Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς – Κύριε εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου



                                                                                            Εισαγωγή – Απόδοση: Νατάσα Κεσμέτη

                      Λίγα εἰσαγωγικά :
Ἀποπειράθηκα πρόσφατα νά ἀποδώσω ἀπό τά ἀγγλικά μία ἀκόμα ἀπό τίς Προσευχές δίπλα στή Λίμνη τοῦ Νικολάου Βελιμίροβιτς (1880 – 1956). Κίνητρό μου ἦταν, εἰδικά τόν τελευταῖο καιρό, ἡ ἀναζήτηση πνευματικῆς βοήθειας γιά μένα τήν ἴδια. Δέν εἶχα πρόθεση νά δημοσιεύσω τήν ἀπόδοση γιά δυό λόγους: δέν ἔνιωθα καθόλου σίγουρη (ἐξακολουθῶ νά μήν εἶμαι) πῶς θά κατάφερνα νά μεταφέρω τήν φλεγόμενα τολμηρή γλώσσα τοῦ ποιητῆ, φιλόσοφου καί Ἁγίου Ζίτσας καί Ὀχρίδας, ἔτσι πού νά καταπλήξουν ἀκαριαία καί λυτρωτικά τόν ἀναγνώστη. Ἐπιπλέον ἀνησυχοῦσα μήπως τό ποίημα παρερμηνευθεῖ ὡς παθητικά ὑποταγμένο ἤ μοιρολατρικά παθητικό, ὄχι γιατί τό ἴδιο παρέχει ἀνάλογα στοιχεῖα, ἀλλά ἐξ αἰτίας τοῦ δηλητηριασμένα διχαστικοῦ ἀέρα πού ἀναπνέουμε καί πού τείνει νά μολύνει τήν κρίση καί τῶν πιό νηφάλιων.
Τό ἄρθρο τοῦ Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου χθές στό Φρέαρ καί ἡ κραυγή ἀπό τό στῆθος τῆς καταληκτικῆς του πρότασης(**), στάθηκε ἡ ἀφορμή νά πάρω τήν ἀπόφαση νά δημοσιευθεῖ. Γι αὐτό καί τοῦ ἀφιερώνω τήν πενιχρή μου ἀπόπειρα ἀπόδοσης στή γλώσσα μας τῆς ἐπαναληπτικῆς Κραυγῆς ἑνός Ἁγίου πού κλήθηκε νά τήν ἐπαληθεύσει μέ φυλακίσεις, ἐξορία, καί μαρτυρικό αἷμα στή διάρκεια τοῦ ἐγκλεισμοῦ του στό Νταχάου κατά τόν β΄παγκόσμιο πόλεμο.
Τά οἰκονομικά ἔτη τῆς εὐμάρειας πού ξεψύχησαν, πολλά χρόνια προηγουμένως ξερίζωσαν ἀπό τήν καρδιά μας τήν πίστη στό νόημα τῆς θυσίας. Καί μόνο τό ἄκουσμα τῆς λέξης ξεσηκώνει τεράστια καχυποψία στό νοῦ μας. Σέ ἀντίθεση ὁ Νικόλαος Ζίτσας καί Ὀχρίδας ( 1880 – 1956 ) ὡς μή ἀνήκων σέ μικρόψυχους καιρούς, ἔδωσε τήν ἀκόλουθη μαρτυρία, μετά το τέλος τοῦ πολέμου: «Θά ἔδινα ὅλη τή ζωή πού μοῦ ἀπομένει γιά μία ὥρα στό Νταχάου,γιατί ἐκεῖ εἶδα πρόσωπο μέ πρόσωπο τό Θεό»!
***
Κύριε εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου
Εὐλόγησε Κύριε τούς ἐχθρούς μου. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Οἱ ἐχθροί μέ ὁδήγησαν στήν ἀγκαλιά σου περισσότερο ἀπ’ὅσο οἱ φίλοι.Οἱ φίλοι μ’ ἔχουν δεμένο στή γῆ, οἱ ἐχθροί μ’ ἔλυσαν ἀπ’αὐτήν καί ματαίωσαν ὅλες τίς ἐπιδιώξεις μου γιά τόν κόσμο.Οἱ ἐχθροί μ’ ἔκαναν ξένο στά έγκόσμια βασίλεια, ἕναν παρείσακτο κάτοικο τοῦ κόσμου. Ὅπως ἕνα θήραμα βρίσκει ἀσφαλέστερο καταφύγιο ἀπό ἕνα ζῶο πού δέν κυνηγήθηκε, ἔτσι κι ἐγώ κυνηγημένος ἀπό τούς ἐχθρούς βρῆκα τό ἀσφαλέστερο ἱερό ἄσυλο κάτω ἀπό το Ἀρτοφόριό Σου, ὅπου οὔτε φίλοι οὔτε ἐχθροί μποροῦν νά φονεύσουν τήν ψυχή μου.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Αὐτοί περισσότερο, παρά ἐγώ, ὁμολόγησαν τά ἀνομήματά μου ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Μέ τιμώρησαν ὅποτε ὁ ἴδιος δίστασα νά τιμωρήσω τόν ἑαυτό μου. Μέ βασάνισαν ὅποτε προσπάθησα νά ξεφύγω ἀπό τά βασανιστήρια. Μέ ἐπέπληξαν ὅποτε στάθηκα φιλόφρων πρός τόν ἑαυτό μου. Μέ ἔφτυσαν ὅποτε πλήθυνε μέσα μου ἡ ἀλαζονεία.
Εὐλογήσε Κύριε τούς ἐχθρούς μου. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Ὅποτε παράστησα τόν σοφό,μέ ἀποκάλεσαν ἀνόητο. Ὅποτε παράστησα τόν δυνατό μέ χλεύασαν σά νά ἤμουν νάνος. Ὅποτε θέλησα νά ὁδηγήσω τούς ἀνθρώπους, μέ ἀπώθησαν στό περιθώριο. Ὁποτεδήποτε βιάστηκα νά πλουτίσω τόν ἑαυτό μου, μέ σιδερένιο χέρι μέ ἐμπόδισαν. Ὁποτεδήποτε νόμισα πώς θά κοιμόμουνα εἰρηνικά μέ σήκωσαν ἀπό τόν ὕπνο. Ὁποτεδήποτε δοκίμασα νά χτίσω ἕνα σπίτι γιά μιά μόνιμα ἥσυχη ζωή, τό κατεδάφισαν καί μέ πέταξαν ἔξω. Ἀλήθεια οἱ ἐχθροί κόψανε τά δεσμά μου μέ τόν κόσμο καί τάνυσαν τά χέρια μου ὥς τό στρίφωμα τοῦ ἐνδύματός σου.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου , ὦ Κύριε. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Εὐλόγησέ τους καί πολλαπλασίασέ τους καί κάνε τους ἀκόμα πιό πικρόχολους ἀπέναντί μου: ἔτσι ὥστε ἡ φυγή μου σέ Σένα νά μήν ἔχει ἐπιστροφή· ἔτσι ὥστε κάθε μου ἐλπίδα στούς ἀνθρώπους νά σκορπιστεῖ ὅπως ἱστός ἀράχνης · ἔτσι ὥστε ἀπόλυτη ἠρεμία ν’ ἀρχίσει νά βασιλεύει στήν ψυχή μου· ἔτσι πού ἡ καρδιά μου ἴσως γίνει ὁ τάφος τῶν δίδυμων κακῶν μου: τῆς ἀλαζονείας καί τοῦ θυμοῦ. Ἔτσι πού νά μπορέσω νά συσσωρεύσω ὅλους τούς θησαυρούς μου στόν οὐρανό. Ἄχ, ἔτσι πού ἴσως μπορέσω γιά μιά φορά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν αὐταπάτη πού μ’ ἔχει περιπλέξει στόν τρομαχτικό ἱστό μιᾶς ζωῆς ψευδαισθήσεων.
Οἱ ἐχθροί μέ δίδαξαν νά γνωρίζω αὐτό πού σχεδόν κανένας δέν γνωρίζει πώς ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει κανέναν ἐχθρό στόν κόσμο παρά μόνο τόν ἑαυτό του. Κάποιος μισεῖ τούς ἐχθρούς του μόνον ὅταν ἀποτυγχάνει νά ἀναγνωρίσει πώς δέν εἶναι ἐχθροί του ἀλλά σκληροί φίλοι. Ἀλήθεια μοῦ εἶναι δύσκολο νά ξεχωρίσω ποιοί στόν κόσμο μοῦ ἔκαναν περισσότερο καλό ἤ κακό: οἱ φίλοι ἤ οἱ ἐχθροί.
Γι’ αὐτό Κύριε εὐλόγησε καί τούς φίλους καί τούς ἐχθρούς μου. Ὁ δοῦλος καταριέται τούς ἐχθρούς του, γιατί δέν κατανοεῖ. Ἀλλά ὁ γιός κατανοεῖ πώς οἱ ἐχθροί δέν μποροῦν ν’ ἀγγίξουν τή ζωή του. Ἔτσι περπατᾶ ἐλεύθερα ἀνάμεσά τους καί προσεύχεται γι’ αὐτούς στόν Θεό.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.


* Στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ ἔχουν δημοσιευθεῖ ἄλλες δύο.
** Γίνομαι αυτό που μισώ. Δεν πρέπει να με αφήσω. Βοηθήστε με, να σας βοηθήσω.

1η δημοσίευση του ανωτέρω κειμένου στο ηλεκτρονικό Φρέαρ


Δεν υπάρχουν σχόλια: