Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Νατάσας Κεσμέτη: Ὁ καμός




Δέν ξέρω ἄν γεννήθηκε ἐδῶ ἤ ἄν μωρουδέλι τήν ἔφερε ἀπό τή Σμύρνη ἡ μάνα της : περβολαριά ἐ κ ε ῖ  καί γαλατοῦ ἐ δ ῶ.  Αὐτά τά ξέρουν ἴσως οἱ πιό μεγάλοι , μά πόσοι ἀπόμειναν κι ἀπ’αὐτούς ;
Ξέρω πώς ἡ μάνα της δέν τῆς χαριζότανε σέ τίποτα . Τῆς εἶχε πεθάνει μιά μεγαλύτερη  κόρη φυματικιά καί ἔλεγε μέ καμό κάτι μοιρολόγια σάν τοῦτο : « Μοῦ πέθανε ἡ ὀμορφιά καί μοῦ μεινε ἡ κιτρινιάρα , τό μαυροτσού
καλο ». Ἔδειχνε  τό μεγάλο κάντρο μέ τήν φωτογραφία της κι ἀνεστέναζε:
     Τσί γλύκες τση, π ο ι ά  τσ’ἔχει;
     Ἡ πεθαμένη ἦταν σάν τήν Σμύρνη :
     Μ ό ν ο  κ α λ ά.  Ποιά θά μποροῦσε νά συγκριθεῖ μαζί της ;

Ἡ ζωντανή δέν ἔμοιαζε νά μή χολοσκάει... Οὔτε γιά τίς  κατάρες πού ἔτρωγε  ὅταν ἀρχίζανε οἱ μεγάλοι καυγάδες . Εἶχε ἕνα σωρό ἔρωτες ἀπό νωρίς , δούλεψε σέ  ραφτάδικα καί πλεκτήρια ὥσπου ἀγόρασε  ἐπαγγελ-
ματική δική της μηχανή γιά νά παίρνει δουλειά καί στό σπίτι. Οἱ ἄντρες πού μπλεκότανε μαζί τους  δέν τῆς δείχνανε  τρυφερότητα ἤ πάθος. Οὔτε  σεβασμό οὔτε σημασία. Μόνο φόβο γιά τή γλώσσα τῆς μάνας της . Ἀλλά αὐτή, ὅταν ἔβγαινε κρεμασμένη στό μπράτσο τους, περπατοῦσε ἀγέρωχη,  καμαρωτή, στολισμένη γιά τόν  κόσμο ἑνός καθρέφτη πού μόνον ἡ ἴδια ἔβλεπε ὁλόγυρα ,  καί γιά τόν ὁποῖο, περισσότερο,  προοριζόταν  τά λοῦσα καί τά κίτρινα  χρυσαφικά πού φορτωνόταν,παρά γιά τούς ἄντρες ...
     Μέ ὅλα τά τσιριτιά τῆς μάνας της,  τριγύρισε μέ τήν ψυχή της  στά νυχτομάγαζα :μά στίς Τζιτζιφιές, μά στόν Πειραιά, μά στίς Ἐθνικές , μά  στό Λαύριο, μά στόν Ἀσπρόπυργο .
     Ἔκανε  δυό γάμους καί κανένα παιδί.
    Ἀπό τότε πού τῆς πέθανε ὁ δεύτερος, ρουφιόταν λίγο λίγο ὅλο καί πιό βαθια στό σπίτι της,  ὥσπου ἔπαψε νά βγαίνει ὁλότελα..Στό ΚΑΠΙ δέν πάτησε ποτέ τό πόδι της, κι ἄς ἦταν δυό βήματα κοντά της. Κάπνιζε ἀσταμάτητα.
     Σήμερα, τοῦ Ἁγίου Σπυριδώνου 2014, ἔκλεισε γιά τά καλά τό σπίτι τῆς μαύρης τῆς Μαρίτσας, κόρης  περβολαριᾶς ἐ κ ε ῖ  καί γαλατοῦς ἐ δ ῶ, μιά φορά...
     Δέν ξέρω οὔτε ποιός κάλεσε ἀσθενοφόρο , οὔτε τί ἔπαθε ξαφνικά. Πολλές φορές εἶχα πιάσει τόν ἑαυτό μου νά σκέπτεται :
 « Μιά   μέρα θά μᾶς ποῦνε πώς πέθανε,  καί δέν θά λείψει σέ κανένα.Δέν  ἐνδιαφέρει καμιά ζωή καί  καμιάν Ἱστορία .»
     Ἔτσι κι ἔγινε ... Θ’ἀνοίξουν ἄραγε τώρα τά παράθυρα ; Ποιός θάρθει νά κάτσει ;.. Τόν ἄντρα της ,δέν εἶμαι σίγουρη , τόν λέγανε  Σταῦρο ἤ Σπύρο ; 
  
      Σήκωσε κι αὐτή τόν καμό της  κι ἄς μήν τό ξέρει κανείς π ῶ ς . Κανείς ἔξω ἀπό τόν Ἄγγελό της. 


[Παράλληλη δημοσίευση με το περιοδικό Φρέαρ]