Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Loren Eiseley – Ὁ Σπορέας τῶν Ἄστρων. ('Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη)

[Ἡ ἱστορία τοῦ ἀστροβόλου πού σέ μιά παραλία πετοῦσε, ὁ τρελός, ἀστερίες πίσω στή θάλασσα, ἦταν διαδεδομένη πολύ πρίν τό διαδίκτυο. Ἔδωσε ἔμπνευση για πάμπολλες παραλλαγές της. Ἡ αὐθεντική ὅμως ἀφηγηματική μαρτυρία τοῦ Loren Eiseley εἶναι ἡ ἀκόλουθη.]
Σέ μιά λιμνούλα γεμάτη ἄμμο καί ἰλύ ἕνας ἀστερίας εἶχε ἁπλώσει ἄκαμπτα τά ἄκρα του καί κρατοῦσε τό σῶμα του μακριά ἀπό τήν ἀσφυκτική λάσπη.
«Εἶναι ἀκόμη ζωντανός» τόλμησα νά πῶ
«Ναι» εἶπε, καί μέ μιά γρήγορη, ἁπαλή ὡστόσο, κίνηση, σήκωσε τόν ἀστερία καί τόν πέταξε πάνω ἀπ’ τόν κεφάλι μου μακριά στή θάλασσα. Ὁ ἀστερίας βυθίστηκε μέσα σέ μιά ἔκρηξη ἀφρῶν καί τά νερά βρυχήθηκαν ἀκόμα μιά φορά
«Ἴσως ζήσει», εἶπε αὐτός, «ἄν ἡ ἄμπωτη τόν τραβήξει κάμποσο δυνατά στ’ ἀνοιχτά». Μιλοῦσε εὐγενικά καί τό φῶς πάνω στό μπρούτζινο ρυτιδωμένο πρόσωπό του ἐρχόταν κι ἀποσυρόταν μέ ἐλαφρότατες ἐναλλαγές χρωμάτων.
«Δέν φτάνουν καί πολλοί τόσο μακριά», εἶπα δοκιμάζοντας διστακτικά τίς λέξεις μέ μιάν αἰφνίδια ντροπαλοσύνη.
«Κάνεις συλλογή;»
«Μόνον ἔτσι», εἶπε μαλακά δείχνοντας μέ μιά χειρονομία πρός τά συντρίμμια τῆς ἀκτῆς. «Καί μόνον γιά ὅσους ζοῦν». Ἔσκυψε πάλι, ἀγνοώντας τήν περιέργειά μου, κι ἁπλά πέταξε ἕναν ἄλλον ἀστερία πού ἀναπήδησε στό νερό.
«Οἱ ἀστερίες, ὅπως τά ἐπίπεδα βότσαλα, κάνουν καλές βολές. Εἶναι δυνατόν νά τούς βοηθήσεις».
Μέ κοίταξε κατάματα μέ μιά ἀόριστη ἐρώτηση νά φεγγοβολάει στά μάτια του, πού ἔμοιαζε νά παίρνουν τό χρῶμα τῆς βαθειᾶς θάλασσας.
«Δέν κάνω συλλογή», εἶπα νιώθοντας ἄβολα, ἐνῶ τά ροῦχα μου ἀνέμιζαν στά χτυπήματα τοῦ ἀέρα . «Δέν μαζεύω οὔτε τούς νεκρούς οὔτε τούς ζωντανούς. Σταμάτησα πρίν πολλά χρόνια. Μόνος ἐπιτυχημένος συλλέκτης εἶναι ὁ θάνατος».
Μποροῦσα νά νιώσω τή σκοτεινιά τῆς ἁπόλυτης νύχτας μέσα στό κρανίο μου καί τό τρομερό μάτι νά συνεχίζει τό ἀδιάφορο ταξίδι του. Μ’ ἕνα νεῦμα ἀπομακρύνθηκα ἀφήνοντάς τον ἐκεῖ πάνω στίς ἀμμοθίνες μέ ἕνα γιγάντιο οὐράνιο τόξο νά κλιμακώνει τούς τόνους τῶν ἀποχρώσεων πίσω ἀπ’ αὐτόν.
Καθώς πλησίαζα μιά στροφή τῆς ἀκτῆς γύρισα καί τόν εἶδα νά ἐκσφενδονίζει μέ δεξιοτεχνία ἀκόμα ἕναν ἀστερία ξυστά πάνω ἀπό τό ἀχόρταγο , ταραγμένο νερό.
Γιά μιά στιγμή στό φῶς πού ἄλλαζε, ὁ Σπείρων ἐμφανίστηκε σέ μεγέθυνση, ὡς νά ἔριχνε μεγαλύτερους ἀστερίες σέ μιά μέγιστη θάλασσα… Ἐν πάσει περιπτώσει, εἶχε τή στάση θεοῦ.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ παρέα

«Μοῦ πῆραν δεῖγμα γιά βιοψία» εἶπε ἡ Φ. Τά μεγάλα μάτια της εἶχαν στενέψει καί βαθύνει, καθώς ὅσες σκιές τριγουρνούσαν γύρω μαζεύτηκαν στό βλέμμα της. «Αὐτό πού μέ βάζει σ’ ἔγνοια εἶναι ὁ πόνος. Τόσον καιρό, μέ τόσα φάρμακα κι ἀκόμα δέν λέει νά ὑποχωρήσει…»
Ἡ Λ., ἡ Χ., ἡ Δ. στόν ἀέρα. Ὡστόσο τί νά τά βάλεις μέ τό Φόβο καί τά παραπαίδια του; Στρατός ὁλόκληρος. Στήνουν τό στρατόπεδό τους, ξέρεις δέν ξέρεις μηχανισμούς ἄμυνας, ἐπίθεσης, ἔχεις δέν ἔχεις στρατηγούς μέ παράσημα κι εὔφημες μνεῖες, ἡ πολιορκία, ἡ παράδοσή σου ἀναπόφευκτη.
Ὁ πατέρας μου ἐπικρατοῦσε μέσα μου: «τί χρειάζεται νά γνωρίζεις ἀπό πρίν; τέτοιες προετοιμασίες πρός τί; Ὅσα κι ἄν περάσουν, τό τέλος τό μόνο πού δέν θά προσπεράσει. Κάνεις-δέν κάνεις μέ τόν ἴδιο τρόπο πᾶς: ἀνέτοιμος». Ποτέ, σκεφτόμουν, ποτέ νά ξέρω. Κι ὅσο κοίταζα τή Φ.: ποτέ, ποτέ μετ’ ἐπιτάσεως ἀνομολογοῦσα.
Ἡ Ν. ὅτι μπῆκε ἐλαφρῶς ἀργοπορημένη, κάθισε, βολεύτηκε ὅπως-ὅπως. Ἐρχόταν ἀπ’ ἄλλον κόσμο. Κουβαλοῦσε ἀκόμη τό χνούδι τῆς μικρῆς της ἐγγονῆς στά χέρια της, στά χείλη, τά μάτια της στραφτάλιζαν ὅπως ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος στά σμαραγδένια νερά ἑνός ποταμοῦ, καθώς τά πρῶτα συνειδητά χαμόγελα τοῦ μωροῦ περιέπλεαν προσκλητικά-φελοῦκες. Μᾶς τά κέρασε ὅλα, μέ τό καλωσόρισμα: τά εἰσιτήρια, τήν ἐπιβίβαση, τήν πλεύση τά ‘χε ἕτοιμα γιά μᾶς στούς βιαστικούς χτύπους τῆς καρδιᾶς της, πού ὁ ρυθμός τους φόρτιζε μέ ἀνεπαίσθητες ἀνακοπές τήν (σέ φάσεις ἠρεμίας ράθυμη) βραχνάδα τῆς φωνῆς της.
Καθόταν δίπλα στήν Φ. Οἱ δυό γυναῖκες κρατοῦσαν τά ζύγια τοῦ παιγνιδιοῦ «φῶς καί σκοτάδι», καί συγχρόνως ἦσαν οἱ ἀντικριστές ἄκρες τοῦ ὁρίζοντα: μιά ἡ ἀνατολή, ἡ ἄλλη ἡ δύση κι ἐμεῖς ἀνάμεσα. Προσωρινά φάνηκε πώς τά σκοτεινά σύννεφα, πού ‘χαν ἀσχέτως μουχρώματος σωρευτεῖ στά δυτικά, τραβήχτηκαν πίσω ἀπό ἀόριστα βουνά, ὡστόσο ἡ καταιγίδα καιροφυλακτοῦσε. Εἶχε ἀναδυθεῖ στήν ἐπιφάνεια ὅλων μας ὁ ἴδιος τρόμος.
Παρ’ ὅλο πού μιά-δυό ἀπό τήν παρέα εἶχαν στό παρελθόν, ὅταν ἀκόμη δέν γνωριζόμασταν, βρεθεῖ σέ κατ’ ἰδίαν ραντεβού μέ τόν Βαρκάρη, τέτοιου εἴδους κουβέντες κι ἐμβαθύνσεις φαινόταν πώς δέν μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Ἄν μάλιστα ἐπρόκειτο γιά παρόμοια ἤ βαριά περιστατικά πού ἀφοροῦσαν γνωστούς καθεμιᾶς μας, τά περνούσαμε στό φτερό. Σάν κάποιου εἴδους ξόρκισμα: ὄχι σ’ ἐμᾶς! Ἤ, μήπως ἀλαζονεία; Ἡ ἀόρατη συνομιλία μέ τόν θάνατο διαρκῶς παρούσα, ἀσχέτως ἄν τό παραδεχόμασταν ἤ ὄχι. Καί νά τώρα! Πόσο πράγματι ἄθικτες λοιπόν; ἀποροῦσα βλέποντας κι ἀκούγοντάς τες.
Ἡ Λ. μές τίς διάφορες κουβέντες γιά τήν γιατρειά ὅσο καί τήν παρηγοριά ἀνακάτεψε καί τήν ψυχοθεραπεία. Ἡ Ν., ἡ Χ., ἐγώ διαφωνούσαμε κάθετα, ὥς συνήθως. «Τί νά σοῦ προσφέρει πράγματι ὁ ψυχαναλυτής; Δικαιολογίες ἴσως πώς κάνεις κάτι…», πετάχτηκε ἡ Χ, κι ἡ Ν.: «ἡ καλλίτερη ψυχοθεραπεία εἶναι οἱ φίλοι», πρόσθεσε μέ σχετική ἀπολυτότητα. «Μπόρεῖ, ἀλλά ὅταν τούς ἐμπιστεύεσαι» πρόσθεσε ἡ Δ., «ὅταν ἀνοίγεις τήν καρδιά σου, ζητᾶς, μοιράζεσαι». Τήν καταλάβαινα. Εἶχε πάντοτε τήν ἀπορία ἄν κι οἱ ἕξι ἤμασταν φίλες ἤ ἁπλῶς παρέα πού κατά καιρούς δι’ ἀσήμαντον ἀφορμήν βρισκόμασταν νά πιοῦμε ἕνα κρασί, νά πᾶμε μιάν ἐκδρομή, ἴσα νά περάσουμε καλά. Καλά… Πόσο καλά ὅταν δέν γνωρίζεις παρά τά στοιχειώδη γιά τόν ἄλλον, ἴσως κάτι περισσότερο ἀπό λεπτομέρειες βιογραφικοῦ; Ἔστω κι ἄν τρίβεσαι παράλληλα μ’ ἐκεῖνον σέ συγκυρίες κοινές, ὅμως δέν συν-τρίβεσαι;
Ἐμᾶς τίς ἕξι τί μᾶς συνέδεε; Τί μᾶς κράταγε, τί μᾶς ἐξώλκυε ἀπό τό νά ‘μαστε ἕνα σῶμα; Ἄν μοῦ συνέβαινε κάτι σοβαρό, διερωτήθηκα, σέ ποιά θ’ ἀπευθυνόμουν; Ὥς ἕνα σημεῖο θά ‘τρεχαν ὅλες τους, ὡστόσο, ἐκτός τῆς Δ. καί τῆς Ν. ἠλεκτροφόρο σύρμα ὑπῆρχε μέ τίς ὑπόλοιπες, μέ ποιάν ἀπ’ ὅλες; Αὐτή ἡ ἔγνοια ἦταν πίσω ἀπό τήν εὐχή πού ‘χα πρίν λίγο καιρό ἐκστομίσει σέ μιάν κοινή μας ἔξοδο: νά γνωριστοῦμε! καί συναίνεσαν στήν πρόποση γελώντας ἀνάλαφρα κεῖνο τό βράδυ. Πρέπει νά προσέχω τί εὔχομαι; Ἄλλος ἕνας φόβος, ἀκόμη καί γιά τίς εὐχές, κάποιες κουβέντες… Ὁρισμένες ποτέ, ποτέ πιά;
Ἡ Φ., ἐν τῶ μεταξύ, ἄν καί μιά-δυό προσπαθοῦσαν νά διαρρήξουν τήν ἐμμονή στό περιστατικό, νά τήν πᾶνε σ’ ἄλλο θέμα, ἐπέμενε: «Ὁ πόνος…» Ἡ Δ. πετάχτηκε, ἔβαλε τήν παλάμη της ἐκεῖ πού ἔμοιαζε νά ‘χει σταθεῖ ὁ κόμπος. «Ὄχι ἐκεῖ…, ἐδῶ, ἐδῶ!», τήν διόρθωσε ἡ Φ., ἔπιασε τό χέρι της, τό ἔσυρε στό σωστό σημεῖο. Τό κράτησε γιά μερικά λεπτά. Ὕστερα ἔγειρε πάνω της, τήν πῆρε ἀγκαλιά. «Εἴμαστε ἐδῶ» ψιθύρισε ἡ Δ., «δέν τό ξέρεις; Ἄν τό ‘λεγες, ἄν βγαίναμε συχνότερα, ὁ πόνος σου δέν θά ὑπῆρχε.» Σπάνιο. Συναισθηματικότητες κι ἄλλες σαχλαμάρες τέτοιες ἡ παρέα μας δέν εἶχε. Ὁλόκληρες γυναῖκες, τί τίς χρειαζόμασταν; Κι ἄν παρ’ ὁλίγο κάποια παλιά φορά ἔτυχε νά διολισθήσουμε πρός τά ‘κεῖ, ἀπό τό φόβο μήν ἀποκτηθοῦν, μή μονιμοποιηθοῦν παρόμοιες συνήθειες, κάποια, δέν θυμᾶμαι ποιά, ἔμοιασε νά ‘πε: ποτέ, ποτέ πιά.
Φιλήθηκαν. Πρώτη φορά τά χέρια τῆς Φ. ἄνοιξαν τόσο. Κρεμάστηκαν ἀπ’ τόν λαιμό τῆς Δ. Καί δέν ἦταν πού τά χείλη στό μάγουλο ἔθραυσαν κάθε θόρυβο ἀπό τριγύρω, κάθε φασαρία τοῦ μυαλοῦ ἐμᾶς τῶν ὑπολοίπων, ἔκαναν τήν καρδιά τους ν’ ἀκουστεῖ μές στίς δικές μας σάν παρατεταμένο χόρδισμα παρόμοιο μέ κλάμα. Δέν ἦταν σάν νά σφράγισαν τόν χρόνο, ὡς νά ‘βαλαν ἕνα ὅριο ἀνάμεσα στήν προηγούμενη ἑπταετία κι ὅποιες ἄλλες ἀκολουθήσουν, ἀλλά ἦταν πού, αἴφνης, τό φιλί τους ἔταμε τήν ἔπαρση νά μή ζητᾶς. Κι ἀπό τήν ἄλλη νά μή βλέπεις, πού κάποιος, εἴτε ἀπό περίσσευμα εἴτε μέ κόπο συλλεγμένο ὅπως μύρο πολύτιμο ἔχοντας στύψει καί τήν τελευταία του ἔλλειψη, φέρνει, ἔτσι χωρίς λόγο ἰδιαίτερο, τό ἔχει τῆς καρδιᾶς του καί σοῦ τό δίνει.
Κοιτούσαμε ἔκπληκτες. Ἡ Χ. ἔμοιαζε νά κατάλαβε, μοῦ φάνηκε καί ἡ Λ. Ἡ ζωή τίς εἶχε ἀναγκάσει ἆρον-ἆρον νά ρουφήξουν τούς χυμούς τῆς τρωτότητας, μ’ ὅλους τούς πόρουςτους τούς εἶχαν ἀποστραγγίσει.
Ἤμασταν βέβαιες ἡ Φ. δέν εἶχε τίποτα σοβαρό. Σιγά-σιγά μαλάκωσε, ἔδειχνε κι ἐκείνη πώς ἄρχιζε νά τό πιστεύει. Τσουγκρίσαμε. «Νά μᾶς γνωρίσουμε» ἤθελα νά ἐπαναλάβω τήν πρόποση. Δέν εἶπα τίποτα. Τίς κοίταζα. Ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος τί ἄλλο ἀπό ὑπέρτατη ταπείνωση; Μήπως γι’ αὐτήν ἐννοοῦσε ὁ πατέρας μου πώς καθένας μας εἶναι ἀνέτοιμος;
Ἡ Δ. καθόταν ἥσυχη, κάπνιζε. Πέρασε τό ἕνα χέρι της στόν ὦμο μου, ἡ παλάμη της ἔφτανε ὥς τήν Ν. πού καθόταν ἀριστερά μου. Μοῦ φάνηκε ν’ ἄκουσα: «πάρτε με, χαρεῖτε με τώρα πού ἔχω, πού εἶμαι. Ἄν περιμένετε ὅταν θά θέλετε ἤ θά μπορεῖτε, δέν ξέρω ἄν θά ‘χω, ἄν θά εἶμαι…»
Δέν χρειαζόμασταν κάτι σοβαρότερο. Δέν ἦταν ἀπαραίτητο νά μᾶς συμβεῖ. Ἀρκοῦσε ὅ,τι ἤδη. Ὁ θόρυβος ἀπό τό περιβάλλον γύρω τραγούδι τῶν σειρήνων. Ἐπωδός πού ἔσβηνε μαλακά ὅπως μιά μακρινή ἠχώ, κι ἐμεῖς συγκατανεύαμε σιωπηρά: ποτέ, ποτέ πιά.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ  http://frear.gr/?p=10830]

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Παιδί τοῦ Ἀνέμου – τοῦ Loren Eiseley ('Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη)

Οἱ πεταλοῦδες Μονάρχης
ἐκεῖνοι οἱ χρυσοκόκκινοι πλάνητες, μέ τή μαύρη οὔγια στίς ἄκρες
βρέθηκε πρόσφατα ποῦ πηγαίνουν
τό φθινόπωρο
φύλλα πού πετᾶνε μέ τήν πνοή τοῦ ἀνέμου δίχως ποτέ
νά ξεκουράζονται ὁλότελα
πάντα ξεγλιστρώντας
μιά σταλίτσα πρίν τίς φτάσεις
κι ἐξαφανίζονται
πέρα στό διπλανό σπίτι ἤ τό σκᾶνε
πάνω ἀπό τόν φράχτη
τρεμουλιάζοντας διαφεύγουσες μέσα στό τελευταῖο φῶς τοῦ ἥλιου
Τρομερή ἡ συντριβή
χιλιάδες νεκρές
παρασυρμένες ἀπό τόν ἄνεμο στή θάλασσα, ἀπολεσμένες σέ χέρια παιδιῶν, ἀπό ἐχθρούς
ἀπολεσμένες, ὡστόσο
ἐπιμένοντας νά πάλλουν, νά πάλλουν ἀδιάκοπα
μίλια δεκατέσσερα τήν ὥρα γιά μιά πορεία τριῶν χιλιάδων μιλίων
ὥς τό Μεξικό
Ποῦ βρίσκουν πυξίδα ;
Δέν γνωρίζουμε
Πῶς ξεκίνησε ἡ συνήθεια ;
Δέν γνωρίζουμε
Γιατί τά ἔντομα συγκεντρώνονται
μεγάλες ἁρμαθιές στά δέντρα
τῆς Σιέρρα Μάντρε ;
Δέν ξέρουμε
Εἶναι ἀνεξάρτητες προσωπικότητες. Πετᾶνε μόνες. Ποιός δέν θάθελε
τό φθινόπωρο
νά λικνίζεται καί νά ταλαντεύεται κατά τό νοτιά, πάντα σάν φύλλο πετώντας
πάνω καί ἀνάμεσα ἀπό δάση ἤ φράχτες ,
νά ἐπιπλέει στά ξέφωτα
νά ρουφᾶ τό τελευταῖο νέκταρ ;
Ὤ τί δρόμος νά τόν πάρεις… εἴτε τά καταφέρεις εἴτε ὄχι, εἴτε οἱ ἄνεμοι
σ’ ἁρπάξουν γιά μακριά
Πετᾶτε Μονάρχες κι ὕστερα, μέ τά φτερά σας ἔστω γέρικα καί ξεφτισμένα,
ξεκινεῖστε τό μακρύ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς τήν ἄνοιξη. Ἡ Φύση εἶναι
ὁ ἄσωτος γιά ἀναρίθμητα πλήθη
ἄσωτος τῶν παιδιῶν τοῦ πέπλου τῆς δικῆς της γαλατσίδας (ἔμαθαν ἄραγε τό ταξίδι πετώντας
ἀπό τήν γαλατσίδα πρός τά κάτω;)
Ὅμως παραβλέφτηκε πώς, στ’ ἀλήθεια δέν εἶμαι ἀνθρώπινο πλάσμα,
χρειάστηκε πρῶτα νά ’μαι ριγωτή μιά τίγρη κάμπιας
καί μέτα ἕνας Μονάρχης, φευγαλέος, τρεμουλιαστός, συντροφικά
πετώντας πάνω στίς θύελλες καί πάλλοντας, πάντοτε πάλλοντας
γιά νά πάει κάπου ἀλλοῦ, σ’ ἕνα ἄλλο λουλούδι..
Πάνω ἀπό τόν φράχτη λοιπόν. Ἔξω ἀπό τ’ ἀνθρώπινα .
Ἐγώ εἶμαι παιδί τοῦ ἀνέμου
………………………………………………………………………..
Ὑποσημειώσεις
1) Ἀπό τή συλλογή ποιημάτων Another Kind of Autumn τοῦ Loren Eiseley (1907- 1977), ἐπιφανοῦς Ἀμερικανοῦ Ἀνθρωπολόγου, Ἀρχαιολόγου, Φυσιοδίφη, Φιλοσόφου, Ποιητῆ, Δοκιμιογράφου. Ἡ κριτική τόν τοποθετεῖ στήν ἴδια γραμμή λογοτεχνικῆς συνέχειας μέ ἀναστήματα ὅπως ὁ Thoreau καί ὁ Whitman.

Πρώτη δημοσίευση: ηλεκτρονικό Φρέαρ

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Εἴμαστε οἱ χαράκτες γραφιάδες – του Loren Eiseley Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη



Σαράντα χρόνια δέν τήν ἔχω δεῖ.
Εἶναι πολύ μεγάλη πιά,
ἤ κείτεται σέ κάποιο ἀπό κεῖνα τά κεντροδυτικά
ἀγροκτήματα νεκροταφεῖα ὅπου
κανείς δέν θυμᾶται γιά πολύ, καθώς ὅλοι
τά ἐγκαταλείπουν γιά τίς πόλεις. Ἦταν νέα, πασπαλισμένη φακίδες
κι ἕνα πλατύ γενναιόδωρο στόμα. Καλό κορίτσι
ἄξιο νά τό ἀγαπᾶς μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά πάντα
ἀλλιῶς διαλέγει ὁ κόσμος ἤ τυφλωμένα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.
Δέν θά θυμόμουν τόσο καθαρά
ἄν δέν ἦμουν ἐδῶ
δίπλα σ’ ἕναν ὑγρότοπο τῶν πεδιάδων
τέλμα πασπαλισμένο μέ φθινοπωρινά φύλλα
λάσπη πού στεγνώνει στήν ἀκτή φανερώνοντας τό ἀποτύπωμα
ταξιδιάρικων πουλιῶν μέ κατεύθυνση τό νοτιά.. Εἶμαι πολύ γέρος γιά νά ταξιδέψω,
ἀλλά ξάφνου ἀναγνωρίζω π ῶ ς ἕνας ἄνδρας στή Σουμερία
μίλια καί χιλιετίες μακριά
εἶδε τό ἴδιο ἀποτύπωμα καί σκέφθηκε πώς
πάνω στόν σκληρό ἀπ’ τή φωτιά πηλό, ὑπάρχει τρόπος νά πεῖς
«μοναξιά»
τρόπος νά πεῖς
«ποῦ εἶσαι;» μέσα στούς αἰῶνες
τρόπος νά πεῖς
«συγχώρα με»,
ἕνας τρόπος νά πεῖς
«Ἤμασταν νέοι. Θυμᾶμαι. Κι αὐτός,
αὐτός ὁ πηλός
μέ τά ἀποτυπωμένα πόδια τῶν πουλιῶν,
ἄν χρειάζεται ἡ αἰωνιότητα
μπορεῖ κάπου, κάπως νά σέ φτάσει,
ἄν χρειάζεται ἡ αἰωνιότητα γιά νά ἀπαντήσεις.»
Ὅμοια ὑπῆρχαν ἄνθρωποι
στή Σουμερία, ἤ ἄλλοι πού ἔκλαιγαν μέ λυγμούς ἀνάμεσα
στά φθινοπωρινά φύλλα τοῦ πάπυρου στήν Αἴγυπτο.
Εἴμαστε οἱ χαράκτες γραφιάδες πού μέ ὀδύνη
ὑπερβήκαμε τά σώματά μας.


………………………………………………………………
* Μέ εὐχαριστίες στόν ποιητή καί πεζογράφο Πάνο Πρωτοπαπά,
πού γεννήθηκε δίπλα στό Νεῖλο, γιά τήν πρόθυμη βοήθειά του.
[Πρώτη δημοσίευση τῆς μετάφρασης στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ.]