Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Τό δέντρο


Image
φωτό: Αλ. Μάινας
Τό καμμένο δάσος εἶχε ξυλευτεῖ. Οἱ κομμένοι κορμοί ξεχώριζαν ἀνάμεσα στά φλεβαριάτικα χόρτα πού εἶχαν ἀρχίσει νά ψηλώνουν ἀρκετά παραπέμποντας στήν ἐπικείμενη ἄνοιξη, παρ’ ὅλη τήν ἐπιμονή τοῦ χειμώνα μέ πολυήμερες καταιγίδες καί χιόνια. Οἱ κορυφές τοῦ βουνοῦ λευκές, ἡ πυρόπληκτη πλαγιά ἄχνιζε ἀπό τήν ὑγρασία λυώνοντας στόν ἀέρα τίς νιφάδες τῶν χιονοριπῶν.
   Εἶχα ἀπό ὥρα σταθμεύσει τό αὐτοκίνητο σέ μιάν ἄκρη, στίς ἀρχές τοῦ λασπωμένου δασικοῦ δρόμου, ἀποφασίζοντας νά περπατήσω. Οὔτε κατάλαβα πῶς βρέθηκα ὄχι μόνο στόν τόπο, ἀλλά καί στό σημεῖο πού στέκω τώρα. Ὅλο κι ὅλο εἶχα ἀποφασίσει νά φύγω ἀπό τό γραφεῖο νωρίτερα σήμερα, δηλαδή μεσημέρι, νά γυρίσω σπίτι. Νοσταλγοῦσα νά χαλαρώσω μέ μιά μπύρα στόν καναπέ, νά ξεφυλλίσω βιβλία μισοτελειωμένα ἤ, καλλίτερα, ναί, αὐτό στήν πραγματικότητα ἐπεδίωκα, νά καταφέρω ν’ ἀδειάσω ἀπό παρεμπίπτουσες ἀνάγκες τῆς καθημερινότητας, νά βρεθῶ στό κενό, νά γεμίσω τίς μπαταρίες μου.
   Τούς τελευταίους μῆνες πολυποίκιλες ἀνατροπές, ἐσωτερικές ἀνακατατάξεις, ἀλλά κυρίως τό τρέξιμο στή δουλειά δέν ἄφηνε περιθώριο οὔτε στόν πεντάωρο ὕπνο. Ἡ φιλοδοξία νά μπορεῖς νά καλύπτεις τίς ἀνάγκες ἑνός βίου στοιχειώδους αὐτάρκειας, μέ τίς ἔκτακτες καί ἀνυπολόγιστες ἐκ παραλλήλου ὑποχρεώσεις πρός τό κράτος καί τό κοινωνικό σύνολο, ἔχει πλέον ἀρχίσει νά εὐοδώνεται μέ ὅλο καί μεγαλύτερη δυσκολία.
   Αὐτή κι ἄλλες παρόμοιες σπαζοκεφαλιές εἶχαν θολώσει τήν προσοχή μου, μέ ἀποτέλεσμα νά περάσω τή διασταύρωση τῆς κεντρικῆς λεωφόρου μέ τόν δρόμο πού ὁδηγοῦσε σπίτι. Τό παράξενο εἶναι πώς ἀφοῦ κάποια στιγμή τό πῆρα εἴδηση, ἀντί νά βρῶ ἕνα φανάρι, κάποιο ἄνοιγμα πού νά ἐπιτρέπει τήν ἀναστροφή, πάτησα τό γκάζι, ἄναψα τό ραδιόφωνο, κι ἄρχισα ν’ ἀκολουθῶ τίς ταμπέλες πού μέσω Ἀττικῆς Ὁδοῦ ἔβγαζαν στήν Ἐθνική.
   Φτάνοντας ἐκεῖ διαπίστωσα πώς εἶχα σχεδόν ξεχάσει πῶς εἶναι νά ὁδηγεῖς στήν κεντρικότερη ὁδική ἀρτηρία τῆς χώρας. Ὥσπου νά συναντήσω τά πρῶτα διόδια ἔνιωθα τό κεφάλι μου κουρκούτι. Ἀμέσως ὅμως μόλις ἡ μπάρα ἔπεσε πίσω μου τσίτωσα τό γκάζι κι ἔφυγα σφαίρα. Ποῦ πήγαινα; Ἄφηνα τά χιλιόμετρα νά μέ καταπίνουν. Ἀδιαφοροῦσα γιά τά ραντάρ τῆς τροχαίας, τ’ ἀσφαλή περιθώρια προσπεράσεων, ἐκεῖνος ὁ δαίμονας πού γιά χρόνια εἶχε πέσει σέ χειμερία νάρκη μέσα μου ξύπνησε ἀπότομα, καθοδηγοῦσε τήν τρελή μου κούρσα. Ὄχι, δέν αἰσθανόμουν νέα καί παράτολμη, δέν ἐπεδίωκα νά ξαναβρεθῶ στό ὅριο τῆς ἐπικινδυνότητας, ὡστόσο ἡ ἀποκοτιά πού ἐρχόταν σ’ ἀντίθεση μέ τήν συμβιβαστικότητα τῆς ἡλικίας τῶν πενήντα αἴφνης μέ μέθυσε. Ἡ καμπίνα ξεχείλισε ἀπό ἀδρεναλίνη κι ἀσυναίσθητα ἄνοιξα τέρμα τά μπροστινά παράθυρα. Ὁ παγωμένος ἀέρας καί ὁ θόρυβος φάνηκε νά μέ συνεφέρνουν. Τά 180 ἔπεσαν σταδιακά στά 120, ἐνῶ εἶχα στό μεταξύ σέ χρόνο ρεκόρ φτάσει καί περάσει τά δεύτερα διόδια.
   Ἔστριψα δεξιά σκεπτόμενη νά σταματήσω στην πρώτη μεγάλη παραλιακή πόλη πού θά συναντοῦσα. Ὡστόσο φτάνοντας ἐκεῖ τό μετάνιωσα. Τό νερό μοῦ δημιουργοῦσε ἀπό πάντα αἴσθηση πνιγμοῦ. Δέν μέ ξεκούραζε ποτέ, δέν μέ χαλάρωνε ἕνα ζεστό ντούς ὅπως τούς περισσότερους, μερικές φορές καθώς τό ‘βλεπα νά τρέχει μέ διαπερνοῦσε σύγκορμη ρίγος, ἕνα κύμα πανικοῦ, οἱ καλοκαιρινές διακοπές μέ τό μπές-βγές στή θάλασσα σέ συνδυασμό μέ τό ἁλάτι καί τήν ἀφόρητη λάβρα τοῦ ἥλιου ἦταν τό μαρτύριό μου. Πολλοί φίλοι καί γνωστοί πού θεωροῦσαν τή συγκεκριμένη μου ἰδέα ὁλωσδιόλου ἀφύσικη, μέ συμβούλευαν, ὁρισμένοι μάλιστα ἐπέμεναν ἰδιαίτερα, νά δοκιμάσω ὁπωσδήποτε μιάν ὕπνωση, ν’ ἀνακαλύψω τί μοῦ ‘χε συμβεῖ σέ προηγούμενη ζωή. Τρέχα γύρευε…
   Εἶχα ἤδη μιά προηγούμενη ζωή ἐντός αὐτῆς πού διένυα ἤδη, στό διάβα τῆς ὁποίας εἶχα θάψει πολλούς καί πολλά. Στήν πραγματικότητα μᾶλλον ἔπρεπε νά πῶ: κάθε πρόσωπο καί κάθε κατάσταση τοῦ βίου μου-μιά ξεχωριστή περίπτωση, ὁλόκληρη ζωή ἀπό μόνη της, καθεμιά τους προηγούμενη, κλεισμένες, ἄλλες μέ περίσκεψη ἄλλες χωρίς, στό σεντούκι ἑνός ἰδιότυπου ἀλτζχάϊμερ.
   Ἐν τούτοις, περιέργως πῶς, τό νερό μᾶς εἶχε φέρει κοντά μέ τήν Α. ἀναπόλησα, ἐνῶ κινιόμουν στήν παραλιακή πού ὁδηγοῦσε ἀπό τήν ἐπαρχιακή πρωτεύουσα στά ὀρεινά χωριά. Ἡ Α. μάλιστα εἶχε ἰδιαίτερη ἀγάπη στήν πόλη πού ἄφηνα πίσω, κατάσταση πού τήν ἔκανε ν’ ἀναρωτιέται ἀπό ποῦ τάχα προέκυπτε ὁ τόσον ἰσχυρός καί παράδοξος σύνδεσμος. Σ’ ἕνα κόκκινο διώροφο σπίτι κυρίως τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσοπολέμου, πού βρισκόταν στήν ἄκρη τοῦ πυκνοκατοικημένου ἱστοῦ τῆς μικρῆς πολιτείας, στόν πέτρινο φράχτη τοῦ ὁποίου ἔσκαγε μαλακά, περίπου ὑπνωτικά ἡ παλίρροια, λίγην ὥρα ἀφότου εἶχαν γιά τά καλά γυρίσει τά νερά. Κάθε φορά πού ἐρχόμασταν γιά ἕναν ἀπρογραμμάτιστο καφέ, μιά βόλτα ξέσκασμα, θά κατέληγε περπατώντας ἀπ’ ὅπου κι ἄν εἴχαμε διαλέξει νά καθίσουμε ἐδῶ, θά στεκόταν ρεμβάζοντας ἔξω ἀπό τόν μαντρότοιχο μέ τ’ ἀγκωνάρια. Ποῦ νά βρισκόταν τώρα ἡ Α.; ἀπόρησα, ἐνῶ ἡ εἰκόνα της στεκόταν μπρός μου μέ μιάν ἀλλόκοτη ζωντάνια.
   Οἱ παχειές φλοῦδες τῶν κομμένων κορμῶν, οἱ φαρδεῖς, οἱ ἐνήλικοι, οἱ ἔφηβοι κορμοί, μαῦροι ἀπό τήν παλιά φωτιά, δεῖχναν ἀκόμα πιό σκοτεινοί ἐξ αἰτίας τῆς ὑγρασίας πού ‘χε κολλήσει πάνω τους, ἀφύπνιζαν αἴσθηση τοῦ ἀλλόκοσμου. Σ’ ἕνα τέτοιο περιβάλλον σκέφτηκα, ὅπου χιλιάδες μύτες ὅμοιες μ’ αἰχμηρῶν καρφιῶν ὀρθόνωνταν ἀπό τό ἔδαφος διατρώντας τήν καμπυλότητα καί διακόπτοντας τήν ἀμβλύτητα τοῦ τοπίου, ὄμορφα πλάσματα, φιλόστοργα, δρυάδες καί νεράϊδες, δέν θά ὑπῆρχαν. Θά ‘χαν μετακομίσει ἀλλοῦ.
   Τήν ἴδια ὥρα εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι μέ πάγωσε τό ἀγιάζι πού κατέβαινε ὁρμητικό ἀπό τίς κορφές, ὡστόσο ὄχι. Τό σύγκρυο πού διέτρεξε τό σῶμα μου κάνοντας αἴφνης τά δόντια μου νά κροταλίσουν, τά ὄργανά μου ν’ ἀναταραχτοῦν ὅπως ἄν μετατοπίζονταν, κι ἀνεβοκατέβασε ἀπότομα τήν θερμοκρασία μου, ἦταν ὅλο κι ὅλο ἀπό τό τραχύ ἀνοιγκόκλεισμα ἑνός ἐσωτερικοῦ διακόπτη. Ἔνιωσα ἀφόρητη παρόρμηση νά τρέξω βάζοντας τά πόδια στούς ὤμους, ἐν τούτοις κάτι μέ κρατοῦσε καρφωμένη ἐκεῖ: αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰκόνα τοῦ τόπου ὅπου ἡ ζωή κι ἡ νεκρότητα βασιλεύουν μαζί.
   Εἶχα ἐπιτρέψει σέ πολλά πράγματα νά πεθάνουν μέσα μου, ἄν καί νόμιζα ὅτι ἔτσι, κάπως μοιραῖα, εἶχαν γράψει τόν κύκλο τους, τελειώνοντας φυσικά. Πίστευα κιόλας ὅτι αὐτό σήμαινε πώς εἶχα ἀποδεχτεῖ, πώς εἶχα φτάσει δηλαδή στό σημεῖο νά διαθέτω τήν ἰδιότητα ἐκείνη τῆς ὡριμότητας, ὅπου δῆθεν πορεύεσαι συμβιβαζόμενη μ’ ὅσα συμβαίνουν, καθώς καί μέ τόν τρόπο πού συμβαίνουν. Πώς ὄχι ἁπλῶς ἀναγνωρίζεις ὅ,τι σοῦ μέλλεται σάν καθῆκον, ἀλλά κυρίως πώς ἀποδέχεσαι νά τό ὑπηρετεῖς. Ἀκόμη καί μέ τόν καλλίτερο τρόπο πού μπορεῖς, πού ἡ κάθε ἐμπειρία σοῦ ἔχει κατασταλάξει. Τί εἶναι ἄραγε «καθῆκον»;
   Στήν πραγματικότητα εἶχα θάψει τήν καρδιά μου. Κοίταζα γύρω μου τόν σιωπηλό τόπο ὅπου οὔτε πουλί πετάμενο, μήτε τιτίβισμα, τό παραμικρό κάτι δέν ἔσπαγε τήν παγερή σιγή. Κοιτοῦσα τό τίποτα κατάματα; ἀπόρησα. Αὐτό πού μοῦ φαινόταν ἄδειο, νεκρό, πράγματι ἦταν; Γιατί στόν ἴδιο τόπο, τήν ἴδια στιγμή, ἡ ζωή φύτρωνε, μεγεθυνόταν μέ τά σπαθάτα χόρτα, τ’ ἀγριοβλάσταρα, τούς θάμνους πού ἀμυδρά πρασίνιζαν, καί τά λιανά πουρνάρια. Ὡστόσο αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ παρουσία ἔκανε ὀδυνηρά ἔντονη τήν ἀπουσία κάθε ἄλλου ἴχνους ζωῆς, ἀπό ἐκεῖνα τουλάχιστον πού ἡ δική μου περιορισμένη ἀντίληψη μποροῦσε νά ἐπισημάνει, ἐκμηδενίζοντάς μου τή δυνατότητα ἔστω νά ὑποψιαστῶ τό κάτι ἄλλο. Ποῦ χτύπαγε ἡ καρδιά τοῦ τόπου; Ἡ δικιά μου ποῦ; Πῶς; Ὅ,τι ἀντίκρυζα ἦταν ἄραγε ἡ προβολή τοῦ ἑαυτοῦ μου; μ’ ἕναν τρόπο τό ἀπείκασμα τῆς δικῆς μου ζωῆς;
   Ἤμουν γύρω στά δέκα ὅταν μοῦ χάρισαν ἕναν τόμο μέ διηγήματα διασκευασμένο γιά παιδιά. Διασκευασμένη λογοτεχνία! Τί ἰδέα! Κι ἀπό τήν ἄλλη ἀναρωτιέμαι, ποιός εἶναι αὐτός πού διασκευάζει; Τί σημαντικό περιλαμβάνει, τί ἐξαιρεῖ ἀπ΄ τό πρωτότυπο, μέ ποιά κριτήρια; Κι ἡ γλώσσα;... Ὡς πρός τή γλώσσα γραφῆς τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου, μέ ποιά τάχα γλώσσα στό μυαλό, τήν καρδιά του ἐπεμβαίνει, περικόπτει, ἀλλοιώνει; Πῶς ἀποφάσισε ἤ, ποιός πίσω ἀπ’ αὐτόν, τόν ὤθησε ν’ ἀποφασίσει ὅτι ἡ γλώσσα χωρίζεται σ’ ἐποχές, σέ ἡλικές, σέ παλιά καί νέα, περιτέμνεται μέ κοινωνικά, ψυχολογικά μέτρα καί σταθμά;
   Ἔν πάση περιπτώσει, ἕνα ἀπ’ ὅλα μ’ εἶχε ἐντυπωσιάσει: ὁ θάνατος τοῦ παλληκαριοῦ. Τό μοναδικό τοῦ Παλαμᾶ. Ἑτοιμοθάνατος ὁ γιός ἀπό ἀτύχημα παρακαλάει τή μάνα του νά τόν κλάψει ζωντανό. «Μιά χάρη τώρα σοῦ ζητάω, κλάψε με νά σ’ ἀκούσω». Καί τήν ἔβαλε κι αὐτήν κι ὅλο τό χωριό νά τόν μοιρολογήσουν.
   Ἡ φράση μοῦ ‘μεινε ἀνεξίτηλη: κλάψε με νά σ’ ἀκούσω. Ἀρκετές φορές μάλιστα στή διάρκεια τοῦ βίου ἐξ ἀφορμῆς διάφορων συγκυριῶν καί περιστατικῶν συνέβη νά τήν ἀναπολήσω, νοερά νά τήν ἀναμασήσω, μολονότι δέν τήν ἐξέφρασα ποτέ ὅπως τουλάχιστον νόμιζα, ἐπειδή δέν ἔτυχε σέ κάποιον νά τήν ἐκστομίσω.
   Καθώς τό βλέμμα, οἱ αἰσθήσεις μου περιπλανιόνταν γύρω, ἐνῶ ἡ προσοχή μου ἦταν κυρίως στραμμένη ἐντός, ἀναρωτήθηκα αἴφνης: αὐτή ἡ σιωπή εἶναι ἑνός εἴδους κλάμα γιά τόν καμμένο, τόν μισόνεκρο τόπο;
   Μέ τήν Α. εἴχαμε χαθεῖ γιά χρόνια. Μέ τό ζόρι, σπάνια, μιλούσαμε στό τηλέφωνο, ἐπειδή κάποιες κοινές ὑποθέσεις, ἴσως καί μιά ἀόριστη ὑποχρέωση, κάποιου βαθμοῦ ἐνοχή ἀπέναντι στά παλιά, μᾶς παρακινοῦσαν νά ἐπικοινωνοῦμε. Τό ‘φερα βαρέως κάθε φορά, κι εἶμαι βέβαιη κι αὐτή τό ἴδιο. Ἡ διάρκεια τῶν τηλεφωνημάτων ὡστόσο ἦταν μακροσκελής. Πῶς βρισκόταν τέτοια διάθεση, πῶς ξέφευγε ἀνάμεσα ἀπό τό πυκνοϋφασμένο πλέγμα τῆς ἀπολύτως αἰσθητῆς ἀμηχανίας καί τῶν δυό μας, ἀπό ποῦ ἔπαιρνε κουράγιο ἡ ἀνούσια λογοδιάρροια; Ὁ κοινός μας τότε παρανομαστής ἦταν οἱ ζωές τῶν ἄλλων, τά συμβαίνοντα γενικῶς. Πράγμα πού ἐμένα τουλάχιστον μοῦ δημιουργοῦσε ἀφόρητη ἐνόχληση, μιά διάθεση νά πετάξω τό ἀκουστικό στόν τοῖχο, νά τό σπάσω, κι ὅμως, καθόμουν στήν πολυθρόνα μου ἥσυχη, ὑποδαύλιζα τή συνέχεια, συναινοῦσα, παραδόξως δέν ἔλεγα νά τό κλείσω. Κάθε φορά μετά τό τέλος μιᾶς τέτοιας συνομιλίας ἀποροῦσα ποῦ καί πότε νά ‘χαμε χάσει τήν εἰλικρίνεια καί τήν ἐντιμότητα, τουλάχιστον αὐτά ἀνάμεσα σέ οὐσιαστικότερα ἄλλα, πού παλιότερες ἐποχές κρατοῦσαν ἐνεργή καί ζωτική τήν ἀνάγκη καθεμιᾶς πρός τήν ἄλλη.
   Στήν πραγματικότητα, ἀναγνωρίζω τώρα, ἡ ἄποψή μου περί ἐντιμότητας βασιζόταν σέ μιάν ἰδέα. Ἐπειδή σέ ὅ,τι μέ ἀφορᾶ τουλάχιστον, ἤθελα πάντα νά πιστεύω γιά μένα ὅτι κινοῦμαι ἀπό μιά τέτοια πρόθεση, μᾶλλον μέ βόλευε νά ἡσυχάζω τόν ἑαυτό μου πώς τίς φορές πού ἀνέκυπταν προβλήματα, ἡ ἀφεντιά μου εἶχε κάνει πάντα τό καλλίτερο. Ἡ ἀφεντιά μου!; Ποιός, πού εἶναι ἀφέντης πράγματι, δέν γνωρίζει ἐπακριβῶς κάθε στιγμή τί συμβαίνει, τί γίνεται στόν τόπο του; ἀπό ποῦ καθετί ἀφορμᾶται;
  Τό μούχρωμα πού ἀνάτελε στίς ἄκρες τοῦ ὁρίζοντα, ἔτσι καθώς διακρινόταν ἀνάμεσα ἀπό τήν περιρρέουσα ὁμίχλη, σκορποῦσε μιάν ὑπόφαιη ὠχρότητα στίς λευκές κορυφές, ἐνῶ στό δάσος πού βρισκόμουν τό σκοτωμένο χρυσαφί ἀναμεμειγμένο μέ τούς πυκνούς κόκκους τῆς ὑγρασίας, τούς ὅμοιους μ’ ἐκείνους τούς βαρεῖς ὑπόλευκους πού χτίζουν σταλαγμίτες, ζωντάνευε τό σκηνικό ἀλλόκοσμης διάστασης. Μιά χαρά θά μποροῦσα νά πετρώσω. Στή στιγμή! Δίχως νά τό πάρω εἴδηση... Δέν χρειάζεται νά μεταβεῖ κανείς πουθενά, κατάλαβα. Ἐδῶ πού εἶναι, ἐδῶ πού εἴμαστε ὑπάρχουν, συμβαίνουν ὅλα. Κλάψε με νά σ’ ἀκούσω, κλάψε με νά μ’ ἀκούσω, ἀνομολόγησα.
   Ξάφνου συνειδητοποίησα ὅτι τά πόδια μου ἦταν κόκκαλα ἀπό τήν παγωνιά, τά παπούτσια μου μές στή λάσπη. Ασυναίσθητα ἔψαξα τά τσιγάρα, ἐνῶ δέν ἤθελα νά καπνίσω. Τό πακέτο ἦταν ἄδειο. Ἀλλά ἡ σκέψη τοῦ καπνοῦ στό στόμα, ἡ ζέστη του στήν ἄκρη τῆς γλώσσας, ἡ γεύση του στούς κάλυκες, ἡ μεστή ἀπ’ αὐτόν εἰσπνοή πού σάν χάδι γλύστραγε στήν ἐπιγλωττίδα, ἡ γέννηση τῆς ἀκραιφνοῦς ἐπιθυμίας μέ μετέφεραν βίαια, ὡστόσο ἀνεπιστρεπτί, ἀπό τήν προηγούμενη ἄκρη τῆς συνείδησής μου σέ μιάν ἄλλη, ὅπου γιά πρώτη φορά συνειδητοποίησα πόσο εὔκολα, γρήγορα καί μέ πονηρία, πρῶτα-πρῶτα μπορῶ νά κοροϊδεύω, νά ψεύδομαι στόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό, ἐνῶ τήν ἴδια στιγμή τό βάζω στά πόδια. Ἐξαφανίζομαι ἀπ’ ὅ,τι μέ ἀπαιτεῖ. Δέν ἔχω τά κότσια, παραδέχτηκα, ποτέ δέν τά ‘χα. Τότε, ἀλήθεια, τί γύρευε ἡ λέξη ἐντιμότητα στό λεξικό μου;
   Ἡ ἱστορία μέ τήν Α. εἶχε ξεκινήσει νά γράφεται πρίν ἀπό τριάντα κάτι χρόνια. Τό κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς σχέσης, ὅπως νόμιζα, ἦταν ὅτι ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἀλλά καί συχνά-πυκνά ἀργότερα, μιλούσαμε ἔτσι ὅπως μιλάει κανείς μόνο μέ τόν ἑαυτό του. Μολονότι τόσο ἐκείνη κι ὅσο κι ἐγώ προχωρώντας σέ ἀπροσδόκητες διαδρομές τοῦ βίου, μεγαλώνοντας, ἀνακαλύπταμε κατά τή διάρκεια ὁρισμένων θεοσκότεινων καί τήν ἴδια στιγμή παραδόξως κατάφωτων στιγμῶν πώς πολλές ἀπό τίς ἰδιότητες πού θεωρούσαμε ὅτι προσδιόριζαν τόν ἑαυτό μας, οἱ ὁποῖες χαρακτήριζαν τήν καθεμιά μας ὡς «αὐτή εἶμαι», ἀνατρέπονταν ὁλοσχερῶς.
   Κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια, πῶς ἦταν δυνατόν νά ἐξακολουθῶ νά πιστεύω στήν ὅποια ἀλήθεια μεταξύ μας; Ἡ μόνη διαπίστωση πού φαινόταν νά παραμένει ἰσχυρή κι ἀναπότρεπτη ἀνάμεσά μας ἦταν ὁ πόνος. Βαθύς, μέ κοινή ρίζα. Ἔμοιαζε  ὁ σπόρος, ἡ πρώτη ἀρχή αὐτοῦ τοῦ πόνου νά εἶναι ἡ ἔλλειψη. Ἡ ἔλλειψη γενικῶς, ἀλλά καί συγκεκριμένα στήν περίπτωσή μας ἡ ἔλλειψη τῆς ἄλλης, πού γινόταν βιωτή ἀκόμη καί τότε πού οἱ συναντήσεις μας ἦταν σχεδόν καθημερινές. Στήν οὐσία: ἡ ἀπουσία στήν παρουσία. Τό πάθος γιά μονιμότητα τῆς σχέσης, γι’ ἀποκλειστικότητα, ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἔντασης ἀνάμεσά μας πού ἀπελευθερωνόταν, ἐπικάλυπτε ἤ κι ἐξουδετέρωνε τά πάρε-δῶσε καθεμιᾶς μας μ’ ἄλλους κατά ἐποχές. Ὡστόσο, μ’ ὅλο τό θάρρος πού χρειάζεται, παραδέχομαι τώρα πώς αὐτός ὁ πόνος ἦταν πάντοτε παρών κι ἀκόμα εἶναι. Ἴσως μάλιστα πράγματα πού εἰπώθηκαν καί μεσολάβησαν ἀνάμεσά μας, ὀδυνηρές συμπλοκές κάποτε-κάποτε πού ἔφτασαν στό σημεῖο νά μᾶς ἀπομακρύνουν, τή δύναμη αὐτοῦ τοῦ πόνου νά μή τήν ἔφτασαν, μπροστά του ὅ,τι συνέβη νά μήν ἔμοιαζε οὔτε κἄν παρανυχίδα. Ἴσως γι’ αὐτό καμιά ἀπό τίς δυό μας δέν βρῆκε τό κουράγιο ὥς τώρα νά δώσει ὁριστικό, ξεκάθαρο τέλος; Ὁ πόνος κρατοῦσε ἀκόμη ζωντανό ὅ,τι ἔμοιαζε ἀπό πολύ καιρό ἤδη πεθαμένο;
   Τό σκοτάδι ἔπεφτε ἀργά. Αἴφνης μιά μακρόσυρτη κραυγή πού ἀκούστηκε σάν νά ‘ταν μακριά καί δίπλα - κουκουβάγια; κάποιο ἄγνωστο θηλαστικό; - ἔκοψε τή σιωπή μέ τόν ἴδιο τρόπο πού τό διαμάντι κόβει ἕνα γυαλί. Ὁ κλωβός μου ἔσπασε. Ἔμεινε ὄρθια μιά μνήμη κι ἐγώ νά εἶμαι ἐκεῖ-ἐδῶ, τώρα: τήν ἴδια ἐποχή, τήν ἴδια ἀκριβῶς μέρα, ἡ Α. καί ἐγώ εἴχαμε χωρίσει μέ τόν Ν. καί τόν Β. Μακρόχρονες σχέσεις καί γιά τίς δυό μας, ἔμπλεες σέ ὄνειρα καί προσδοκίες γιά κοινό μέλλον, θρεμμένες μέ τή βεβαιότητα - μ’ ἐκεῖνον τόν ἀπαράμιλλο τρόπο πού μόνο τά νειάτα ἔχουν τή δυνατότητα νά ταΐζουν, νά μεγαλώνουν καί νά ἐνηλικιώνουν τέτοιες ἀπολυτότητες, ἐνῶ ἡ «τροφή» μπορεῖ νά στερεῖται ἀκόμη καί κάποια ἀπό τά βασικά συστατικά -, πώς ἐπρόκειτο γιά καθοριστικούς ἔρωτες, μεγάλους ὁπωσδήποτε, ἀνεπανάληπτους, ἐξόχως εἰδυλλιακούς. Ὡστόσο οἱ ἔρωτες δαῦτοι ἔλαβαν ἀδόξως τέλος. Συναντηθήκαμε μέ τήν Α. Ἀκριβῶς: συναντηθήκαμε! Συμπτωματικά φτάσαμε στό σημεῖο τοῦ ραντεβού τήν ἴδια στιγμή, τά βήματά μας σκόνταψαν ἕνα-δυό μέτρα πρίν τήν εἴσοδο τοῦ καφέ. Μέ κόκκινα μάτια, πρησμένα, κρατούσαμε στό χέρι ἀπό ἕνα τσιγάρο. Σταθήκαμε. Κι ἀμέσως καθεμιά ἔγινε πόρτα τῆς ἄλλης. Πιαστήκαμε ἔτσι ὅπως θά πιανόταν θ’ ἀγκάλιαζε κανείς τόν στέρεο, τόν στιβαρό κορμό ἑνός αἰωνόβιου δέντρου. Ὅπως θ’ ἀγκάλιαζε, θά βυθιζόταν στήν ἴδια τήν ψυχή του ἄν ἤξερε ποῦ, πῶς νά τή βρεῖ. Σ’ αὐτή τή στιγμιαία συνάντηση, παραδόξως, ὁ μεταξύ μας πόνος ἐξατμίστηκε. Ὁ Ν., ὁ Β., ἄλλοι κι ἄλλα ἐπίσης.
   Ἔκλεισα τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου πίσω μου. Κλάψε με Α. μου-κλάψε με νά σέ κλάψω…, μή καί μᾶς ἀκούσω, ξέσπασα. Ὁδηγοῦσα ἀργά. Θρόμβοι ὁμίχλης ἔξω ἀπό τό αὐτοκίνητο-ἐντός. Ἡ μεσαία σκάλα τῶν φώτων δέν μέ βοηθοῦσε, οὔτε ἡ μεγάλη. Προτίμησα τή μικρή. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὁπουδήποτε ὥς σήμερα πήγαινα-πήγαινα στά τυφλά. Ἡ Α. στή θέση τοῦ συνοδηγοῦ μέ καρφωμένα τά μάτια πάνω μου, στό δρόμο-ἐμένα τό δρόμο, φαινόταν νά διακρίνει τό τοπίο, νά ξεχωρίζει τόν τόπο. Μέ τόν τρόπο της, μέ τήν παρέα, τίς ὁδηγίες της, ἔφτασα στήν ἐπαρχιακή ὁδό, διασταυρώθηκα μέ τό κόκκινο νεοκλασικό, ἔκοψα ταχύτητα γιά μιά στιγμή νά προλάβει νά τό χαιρετήσει, πέρασα τήν παραλιακή πρωτεύουσα, βγῆκα στήν ἐθνική. Ἡ Α. σέ κάποιο σημεῖο εἶχε ἀποβιβαστεῖ, δέν πῆρα εἴδηση ποῦ, ἕνα ράκος γύρισα σπίτι.
   Ἄνοιξα ἕνα μπουκάλι θερμό ρουμπινί κρασί, σέρβιρα βιαστικά στό ἀγαπημένο μου ψηλό κρυστάλλινο ποτήρι, ἤπια μέ βουλιμία μιά γερή γουλιά. Κανονικά θά ‘πρεπε νά πετάξω τά ροῦχα, νά κάνω ἕνα ντούς, νά ξαπλωθῶ στόν καναπέ. Κάτι ὡστόσο μ’ ἔσπρωχνε ν’ ἀνοίξω τόν ὑπολογιστή, εἰδικότερα τήν ἀλληλογραφία μου. Καθώς κατέβαινε ἡ λίστα μέ τά σημερινά εἰσερχόμενα, πρῶτο-πρῶτο φιγουράριζε ἕνα ἀπό τήν Α. Νόμιζα πώς ἔβλεπα στή φαντασία μου. Ἐν τούτοις κλικάρισα πάνω του, τό ἄνοιξα:
   «Τελευταῖα συχνά καθώς ἀναφέρομαι ἤ μιλάω μ’ ἄλλους, στά ὀνόματά τους μπλέκεται τό δικό σου. Γιατί χαθήκαμε; ἀναρωτιέμαι, ποῦ; Ὅσο, ὅπου καί νά κοιτάζω, στά παλιά, στά πιό πρόσφατα παλιά, ἕνα βρίσκω γεγονός: μοῦ λείπεις.
   Περιδιαβαίνω τή ζωή μου, μετράω τήν ἡλικία, εἶμαι καλά, ὅμως ὥς πότε; Κανείς δέν τό ξέρει… Ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή τῆς δυσκολίας, θά εἶμαι ὄρθια, θά σκέφτομαι καθαρά; Κάποια πράγματα θά τά προλάβω;
   Διερωτῶμαι συχνά ἐδῶ κι ἀρκετές μέρες, κι ἐλπίζω ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς πίεσης πού δημιουργεῖ τό προαίσθημα πού κανείς μας δέν θέλει νά τό ἀντιληφθεῖ, νά τό δεχτεῖ ὡς μήνυμα συγκεκριμένο, τήν ὥρα ἐκείνη τῆς μετάβασης, ἄν μποροῦσα νά διαλέξω τίς ἀπαραίτητες γιά μένα ἀποσκευές, ποιές, πόσεςί θά διάλεγα νά πάρω; Ἐσένα ὁπωσδήποτε. Ἐννοῶ, καθετί ἀπό σένα πού γνώρισα ἤ κι ἀγνόησα σ’ ἐτούτη τή ζωή. Κι ὕστερα πάλι σκέφτομαι, ἄν ὄχι ἐγώ ἀλλά ἐσύ ἔφευγες πρώτη, ὅταν τό μάθαινα τί νόημα θά ‘χε ὁ πόνος, τό κλάμα, τό μετάνιωμα, οἱ ἐνοχές, νά σοῦ μιλάω τότε μιλώντας στήν πραγματικότητα στίς μνῆμες μου ἀπό σένα, κι ὄχι στήν ἴδια καθαυτή… θά μ’ ἄκουγες; Θά μποροῦσες νά μ’ ἀκούσεις;
   Εἴμαστε ἀκόμα ἐδῶ,καί θά ‘θελα τώρα ἐδῶ νά συναντηθοῦμε, νά φωνάξουμε, νά χτυπηθοῦμε, νά κλάψουμε ἄν χρειαστεῖ, νά μοῦ μιλήσεις, νά σοῦ μιλήσω, ν’ ἀκουστοῦμε…»
   Δέν βλέπω ἄλλο τίς σειρές, τά γράμματα, τίς λέξεις. Μονάχα κάτι ὀγκῶδες, στέρεο, ἀπροσδόκητα θερμό: ὁ αἰωνόβιος κορμός. Αἴφνης στέκει ἐδῶ, στόν τόπο-τόπο μας μέ τήν Α. Ἐκείνη, ἡ ζωη, ἡ Μάνα, ἐγώ, λάβαμε τή σπάνια χάρη γέλιο ἤ κλάμα ν’ ἀκουστεῖ ὅσο εἴμαστε ἀκόμα ζωντανές.

[Πρώτη Δημοσίευση: Ηλεκτρονικό Περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 22, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2013]
[Η φωτογραφία του Αλ. Μάϊνα είναι από την δημοσίευση στό Βακχικόν

Δεν υπάρχουν σχόλια: