Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Μαρτυριάρα φλέβα

Ἡ σιωπή της ἀνέδιδε τήν ποιότητα τῆς σιγῆς πού βασιλεύει πρίν τήν καταιγίδα, ἐνῶ τό βλέμμα της ἀνακλοῦσε αὐτό τό δέος. Πολλές φορές μάλιστα ἔμοιαζε μέ δέντρο στήν καταχνιά. Δυσκολευόσουν νά διακρίνεις τά φύλλα, τά μικρά, ἀκόμη καί τά μεγαλύτερα κλαριά. Μέ ἀπαράμιλλη ἀφοσίωση ἔμοιαζε νά ἐπιδιώκει νά παραμένει ἑπτασφράγιστο μυστικό. Κυρίως σχετικά μέ τά ναί στά ὁποῖα ἐνέδιδε, τά ὄχι πού δέν ἔλεγε. Φαινόταν ν’ ἀποδέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή στάση ζωῆς λές καί ἦταν θέμα μοίρας ἤ, μιᾶς κάποιας ἰδιαιτερότητας πάνω στήν ὁποία εἶχε χτιστεῖ ὅλος της ὁ χαρακτήρας.
Κι ὅμως, ἄν καί δέν βγάζει ἄχνα ἀκόμη καί φτάνοντας στό ἀμήν, παρά τήν τόση κρυψίνοια, ἔχει πάνω της ἕναν καταδότη. Μέ κάθε εὐκαιρία ἀνοίγει τό στόμα κι ἡ γλώσσα του ροδάνι. Ἐτούτη ἡ φλέβα πού γιά πέντε-ἕξι ἑκατοστά ξεχωρίζει στόν ἀριστερό καρπό της (ἄν καί δεξιόχειρ ἡ ἴδια), ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού ξεκινᾶ ἡ κερκίδα, ὅπως τά ὕδατα ἑνός ἀθέατου ποταμοῦ διαρρέοντος τή λεία ἐπιφάνεια μιᾶς μαλακῆς κοιλάδας, μόλις πού φουσκώνουν κυλώντας ἄλλοτε γουργουριστά, καμαρωτά, ἄλλοτε ὁρμητικά καί θορυβώδη, πάντως βαθύτατα γαλανά μέσα στίς ἀνεξάντλητες μαρτυριές τους.
Τότε, σάν αἴφνης νά πέφτει προβολέας πάνω στό βουβό, βαρύ σκοτάδι, μπορεῖ κάποιος πού ἔχει ἔστω γιά μιά φορά μέ τόν ἴδιο τρόπ
Ἡ σιωπή της ἀνέδιδε τήν ποιότητα τῆς σιγῆς πού βασιλεύει πρίν τήν καταιγίδα, ἐνῶ τό βλέμμα της ἀνακλοῦσε αὐτό τό δέος. Πολλές φορές μάλιστα ἔμοιαζε μέ δέντρο στήν καταχνιά. Δυσκολευόσουν νά διακρίνεις τά φύλλα, τά μικρά, ἀκόμη καί τά μεγαλύτερα κλαριά. Μέ ἀπαράμιλλη ἀφοσίωση ἔμοιαζε νά ἐπιδιώκει νά παραμένει ἑπτασφράγιστο μυστικό. Κυρίως σχετικά μέ τά ναί στά ὁποῖα ἐνέδιδε, τά ὄχι πού δέν ἔλεγε. Φαινόταν ν’ ἀποδέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή στάση ζωῆς λές καί ἦταν θέμα μοίρας ἤ, μιᾶς κάποιας ἰδιαιτερότητας πάνω στήν ὁποία εἶχε χτιστεῖ ὅλος της ὁ χαρακτήρας.
Κι ὅμως, ἄν καί δέν βγάζει ἄχνα ἀκόμη καί φτάνοντας στό ἀμήν, παρά τήν τόση κρυψίνοια, ἔχει πάνω της ἕναν καταδότη. Μέ κάθε εὐκαιρία ἀνοίγει τό στόμα κι ἡ γλώσσα του ροδάνι. Ἐτούτη ἡ φλέβα πού γιά πέντε-ἕξι ἑκατοστά ξεχωρίζει στόν ἀριστερό καρπό της (ἄν καί δεξιόχειρ ἡ ἴδια), ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού ξεκινᾶ ἡ κερκίδα, ὅπως τά ὕδατα ἑνός ἀθέατου ποταμοῦ διαρρέοντος τή λεία ἐπιφάνεια μιᾶς μαλακῆς κοιλάδας, μόλις πού φουσκώνουν κυλώντας ἄλλοτε γουργουριστά, καμαρωτά, ἄλλοτε ὁρμητικά καί θορυβώδη, πάντως βαθύτατα γαλανά μέσα στίς ἀνεξάντλητες μαρτυριές τους.
Τότε, σάν αἴφνης νά πέφτει προβολέας πάνω στό βουβό, βαρύ σκοτάδι, μπορεῖ κάποιος πού ἔχει ἔστω γιά μιά φορά μέ τόν ἴδιο τρόπο συντριβεῖ πάνω σ’ ἕνα ἴδιο Ὄχι, μ’ ἕνα παρόμοιο Ναί, νά βρεῖ ἐπιτέλους τήν καρδιά της.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: