Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Νατάσας Κεσμέτη: Τά μώβ ἐπιούσια ἀρτίδια

Στόν γιατρό Δημήτρη Ὡραιόπουλο

Πολύ κοντά στήν ἀμμουδιά σύρριζα στήν ἄμμο ὑψώνονται γιά μιάν ἐφήμερη ἄνθιση. Θά ἔχουν κάποιο ὄνομα, μπορεῖ κι ἕνα πολύ εὔηχο μάλιστα. Ἀλλά μιᾶς καί κανείς δέν βρέθηκε νά τό γνωρίζει, τά ὀνομάσαμε Τά μώβ. Τό δικό τους, ἀκόμα κι ἔτσι χωρίς κανένα ἄλλο ἐπίθετο, ξεχωρίζει ἀπ’ ὅλα τά μώβ.
Πέντε ἐλαφρότατα στίς ἄκριες τους σγουρά πέταλα  γίνονται πιό δυνατά μώβ στό βάθος τῆς καρδιᾶς τους. Τό πρωί λάμπουν, τό μεσημέρι λεπτότατες ρυτίδες τά θαμπώνουν, νωρίς τό ἀπόγευμα εἶναι κιόλας «πολύ ἀργά» γι αὐτά: τά ἔχει πάρει ὁ ἀέρας.  Ὅλες τίς ὧρες, ἀκόμα κι ὅταν τά ἔχει ἁφαρπάσει ἀπό τόν μακρύ τους κάλυκα ὁ ἄνεμος, διατηροῦν μιά λεπτή ἀκεραιότητα.
Σάν στέκουν μόνα, τραβοῦν τό μάτι στή ντελικάτη μοναχικότητητά τους. Ἄλλιῶς φτιάχνουν μεγάλες συντροφιές καί τό σύνολο ὑψώνει μιά μώβ κυματιστή Τράπεζα. Ἄν δέν ἔρθουν ἄγγελοι,  πλησιάζουν, συλλειτουργοί τά μικρά ἔντομα: ἄλλοτε βουϊζοντας κι ἄλλοτε σιωπηλά.
Τά μώβ δέν πενθοῦν. Κι ἄν στή θέα τους σκεφθεῖ κανείς τό πένθος εἶναι γιατί στή δική του καρδιά θά ὑπάρχει ριζωμένη θλίψη. Τά μώβ στήν καλύτερή τους ὥρα λαμπυρίζουν μιά  τ ω ρ ι ν ή  στιγμή. Σέ καλοῦν νά συγκεντρωθεῖς σ’ αὐτήν ὁλόκληρος.
Δέν εἶναι οὔτε εὔκολο οὔτε ἁπλό. Ἀλλά κάθε μώβ καθώς ταλαντεύεται ἐπιμένει: Ἐγώ εἶμαι τό ἐπιούσιο ἀρτίδιο. Ἐσύ πού μέ κοιτᾶς;
Τά μώβ δέν μποροῦν νά σοῦ χορτάσουν καμιάν ἀπληστία, μποροῦν ὅμως νά σοῦ θυμίσουν τήν πληρότητα νά εἶσαι  ἐλάχιστο ψιχίο. Ἀρκεῖ νά  ε ἶ σ α ι   δηλαδή  κ α ί  γιά κάποιον γνωστό ἤ ἄγνωστο ἄλλο.
Ὅμως «ὁ ἄνθρωπος τοῦ προσωπικοῦ του καπρίτσιου δέν πιστεύει καί δέν συναντᾶ. Δέν γνωρίζει σύνδεσμο· τό μόνο πού γνωρίζει εἶναι τόν  πυρετώδη κόσμο  ἐ κ ε ῖ  ἔ ξ ω καί τήν πυρετώδη του ἐπιθυμία νά τόν χρησιμοποιήσει.»*
Ὁ λευκός ὕπερος προσκολλημένος στήν καρδιά τῶν μώβ διατηρεῖ μιάν ἀθέατη ἀφοσίωση στόν συλλειτουργό  πού θά πετάξει κοντά του καί θά τόν ἀγγίξει σέ μιά ἀνταπόκριση ἀμοιβαιότητας.
Εἶναι εὔκολο νά εἶσαι ἄπληστος καί σπάνιο νά χαίρεσαι τήν πληρότητα τῆς ἀφοσίωσης. Τό κοινό χιλιοπατημένο μονοπάτι εἶναι γεμάτο προκλητικές πινακίδες  πού κεντρίζουν τή μανία γιά κέρδος κι ἄλλο κέρδος. Μάτια νά συναντηθοῦν μέ τά μώβ, δέν θά βρεθοῦν ποτέ ἐκεῖ.
Στή γῆ τῶν μώβ μπορεῖ νά εἰσέρχεται κανείς στό ἄβατο μιᾶς ἐξαιρετικῆς μοναχικότητας.  Ὄχι ὅμως ἐρήμωσης. Μιᾶς μοναχικότητας ἡ ἐξαιρετικότητα τῆς ὁποίας ἔγκειται στό ὅτι  παραμένει ἐν  σ χ έσ ε ι.
Γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο πού ἔβλεπε τούς μαθητές, τούς συναδέλφους, τούς συνεργάτες, τούς νοσηλευτές καί τούς ἀσθενεῖς του ὡς συλλειτουργούς. Πίστευε κατά ἀπόλυτο τρόπο στό «θεραπευτικό ἄγγιγμα». Ἡ μόνη πινακίδα στό δικό του δημιουργικό δρόμο ἐπέμενε: «Πρόσφερε ἀκόμα καί μέ προσωπική σου ζημιά».
Στό τέλος ἀγγελιαφόροι ἀπό κάθε γωνιά τῆς γῆς κι ἀπό τά βάθη τῆς δικῆς του καρδιᾶς ἄρχισαν νά τοῦ φέρνουν  καθημερινά ἀρτίδια βαθιᾶς εἰρήνης. Κατανόησε  γ ι α τ ί  ἔ ζ η σ ε  καί κάθε φόβος θανάτου τόν ἐγκατέλειψε.
Τά μώβ λαμπυρίζουν τήν αἰώνια παροντικότητα. Ἡ σχέση εἶναι ἀμοιβαιότητα.
Πόσο ντελικάτη κάθε ἐκδήλωση τοῦ Ἐσύ.**

*   Μάρτιν Μποῦμπερ.
**  ὅ. π.