Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ασημίνας Ξηρογιάννη: Εποχή μου είναι η Ποίηση

Στα τέσσερα χρόνια εκδοτικής παρουσίας της Ασημίνας Ξηρογιάννη, η ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι το τέταρτο βιβλίο της. Εδώ το ενδιαφέρον της ποιήτριας μεταφέρεται από το κέντρο προς την περιφέρεια του κύκλου, από το άτομο προς την κοινωνία και τα σημερινά της αδιέξοδα.
Έχω την εντύπωση πως η αίσθηση του ανεκπλήρωτου που διαπερνά την πρώτη της συλλογή, Η προφητεία του ανέμου (Εκδ. Δωδώνη, 2009), αλλά και τα μεταγενέστερα βιβλία της, οι διαψεύσεις που βιώνει εκεί η δημιουργός εξαιτίας της ανάγκης της για κάποια ουσιαστική διαπροσωπική σχέση που επιτέλους θα ριζώσει και θ’ ανθίσει, και που ωστόσο δεν, όσο και ο πόνος της απώλειας που την ταλανίζει, μοιάζουν να γίνονται η αιτία που την ωθεί να στραφεί και να στοχεύσει όχι πια στην ικανοποίηση που αντλεί κάποιος από την ανταπόκριση και την πλήρωση που προσφέρει η πραγμάτωση ενός έρωτα, αλλά από την κοινωνική αντίστοιχη. Όμως και πάλι ίδια πικρία και απογοήτευση διατρέχει τους στίχους, κυριαρχεί στην καρδιά της: Γιατί να γράφεις ποιήματα/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες; Ή: Δεν παλεύεται η πραγματικότητα/ με όμορφα συνδυασμένους τρόπους/ και έντεχνη αθωότητα.
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη αναρωτιέται για το είδος της επικοινωνίας που υπάρχει ή που χρειάζεται ν’ αναπτυχθεί ανάμεσα σ’ εκείνη και τους γύρω της, προβληματίζεται ακόμη και για τη χρησιμότητα της ποίησης στις μέρες μας, διαλεγόμενη ωστόσο με τον εαυτό της εφόσον οι απαντήσεις που περιμένει μετά βίας ακούγονται, καθώς είναι ασύνταχτες και άναρθρες, μοιάζουν με δυσνόητη παντομίμα με την οποία προσπαθεί να εκφραστεί ένα πλήθος που βρίσκεται σε διαρκή σύγχυση: Η ποίηση είναι μια πολυτέλεια/ σε τέτοιους καιρούς, θα πεις./ Κι όμως μπορεί να είναι δρόμος. Ή αλλού: Μα δεν είναι τούτοι οι καιροί για ποίηση;
Φαίνεται προσωρινά να καταλήγει σε συμπέρασμα: Σε δύσκολους καιρούς/ δεν αναζητούμε/ τη μεγάλη ποίηση/ αλλά την επείγουσα, διαπιστώνοντας πως: κάθε τοίχος κι ένα σύνθημα./ Αυτή είναι η ποίηση που διαθέτουμε σήμερα. Εξ αυτού προτρέπει τον εαυτό της, αλλά και άλλους: Φτιάξε μια νέα ποιητική: «Πάρε υλικό από τη διάλυση/ και χτίσε ένα ακέραιο ποίημα».
Ωστόσο, αν και φαίνεται να γεννιέται μέσα της περιστασιακά μια ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει, αν και, χάρη σ’ αυτή την ελπίδα, μοιάζει να εφευρίσκει και να προτείνει τρόπους αντίδρασης στα συμβαίνοντα, αρκεί η παρατήρηση της πραγματικότητας ώστε η απογοήτευση και η διάψευση να την καταλάβουν γι’ άλλη μια φορά: Το ποίημα περιπλανιέται αδιάκοπα/ στους δρόμους της πόλης που ξαγρυπνά/...απεγνωσμένα ζητά/...να το γράψουν/ όμως: δεν γράφεται. Γιατί άραγε;
Μήπως η από πολλούς αναμενόμενη επανάσταση δεν θα γίνει με τους ίδιους τρόπους που γνωρίζαμε ως σήμερα; Ίσως δεν πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση. Μήπως η επανάσταση είναι περισσότερο από ποτέ ατομική υπόθεση; Ατομική – όχι προσωπική. Πιθανώς κι εξ αυτού του λόγου, αν και οι άνθρωποι που έχουν κάτι να πουν, και που είναι αυτοί που τους σημάδεψε ένας μεγάλος πόνος, δεν συμβαίνει την ίδια στιγμή και στον ίδιο βαθμό οι ανάγκες τους να συναντώνται, ν’ αθροίζονται, έτσι ώστε να συναποτελέσουν το μεγάλο πλήθος, το κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται, προκειμένου να συσταθεί το μαζικό κίνημα, μία, με γνωστούς πεπαλαιωμένους τρόπους καθοδηγούμενη έγερση, την οποία αρκετοί εξακολουθούν να ονειρεύονται. Ωστόσο, οι ονειρευόμενοι, αν τους παρατηρήσει κανείς, βλέπει ότι βαδίζουν με μιαν επιμονή ανεξήγητη σε πορεία αναντίστοιχη και οπισθοδρομική αναφορικά με τις απαιτήσεις της εποχής που διανύουμε.
Άλλωστε, επ’ αυτού και η Ασημίνα Ξηρογιάννη διαπιστώνει: κάποτε γράφαμε/ πατριωτικά ποιήματα/ κάποτε είχαμε πατρίδα. Η διαπίστωσή της βρίθει πικρίας και βαθέος παραπόνου: Στην πραγματικότητα είμαστε απάτριδες; Η συγκεκριμένη παραδοχή περισσότερο από άλλες την καίει; Το γεγονός ότι ακόμη και η λέξη «πατρίδα», όπως τόσες και τόσες άλλες, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα πουκάμισο αδειανό; Οπωσδήποτε, κανείς απ’ όσους με μαεστρία και απαράμιλλη υπομονή γκρέμιζαν και σκόρπαγαν στρατούς σαρακιών, που για χρόνια κατέτρωγαν την καρδιά των εννοιών και των πραγμάτων, κανείς απ’ όσους άρρητα άκριτα υπέθαλπαν, ενέδιδαν στη συγκεκριμένη τακτική, την επικροτούσαν (στο όνομα ποιας ελευθερίας και τίνος είδους δημοκρατίας τάχα;), ή απλώς σώπαιναν, διανοήθηκε ότι τα πλήθη των απάτριδων είναι χειρότερα και πιο επικίνδυνα από εκείνα των μισθοφόρων.
Οπότε, το ποίημα εξακολουθεί να περιπλανιέται αδιάκοπα/ στους δρόμους της πόλης που ξαγρυπνά./ Απεγνωσμένα ζητά/ απ’ τους μετανάστες, τις πόρνες και τους ζητιάνους/ να το γράψουν. Όμως οι συγκεκριμένοι αδυνατούν. Όπως και οι άλλοι: Εκείνοι που τους παρατηρούν, που χρησιμοποιούν συχνά την περίπτωσή τους ως κάποιου είδους σημαία. Παρόλο που το υλικό της εν λόγω σημαίας είναι ο πόνος, φαίνεται πως δεν αρκεί για κανενός είδους αλλαγή, ανατροπή στις συνήθειες του βίου. Γι’ αυτό ίσως είναι απαραίτητοι οι όμοιοι με αξίωμα στίχοι που παρατίθενται σε κάποιο άλλο ποίημα: Ακόμα κι αν δεν έχεις πληγή,/ οφείλεις να δημιουργήσεις μία/ χάριν του ποιήματος.
Αλλά τότε, αυτομάτως, ανακύπτει το ερώτημα: Τόσο η οδύνη όσο και η τέχνη είναι αυτοσκοπός; Παράλληλα, σε ό,τι αφορά την προέκταση της προτροπής στα κοινωνικά ζητούμενα, μπορούμε να παρατηρήσουμε την αυθωρεί αναίρεση της αλήθειας αυτής της ρήσης, η οποία την ίδια στιγμή δίδει απάντηση στους προβληματισμούς περί της παθητικότητας που διαπερνά την κοινωνία. Αν δεν επαρκεί ό,τι ήδη συμβαίνει και χρειάζεται να εφευρεθούν, να κατασκευαστούν επιπλέον πληγές και οδύνες, συγχρόνως με την παθολογία που μπορεί κάποιος να διαπιστώσει, γεννάται ένα επιπλέον ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν καθετί στημένο, στοιχειοθετημένο, να συνεπάρει; Αν η πραγματικότητα δεν δονεί τόσο όσο θα έπρεπε, μπορεί να δονήσει, να κινητοποιήσει το ψεύδος; Κι επίσης: Από ποιον να «δημιουργηθεί», να σκηνοθετηθεί τρόπον τινά η «πληγή», προς όφελος τίνος;
Ίσως θα ήταν χρήσιμο αν ο ποιητής, ο διανοητής ή ο όποιος άλλος ιθύνων μάς έλεγε: αναγνώρισε στον εαυτό σου τον «μετανάστη», την «πόρνη», τον «ζητιάνο», τον «άπατρι», δες αυτό που είσαι κι όχι αυτό που νομίζεις ή θα ’θελες να ’σαι, βρες το κουράγιο να σταθείς ευθαρσώς απέναντι στους ρόλους που παίζεις αδιαλείπτως στη σκηνή της καθημερινότητας. Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο επιτέλους ο πόνος που κουβαλάς (κι όχι αυτός που θα εφεύρεις), και τον οποίο διαρκώς αποφεύγεις, αυτός ακριβώς ο έκβαθυς πόνος που προκύπτει από την αναγνώριση και την παραδοχή, όχι μονάχα το ποίημα, αλλά και την ατομική σου επανάσταση μπορεί να εγείρει; Μήπως καταρχήν σε βοηθήσει να βρεις την «πατρίδα» που σπαταλιέσαι να κυνηγάς όσο πιο μακριά κι όσο πιο έξω από τον ίδιον εσένα γίνεται, και που, αν και διατηρείς το πρόσχημα της αναζήτησης ενεργό, στην πραγματικότητα έχεις απολέσει την ουσία και τον σκοπό της αναζήτησης;
Και, μήπως τελικά, πριν καν γραφεί τ’ οποιοδήποτε ποίημα, πριν ακόμη ένας στίχος, μια λέξη έστω προκύψει και σταθεί στην επιφάνεια της συνείδησης, χρειάζεται να σκάψεις βαθιά, να προχωρήσεις από την επιφάνεια προς το βάθος, το κέντρο, να βρεις το σημείο της ύψιστης συμπάγειας, εκεί όπου θα μπορείς να βάλεις τις βάσεις για τα θεμέλια των οικοδομημάτων που γκρεμίστηκαν; Και... μήπως... μήπως είναι αυτή εντέλει η επείγουσα ποίηση, η επανάσταση η πράγματι;

[Πρώτη Δημοσίευση: 
Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013 10:26 στο diastixo.gr]




Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Παρουσίαση "Πρόσωπα στο Νερό"



Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Τό δέντρο


Image
φωτό: Αλ. Μάινας
Τό καμμένο δάσος εἶχε ξυλευτεῖ. Οἱ κομμένοι κορμοί ξεχώριζαν ἀνάμεσα στά φλεβαριάτικα χόρτα πού εἶχαν ἀρχίσει νά ψηλώνουν ἀρκετά παραπέμποντας στήν ἐπικείμενη ἄνοιξη, παρ’ ὅλη τήν ἐπιμονή τοῦ χειμώνα μέ πολυήμερες καταιγίδες καί χιόνια. Οἱ κορυφές τοῦ βουνοῦ λευκές, ἡ πυρόπληκτη πλαγιά ἄχνιζε ἀπό τήν ὑγρασία λυώνοντας στόν ἀέρα τίς νιφάδες τῶν χιονοριπῶν.
   Εἶχα ἀπό ὥρα σταθμεύσει τό αὐτοκίνητο σέ μιάν ἄκρη, στίς ἀρχές τοῦ λασπωμένου δασικοῦ δρόμου, ἀποφασίζοντας νά περπατήσω. Οὔτε κατάλαβα πῶς βρέθηκα ὄχι μόνο στόν τόπο, ἀλλά καί στό σημεῖο πού στέκω τώρα. Ὅλο κι ὅλο εἶχα ἀποφασίσει νά φύγω ἀπό τό γραφεῖο νωρίτερα σήμερα, δηλαδή μεσημέρι, νά γυρίσω σπίτι. Νοσταλγοῦσα νά χαλαρώσω μέ μιά μπύρα στόν καναπέ, νά ξεφυλλίσω βιβλία μισοτελειωμένα ἤ, καλλίτερα, ναί, αὐτό στήν πραγματικότητα ἐπεδίωκα, νά καταφέρω ν’ ἀδειάσω ἀπό παρεμπίπτουσες ἀνάγκες τῆς καθημερινότητας, νά βρεθῶ στό κενό, νά γεμίσω τίς μπαταρίες μου.
   Τούς τελευταίους μῆνες πολυποίκιλες ἀνατροπές, ἐσωτερικές ἀνακατατάξεις, ἀλλά κυρίως τό τρέξιμο στή δουλειά δέν ἄφηνε περιθώριο οὔτε στόν πεντάωρο ὕπνο. Ἡ φιλοδοξία νά μπορεῖς νά καλύπτεις τίς ἀνάγκες ἑνός βίου στοιχειώδους αὐτάρκειας, μέ τίς ἔκτακτες καί ἀνυπολόγιστες ἐκ παραλλήλου ὑποχρεώσεις πρός τό κράτος καί τό κοινωνικό σύνολο, ἔχει πλέον ἀρχίσει νά εὐοδώνεται μέ ὅλο καί μεγαλύτερη δυσκολία.
   Αὐτή κι ἄλλες παρόμοιες σπαζοκεφαλιές εἶχαν θολώσει τήν προσοχή μου, μέ ἀποτέλεσμα νά περάσω τή διασταύρωση τῆς κεντρικῆς λεωφόρου μέ τόν δρόμο πού ὁδηγοῦσε σπίτι. Τό παράξενο εἶναι πώς ἀφοῦ κάποια στιγμή τό πῆρα εἴδηση, ἀντί νά βρῶ ἕνα φανάρι, κάποιο ἄνοιγμα πού νά ἐπιτρέπει τήν ἀναστροφή, πάτησα τό γκάζι, ἄναψα τό ραδιόφωνο, κι ἄρχισα ν’ ἀκολουθῶ τίς ταμπέλες πού μέσω Ἀττικῆς Ὁδοῦ ἔβγαζαν στήν Ἐθνική.
   Φτάνοντας ἐκεῖ διαπίστωσα πώς εἶχα σχεδόν ξεχάσει πῶς εἶναι νά ὁδηγεῖς στήν κεντρικότερη ὁδική ἀρτηρία τῆς χώρας. Ὥσπου νά συναντήσω τά πρῶτα διόδια ἔνιωθα τό κεφάλι μου κουρκούτι. Ἀμέσως ὅμως μόλις ἡ μπάρα ἔπεσε πίσω μου τσίτωσα τό γκάζι κι ἔφυγα σφαίρα. Ποῦ πήγαινα; Ἄφηνα τά χιλιόμετρα νά μέ καταπίνουν. Ἀδιαφοροῦσα γιά τά ραντάρ τῆς τροχαίας, τ’ ἀσφαλή περιθώρια προσπεράσεων, ἐκεῖνος ὁ δαίμονας πού γιά χρόνια εἶχε πέσει σέ χειμερία νάρκη μέσα μου ξύπνησε ἀπότομα, καθοδηγοῦσε τήν τρελή μου κούρσα. Ὄχι, δέν αἰσθανόμουν νέα καί παράτολμη, δέν ἐπεδίωκα νά ξαναβρεθῶ στό ὅριο τῆς ἐπικινδυνότητας, ὡστόσο ἡ ἀποκοτιά πού ἐρχόταν σ’ ἀντίθεση μέ τήν συμβιβαστικότητα τῆς ἡλικίας τῶν πενήντα αἴφνης μέ μέθυσε. Ἡ καμπίνα ξεχείλισε ἀπό ἀδρεναλίνη κι ἀσυναίσθητα ἄνοιξα τέρμα τά μπροστινά παράθυρα. Ὁ παγωμένος ἀέρας καί ὁ θόρυβος φάνηκε νά μέ συνεφέρνουν. Τά 180 ἔπεσαν σταδιακά στά 120, ἐνῶ εἶχα στό μεταξύ σέ χρόνο ρεκόρ φτάσει καί περάσει τά δεύτερα διόδια.
   Ἔστριψα δεξιά σκεπτόμενη νά σταματήσω στην πρώτη μεγάλη παραλιακή πόλη πού θά συναντοῦσα. Ὡστόσο φτάνοντας ἐκεῖ τό μετάνιωσα. Τό νερό μοῦ δημιουργοῦσε ἀπό πάντα αἴσθηση πνιγμοῦ. Δέν μέ ξεκούραζε ποτέ, δέν μέ χαλάρωνε ἕνα ζεστό ντούς ὅπως τούς περισσότερους, μερικές φορές καθώς τό ‘βλεπα νά τρέχει μέ διαπερνοῦσε σύγκορμη ρίγος, ἕνα κύμα πανικοῦ, οἱ καλοκαιρινές διακοπές μέ τό μπές-βγές στή θάλασσα σέ συνδυασμό μέ τό ἁλάτι καί τήν ἀφόρητη λάβρα τοῦ ἥλιου ἦταν τό μαρτύριό μου. Πολλοί φίλοι καί γνωστοί πού θεωροῦσαν τή συγκεκριμένη μου ἰδέα ὁλωσδιόλου ἀφύσικη, μέ συμβούλευαν, ὁρισμένοι μάλιστα ἐπέμεναν ἰδιαίτερα, νά δοκιμάσω ὁπωσδήποτε μιάν ὕπνωση, ν’ ἀνακαλύψω τί μοῦ ‘χε συμβεῖ σέ προηγούμενη ζωή. Τρέχα γύρευε…
   Εἶχα ἤδη μιά προηγούμενη ζωή ἐντός αὐτῆς πού διένυα ἤδη, στό διάβα τῆς ὁποίας εἶχα θάψει πολλούς καί πολλά. Στήν πραγματικότητα μᾶλλον ἔπρεπε νά πῶ: κάθε πρόσωπο καί κάθε κατάσταση τοῦ βίου μου-μιά ξεχωριστή περίπτωση, ὁλόκληρη ζωή ἀπό μόνη της, καθεμιά τους προηγούμενη, κλεισμένες, ἄλλες μέ περίσκεψη ἄλλες χωρίς, στό σεντούκι ἑνός ἰδιότυπου ἀλτζχάϊμερ.
   Ἐν τούτοις, περιέργως πῶς, τό νερό μᾶς εἶχε φέρει κοντά μέ τήν Α. ἀναπόλησα, ἐνῶ κινιόμουν στήν παραλιακή πού ὁδηγοῦσε ἀπό τήν ἐπαρχιακή πρωτεύουσα στά ὀρεινά χωριά. Ἡ Α. μάλιστα εἶχε ἰδιαίτερη ἀγάπη στήν πόλη πού ἄφηνα πίσω, κατάσταση πού τήν ἔκανε ν’ ἀναρωτιέται ἀπό ποῦ τάχα προέκυπτε ὁ τόσον ἰσχυρός καί παράδοξος σύνδεσμος. Σ’ ἕνα κόκκινο διώροφο σπίτι κυρίως τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσοπολέμου, πού βρισκόταν στήν ἄκρη τοῦ πυκνοκατοικημένου ἱστοῦ τῆς μικρῆς πολιτείας, στόν πέτρινο φράχτη τοῦ ὁποίου ἔσκαγε μαλακά, περίπου ὑπνωτικά ἡ παλίρροια, λίγην ὥρα ἀφότου εἶχαν γιά τά καλά γυρίσει τά νερά. Κάθε φορά πού ἐρχόμασταν γιά ἕναν ἀπρογραμμάτιστο καφέ, μιά βόλτα ξέσκασμα, θά κατέληγε περπατώντας ἀπ’ ὅπου κι ἄν εἴχαμε διαλέξει νά καθίσουμε ἐδῶ, θά στεκόταν ρεμβάζοντας ἔξω ἀπό τόν μαντρότοιχο μέ τ’ ἀγκωνάρια. Ποῦ νά βρισκόταν τώρα ἡ Α.; ἀπόρησα, ἐνῶ ἡ εἰκόνα της στεκόταν μπρός μου μέ μιάν ἀλλόκοτη ζωντάνια.
   Οἱ παχειές φλοῦδες τῶν κομμένων κορμῶν, οἱ φαρδεῖς, οἱ ἐνήλικοι, οἱ ἔφηβοι κορμοί, μαῦροι ἀπό τήν παλιά φωτιά, δεῖχναν ἀκόμα πιό σκοτεινοί ἐξ αἰτίας τῆς ὑγρασίας πού ‘χε κολλήσει πάνω τους, ἀφύπνιζαν αἴσθηση τοῦ ἀλλόκοσμου. Σ’ ἕνα τέτοιο περιβάλλον σκέφτηκα, ὅπου χιλιάδες μύτες ὅμοιες μ’ αἰχμηρῶν καρφιῶν ὀρθόνωνταν ἀπό τό ἔδαφος διατρώντας τήν καμπυλότητα καί διακόπτοντας τήν ἀμβλύτητα τοῦ τοπίου, ὄμορφα πλάσματα, φιλόστοργα, δρυάδες καί νεράϊδες, δέν θά ὑπῆρχαν. Θά ‘χαν μετακομίσει ἀλλοῦ.
   Τήν ἴδια ὥρα εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι μέ πάγωσε τό ἀγιάζι πού κατέβαινε ὁρμητικό ἀπό τίς κορφές, ὡστόσο ὄχι. Τό σύγκρυο πού διέτρεξε τό σῶμα μου κάνοντας αἴφνης τά δόντια μου νά κροταλίσουν, τά ὄργανά μου ν’ ἀναταραχτοῦν ὅπως ἄν μετατοπίζονταν, κι ἀνεβοκατέβασε ἀπότομα τήν θερμοκρασία μου, ἦταν ὅλο κι ὅλο ἀπό τό τραχύ ἀνοιγκόκλεισμα ἑνός ἐσωτερικοῦ διακόπτη. Ἔνιωσα ἀφόρητη παρόρμηση νά τρέξω βάζοντας τά πόδια στούς ὤμους, ἐν τούτοις κάτι μέ κρατοῦσε καρφωμένη ἐκεῖ: αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰκόνα τοῦ τόπου ὅπου ἡ ζωή κι ἡ νεκρότητα βασιλεύουν μαζί.
   Εἶχα ἐπιτρέψει σέ πολλά πράγματα νά πεθάνουν μέσα μου, ἄν καί νόμιζα ὅτι ἔτσι, κάπως μοιραῖα, εἶχαν γράψει τόν κύκλο τους, τελειώνοντας φυσικά. Πίστευα κιόλας ὅτι αὐτό σήμαινε πώς εἶχα ἀποδεχτεῖ, πώς εἶχα φτάσει δηλαδή στό σημεῖο νά διαθέτω τήν ἰδιότητα ἐκείνη τῆς ὡριμότητας, ὅπου δῆθεν πορεύεσαι συμβιβαζόμενη μ’ ὅσα συμβαίνουν, καθώς καί μέ τόν τρόπο πού συμβαίνουν. Πώς ὄχι ἁπλῶς ἀναγνωρίζεις ὅ,τι σοῦ μέλλεται σάν καθῆκον, ἀλλά κυρίως πώς ἀποδέχεσαι νά τό ὑπηρετεῖς. Ἀκόμη καί μέ τόν καλλίτερο τρόπο πού μπορεῖς, πού ἡ κάθε ἐμπειρία σοῦ ἔχει κατασταλάξει. Τί εἶναι ἄραγε «καθῆκον»;
   Στήν πραγματικότητα εἶχα θάψει τήν καρδιά μου. Κοίταζα γύρω μου τόν σιωπηλό τόπο ὅπου οὔτε πουλί πετάμενο, μήτε τιτίβισμα, τό παραμικρό κάτι δέν ἔσπαγε τήν παγερή σιγή. Κοιτοῦσα τό τίποτα κατάματα; ἀπόρησα. Αὐτό πού μοῦ φαινόταν ἄδειο, νεκρό, πράγματι ἦταν; Γιατί στόν ἴδιο τόπο, τήν ἴδια στιγμή, ἡ ζωή φύτρωνε, μεγεθυνόταν μέ τά σπαθάτα χόρτα, τ’ ἀγριοβλάσταρα, τούς θάμνους πού ἀμυδρά πρασίνιζαν, καί τά λιανά πουρνάρια. Ὡστόσο αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ παρουσία ἔκανε ὀδυνηρά ἔντονη τήν ἀπουσία κάθε ἄλλου ἴχνους ζωῆς, ἀπό ἐκεῖνα τουλάχιστον πού ἡ δική μου περιορισμένη ἀντίληψη μποροῦσε νά ἐπισημάνει, ἐκμηδενίζοντάς μου τή δυνατότητα ἔστω νά ὑποψιαστῶ τό κάτι ἄλλο. Ποῦ χτύπαγε ἡ καρδιά τοῦ τόπου; Ἡ δικιά μου ποῦ; Πῶς; Ὅ,τι ἀντίκρυζα ἦταν ἄραγε ἡ προβολή τοῦ ἑαυτοῦ μου; μ’ ἕναν τρόπο τό ἀπείκασμα τῆς δικῆς μου ζωῆς;
   Ἤμουν γύρω στά δέκα ὅταν μοῦ χάρισαν ἕναν τόμο μέ διηγήματα διασκευασμένο γιά παιδιά. Διασκευασμένη λογοτεχνία! Τί ἰδέα! Κι ἀπό τήν ἄλλη ἀναρωτιέμαι, ποιός εἶναι αὐτός πού διασκευάζει; Τί σημαντικό περιλαμβάνει, τί ἐξαιρεῖ ἀπ΄ τό πρωτότυπο, μέ ποιά κριτήρια; Κι ἡ γλώσσα;... Ὡς πρός τή γλώσσα γραφῆς τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου, μέ ποιά τάχα γλώσσα στό μυαλό, τήν καρδιά του ἐπεμβαίνει, περικόπτει, ἀλλοιώνει; Πῶς ἀποφάσισε ἤ, ποιός πίσω ἀπ’ αὐτόν, τόν ὤθησε ν’ ἀποφασίσει ὅτι ἡ γλώσσα χωρίζεται σ’ ἐποχές, σέ ἡλικές, σέ παλιά καί νέα, περιτέμνεται μέ κοινωνικά, ψυχολογικά μέτρα καί σταθμά;
   Ἔν πάση περιπτώσει, ἕνα ἀπ’ ὅλα μ’ εἶχε ἐντυπωσιάσει: ὁ θάνατος τοῦ παλληκαριοῦ. Τό μοναδικό τοῦ Παλαμᾶ. Ἑτοιμοθάνατος ὁ γιός ἀπό ἀτύχημα παρακαλάει τή μάνα του νά τόν κλάψει ζωντανό. «Μιά χάρη τώρα σοῦ ζητάω, κλάψε με νά σ’ ἀκούσω». Καί τήν ἔβαλε κι αὐτήν κι ὅλο τό χωριό νά τόν μοιρολογήσουν.
   Ἡ φράση μοῦ ‘μεινε ἀνεξίτηλη: κλάψε με νά σ’ ἀκούσω. Ἀρκετές φορές μάλιστα στή διάρκεια τοῦ βίου ἐξ ἀφορμῆς διάφορων συγκυριῶν καί περιστατικῶν συνέβη νά τήν ἀναπολήσω, νοερά νά τήν ἀναμασήσω, μολονότι δέν τήν ἐξέφρασα ποτέ ὅπως τουλάχιστον νόμιζα, ἐπειδή δέν ἔτυχε σέ κάποιον νά τήν ἐκστομίσω.
   Καθώς τό βλέμμα, οἱ αἰσθήσεις μου περιπλανιόνταν γύρω, ἐνῶ ἡ προσοχή μου ἦταν κυρίως στραμμένη ἐντός, ἀναρωτήθηκα αἴφνης: αὐτή ἡ σιωπή εἶναι ἑνός εἴδους κλάμα γιά τόν καμμένο, τόν μισόνεκρο τόπο;
   Μέ τήν Α. εἴχαμε χαθεῖ γιά χρόνια. Μέ τό ζόρι, σπάνια, μιλούσαμε στό τηλέφωνο, ἐπειδή κάποιες κοινές ὑποθέσεις, ἴσως καί μιά ἀόριστη ὑποχρέωση, κάποιου βαθμοῦ ἐνοχή ἀπέναντι στά παλιά, μᾶς παρακινοῦσαν νά ἐπικοινωνοῦμε. Τό ‘φερα βαρέως κάθε φορά, κι εἶμαι βέβαιη κι αὐτή τό ἴδιο. Ἡ διάρκεια τῶν τηλεφωνημάτων ὡστόσο ἦταν μακροσκελής. Πῶς βρισκόταν τέτοια διάθεση, πῶς ξέφευγε ἀνάμεσα ἀπό τό πυκνοϋφασμένο πλέγμα τῆς ἀπολύτως αἰσθητῆς ἀμηχανίας καί τῶν δυό μας, ἀπό ποῦ ἔπαιρνε κουράγιο ἡ ἀνούσια λογοδιάρροια; Ὁ κοινός μας τότε παρανομαστής ἦταν οἱ ζωές τῶν ἄλλων, τά συμβαίνοντα γενικῶς. Πράγμα πού ἐμένα τουλάχιστον μοῦ δημιουργοῦσε ἀφόρητη ἐνόχληση, μιά διάθεση νά πετάξω τό ἀκουστικό στόν τοῖχο, νά τό σπάσω, κι ὅμως, καθόμουν στήν πολυθρόνα μου ἥσυχη, ὑποδαύλιζα τή συνέχεια, συναινοῦσα, παραδόξως δέν ἔλεγα νά τό κλείσω. Κάθε φορά μετά τό τέλος μιᾶς τέτοιας συνομιλίας ἀποροῦσα ποῦ καί πότε νά ‘χαμε χάσει τήν εἰλικρίνεια καί τήν ἐντιμότητα, τουλάχιστον αὐτά ἀνάμεσα σέ οὐσιαστικότερα ἄλλα, πού παλιότερες ἐποχές κρατοῦσαν ἐνεργή καί ζωτική τήν ἀνάγκη καθεμιᾶς πρός τήν ἄλλη.
   Στήν πραγματικότητα, ἀναγνωρίζω τώρα, ἡ ἄποψή μου περί ἐντιμότητας βασιζόταν σέ μιάν ἰδέα. Ἐπειδή σέ ὅ,τι μέ ἀφορᾶ τουλάχιστον, ἤθελα πάντα νά πιστεύω γιά μένα ὅτι κινοῦμαι ἀπό μιά τέτοια πρόθεση, μᾶλλον μέ βόλευε νά ἡσυχάζω τόν ἑαυτό μου πώς τίς φορές πού ἀνέκυπταν προβλήματα, ἡ ἀφεντιά μου εἶχε κάνει πάντα τό καλλίτερο. Ἡ ἀφεντιά μου!; Ποιός, πού εἶναι ἀφέντης πράγματι, δέν γνωρίζει ἐπακριβῶς κάθε στιγμή τί συμβαίνει, τί γίνεται στόν τόπο του; ἀπό ποῦ καθετί ἀφορμᾶται;
  Τό μούχρωμα πού ἀνάτελε στίς ἄκρες τοῦ ὁρίζοντα, ἔτσι καθώς διακρινόταν ἀνάμεσα ἀπό τήν περιρρέουσα ὁμίχλη, σκορποῦσε μιάν ὑπόφαιη ὠχρότητα στίς λευκές κορυφές, ἐνῶ στό δάσος πού βρισκόμουν τό σκοτωμένο χρυσαφί ἀναμεμειγμένο μέ τούς πυκνούς κόκκους τῆς ὑγρασίας, τούς ὅμοιους μ’ ἐκείνους τούς βαρεῖς ὑπόλευκους πού χτίζουν σταλαγμίτες, ζωντάνευε τό σκηνικό ἀλλόκοσμης διάστασης. Μιά χαρά θά μποροῦσα νά πετρώσω. Στή στιγμή! Δίχως νά τό πάρω εἴδηση... Δέν χρειάζεται νά μεταβεῖ κανείς πουθενά, κατάλαβα. Ἐδῶ πού εἶναι, ἐδῶ πού εἴμαστε ὑπάρχουν, συμβαίνουν ὅλα. Κλάψε με νά σ’ ἀκούσω, κλάψε με νά μ’ ἀκούσω, ἀνομολόγησα.
   Ξάφνου συνειδητοποίησα ὅτι τά πόδια μου ἦταν κόκκαλα ἀπό τήν παγωνιά, τά παπούτσια μου μές στή λάσπη. Ασυναίσθητα ἔψαξα τά τσιγάρα, ἐνῶ δέν ἤθελα νά καπνίσω. Τό πακέτο ἦταν ἄδειο. Ἀλλά ἡ σκέψη τοῦ καπνοῦ στό στόμα, ἡ ζέστη του στήν ἄκρη τῆς γλώσσας, ἡ γεύση του στούς κάλυκες, ἡ μεστή ἀπ’ αὐτόν εἰσπνοή πού σάν χάδι γλύστραγε στήν ἐπιγλωττίδα, ἡ γέννηση τῆς ἀκραιφνοῦς ἐπιθυμίας μέ μετέφεραν βίαια, ὡστόσο ἀνεπιστρεπτί, ἀπό τήν προηγούμενη ἄκρη τῆς συνείδησής μου σέ μιάν ἄλλη, ὅπου γιά πρώτη φορά συνειδητοποίησα πόσο εὔκολα, γρήγορα καί μέ πονηρία, πρῶτα-πρῶτα μπορῶ νά κοροϊδεύω, νά ψεύδομαι στόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό, ἐνῶ τήν ἴδια στιγμή τό βάζω στά πόδια. Ἐξαφανίζομαι ἀπ’ ὅ,τι μέ ἀπαιτεῖ. Δέν ἔχω τά κότσια, παραδέχτηκα, ποτέ δέν τά ‘χα. Τότε, ἀλήθεια, τί γύρευε ἡ λέξη ἐντιμότητα στό λεξικό μου;
   Ἡ ἱστορία μέ τήν Α. εἶχε ξεκινήσει νά γράφεται πρίν ἀπό τριάντα κάτι χρόνια. Τό κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς σχέσης, ὅπως νόμιζα, ἦταν ὅτι ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἀλλά καί συχνά-πυκνά ἀργότερα, μιλούσαμε ἔτσι ὅπως μιλάει κανείς μόνο μέ τόν ἑαυτό του. Μολονότι τόσο ἐκείνη κι ὅσο κι ἐγώ προχωρώντας σέ ἀπροσδόκητες διαδρομές τοῦ βίου, μεγαλώνοντας, ἀνακαλύπταμε κατά τή διάρκεια ὁρισμένων θεοσκότεινων καί τήν ἴδια στιγμή παραδόξως κατάφωτων στιγμῶν πώς πολλές ἀπό τίς ἰδιότητες πού θεωρούσαμε ὅτι προσδιόριζαν τόν ἑαυτό μας, οἱ ὁποῖες χαρακτήριζαν τήν καθεμιά μας ὡς «αὐτή εἶμαι», ἀνατρέπονταν ὁλοσχερῶς.
   Κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια, πῶς ἦταν δυνατόν νά ἐξακολουθῶ νά πιστεύω στήν ὅποια ἀλήθεια μεταξύ μας; Ἡ μόνη διαπίστωση πού φαινόταν νά παραμένει ἰσχυρή κι ἀναπότρεπτη ἀνάμεσά μας ἦταν ὁ πόνος. Βαθύς, μέ κοινή ρίζα. Ἔμοιαζε  ὁ σπόρος, ἡ πρώτη ἀρχή αὐτοῦ τοῦ πόνου νά εἶναι ἡ ἔλλειψη. Ἡ ἔλλειψη γενικῶς, ἀλλά καί συγκεκριμένα στήν περίπτωσή μας ἡ ἔλλειψη τῆς ἄλλης, πού γινόταν βιωτή ἀκόμη καί τότε πού οἱ συναντήσεις μας ἦταν σχεδόν καθημερινές. Στήν οὐσία: ἡ ἀπουσία στήν παρουσία. Τό πάθος γιά μονιμότητα τῆς σχέσης, γι’ ἀποκλειστικότητα, ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἔντασης ἀνάμεσά μας πού ἀπελευθερωνόταν, ἐπικάλυπτε ἤ κι ἐξουδετέρωνε τά πάρε-δῶσε καθεμιᾶς μας μ’ ἄλλους κατά ἐποχές. Ὡστόσο, μ’ ὅλο τό θάρρος πού χρειάζεται, παραδέχομαι τώρα πώς αὐτός ὁ πόνος ἦταν πάντοτε παρών κι ἀκόμα εἶναι. Ἴσως μάλιστα πράγματα πού εἰπώθηκαν καί μεσολάβησαν ἀνάμεσά μας, ὀδυνηρές συμπλοκές κάποτε-κάποτε πού ἔφτασαν στό σημεῖο νά μᾶς ἀπομακρύνουν, τή δύναμη αὐτοῦ τοῦ πόνου νά μή τήν ἔφτασαν, μπροστά του ὅ,τι συνέβη νά μήν ἔμοιαζε οὔτε κἄν παρανυχίδα. Ἴσως γι’ αὐτό καμιά ἀπό τίς δυό μας δέν βρῆκε τό κουράγιο ὥς τώρα νά δώσει ὁριστικό, ξεκάθαρο τέλος; Ὁ πόνος κρατοῦσε ἀκόμη ζωντανό ὅ,τι ἔμοιαζε ἀπό πολύ καιρό ἤδη πεθαμένο;
   Τό σκοτάδι ἔπεφτε ἀργά. Αἴφνης μιά μακρόσυρτη κραυγή πού ἀκούστηκε σάν νά ‘ταν μακριά καί δίπλα - κουκουβάγια; κάποιο ἄγνωστο θηλαστικό; - ἔκοψε τή σιωπή μέ τόν ἴδιο τρόπο πού τό διαμάντι κόβει ἕνα γυαλί. Ὁ κλωβός μου ἔσπασε. Ἔμεινε ὄρθια μιά μνήμη κι ἐγώ νά εἶμαι ἐκεῖ-ἐδῶ, τώρα: τήν ἴδια ἐποχή, τήν ἴδια ἀκριβῶς μέρα, ἡ Α. καί ἐγώ εἴχαμε χωρίσει μέ τόν Ν. καί τόν Β. Μακρόχρονες σχέσεις καί γιά τίς δυό μας, ἔμπλεες σέ ὄνειρα καί προσδοκίες γιά κοινό μέλλον, θρεμμένες μέ τή βεβαιότητα - μ’ ἐκεῖνον τόν ἀπαράμιλλο τρόπο πού μόνο τά νειάτα ἔχουν τή δυνατότητα νά ταΐζουν, νά μεγαλώνουν καί νά ἐνηλικιώνουν τέτοιες ἀπολυτότητες, ἐνῶ ἡ «τροφή» μπορεῖ νά στερεῖται ἀκόμη καί κάποια ἀπό τά βασικά συστατικά -, πώς ἐπρόκειτο γιά καθοριστικούς ἔρωτες, μεγάλους ὁπωσδήποτε, ἀνεπανάληπτους, ἐξόχως εἰδυλλιακούς. Ὡστόσο οἱ ἔρωτες δαῦτοι ἔλαβαν ἀδόξως τέλος. Συναντηθήκαμε μέ τήν Α. Ἀκριβῶς: συναντηθήκαμε! Συμπτωματικά φτάσαμε στό σημεῖο τοῦ ραντεβού τήν ἴδια στιγμή, τά βήματά μας σκόνταψαν ἕνα-δυό μέτρα πρίν τήν εἴσοδο τοῦ καφέ. Μέ κόκκινα μάτια, πρησμένα, κρατούσαμε στό χέρι ἀπό ἕνα τσιγάρο. Σταθήκαμε. Κι ἀμέσως καθεμιά ἔγινε πόρτα τῆς ἄλλης. Πιαστήκαμε ἔτσι ὅπως θά πιανόταν θ’ ἀγκάλιαζε κανείς τόν στέρεο, τόν στιβαρό κορμό ἑνός αἰωνόβιου δέντρου. Ὅπως θ’ ἀγκάλιαζε, θά βυθιζόταν στήν ἴδια τήν ψυχή του ἄν ἤξερε ποῦ, πῶς νά τή βρεῖ. Σ’ αὐτή τή στιγμιαία συνάντηση, παραδόξως, ὁ μεταξύ μας πόνος ἐξατμίστηκε. Ὁ Ν., ὁ Β., ἄλλοι κι ἄλλα ἐπίσης.
   Ἔκλεισα τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου πίσω μου. Κλάψε με Α. μου-κλάψε με νά σέ κλάψω…, μή καί μᾶς ἀκούσω, ξέσπασα. Ὁδηγοῦσα ἀργά. Θρόμβοι ὁμίχλης ἔξω ἀπό τό αὐτοκίνητο-ἐντός. Ἡ μεσαία σκάλα τῶν φώτων δέν μέ βοηθοῦσε, οὔτε ἡ μεγάλη. Προτίμησα τή μικρή. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὁπουδήποτε ὥς σήμερα πήγαινα-πήγαινα στά τυφλά. Ἡ Α. στή θέση τοῦ συνοδηγοῦ μέ καρφωμένα τά μάτια πάνω μου, στό δρόμο-ἐμένα τό δρόμο, φαινόταν νά διακρίνει τό τοπίο, νά ξεχωρίζει τόν τόπο. Μέ τόν τρόπο της, μέ τήν παρέα, τίς ὁδηγίες της, ἔφτασα στήν ἐπαρχιακή ὁδό, διασταυρώθηκα μέ τό κόκκινο νεοκλασικό, ἔκοψα ταχύτητα γιά μιά στιγμή νά προλάβει νά τό χαιρετήσει, πέρασα τήν παραλιακή πρωτεύουσα, βγῆκα στήν ἐθνική. Ἡ Α. σέ κάποιο σημεῖο εἶχε ἀποβιβαστεῖ, δέν πῆρα εἴδηση ποῦ, ἕνα ράκος γύρισα σπίτι.
   Ἄνοιξα ἕνα μπουκάλι θερμό ρουμπινί κρασί, σέρβιρα βιαστικά στό ἀγαπημένο μου ψηλό κρυστάλλινο ποτήρι, ἤπια μέ βουλιμία μιά γερή γουλιά. Κανονικά θά ‘πρεπε νά πετάξω τά ροῦχα, νά κάνω ἕνα ντούς, νά ξαπλωθῶ στόν καναπέ. Κάτι ὡστόσο μ’ ἔσπρωχνε ν’ ἀνοίξω τόν ὑπολογιστή, εἰδικότερα τήν ἀλληλογραφία μου. Καθώς κατέβαινε ἡ λίστα μέ τά σημερινά εἰσερχόμενα, πρῶτο-πρῶτο φιγουράριζε ἕνα ἀπό τήν Α. Νόμιζα πώς ἔβλεπα στή φαντασία μου. Ἐν τούτοις κλικάρισα πάνω του, τό ἄνοιξα:
   «Τελευταῖα συχνά καθώς ἀναφέρομαι ἤ μιλάω μ’ ἄλλους, στά ὀνόματά τους μπλέκεται τό δικό σου. Γιατί χαθήκαμε; ἀναρωτιέμαι, ποῦ; Ὅσο, ὅπου καί νά κοιτάζω, στά παλιά, στά πιό πρόσφατα παλιά, ἕνα βρίσκω γεγονός: μοῦ λείπεις.
   Περιδιαβαίνω τή ζωή μου, μετράω τήν ἡλικία, εἶμαι καλά, ὅμως ὥς πότε; Κανείς δέν τό ξέρει… Ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή τῆς δυσκολίας, θά εἶμαι ὄρθια, θά σκέφτομαι καθαρά; Κάποια πράγματα θά τά προλάβω;
   Διερωτῶμαι συχνά ἐδῶ κι ἀρκετές μέρες, κι ἐλπίζω ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς πίεσης πού δημιουργεῖ τό προαίσθημα πού κανείς μας δέν θέλει νά τό ἀντιληφθεῖ, νά τό δεχτεῖ ὡς μήνυμα συγκεκριμένο, τήν ὥρα ἐκείνη τῆς μετάβασης, ἄν μποροῦσα νά διαλέξω τίς ἀπαραίτητες γιά μένα ἀποσκευές, ποιές, πόσεςί θά διάλεγα νά πάρω; Ἐσένα ὁπωσδήποτε. Ἐννοῶ, καθετί ἀπό σένα πού γνώρισα ἤ κι ἀγνόησα σ’ ἐτούτη τή ζωή. Κι ὕστερα πάλι σκέφτομαι, ἄν ὄχι ἐγώ ἀλλά ἐσύ ἔφευγες πρώτη, ὅταν τό μάθαινα τί νόημα θά ‘χε ὁ πόνος, τό κλάμα, τό μετάνιωμα, οἱ ἐνοχές, νά σοῦ μιλάω τότε μιλώντας στήν πραγματικότητα στίς μνῆμες μου ἀπό σένα, κι ὄχι στήν ἴδια καθαυτή… θά μ’ ἄκουγες; Θά μποροῦσες νά μ’ ἀκούσεις;
   Εἴμαστε ἀκόμα ἐδῶ,καί θά ‘θελα τώρα ἐδῶ νά συναντηθοῦμε, νά φωνάξουμε, νά χτυπηθοῦμε, νά κλάψουμε ἄν χρειαστεῖ, νά μοῦ μιλήσεις, νά σοῦ μιλήσω, ν’ ἀκουστοῦμε…»
   Δέν βλέπω ἄλλο τίς σειρές, τά γράμματα, τίς λέξεις. Μονάχα κάτι ὀγκῶδες, στέρεο, ἀπροσδόκητα θερμό: ὁ αἰωνόβιος κορμός. Αἴφνης στέκει ἐδῶ, στόν τόπο-τόπο μας μέ τήν Α. Ἐκείνη, ἡ ζωη, ἡ Μάνα, ἐγώ, λάβαμε τή σπάνια χάρη γέλιο ἤ κλάμα ν’ ἀκουστεῖ ὅσο εἴμαστε ἀκόμα ζωντανές.

[Πρώτη Δημοσίευση: Ηλεκτρονικό Περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 22, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2013]
[Η φωτογραφία του Αλ. Μάϊνα είναι από την δημοσίευση στό Βακχικόν

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Πρόσωπα στό Νερό




Δυό νειρα μέ χρονική πόσταση λίγων μερν τό να πό τό λλο στίς ρχές Μαρτίου το ‘09 γίνονται φορμή ν’ ναποδογυρίσουν τά πάντα στή ζωή το Ντόν καί τς Μάργκοτ. Χάρη σ’ ατά κεντρικός ρωας ποφασίζει να ταξίδι, τό ποο ξελίσσεται πρόβλεπτα.

Ποιός εναι Τσόρνιι Ντόν; Τί θά σηματοδοτήσει γι’ ατόν γνωριμία του μ’ ναν λύκο, πως καί μ’ναν προσδιορίστου λικίας γνωστο ντρα στά πυκνά δάση το Καυκάσου; Θά καταφέρει νά βρε παντήσεις στά ρωτήματα πού τόν κανε; Πς θά ξελιχτε ζωή του πό τήν περιπέτειά του καί μετά;

Στό μυθιστόρημα «Πρόσωπα στό νερό» συγγραφέας παρακολουθε τήν πορεία το νθρώπου σπου νά κατακτήσει τήν ληθινή του ταυτότητα. τσι τό βιβλίο ατό θά μποροσε νά θεωρηθε καί ς φυσική συνέχεια το προηγουμένου τς Ν.Ζ.: « ζωή εναι δ».

http://issuu.com/ocelotos/docs/prosopa_sto_nero?mode=window&pageNumber=1 




Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Γράφοντας για τη Δ.

«Ποιο γράμμα σού αρέσει;» ρώτησα τη Δ. ένα πρωί.
«Δύο μου αρέσουνε πολύ: το Α και το Μ… και… και το Ω!»
Το «Μ» με ξένισε, είναι η αλήθεια. Ωστόσο πριν ακόμα τη ρωτήσω ήμουν σίγουρη, είχα ήδη ακούσει την απάντησή της μέσα μου για το «Α» και το «Ω». Η αρχή και το τέλος. Ταίριαζε γάντι στην ψυχοσύνθεση, την κοσμοθεωρία της Δ. Η ζωή και ο θάνατος γι’ αυτήν καθώς και οι περί αυτών αναζητήσεις περνούσαν, συνδέονταν κι εξαρτιόνταν από μία και μοναδική σχέση όπου η ίδια θα ήταν για τον άλλον το Α και το Ω. Και για κείνην φυσικά ο άλλος. Τι σχέση όμως είχε το «Μ»; Καθώς το σκεπτόμουν, ναι, είπα, το «Μ» δε θα μπορούσε με τίποτα ν’ απουσιάζει από το ιδεολογικό της σύμπαν. Ήταν η κύρια παράμετρος, ο βασικός κρίκος στην αλυσίδα των προϋποθέσεων προκειμένου η Δ. να επιβεβαιώνει πως όχι μόνο αξίζει, αλλά ότι πράγματι υπάρχει.
Το «Μ» – η μέση, το ακριβές ή το περίπου ακριβές σημείο της μέσης. Βρίσκεσαι με κάποιον στη ζωή, στο «Α», ξεκινάς, κι όσο τα χρόνια της κοινής πορείας συνεχίζονται προς το «Ω», έχεις την αίσθηση πως περπατάς πάνω σε μια «μέση» διαρκώς, σ’ ένα μεσαίο σημείο το οποίο ακατάπαυστα διαστέλλεται, ενώ η κατάσταση που βιώνεις όλο και παρατείνεται. Μοιάζει λόγω της διαστολής του να γίνεται ολόκληρη οδός, η μέση οδός, ωστόσο όπως κι αυτή είναι ένα τεντωμένο σκοινί. Βαδίζεις πάνω, προσπαθείς να ισορροπείς. Δοκιμάζεις τις αντοχές σου, εκείνες του άλλου, αναρωτιέσαι συχνά αν το διακύβευμα είναι η σχέση ή ο εαυτός, ώσπου, δίχως να το πάρεις είδηση, το «Ω» –ο θάνατος– είναι γεγονός.
Εντούτοις Α. ή Ω. δε θα την πω. Θα την ονομάσω Δ. Γραμμένο με τον ίδιο τρόπο που θα επιχειρούσε κάποιος με τρεις λέξεις, τρεις γραμμές, να περιγράψει, ν’ απεικονίσει τον εαυτό του σ’ ένα λευκό χαρτί ή σ’ όποια επιφάνεια όπου θα μπορούσε απροσχημάτιστα και δίχως υπεκφυγές, δικαιολογίες και αναστολές να το βλέπει κατάντικρυ ξεκάθαρα. Θα σχημάτιζε μάλλον τότε ένα τρίγωνο ισοσκελές. Αν και την ώρα που θα το ζωγράφιζε, σ’ ένα βαθμό η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και το σχήμα δε θα υπήρχε, την ίδια ακριβώς στιγμή, σ’ άλλες πλευρές της συνείδησής του θα ήταν βιωτή ωθώντας τον ν’ αυτοκρίνεται, παρακινώντας τον συνάμα να επιθυμεί, και οπωσδήποτε να ευελπιστεί πώς θα ‘θελε να φαίνεται και να είναι ο ίδιος, και σαν αποτέλεσμα αυτών να μπορούσε να σχηματίσει ένα ωραίο, αψεγάδιαστο ισόπλευρο τέτοιο, αναγνωρίζοντας συγχρόνως πως τις περισσότερες φορές έχει υπάρξει σκαληνός, αμβλυγώνιος, ορθογώνιος, εν γένει ανισοσκελής.
Σε γενικές γραμμές καμιά διαφορά ως εδώ ανάμεσα σ’ όλους εμάς τους υπόλοιπους και τη Δ. Αν πάντως κάτι τη χαρακτήριζε διαφοροποιώντας την εν μέρει, αυτό ήταν ένα ιδιόρρυθμο πείσμα. Δεν πείσμωνε με τα ίδια όπως οι περισσότεροι. Της συνέβαινε μ’ ένα φαγητό που δεν της πέτυχε το οποίο βαλνόταν ξανά και ξανά να μαγειρεύει, μ’ ένα σπόρο που φύτεψε και δεν έπιασε, με μιαν έκπληξη που μηχανεύτηκε να στήσει για κάποιον που αγαπούσε κι από μια αιφνίδια συγκυρία πάνω στο έτοιμο χάλασε. Όταν κάποια στιγμή, πολύ νωρίς κι απολύτως απροετοίμαστη, στήθηκε στο Πέρασμα περιμένοντας τον Βαρκάρη, δεν ήταν το πείσμα για ζωή που της επέτρεψε να δώσει τη θέση της σε άλλους, ματαιώνοντάς της στο τέλος τη βαρκάδα. Δεν αντιστάθηκε τότε σ’ εκείνο το απρόσμενο κάλεσμα, ούτε και παραιτήθηκε. Απλώς αποδέχτηκε την κατάσταση, τη συντεταγμένη πορεία που φαινόταν να την οδηγεί στο τετελεσμένο, χωρίς παράπονο, χωρίς θυμό, με την εντύπωση πως, αν και θ’ άφηνε κάτι πολύτιμο πίσω, το οποίο δε φρόντισε, δεν τίμησε όσο έπρεπε, κάτι εξίσου πολύτιμο την περίμενε μπροστά.
Έτυχε να γνωριστούμε λίγο καιρό μετά, κι αφού η περιπέτειά της είχε λάβει τέλος. Συνέβη σ’ ένα φιλικό σπίτι κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής εκδήλωσης. Παρόλο που ανάμεσα σε κουβέντες γενικού ενδιαφέροντος μοιραστήκαμε, παραδόξως από μιαν εμπιστοσύνη κινούμενες, ορισμένα από τα εσώψυχά μας, εντούτοις, καμιά από τις δυο δεν επιδίωξε δεύτερη συνάντηση. Λίγο καιρό αργότερα, μέσω ενός τρίτου, έπεσε στα χέρια της κάποιο μου βιβλίο. Το ξεκοκάλισε, όπως μου είπε, προκειμένου να καταλάβει τι σόι άνθρωπος ήμουν αναφορικά με την εντύπωση που αρχικά είχε αποκομίσει, κι ενώ δεν το συνήθιζε, αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει. «Είχα πάντα την περιέργεια και τη σφοδρή επιθυμία να γνωρίσω ένα συγγραφέα», παραδέχτηκε. Έκτοτε το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.
Όλα τα σχετικά ζητήματα με το συγγραφιλίκι η Δ. τα ’χε περί πολλού. Γι’ αυτό και παρ’ όλες τις ανάγκες της συχνά μου άφηνε χώρο ν’ αποτραβιέμαι στο σπήλαιο της πένας. Κατά καιρούς ωστόσο εξέφραζε ένα παράπονο, όμοια με την επωδό σε δημοτικό τραγούδι: «Δε γράφεις τίποτα για μένα. Δε γράφεις σ’ εμένα…» Άλλες φορές το εκστόμιζε καθαρά, τις περισσότερες όμως το ένιωθα παρόν, να επικρέμαται μεταξύ μας, όταν της κοινωνούσα διάφορα γραπτά μου. «Τίποτα, ποτέ για μένα». Αντιλαμβανόμουν τότε πως τη διέλυε η στεγανότητα της ιδέας του «Α» και του «Ω» που διαπερνούσε τη ζωή της. Το έβλεπα στα μάτια της καθώς αιφνιδίως πρόβαλλε η ιδιότυπη εκείνη θλίψη, η οποία διαστέλλει την ίριδα από ένα κλάμα που χορεύει όπως οι φυσαλίδες του νερού όταν φτάνουν στο σωστό σημείο βρασμού, χωρίς όμως να ξεπερνούν ποτέ το σημείο «Μ», τ’ οριακό πριν από την υπερχείλιση, να χύνονται, να ξεσπούν σε δάκρυα. Το αφουγκραζόμουν στη φωνή της που έπεφτε με τον ίδιο επικίνδυνο τρόπο όπως ένα μικρό παιδί κατρακυλάει στη μεγάλη τσουλήθρα, κινδυνεύοντας να υποστεί το ατύχημα αν δεν προσέξεις, αν δεν προλάβεις να βρίσκεσαι εκεί, στην άκρη της πτώσης του.
Έχω την εντύπωση πως η Δ. δεν πίστευε απλώς, όπως ίσως από κάποια κρυφή φιλοδοξία όλοι μας, πως η αναφορά σ’ εκείνην σ’ ένα κείμενο, μια αφιέρωση, θα σήμαινε μ’ έναν τρόπο αθανασία. Δεν την απασχολούσε επίσης να τη μάθουν οι άλλοι, να εισχωρήσουν στις σχέσεις της και τη ζωή της, αφού η ίδια μπορούσε να φροντίσει μια χαρά γι’ αυτό. Ειδικότερα μετά την ίασή της, δεν κρατούσε πράγματα για τον εαυτό της. Όπως μοίραζε τ’ αντικείμενα που θεωρούσε περιττά από κάποια παράξενη αντίληψη κι ερμηνεία της γενναιοδωρίας, έτσι ξεφορτωνόταν κι όσα τη στρίμωχναν, καταστάσεις και πρόσωπα που την έκαναν να δυσανασχετεί, να δυστροπεί, που την ανάγκαζαν με διάφορες φανερές ή υπόγειες μεθόδους τρόπον τινά να τους πάρει στην πλάτη της, να τους κουβαλήσει.
Από την άλλη, είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πάμπολλες φορές ότι γραπτά, βιβλία που άξιζαν, τα κατάπινε αμάσητα η αφάνεια, συγγραφικούς φελλούς και φληναφήματα τα έστεφε ως τα κατεξοχήν λογοτεχνικά τεχνουργήματα η απαιδευσία, η άρνηση, η έλλειψη αντοχής και η αντίσταση των ημερών στην αντικειμενικότητα σε κάθε κανόνα, κόπο, την αξία.
Η Δ., όχι μόνο από ένα βαθύ ένστικτο, ήξερε πως το παραγόμενο προϊόν του όποιου τεχνίτη δε συνιστά απαραιτήτως τέχνη, επειδή μπορεί λόγου χάρη τυχαία ή κι επισταμένα να προϋποθέτει κάποιους από τους κανόνες της ή να τυγχάνει ως το αποτέλεσμα της φωτεινής εξαίρεσης μιας ιδιαίτερης και σ’ ένα βαθμό προσοντούχας προσωπικότητας. Είχε τη δυνατότητα, πίσω και πέρα από τα όποια υλικά έχουν χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία αυτού του προϊόντος, ν’ αντιλαμβάνεται, συχνά πολύ καλύτερα κι από εμένα, την ύπαρξη ή την έλλειψη μιας βασικής συνισταμένης: την τέλεια ενότητα ανθρώπου, ζώου, φυτού, πέτρας και πηγής, της ζωής και του θανάτου, της ομάδας και του ατόμου, τα οποία όλες τις εποχές προϋποθέτουν και συνιστούν κάθε μαγική τελετουργία. Τι είναι η τέχνη χωρίς τη μαγεία; απορούσε με κάθε αφορμή που ένα τέτοιο αντικείμενο έπεφτε μπρος στα μάτια της, σκουντούσε την αφή της, διαπερνούσε την ακοή, αναστάτωνε τη γεύση, την όσφρηση, ταλάντωνε την ψυχή της. Περί τίνος είδους τέχνη πρόκειται με την απουσία της ιερότητας;… συμπλήρωνε, δίνοντας στ’ αποσιωπητικά το βάρος μίας και μόνης, απόλυτης απάντησης. Άλλες φορές: Ποια η ανάγκη να υπάρξει αυτό; Από ποιαν αναγκαιότητα προέκυψε; Σ’ εμένα ως αποδέκτη ποιαν ανάγκη τώρα, ποιαν αναγκαιότητα γεννάει; Έπεφταν βροχή τα ερωτήματα.
Η αμεσότητά της που ακροβατούσε στα όρια του κυνισμού με προβλημάτιζε, με τρόμαζε. Ωστόσο πίσω από αυτό, διαισθανόμενη κυρίως τη Δ. παρά με ακρίβεια γνωρίζοντας, διέκρινα αμυδρά πως η αθανασία που στην πραγματικότητα την ενδιέφερε ήταν εκείνη στην ψυχή του γράφοντα. Κατ’ αυτήν την έννοια πίστευε παραδόξως πως ένα συγκεκριμένο κείμενο που θα την αφορούσε αποκλειστικά αφιερωμένο σ’ εκείνη, θα ’ταν η ανεξίτηλη επιβεβαίωση πως όντως έχει υπάρξει, πως είναι το «Α και το Ω» της ζωής του στον αιώνα.
Πολλοί άνθρωποι των οποίων οι χαρακτήρες, οι πλοκές των συγκυριών που μας έφεραν κοντά ή μας απομάκρυναν, η σημασία της παρουσίας, καθώς και η επιρροή τους στη ζωή μου, υπήρχαν εμφανώς ή κατακερματισμένοι στις υποθέσεις κειμένων, στους χαρακτήρες και στις πράξεις των ηρώων που κατά τα λοιπά έμοιαζε πως επινοούσα, παρόλο που στην επιφάνεια της συνείδησής μου αρχικά δεν είχε προκύψει η πρόθεση τόσο οι ίδιοι όσο και ορισμένα από τα χαρακτηρολογικά συστατικά τους να συμπεριληφθούν.
Το παράξενο ήταν πως οι περισσότεροι από αυτούς έτρεμαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ήμουν βέβαιη πως ενδόμυχα εύχονταν να μην τους συναντούσε ποτέ ο εσωτερικός μου προβολέας, ο οποίος φωτίζοντάς τους θα τους έδινε βορά τρόπον τινά σε άγνωστες ψυχοσυνθέσεις, σε υγιείς ή νοσηρές φαντασίες. Τέτοιου είδους φωτογραφίσεις, σκιαγραφήσεις η πάρε δώσε μαζί μου επ’ ουδενί ήθελαν, επειδή ένιωθαν μια διαρκή κλήση σ’ απολογία εξαιτίας της απροσδόκητης έκθεσης στις ανεξέλεγκτες εικασίες τρίτων.
Κάπως έτσι φυσικά, διάσπαρτη, σε διάφορα γραπτά μου υπήρχε και η Δ. Ωστόσο δεν της αρκούσε. Επεδίωκε το συγκεκριμένο, την απόλυτη προφάνεια. Δεν ξέρω αν επρόκειτο για δείγμα ή άσκηση θάρρους, στην οποία ήθελε να υποβάλλει τον εαυτό της από μιαν αλλόκοτη εμμονή να δοκιμάζει ώρες ώρες τις δικές της αντοχές όπως και των άλλων απέναντί της. Έχω όμως την αίσθηση (με τον κίνδυνο που εμπεριέχουν λόγω της ρευστής τους φύσης οι αισθήσεις), ότι στην ουσία μού ζητούσε να σκάψω, να διερευνήσω και να της ομολογήσω, παραδεχόμενη και η ίδια, την πραγματική αιτία, τον άλλο λόγο, ο οποίος, αφού όρισε την κατ’ αρχήν συνάντησή μας, φαίνεται να συνιστά και να προϋποθέτει ακόμη την ανάγκη να είμαστε μαζί.
Καθώς τώρα το σκέπτομαι, με τη Δ. γνωριζόμαστε περισσότερα από είκοσι χρόνια. Θα μπορούσα να πω ότι καταλήξαμε καθεμιά να είναι η εξ απορρήτων της άλλης. Πολλές φορές δε χρειάζεται να μιλήσουμε. Αν κάποια απορία σχηματίζεται στο νου της μιας, η απάντηση εμφανίζεται στο στόμα της άλλης, μάλιστα όταν αυτό έχει συμβεί ορισμένες φορές παρουσία τρίτων μοιάζει σαν να παρακολουθεί κανείς θέατρο του παραλόγου. Το μόνο στο οποίο δεν έχω ακόμη ενδώσει είναι η συγκατοίκηση, αν κι έχει συμβεί διήμερα ή κι εβδομάδες ολόκληρες να μ’ έχει φιλοξενήσει σπίτι της ή εγώ στο δικό μου. Γιατί αλήθεια αρνούμαι; Εμμένω στην ψευδαίσθηση της ελευθερίας; Μάλλον, υποθέτω, απολαμβάνω να παραδίδομαι στα θέλγητρα της απομόνωσης, μολονότι ορισμένως ακόμα και οι τοίχοι της τρύπας μου μου φαίνονται πολύ, την ίδια στιγμή που αναγνωρίζω την έκβαθη ανάγκη μου για παχύτερους, ψηλότερους τοίχους. Η Δ. από την άλλη δείχνει να μην αντέχει επ’ ουδενί οτιδήποτε περίκλειστο κι απομονωτικό, αν και όταν βρισκόμαστε μαζί κυρίως, επιδεικνύει μιαν άκρα αντικοινωνικότητα και τάσεις έντονης εσωστρέφειας, την ίδια ώρα που εξωτερικά δείχνει να ανέχεται και να υποδαυλίζει την ύπαρξη και την παραμονή διάφορων άλλων φίλων και γνωστών γύρω μας. Στην ουσία, μου έχει εξομολογηθεί, αυτή η παράλογη συμπεριφορά συμβαίνει από την πλευρά της επειδή μαζί μου βρίσκεται συχνά έξω από τα νερά της, κι απεγνωσμένα ψάχνει να δει σε ποιο σημείο, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να μου είναι απαραίτητη. Αυτή είναι η κύριά της έγνοια.
Αλήθεια, τι μου είναι απαραίτητο από εκείνη; Ποιαν ανάγκη μού γεννάει, αναρωτιέμαι με τον δικό της τρόπο, αφού κάθε άνθρωπος είναι ο ίδιος έργο τέχνης, η συνεύρεση, η συμπόρευση Τέχνη ολόκληρη.
Ίσως και να μην τα καταφέρω να γράψω τίποτε αποκλειστικά για τη Δ. παραδέχομαι. Την παρατηρούσα που κυνηγιόταν από την έκβαθη ανάγκη της να είναι απαραίτητη, και διαπίστωνα πόσο ακόμα και στην ίδια αυτή η ενστικτώδης καταδίωξη όξυνε ό,τι ήθελε ν’ αποφεύγει: τη χωριστικότητα και την οδύνη που αυτή συνιστά. Κι ανάμεσά μας: πώς πορεύεσαι, πώς τα βγάζεις πέρα με τη συνειδητοποίηση ότι και πάλι η ενότητα είναι μια απωλεσμένη αίσθηση, όταν τα ίδια πράγματα, έστω κι από την εντελώς αντίθετη πλευρά σε φέρνουν κοντά, τόσο κοντά που πιο πολύ δε γίνεται, στον άλλον, ενώ την ίδια στιγμή σε κρατούν μακριά; Αυτός είναι άραγε ο δικός μας τόπος; διερωτήθηκα. Μια κάποιου είδους, όχι πάντως τετριμμένη συζυγία των ομοίων, όπου μέσα της επωάζουν και καρπίζουν οι σπόροι κάθε λογής αντιθέτων;
Αίφνης άκουσα το παρατεταμένο χτύπημα του κουδουνιού. Η Δ. γεμάτη ανησυχία, άγχος κι αναστάτωση φάνηκε στο άνοιγμα της πόρτας. «Χτυπάω επί ένα δεκάλεπτο», μου είπε σφυρίζοντας από τα νεύρα της. Ως συνήθως, ένας παράλογος φόβος που είχε διαρκώς για τη ζωή, την υγεία μου κι ό,τι με αφορούσε, μετατράπηκε σε θυμό. Την έβλεπα να βράζει και να ψάχνει ευκαιρία για καβγά. Όλα της φταίγαν. Δεν έδωσα σημασία. Γι’ άλλη μια φορά την άφησα να μαλώνει μόνη της.
Συμπλήρωσα τον τίτλο, τύπωσα το κείμενο, τη ρώτησα αν ήθελε κάτι να πιούμε, κι αφού αρνήθηκε εγκλωβισμένη στο κράτος της έντασης ακόμη, της το ’δωσα. Κάτι καινούργιο, της είπα. Ξεκίνησε να διαβάζει, την έβλεπα να σμίγει τα φρύδια, να μισοκλείνει τα μάτια, ορισμένες φορές να κοιτάζει το κενό. Στη δεύτερη σελίδα σηκώθηκε, πήγε στο ψυγείο, άνοιξε μια μπίρα, πράγμα σπάνιο γι’ αυτήν – ήπιε απ’ το μπουκάλι.
Τελειώνοντας την ανάγνωση δε μου ‘πε τη γνώμη της, πρώτη φορά δε ρώτησε «από ποιαν αναγκαιότητα προέκυψε, ποια ανάγκη της γεννάει», ωστόσο, «το Μ, να ξέρεις, είναι για μένα όπως λέμε μου…, Μάνα…, μένω εδώ!» ομολόγησε.

[Πρώτη δημοσίευση: ηλεκτρονική περιοδικό "Διάστιχο" 24-04-2013]
[Η φωτογραφία είναι επίσης από το "Διάστιχο"
[Αναδημοσίευση www.readnews.gr http://www.readnews.gr/1858486-grafontas-gia-ti-d.html]

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ελένης Λαδιά: Τα δάκρυα των "Γραμμάτων"


grammatiki1
Ο αφιερωματικός τόμος του κυριακάτικου Βήματος* (1972 - 1981) υπήρξε η αφορμή να ματώσει η χαίνουσα πληγή μου σχετικώς με την γλώσσα. Από το 1972 έως το 1979 όλα τα άρθρα ήταν γραμμένα στην απλή καθαρεύουσα, μία χαρίεσσα και κομψοτάτη γλώσσα, με παρμενίδεια ευστάθεια και ηρακλείτεια ροϊκότητα, όπου περιέκλειε τα εις ως επιρρήματα ( συντόμως, ασφυκτικώς κ. α.) και όχι τα σημερινά εις α, τα οποία μπερδεύονται με τα ουδέτερα του πληθυντικού αριθμού (σύντομα ως επίρρημα αλλά και σύντομα νέα, ως επιθετικός προσδιορισμός στο ουσιαστικό νέα ), τον παθητικό αόριστο με το χαρακτηριστικό πρόσφυμα θη (υπεδέχθη και όχι υποδέχτηκε,), το θα και το να με την υποτακτική έγκλιση (θα συναντηθή και όχι θα συναντηθεί), το πως με την ωραία του περισπωμένη που φανέρωνε τον ερωτηματικό τύπο, και τόσα άλλα σύμβολα και έννοιες της γλώσσας μας. Σπανίως ξέφευγαν μερικοί κανόνες από τα δημοσιογραφικά άρθρα σαν προάγγελοι του κακού.
Τα γράμματα εξοστρακίζονταν με βιαιότητα, και χάνονταν αφήνοντας τα αποτυπώματα των δακρύων τους. Γιατί κλαίνε και αυτά, όπως τα βιργιλικά δάκρυα των πραγμάτων.
Πρώτα εξορίστηκε το τελικόν ς καταργώντας την τρίτη κλίση (διαδήλωσις και τώρα διαδήλωση), αλλά την μεγάλη πανωλεθρία έπαθε το σύμφωνο ν, αυτό το νοητικό γράμμα, το οποίον οι σύγχρονες μελέτες συσχετίζουν με τον εγκέφαλό μας. Το 1973 και το 1974 υπάρχει ακόμη στην εφημερίδα (νέον σχήμα). Υπάρχει το ν στο τέλος των ουδετέρων του ενικού αλλά και στις αιτιατικές. (με την ψυχή, εις Αθήνας και Άγκυραν). Το έτος 1975 συνεχίζεται ακάθεκτη η γλωσσική μας παρακμή (τη Δευτέρα το απόγευμα για τη σφαγή). Χωρίς το θαυμάσιο ν αρχίζουμε να μιλάμε σαν τους αλλοδαπούς, που πασχίζουν να μιλήσουν Ελληνικά. (το άθρωπο εκείνο). Στις 28/01/1976 ημέρα Τετάρτη αναφέρεται στην εφημερίδα «Δημοτική γλώσσα σ’ όλη την παιδεία» και αλλού «η Ελλάδα αποδέχεται τη γλώσσα της.» Ποιά Ελλάδα, ποιά γλώσσα της, ποιός μας ρώτησε; Το 1978 καταργείται τελείως η ύπαρξη του ν, και αρχίζουμε να γινόμαστε ανεγκέφαλοι. Το 1979 στην σελίδα 190 της εφημερίδας υπάρχει το πολυτονικό και μετά από δύο σελίδες, στην 192 αρχίζει το μονοτονικό, η μεγάλη ανακάλυψη... του ανθρωπίνου πνεύματος (01/02/1979). Το 1980 αναγγέλλεται με χαρά: «χωρίς εξετάσεις στο Γυμνάσιο, χωρίς βαθμοί το Δημοτικό». Η ιεραρχία θραύεται, μία ανόητη εξίσωση παρασύρει τον λαό, ο άριστος θάβεται και εξομοιώνεται με τον έσχατο. Και τέλος το 1981 συζητείται το πενθήμερο για τα σχολεία. Κουράστηκαν από όλα αυτά οι μαθητές, πρέπει να αναπαυθούν το Σάββατο, διότι στο μέλλον θα χρειασθεί -με βάση τα νέα εκπαιδευτικά συστήματα- να απομνημονεύσουν, χωρίς κρίση και γνώση, πάμπολλες σελίδες βιβλίων. Τώρα παραμονεύει ο απεμπολισμός των φωνηέντων (υ, ω) καθώς και των διφθόγγων, για να... καθαρίσουμε καλά την γλώσσα μας.
Κάποιος θα αντείπει: με τέτοιους συλλογισμούς θα παραμέναμε στην αρχαία ελληνική, που και εκείνη είχε διαλέκτους. Η γλώσσα πρέπει να εξελίσσεται.
Απαντώ: ορθώς να εξελίσσεται αλλά να μην φτωχαίνει. Κατά την γνώμη μου η απλή καθαρεύουσα ήταν η πιο καλή και σταθερή σύνδεση με το αρχαίο πνεύμα.
Κάποιος άλλος ίσως πει: εδώ ο κόσμος πεινά, έχουμε αυτοκτονίες, ανεργίες, ουρές στα συσσίτια και στις στέγες ανέργων, κι εσύ ασχολείσαι με το ν που χάνεται;
Και πάλι θα απαντήσω: Ναι, διότι η εμπειρία μου με δίδαξε πως η πτώση της γλώσσας και γενικώς του πολιτισμού, έχει ως επακόλουθο την κοινωνική και οικονομική κρίση.
Ας μην προσπαθήσουμε λοιπόν να σηκώσουμε η να μεθύσουμε τον ήλιο, όπως λέγει το προπαγανδιστικό άσμα, γιατί είμαστε ανίκανοι γι’ αυτό. Ας προσέξουμε όμως να διασώσουμε, να διαφυλάξουμε την ελληνική μας γλώσσα.

[*Το Βήμα 90 χρόνια, τόμος ΣΤ’, 1972 - 1981]
[Δημοσίευση επίσης: Ηλεκτρονικό Περιοδικό Διάστιχο www.diastixo.gr]

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Νατάσας Κεσμέτη: Για την αυτοβιογραφία του Ευάγγελου Παπαστράτου



To κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί, μικρή έστω, μελέτη. Ούτε κατά κανένα τρόπο προτίθεται να εισέλθει σε αγρούς αλλότριους αυτών της, ευρεία εννοία, λογοτεχνίας -και εν προκειμένω… «καπνοχώραφα». Δύο διαφορετικής τάξεως λόγοι συνέβαλλαν στην συγγραφή του:
1) Από την χειρονομία χάρη στην οποία, πριν μερικούς μήνες, η αυτοβιογραφία του Ευάγγελου Α. Παπαστράτου.  «Η δουλειά και ο κόπος της» ήρθε στα χέρια μου, ως την ανάγκη να γραφεί το κείμενο κι ακόμη μέχρι την τελευταία του γραμμή, ελκυστήρας του στάθηκε μια καρδιακή κατάσταση: η Ευγνωμοσύνη.
2) Από πλευράς πάλι «Κανόνων Ζωής», όπως θα έλεγε ο Κώστας Τσιρόπουλος, σημαντικό ρόλο έπαιξε για την γράφουσα μια συγκεκριμένη θέση: Τόσο η λογοτεχνία όσο και οι ποικίλες, προφορικές ή γραπτές μαρτυρίες (ημερολόγια, λευκώματα, καταγραφή μνημών, βιογραφίες κ. ά.) συμπληρώνουν, κατά τρόπο συχνά αποκαλυπτικό, την «επίσημη» ιστοριογραφία και συνεισφέρουν στην επιστήμη της ιστορίας . Αφορμάται λοιπόν το κείμενο από μια διπλή βάση: Ευγνωμοσύνης όσο και Επιθυμίας συνεισφοράς προς την κατεύθυνση αυτού που ονομάζω «Θάρρος της Μνήμης».
Θεώρησα επομένως πρώτο χρέος μου να μιλήσω για έναν βίο γύρω από την Δουλειά και τον Κόπο της από την αρχή του βίου του συγγραφέα του έως την τελευτή του, επειδή το βιβλίο ταυτοχρόνως αγγίζει δύο μεγάλες συλλογικές μας πληγές, τις οποίες (όχι πρωτοτυπώντας αλλά ούτε και αυθαιρετώντας) αποκαλώ: η αγωνία της Ιστορίας και η απώθηση της Μνήμης .
(Οι ιστορικοί πρόσφατα την ονόμασαν Άρνηση). Κι αμέσως θα αναφερθώ σε δύο αρετές, για τις οποίες οφείλουμε να κοπιάσουμε, ιδίως στον καιρό μας: εννοώ το Θάρρος του αντικρίσματος της Ιστορίας και στο Θάρρος της Μνήμης, όπως ήδη ειπώθηκε.
Καμία από τις αρετές αυτές δεν μπορεί να ριζώσει σε εδάφη μισαλλόδοξα, σε χώματα ιδεολογικών η άλλων προκαταλήψεων, παρά μόνον εκεί που η νηφάλια και αγαθή προαίρεση προτιμά το αληθές από τις ψευδαισθητικές φαντασιώσεις, ακόμη και τις πλέον προσφιλείς. Το βιβλίο Η δουλειά και ο κόπος της είναι πρωτίστως προκλητικά ανοιχτό σε ιστορική και κοινωνιολογική διερεύνηση. Η ιδιομορφία του βρίσκεται στο χρονικό εύρος που καλύπτει αναφορικά με τον εν Ελλάδι βίο: από την αγροτική (και έως αρχαϊκή στη δομή της) υπαίθρια Στερεά Ελλάδα/Ρούμελη, μέχρι τη μεταπολεμική προέλαση της λεγόμενης νεωτερικότητας.
Ο Παπαστράτος γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1884 στο παλιό Βραχώρι. Τον Δεκέμβρη του 1944, μέσα σε συνθήκες αναγκαστικού εγκλεισμού, καταπιάστηκε με την πρώτη καταγραφή των αναμνήσεων της ζωής του. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1964, «έκλεισε κι αυτήν την εκκρεμότητα» (σύμφωνα με τον απαρέγκλιτο κανόνα του βίου του: «να μην παρατά δουλειές μισοτελειωμένες»), αφού τις επεξεργάστηκε εκ νέου, κάνοντας αλλαγές και προσθήκες εξ αιτίας των όσων είχε προσθέσει η εικοσαετία που στο μεταξύ παρήλθε φέρνοντάς τον στα ογδόντα του χρόνια. Τις τύπωσε λοιπόν σε βιβλίο αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του, και αυτή η ιδιωτική έκδοση μοιράστηκε μόνο στα μέλη της οικογένειάς του.
Πολύ πρόσφατα, το 2012, δηλαδή 48 χρόνια αργότερα, στον τόπο που ευεργετήθηκε με μια σχολή που φέρει το όνομά του, χάρη σ’ έναν γείτονα που δεν είναι αμνήμων ούτε αγνώμων – το όλως εναντίον, μαζί με την πληροφορία για την νέα έκδοση, μου δόθηκε και η αρχική έντυπη μορφή του βιβλίου.
Η δουλειά και ο κόπος της – Από τη ζωή μου του Ευάγγελου Α. Παπαστράτου δεν είναι λογο-τέχνημα, χωρίς να του λείπουν λογοτεχνικές χάρες, ιδίως στα πρώτα της κεφάλαια για την παιδική και την πρώιμη νεανική ηλικία του συγγραφέα. Ένας πλήρης κόσμος ανασταίνεται με δύναμη, αμεσότητα και αυθεντικότητα. Ο αναγνώστης αισθάνεται πως ο συγγραφέας δεν ψεύδεται αφ’ ενός και αφ’ ετέρου εμφορείται από πνεύμα δικαιοσύνης. Το λαογραφικό υλικό είναι πλούσιο: τοπωνύμια και ιδιόλεκτα σώζονται με αυθόρμητο τρόπο, γιατί είναι εμφανές το χάρισμα ενός αφηγητή που, εμπλεκόμενος στην αφήγηση μετέχει συναισθηματικά, χωρίς να χάνει το μέτρο μιας αναγκαίας απόστασης από πράγματα και γεγονότα.
Οι περιγραφές του παραπέμπουν σε κλασικούς συγγραφείς μας, έτσι ωσάν να κρατά κανείς στα χέρια του το πρωτογενές χωροχρονικό υλικό από το οποίο εκείνοι έπλασαν τα έργα τους. Όχι μόνο όμως σε δικούς μας αλλά και άλλους πέραν των ορίων της χώρας μας. Αμέσως δίνω ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά αξέχαστα, λιγότερο όμως προικισμένα με τέτοια μεγαλειώδη δύναμη όπως αυτήν των σελίδων 55-56. Σ’ αυτές μια Ελλάδα πλωτών ποταμών, όχι μόνο ανατρέπει την αντίληψη για τον «στενό μας τόπο» που τον «κλείνουν δύο μαύρες συμπληγάδες» κατά την χαρακτηριστική εναγώνια διατύπωση του Σεφέρη, αλλά μας φέρνει στο Υψηλόν και το Απέραντο, σελίδων, παραδείγματος χάριν, από την κλασσική αμερικάνικη η την σκανδιναβική λογοτεχνία, όπου ανασαίνει κανείς μιαν όλως άλλη τοπιογραφία και ζωή. Ανακαλείται αυτομάτως ο κόσμος των βουνών στη θαυμαστή Ιστορία του Rip Van Winkle από τον Washington Irving γραμμένο στις αρχές του ίδιου αιώνα (1819) ή ο ευωδιαστός αέρας από το Τραγούδι της Ζωής της Σέλμα Λάγκερλεφ.
Πέραν αυτών των «Χαμένων Κόσμων», τι έχει σήμερα να μας πει σήμερα η αυτοβιογραφία ενός αγροτόπαιδου που ξεκίνησε στα δώδεκά του μπακαλόγατος κι αργότερα υπαλληλάκος σε εμπορικό του Αγρινίου, για να αναδειχθεί εκτός από ακάματος δουλευτής, σε πολίτη του κόσμου, σε ευεργέτη της πατρίδας (κατά την παράδοση των μεγάλων ευεργετών), σε αποφασιστικό καινοτόμο κατά την μετακίνησή του από το καπνεμπόριο στην καπνοβιομηχανία που ίδρυσε μαζί με τ’ αδέλφια του;
Οι αξίες που αναδεικνύουν λέξεις οι οποίες επαναλαμβάνονται στο βιβλίο είναι: φιλεργεία, κόπος, μέτρο, ευγνωμοσύνη, ιδανικό, ένα νόημα πέραν της στενής κερδοσκοπίας και των προσωπικών φιλοδοξιών, μια πίστη .
Όπως εξαρχής ξεκαθάρισα ό,τι με ώθησε στην απόφαση να ασχοληθώ με την συγκεκριμένη αυτοβιογραφική μαρτυρία, είναι κυρίως η καλλιέργεια του θάρρους της συλλογικής μνήμης: το να τολμούμε να ανασύρουμε στο φως του τώρα, δηλαδή στο φως των ερευνών και των επανεκτιμήσεων/επανεξετάσεων, κάθε εκδήλωση της συλλογικής μας ζωής, προσπαθώντας να δούμε πίσω από «ταμπέλες» και «κατηγοριοποιήσεις» Να τολμούμε κατ’ ουσίαν να είμαστε ευγνώμονες για όσα αξίζει να είμαστε, σε συμφωνία με την απλότητα της φωνής της καρδιάς μας, κι όχι μόνο στη βάση των θεωρητικοποιήσεων και της επιστημοσύνης, που ωστόσο αδιαμφισβήτητα έχουν την μεγάλη τους αξία.
Επιστρέφω λοιπόν στην ευγνωμοσύνη και την εκφράζω στον γείτονά μου Σταύρο Γιαλαμά, του οποίου η μεγάλη εκ μητρός προσφυγική οικογένεια (από την Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας) έστησε με την δημιουργία κιόλας του προσφυγικού συνοικισμού στις υπώρειες του Υμηττού, το πρώτο καπνοπωλείο και γνώρισε από πολύ κοντά και επί μακρόν τους περισσότερους καπνοβιομηχάνους. Προβαίνοντας στην ευγενική χειρονομία να μου δανείσει το βιβλίο για την Δουλειά και τον Κόπο της, μου τόνισε πως στο οικογενειακό τους μικρεμπόριο ξεχώριζαν την, μακράν οποιασδήποτε συγκρίσεως, εντιμότητα και κυρίως φιλάνθρωπη πλευρά της προσωπικότητας του Παπαστράτου.
Ανάμεσα στα πάμπολλα μορφωτικά ιδρύματα με τα οποία συνεργάστηκε και πριν και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και εκτός από την δράση του στις επιτροπές του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, παρέμεινε ισόβιο μέλος του Δ. Συμβουλίου του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου, της Παπαστρατείου Επαγγελματιικής Σχολής και του Ινστιτούτου Ερεύνης Νοσημάτων Θώρακος.
Την Παπαστράτειο, την ίδρυσε ο ίδιος το 1929 ως Νυκτερινή Σχολή . Το 1930 έγινε Δημοτική Σχολή και τελικά το 1932 έγινε Δημόσια Επαγγελματική Σχολή . Λειτουργεί έως σήμερα.
Μένει έκπληκτος κανείς από την ενεργητικότητα του ανδρός, την πληθώρα των ενδιαφερόντων του, τις καινοτόμες ιδέες και πραγματώσεις του, το πολυτάραχο της ζωής του, το αμετακίνητο ενδιαφέρον για τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις που με τα αδέλφια του ίδρυσαν εντός και εκτός Ελλάδας, την απίστευτη φιλεργία του.
Κλείνοντας το κεφάλαιο με τίτλο «Προς το τέρμα του ταξιδιού» γράφει εμφατικά:
Δουλέψαμε χωρίς να αδικήσουμε κανέναν. Από την δουλειά μας βγήκε η πληρωμή του κόπου μας. Πλουτίσαμε χωρίς όμως να ζαλιστούμε και να δημιουργήσουμε εχθρούς. Κι όταν, με τις αλλεπάλληλες ζημιές που μας προξένησαν τα γεγονότα των τριάντα τελευταίων ετών, γίναμε σημαντικά φτωχότεροι απ’ όσο ήμασταν στο τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, δεν αλλάξαμε, δεν θυσιάσαμε τις αρχές μας, δεν εγκαταλείψαμε τα ιδανικά μας.
Και στον επίλογο των αναμνήσεων από το βίο του γράφει, με μια διάθεση σοφής όσο και γλυκιάς παραινετικότητας:
Όσο για μένα, πίστεψα από μικρός σε τέσσερα βασικά πράματα: την εργατικότητα, την επιμονή, την υπομονή και την τιμιότητα. Όταν πρωτόπιασα δουλειά έμαθα γρήγορα να μη θεωρώ προσβλητικό για μένα να κάνω σαν υπάλληλος και εργασίες που στο σπίτι μου δεν τις έκανα. Έμαθα να μη φοβούμαι τη δουλειά .Ξυπνούσα χαράματα και δούλευα και 14 και 16 ώρες τη μέρα -όσο άντεχα- την εποχή που οι εργάτες δούλευαν 10 ή 12 ώρες. Δεν δούλευα μονάχα για να γίνει η δουλειά που μου είχαν αναθέσει τ’ αφεντικά μου, παρά για να μαθαίνω, για ν’ αποκτήσω την πείρα, που χωρίς αυτήν δεν θα κατάφερνα να προκόψω. Φυσικά αυτό απαιτούσε να δείχνω θέληση, να θυσιάζω συχνά την επιθυμία μου να παίξω, να γλεντήσω, να χαζέψω. Στα νιάτα μου χάρηκα λίγο τα παιγνίδια και τα γλέντια, και μου έμεινε πάντα η νοσταλγία της αμεριμνησίας της πρώτης παιδικής μου ζωής που βάσταξε ως τα δώδεκα χρόνια μου –λιγότερο από πολλών άλλων. Κατάλαβα εγκαίρως πως το να βάζει κανείς σε πειθαρχία τον εαυτό του, το να μάθει από μικρός να στερείται τις πρόχειρες ευχαριστήσεις είναι σωτήριο. Αλλιώς κινδυνεύει να παρασυρθεί από την αδυναμία του δικού του χαρακτήρα και τις παρέες του, που παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο στην πρώτη μας ηλικία, και να σπαταλήσει το πολυτιμότερο κεφάλαιο που διαθέτει ο καθένας μας, τον καιρό του, τη ζωή του. Ο νέος που ξεκινά για τον δύσκολο αγώνα της ζωής θα συναντήσει στο δρόμο του και δύστροπους ανθρώπους Δεν θα του είναι πάντα δυνατόν να τους αποφύγει χωρίς να συγκρουστεί μαζί τους. Συχνά θα ζημιώσει και θα αδικηθεί. Δεν είναι αυτός λόγος για να γίνει και ο ίδιος δύστροπος και σκληρός με τους άλλους. Συνάντησα κι εγώ στη ζωή μου δύστροπους ανθρώπους. Προτίμησα να είμαι υποχωρητικός παρά να δίνω το δικαίωμα να με χαρακτηρίσουν σκληρό ή άδικο. Απέφυγα όμως να έχω στο εξής συναλλαγές μαζί τους, και για τούτο δεν βρέθηκα ποτέ στην ανάγκη να καταφύγω στα δικαστήρια. Τα παιδιά που ξεκινούν για τη ζωή , πρέπει να πιστεύουν σε κάτι , να έχουν κάποιο ιδανικό , πέρα από τον πόθο της οικονομικής επιτυχίας. Χωρίς το ιδανικό αυτό να τα παρασύρει εντελώς στα σύννεφα, χρειάζεται να έχουν στο νου τους κάτι, που να τα ανεβάζει κάπως ψηλότερα από τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής . Και να επιζητούν την επιτυχία, όχι για να κερδίσουν, παρά για να μπορέσουν να υπηρετήσουν τα ιδανικά τους. Δεν είναι δυνατόν να φτάσει κανείς όλα τα ιδανικά του. Πολλά θα μείνουν απρόσιτα. Αλλά το να πιστεύουμε σε κάτι και να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε θυσίες, και δυνάμεων και απολαύσεων, για να το πλησιάσουμε, είναι ένα κίνητρο που βοηθεί να προχωρήσουμε πολύ μακρύτερα παρά αν κινούσαμε με μοναδικό όνειρό μας να καλοπεράσουμε στη ζωή μας.
(….)
Άφησα για το τέλος τους συγκινησιακούς παράγοντες που αφορούν σε μένα την ίδια και ασφαλώς καθόρισαν δραστικά την επιλογή μου να ασχοληθώ με το βιβλίο: γόνος ανταλλαξίμων, γεννήθηκα και πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της δικής μου ζωής πολύ κοντά στην Παπαστράτειο Σχολή. Οι ευκάλυπτοι που κατηφόριζαν από το βουνό και έθαλλαν υπερύψηλοι σε κάθε κεντρική οδό και πάροδο του παλιού συνοικισμού, μάλλον μετρημένοι πια, υψώνουν εντούτοις πάνω σε ορατές ογκώδεις ρίζες τα θαυμαστά φίλτρα των φυλλωμάτων τους, στοιχημένοι μπροστά στην Παπαστράτειο. Ακόμη! Υδρόφιλοι λίαν, απλώνουν τις ρίζες τους, διάσπαρτες και στα διηγήματα της γράφουσας από το 1972 με τα Επτά της Άρκτου *, μέχρι το Κήπος Περίφρακτος** του 1992, μέχρι τις πιο πρόσφατες συλλογές διηγημάτων της. Είναι πάντα παρόντες με κάποιο τρόπο και η συγγραφέας δεν έχει αμφιβολία για το τρανό τους σύμβολο «Μεγίστων Πνευμόνων» στην σκέπη των οποίων προσδιορίστηκε ή μάλλον σφραγίστηκε η ζωή της. Πνευμόνων χρείαν έχουμε και τώρα όλοι. Κατεπειγόντως αλλά και διαρκώς: τόσο στην φαντασιακή ψυχολογική ή πνευματική διάσταση της ύπαρξής μας όσο και στο πέρα για πέρα χειροπιαστό και ενθαδικό επίπεδο του τώρα. Κρίση Πνευμόνων περνάμε! Οξυγόνο μας λείπει. Φίλτρα ζωής είναι το αιτούμενο για μας και τους απογόνους μας κι όχι δύσπνοιες και ασφυξία θανάτου.
Έτσι λοιπόν: γιγαντωμένοι ευκάλυπτοι μπροστά στα Σχολεία, μπροστά στην Παπαστράτειο. Ήταν ο ίδιος ευκάλυπτος; Στάθηκε τουτέστιν Πνεύμονας για τον τόπο ο Ευάγγελος Π.;
Τα τελευταία χρόνια του, τον απασχολούσε πολύ, τον βασάνιζε ίσως, το θέμα των «Επιβλαβών Συνεπειών του Καπνού»*** …
Αλλά και στην Νέα Σμύρνη που έζησα πολλά χρόνια, υπήρχε κοντά μου το μεγάλο κτήμα Παπαστράτου: έξω από την υψηλή του περίφραξη, στα μάτια του διερχόμενου ή περιπατητή φάνταζε απέραντο, γεμάτο ελιές . Στα 1970 είχε μέσα κάρο με αλογάκι, ένα ηλικιωμένο ζεύγος, «προφανώς επιστάτες», σκεπτόμουνα κάθε φορά που, από την μισάνοιχτη πόρτα, τους διέκρινα μαζί κι ένα σπιτάκι, ωραίος μπακτσές, δενδρώνας. Ήταν μια όαση μέσα στην πόλη που άλλαζε δραματικά. Ένας αληθινός Περίφρακτος Κήπος, όπου άκουγα πως μπορούσες να πας ν’ αγοράσεις φθηνά και φρέσκα ζαρζαβατικά. Εκεί αργότερα κτίστηκαν πάλι … σχολεία.
Για τον ιδρυτή της Παπαστρατείου, για τον κύριο του κτήματος, ποτέ δεν έτυχε να μάθω. Ούτε κανείς μου είπε, ούτε ενδιαφέρθηκα η ίδια, αν και δυο βήματα από το σπίτι μας κάποιος τον γνώριζε καλά! «Καιρός παντί πράγματι», αλήθεια.
Τώρα, στις χαλεπές μέρες όπου μας έφεραν (ανάμεσα στα τόσα) και το ύπουλα ολέθριο «να περνάμε καλά και …χαλαρά», κι όπου οι οικονομικές elite χαρακτηρίζονται κυρίως από αμοραλισμό ενός … ναρκωτικού εθισμού σε παροξυσμό απαίδευτης, κερδοκαιροσκοπίας, καθοδηγούμενες κατ’ ουσίαν από ισχυρό μηδενιστικό, κακόζηλο πνεύμα, τώρα ο, για πολλούς λόγους, γενναίος φίλος μου δάνεισε την πρώτη έκδοση (1964 ) του Η Δουλειά και ο Κόπος της.
Νομίζω πως ήταν πολύ καλή η ιδέα των εκδόσεων Gema να επανεκδώσουν το βιβλίο. Αξίζει να διαβαστεί ευρέως, να μελετηθεί, να κριθεί. Αξίζει να ανοιχτεί εξ αφορμής του ευρύνους διάλογος.
Δεν γνωρίζω αν ο Ευάγγελος Παπαστράτος είχε σκοτεινές πλευρές . Κάθε άνθρωπος έχει. Άλλης τάξεως όμως είναι η σκοτεινή ανθρώπινη φύση εν γένει και άλλης η διαβλητότητα μιας αμφίβολης η και ανύπαρκτης Ηθικής Βούλησης . Απ’ όσα διάβασα στις, χωρίς ωραιοποιήσεις, 250 αυτοβιογραφικές σελίδες , ευδιάκριτη θαρρώ πως υψώνεται στα μάτια του αναγνώστη μια ισχυρή γκάμα αξιών σε λειτουργία.
Μακάρι να το διαβάσουν τόσο οι εντελώς νέοι επιχειρηματίες όσο και οι «άπληστου μεταπολιτευτικού τύπου» ράθυμοι Νεοέλληνες νεόπλουτοι. Αν τους έχουν απομείνει και ίχνη ανθρωπιάς, θα έχουν την σπάνια ευκαιρία ακόμα και να αφυπνιστούν από την νέκρα του ύπνου τους, λαμβάνοντας ένα δυνατό μάθημα ήθους. Μοιάζει ανέφικτο αλλά ποτέ κανείς δεν ξέρει (ακόμα και ‘κει που όλα φαίνονται ανέλπιδα και χαμένα), πώς πότε και τι λειτουργεί αφυπνιστικά!

* Η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Ν. Κ. ιδιωτική έκδοση.
** Διηγήματα ( 1987 -1992 ), Πλανόδιον, 1992
*** Αναφορά στο γνωστό θεατρικό μονόπρακτο του Α. Τσέχωφ.

Πηγές:  Διάστιχο (http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=810:papastratos&catid=100:apopsis&Itemid=326)

People and Ideas ( http://peopleandideas.gr/2013/02/20/evangelos-papastratos-autobiography/)