπό ὑπέρτατη ταπείνωση; Μήπως γι’ αὐτήν ἐννοοῦσε ὁ πατέρας μου πώς καθένας μας εἶναι ἀνέτοιμος;
Ἡ Δ. καθόταν ἥσυχη, κάπνιζε. Πέρασε τό ἕνα χέρι της στόν ὦμο μου, ἡ παλάμη της ἔφτανε ὥς τήν Ν. πού καθόταν ἀριστερά μου. Μοῦ φάνηκε ν’ ἄκουσα: «πάρτε με, χαρεῖτε με τώρα πού ἔχω, πού εἶμαι. Ἄν περιμένετε ὅταν θά θέλετε ἤ θά μπορεῖτε, δέν ξέρω ἄν θά ‘χω, ἄν θά εἶμαι…»
Δέν χρειαζόμασταν κάτι σοβαρότερο. Δέν ἦταν ἀπαραίτητο νά μᾶς συμβεῖ. Ἀρκοῦσε ὅ,τι ἤδη. Ὁ θόρυβος ἀπό τό περιβάλλον γύρω τραγούδι τῶν σειρήνων. Ἐπωδός πού ἔσβηνε μαλακά ὅπως μιά μακρινή ἠχώ, κι ἐμεῖς συγκατανεύαμε σιωπηρά: ποτέ, ποτέ πιά.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ  http://frear.gr/?p=10830]