Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Νατάσας Κεσμέτη: Ἡ τέχνη τῆς πόζας

       
     Ἀνασκαλεύοντας πρόσφατα τά χαρτιά μου βρῆκα ἕνα γράμμα χωμένο ἀνάμεσα σ’ ἕνα σωρό ἄλλα, τσαλακωμένο σάν κάποιος νά προσπάθησε νά τό σφίξει στή φούχτα του μέ σκοπό νά τό ἐξαφανίσει καί μετά τό μετάνοιωσε. Ἦταν ἀπό τόν συγγραφέα κύριο Φί και ἤμουν ἡ ἴδια πού τό εἶχα τσαλακώσει βιαστικά , χωρίς νά τολμήσω καί νά τό σκίσω .
     Θά ἦταν κάπου στίς ἀρχές τοῦ νέου αἰῶνα . Δύο χιλιάδες πέντε ; Δύο χιλιάδες ἑπτά – δέν θυμᾶμαι ἀκριβῶς . Μ’ ἔδερνε ἄγρια ἡ σκέψη πώς εἶμαι πιά πολύ παλιά, «τοῦ περασμένου αἰῶνα», πώς δέν εἶχα τίποτα νά πῶ μέ τούς σύγχρονούς μου καί κανένα σοβαρό λόγο νά συνεχίζω μέ τά γραψίματα . Κανείς δεν φαινόταν νά ἀπασχολεῖται σοβαρά μέ τήν ἰδέα πού ἐγώ θεωροῦσα οὐσιώδη καί γι αὐτό οὔτε δοκίμαζα νά τήν συζητήσω . Ἡ ἰδέα μου ἀφοροῦσε στή γραφή ἤ πιό σωστά στό λόγο τῆς γραφῆς: μόνο μιά θεραπευτική γραφή θά μποροῦσε νά ἔχει κάποιο νόημα . Ἀλλά τί ἀκριβῶς ἐννοῦσα «θεραπευτική γραφή»; Ὅ,τι εἶχα κατά νοῦ ἦταν μια ἀμυδρή ἰδέα γιά τό  τ ί   δ έ ν εἶναι :
     Μιά θεραπευτική γραφή δέν θά ἔκανε ἀντικείμενο της τή λατρεία τοῦ συγγραφέα γιά τό κέφι του, δέν θά ἦταν τό παιγνίδι τῆς τεμπελιᾶς καί τῆς ἀνίας του, οὔτε πάλι θά  ἦταν κάτι σάν ἐξάρτημα τεχνολογίας .
     Δέν εἶχα ἀναπτύξει λοιπόν καμιά θεωρία καί τό μόνο πού εἶχα καταφέρει ἦταν νά τορπιλίζω τίς δικές μου ἰδέες γύρω ἀπό διάφορες ἀφηγήσεις .
     Τότε ἔτυχε νά γνωρίσω τόν συγγραφέα Φί. Αὐτός δέν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ περασμένου αἰῶνα. Αὐτός ἦταν στην κυριολεξία τοῦ προπερασμένου, ἀφοῦ ὅταν τόν συνάντησα ὅπως ὑπολόγιζα , εἶχε κιόλας ξεπεράσει τά ἐνενήντα πέντε. Μπορεῖ νά εἶχε ξεπεράσει καί τά ἑκατό καί νά μήν τολμοῦσα νά τό πιστέψω.
Ἦταν ἀπό χρόνια τυφλός. Γιά τήν ἀκρίβεια εἶχε ἐλάχιστη ὅρα- ση, ἴσα γιά νά μπορεῖ νά προσανατολίζεται στό σπίτι του καί νά μή χρειάζεται βοήθεια γιά τίς πιό στοιχειώδεις του κινήσεις. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή αὐτό πού μοῦ ἔκανε κατάπληξη ἦταν ἡ ἀδιαφορία πού ἔδειχνε γιά τόν χρόνο καί ἡ ὀξύνοιά του. Το μυαλό του λειτουργοῦσε ἄριστα καί ἀκόμη περισσότερο τό κριτικό του πνεῦμα.
     Ὅπως ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι διψοῦσε για κουβέντα .
Μποροῦσε ὡστόσο ν’ ἀκούει τόν συνομιλητή του, κι αὐτό ἦταν ἀκόμη πιό ἐντυπωσιακό . Οἱ περισσότεροι δέν ἀκοῦνε τίποτα,  ἀπασχολημένοι μέ τόν μονόλογό τους , ἀσφυχτικά ἀμπαρωμένοι μέσα σ’ αὐτόν. Ἡ ἀπώλεια τῆς ὅρασής τοῦ εἶχε ἀποκλείσει  τήν ἐξάρτηση ἀπό τήν τηλεόραση καί ἴσως οἱ πολλές ὧρες πού ἄκουγε ραδιόφωνο εἶχαν ἐξασκήσει μιά ἱκανότητα, τήν ὁποία  πιθανόν πάντα διέθετε . Ἔτσι δέν βιαζόταν καθόλου νά μοῦ μιλήσει, ἀντίθετα περίμενε νά δεῖ τί θά πῶ .
     Εἶχε ἀκόμη τήν διακριτικότητα γενεῶν στίς ὁποῖες ἡ ἀνατροφή ἦταν τό ἄλφα καί τό ὠμέγα γιά τήν κοινωνία καί γιά τίς οἰκογένειες . « Τό νά δίνεις ἀνατροφή στά παιδιά σου » ἦταν ἀπό τά πιό ζωτικά πράγματα . Καί ὅταν ἔλεγαν γιά κάποιον :
               « αὐτός εἶναι ἄνθρωπος με ἀνατροφή ! » 
τοῦτο σήμαινε πώς δέν παινεύανε μόνο τόν ἴδιο ἀλλά θαυμάζανε τήν οἰκογένειά του, τήν προέλευσή του, μιά μεγάλη καί σύνθετη σειρά ἀπό σταθερές . Μέ τήν πρόθεση « ἀνά » ἡ τροφή ἐπαυξανόταν σέ κάτι περίσσειο, σέ ἕναν ἄρτο πού ἦταν καμωμένος ἀπό τό πιό ἀκριβό σιτάρι . Ἡ « ἀνατροφή » εἶχε κάποια σχέση ὄχι μόνο μέ τήν « ἀνάπτυξη » , ἀλλά καί μέ τήν « ἀνάταση ». Σά νά δηλωνόταν πώς τό συγκεκριμένο πλάσμα μέ ἀνατροφή δεν κοίταζε μόνο στό χῶμα. Καί βέβαια αὐτό σήμαινε πώς ὑπῆρχε ἐξαπλωμένη μιά ἐκτίμηση στόν οὐρανό, στά  ψηλά ἤ ἔστω… στά ψηλώματα.
Ὁ συγγραφέας Φί, αὐτό εἶναι ἀλήθεια, ἦταν γεννημένος στά ψηλά. Πέρα για πέρα βουνίσιος, ὅλη τή ζωή του τήν εἶχε περάσει δάσκαλος στά ὀρεινά χωριά. Γνώριζε καλά τά περισσότεραἀπό τά σχολειά πού, μέ τόν καιρό, ἐρημώσανε μαζί μέ τήν παρεμεθόρια ζώνη καί τελικά,  μένοντας χωρίς παιδιά, κλείσανε. Στά δικά του χρόνια δέν ἦταν καθόλου ἔτσι , ἄν καί τό πλῆθος τῶν παιδιῶν δέν μείωνε τη μοναξιά τοῦ δασκάλου.
     Οὔτε πού τόλμησα ποτέ νά τοῦ ἀναφέρω τήν ἰδέα μου γιά  τήν «θεραπευτική γραφή». Μόνο μιά φορά τόν ρώτησα πῶς κατάφερνε καί ἀπό τό βάθος τῆς δικῆς του ἀνάβλυζε μιά γλυκειά πηγή, ἀκόμα κι ἄν διηγιόταν βάσανα.
     «Δέν τό ἔχω σκεφθεῖ καί μᾶλλον δέν ξέρω  . Ἡ ζωή μου ἦταν γεμάτη πίκρα», μοῦ ἀπάντησε .
    Κάποτε ἄλλοτε μοῦ εἶπε πώς ὅταν σχηματίσει ἔστω καί ἕνα στίχο ἤ ἕνα μοτίβο στό μυαλό του εἶναι εὐτυχής , δηλαδή εἶναι ἥσυχος.
     Ὅμως ἀκόμα καί στά βουνά ὁλομόναχος μιά ἀγωνία τόν ἔτρωγε . Ἦταν ἡ ἀγωνία γιά « τό κέντρο » , ἐκεῖ ὅπου κάποιοι «ξέρουν», κάποιοι «ἡγοῦνται», ὅπου «τά πράγματα συμβαίνουν».
     Ὁ π ο υ δ ή π ο τ ε  λοιπόν, σκεφτόμουν, καί νά βρισκόταν κάποιος , κάτω ἀπ’ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, ἡ πάλη δεν ἄλλαζε. Μόνο μερικές εὐλογημένες στιγμές μποροῦσε κανείς να πεῖ :
     Γράφω ὅπως τό πουλί βγάζει τίς τρίλιες του. Γράφω ὅπως τό βότσαλο κινεῖται ἀπό τό κύμα. Γράφω ὅπως ὁ γιατρός θεραπεύει τόν ἀρρωστο , ὅπως ὁ ἱερέας λέει τόν ὄρθρο, κι ὅπως μιά ὁποιαδήποτε συνηθισμένη μέρα ὁ κουρέας φροντίζει τά μαλλιά ἑνός πελάτη.
    Ὅταν τό ρεῦμα ἀπό τίς λέξεις κυλάει ἀνεμπόδιστο εἶμαι συνεπαρμένος μαζί του, ὅταν ἀποτραβιέται καί μοιάζει νά μή εἶχε ὑπάρξει ποτέ, ὅταν κάθε λέξη γίνεται ξένη καί ἀπολύτως κλειστή στον ἄγνωστο ἑαυτό της, ὑποφέρω ἀλλά ξέρω πώς δέν γίνεται ἀλλιῶς. Τό πλῆρες δέν θά ἦταν πλῆρες χωρίς τό κενό. Περπατάω τότε σάν ἕνας χαμένος καί τότε εἶναι πού γίνομαι ἕνα μέ ὅλους καί ὅλα τά χαμένα.
     Χρειάζεται μια ἀσύλληπτη κίνηση ἐμπιστοσύνης γιά νά μπορῶ νά περιμένω ἤ γιά « νά μή γίνομαι ἐμπόδιο » σ’ὅ,τι θά ἔρθει πάλι. Πρέπει νά ἔχω ἀποφασίσει γιά τή θέση μου χωρίς νά τή διογκώνω: στήν τροχιά πού διαγράφω ὅπως κάθε ἀστέρι τοῦ σύμπαντος καί κάθε μικρό χόρτο τῆς γῆς. Ἡ ἐλευθερία μου βγαίνει μέσα ἀπό τή θέληση τῶν ὀστῶν μου γι αὐτήν τήν ἀνεξήγητη ἀντοχή. Χρειάζεται τότε να ἐξορίσω κάθε σκέψη τοῦ ἑαυτοῦ μου γιά τόν ἑαυτό μου. Χρειάζεται νά στραφῶ ἐντελῶς πρός τόν θαυμασμό, ὅπως ἔκαναν οἱ πολύ μακρινοί μου πρόγονοι. Ἀλλά ἕναν θαυμασμό ἀπαλλαγμένο ἀπό τόν φόβο. Τόν ἀπορημένο θαυμασμό τῆς ἀγάπης.
      Ὅποια ἀνάσα κι ἄν ἀκούσω ζητάει τήν προθυμία μου νά τήν  ἀγαπήσω. Μόνο μιά μικρή προθυμία, τίποτα ἄλλο. Βρίσκομαι τότε κατάπληκτος μπροστά στήν ἀδυναμία μου ν’ ἀγαπήσω ἔστω καί ἐλάχιστα ! Ἀλλ’ ἐξ ἴσου κατάπληκτος μπροστά στήν δυνατότητα μιᾶς ἐλάχιστης προθυμίας γι’ ἀγάπη πού κρύβεται στό βάθος κάθε εἰκόνας καί κάθε ἀνάσας. Αὐτή ἡ προθυμία εἶναι ἡ ἀνάμνηση τοῦ κήπου πού τόν πότιζαν τά τέσσερα ποτάμια. 

     Ναί , βέβαια... ὑπῆρχαν πολλά ποτάμια στά ὀρεινά χωριά πού μάθαινε τά βοσκόπουλα γράμματα ὁ φίλος μου. Γιατί τά πιό πολλά παιδιά ἦσαν βοσκόπουλα καί τσελιγκόπουλα. Τίποτα ρομαντικό δεν ὑπῆρχε σ’ αὐτό. Ἡ ζωή για ὅλους ἦταν τραχειά.Ἤθελαν νά φύγουν, ἤθελαν νά μείνουν, δέν ἤξεραν τι ἤθελαν. Ἀκόμα κι ἐκεῖ σάλευε μιά ἀνησυχία. Τό πολυπόθητο «κέντρο» ἔμοιαζε νά εἶναι ἀλλοῦ, πολύ μακριά. Τό μπέρδευαν, ὅπως πάντα, μέ  τήν Τροία καί τούς θησαυρούς της.
     Ὀνόμασα τόν κύριο Φί φίλο μου . Δεν ξέρω πότε ἔγινε φίλος μου . Ἴσως τη μέρα πού μοῦ ἐξομολογήθηκε μιά στιγμή εὐδαι-
μονίας του :
     Ἤμουνα στην αὐλή τοῦ σχολείου, κοίταζα πέρα τίς ραχοῦλες καί τίς σκιερές πλαγιές, ἀκούγονταν ἀπό μακριά οἱ φωνές τῶν παιδιῶν  πού  εἶχαν ἀρχίσει   νά  ἔρχονται  ἀλλά  ἔμοιαζαν  περισσότερο μέ φωνές πουλιῶν . Νά αὐτό ἦταν ὅλο . Δεν ὑπῆρχε καμιά ἐξήγηση, ἀλλά μιά ἐλαφριά μέθη ἀνέβηκε ἀπό τήν καρδιά μου.
Νομίζω πώς ἤμουν πάντα λίγο… βλάκας.
     Ἀναρωτήθηκα ἄν τό πίστευε πραγματικά, ὅπως ἔδειχνε τό ὕφος του .
     Δέν θά μποροῦσα ν’ ἀλλάξω ποτέ τόν κόσμο στό παραμικρό.
Ὅμως ἐκείνη τήν ὥρα ἔφυγε κάθε βάρος ἀπό πάνω μου. Ἀγαποῦσα τά μικρά μου ἀγριμάκια, ἀγαποῦσα τά βουνά πού μέ κλείνανε – αὐτό ἦταν.
     Συχνά μοῦ ἔλεγε πολλά ὡραῖα πράγματα ἀλλά ἐκεῖνο πού  κυρίως μοῦ ἔδειξε ἦταν… Παράξενο , δέν τολμάω νά τό πῶ! Λές κι ἄν τό πῶ κινδυνεύει νά τελειώσει . Ὅμως θά δοκιμάσω :  
     Ὁ φίλος μου ἔμοιαζε λίγο μέ τόν Θεῖο Βάνια . Κι ἐγώ ἔμοιαζα καί μέ τίς Τρεῖς Ἀδελφές ! Λές καί ἦμουν, θέλω να πῶ, οἱ… τρεῖς σέ μία. Ἔτσι φτιάχναμε ἕναν παράξενο θεατρικό οἱ δυό μας, ἕναν συνδυασμό ἡρώων τοῦ Τσέχωφ :
     «Οἱ Τρεῖς ... ἐγώ » φωνάζανε : « Στό κέντρο , Στό κέντρο !» .  Μιά παραλλαγή τοῦ : «Στή Μόσχα, Στή Μόσχα . Ἐνῶ ὁ «Θεῖος Βάνιας» ἤξερε πώς δεν ὑπάρχει κανένα κέντρο  νά τούς περιμένει .
     Ἴσως εἶχε δίκηο ὁ Καβάφης, ὅταν ὑπαινισσόταν πώς στόν ἱστορικό χρόνο « ὅλα εἶναι ἐπαρχία » . Ἴσως εἶχε δίκηο ὁ Μούζιλ , ὅταν ἔδειχνε πώς στό «αὐτοκρατορικό κέντρο» στροβιλίζεται ἡ ἀόριστη νεφέλη ἑνός ὁράματος πού καταλήγει σέ μιά ἀκόμη γραφειοκρατία ἀνθρώπωνχωρίς ἰδιότητες.
   
      Τόσα χρόνια μετά τί ἀπέγινε ἡ ἰδέα πού δέν τόλμησα ποτέ νά συζητήσω μέ τόν φίλο μου; Ἡ ἰδέα γιά τή « θεραπευτική γραφή » ἐννοῶ.
     Μιά φορά ὁ γέρος κύριος Φί γέλασε καί μοῦ εἶπε σά νά εἶχε διαβάσει τήν καρδιά μου :
 « Οἱ συγγραφεῖς δέν εἶναι σωτῆρες τοῦ κόσμου . Εἶναι καλό νά ἀναγνωρίσει κανείς τήν ἀσημαντότητά του. Ὅσο πιό ἔγκαιρα τόσο τό καλύτερο. Νά ἀναγνωρίσει τήν ἀσήμαντότητά του χωρίς νά φτάσει στό σημεῖο νά ρίξει νερό στή φωτιά . Οὔτε τή δική του, (ὅσο μικρή καί νά εἶναι) φωτιά , οὔτε κανενός ἄλλου πολύ περισσότερο . Ἀλλιῶς ὁ κύριος λογοτέχνης δέν εἶναι τίποτα παραπάνω ἀπό ἕναν ἀκόμη φιλοτομαριστή».
    Ἡ τελευταία λέξη μέ ξάφνιασε . Δέν ἦταν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού βρίζουν. Ἀλλά δέν μοῦ διέφυγε πώς ἔδωσε τόν χαρακτηρισμό μέ τόν ἴδιο τρόπο πού εἶχε ἄλλοτε ὀνομάσει τόν ἑαυτό του «βλάκα». Ἐντελῶς οὐδέτερα .
     Ἡ συνέχεια τῆς φράσης δέν ἦταν τόσο οὐδέτερη ὡστόσο :
«Μακριά ἀπό τήν τομαρίλα τῶν συγγραφέων ! Ἡ μπόχα της μπορεῖ νά σέ φτάσει ἀκόμη καί  στά πιό ἀπρόσιτα  βουνά... Δέν χρειάζεται κανείς νά πεθάνει στή Σιβηρία μαζί μέ τόν Μάντελσταμ, σπαρταρώντας μέσα στόν πόνο καί στήν ἀθλιότητα, γιά νά φανερωθεῖ ἡ ἀναλγησία της  !»...
    Τόν ρώτησα ἄν πραγματικά ἔχει τόσο κακή ἰδέα γιά τούς χαρακτῆρες τῶν συγγραφέων. Ἡ ἀπάντηση μέ ξάφνιασε πιό πολύ ἀκόμη :
« Ὄχι, δέν ἔχω καμιά κακή ἰδέα γιά τούς χαρακτῆρες οὔτε τῶν συγγραφέων οὔτε τῶν καλλιτεχνῶν γενικά. Γιά τό ἄδειο πού παραγεμίζουν καί, μέ τή σειρά του, τούς παραφουσκώνει, ἔχω πολύ κακή γνώμη.»
     Δεν θυμᾶμαι τί εἴπαμε στή συνέχεια. Ἀπό ἐκείνη τή μακρινή ἐποχή μοῦ ἔχουν μείνει μερικά δικά μου γράμματα, γιά τά ὁποῖα δέν εἶμαι σίγουρη ἄν εἶναι ἀντίγραφα πού κράτησα ἤ ἄν δέν τοῦ τά ἔστειλα κἄν .
*
     Ἀγαπητέ κύριε, ἀναρωτιέμαι ἄν σᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό ἐρώτημα : ποιόν λατρεύει κανείς σ’ ἕνα λογοτέχνημα ; Εἶναι ἕνα κόλπο γιά νά λατρεύει κάποιος τόν ἑαυτό του ; Εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά χτίζει γύρω του ἕνα φρούριο ἀπό ἰδέες καί εἰκόνες ; Εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά κρυφτεῖ ; Εἶναι μιά παγίδα θηραμάτων ἤ μιά παράξενη θεραπεία  τους  ;
    Τό πιστεύετε ἐσεῖς πώς μπορεῖ κανείς πραγματικά νά παγιδεύσει τόν χρόνο ; Μήπως τό μόνο πού πετυχαίνει εἶναι νά παγιδευτεῖ ἀμετάκλητα ἀπ’ αὐτόν ; Ὁ ἴδιος φαίνεται ἔχετε τόση καλωσύνη ὥστε στά ἔργα σας δέν ἀνακαλεῖτε τό παρελθόν ἀλλά κατά κάποιο τρόπο ἀνασταίνετε χωρίς πικρία μιά τάξη πραγμάτων πού γνωρίσατε. Καταφέρατε νά βγάλετε ἀπό μέσα της τό κεντρί τῆς πικρίας καί τῆς ἀπουσίας  δικαιοσύνης. Σέ τοῦτο συνίσταται νομίζω ἡ ἀνάσταση.
*
     Ἀγαπητέ κύριε, ἡ τελευταία λέξη πού σᾶς ἔγραψα μέ τρόμαξε τόσο πολύ πού κόντεψα νά λιποθυμήσω μέ τό πού τήν ἔγραψα.
Ἐπιχείρησα νά τή σβήσω ἀλλά δέν τά κατάφερα. Ἐπιχείρησα νά τήν ἀντικαταστήσω ἀλλά δέν τό κατάφερα οὔτε αὐτό. Τήν ἄφησα ἄλλά κάποια ζευγάρια μάτια νιώθω νά μέ παρακολουθοῦν περιγελαστικά. Ποτέ δε μ’ ἄρεσε νά μέ περιγελοῦν. Ὑπάρχει κανείς πού νά τοῦ ἀρέσει ; Ὁ καθένας θέλει νά εἶναι σεβαστός, ἀξιοπρεπής καί ἀξιοθαύμαστος. Ἐσᾶς δέν σᾶς ἐνοχλοῦσε ὅταν τύχαινε νά πάρετε εἴδηση πώς τά παιδιά σᾶς πειράζουν πίσω ἀπό τήν πλάτη σας ; Ἐμένα φοβᾶμαι πώς μέ περιγελάει ὁ ἑαυτός μου . Ἀλλά , ἐπειδή συμφωνῶ μέ κάτι πού εἴπατε μιά φορά πώς «δέν παίρνατε πολύ στά σοβαρά τόν ἑαυτό σας», νά ξέρετε πώς προσπαθῶ νά  ἀδιαφορήσω γιά τό αὐτοπεριγέλιο.
*
     Ἀγαπητέ κύριε, ἡ πόζα εἶναι κάτι γελοῖο ἀλλά τά κομψά της ροῦχα καί τά λεπτά της καμώματα κρύβουν ἀριστοτεχνικά τή γελοιότητά της. Ὅμως ἀκόμα καί ἡ πόζα περνιέται γιά ἕνα εἶδος  καλλιτεχνικῆς ἀξιοπρέπειας . Ἀλλιῶς πῶς θά διαφέρει κανείς ἀπό τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους ; Αὐτό εἶναι νομίζω. Σκέφτομαι τίς φωτογραφίες τοῦ Σεφέρη, τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Σικελιανοῦ, τοῦ Σολωμοῦ . Μέ  τό  δικό  του  τρόπο  ὁ  καθένας  συνθέτει  μιάν  ἀξιοπρεπή εἰκόνα . Μιά εἰκόνα παρ’ ὁλίγον μεγαλειώδη . Ὅσο γιά τήν εἰκόνα τοῦ Καρούζου, ἡ θηριώδης ἀπόγνωση εἶναι κι αὐτή μιά ἰδιόρυθμη μορφή ἀξιοπρέπειας . Τί σηκωμένα φρύδια ὁ Λειβαδίτης στά νιάτα του, τί βλέμμα ...Ὅμως στά τέλη...Τ ό τ ε εἶναι πού δέν μπορεῖς νά μήν τόν ἀγαπᾶς περισσότερο ἀκόμα , ἕτοιμος νά ξε- σπάσεις σέ λυγμούς ... Συνωστισμός συναισθημάτων ! Ὅλα ἀνεξέλεγκτα καί ἀξιοπρεπέστατα . Νομίζω πώς μόνο ἡ φωτογραφία τοῦ Παπαδίτσα μοῦ ἔδωσε κάποτε τήν ἐντύπωση ἀνθρώπου μπροστά σέ κάτι ἀπόκρημνο –καμιά σχέση με τήν ἀξιοπρέπεια.
     Βλέπετε, μπερδεύτηκα πάλι. Πρίν λίγες μέρες ἀναγνώριζα στά ἔργα σας τήν ἀναγεννημένη ἁπλότητα , καί τώρα κρίνω τόν κόσμο, λές καί δέν εἶναι ὅλοι ἐλεύθεροι νά ἐπιλέγουν πῶς θά ντύνονται, τί χειρονομίες θά κάνουν καί μέ τί βλέμμα θά κοιτάζουν. Καλύτερα νά βρῶ τό θάρρος νά μήν ἐνδιαφέρομαι γιά τήν δική μου ἀξιοπρέπεια , ἀνυπόκριτα.

*
      Δυσκολεύτηκα πολύ να πάρω την ἀπόφαση νά ξαναδια- βάσω το γράμμα τοῦ κυρίου Φί. Ὅταν ὅμως τό ἔκανα , ἀμέσως κατάλαβα γιατί το εἶχα τσαλακώσει καί μετά τό παράχωσα . Νά τί  μοῦ ἔγραφε :
Παρ’ὅλο πού εἶναι ἐγκωμιαστικός ὁ τρόπος πού μιλᾶτε γιά μένα ὀφείλω νά σᾶς πῶ ὅτι ἔχετε πλάσει μιά φανταστική εἰκόνα. Ἡ πραγματικότητα εἶναι πώς ὑπῆρξα ἐγωϊστής καί ματαιόδοξος, καθόλου λιγότερο ἀπό τούς ὑπόλοιπους. Ὅταν ἐπρόκειτο νά πῶ ἕναν καλό λόγο γιά  ὁμότεχνο, συνήθως κατάπινα τή γλῶσσα μου, ἀλλά ἄν ἐπρόκειτο γιά σαρκασμό, εἰρωνεία... ἐκεῖ τήν ξανάβρισκα καί γινόμουν λαλίστατος. Τό φόρτε μου ὅμως ἦταν ἡ σιωπή καί οἱ ἀδιόρατα δηλητηριώδεις ὑπαινιγμοί γύρω ἀπό τά λάθη ἤ τίς ἀποτυχίες τῶν ἄλλων. Στό βάθος βάθος πίστευα πώς ἤμουν ὁ καλύτερος ἤ ἔστω μέσα στούς δυό τρεῖς καλύτερους.
Νομίζετε πώς δέν εἶχα ἐπαφές ἀλλά κάνετε λάθος. Ὅλο καί κάποιο τρόπο ἔβρισκα νά προωθῶ τά βιβλία μου.
     Πρῶτα πρῶτα κατάλαβα πώς πρέπει νά καλλιεργήσω ἕνα μύθο γύρω ἀπό τά βουνά καί μένα. Μετά νά κεντρίσω τή νοσταλγία γιά μιάν «ἐπιστροφή στη φύση» μιά νοσταλγία πού δέ θέλει καί πολύ γιά νά φουντώσει ὀνειρικές  εἰκόνες ἀπό τή ζωγραφική ἀλλά κι ἀπό τήν ἀντιπάθεια πού τρέφουν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι γιά τίς πόλεις ὅπου ζοῦν. Εἶναι πραγματικά λίγοι ἐκεῖνοι πού θέλγονται ἀπό τό θόρυβο καί τήν ἀδιάκοπη κίνηση μιᾶς πόλης καί νιώθουν ζωντανοί , γεμάτοι κέφι ἀνάμεσα σέ πλήθη ἀγνώστων. Συνήθως ἀγάλλονται μέ τίς δυό τρεῖς διαδρομές τίς ὁποῖες γνωρίζουν τόσο ὥστε νά νιώθουν ἕνα εἶδος οἰκειότητας, καί κάποια στέκια γιά τά ὁποῖα πλέκουν παρόμοιους μύθους μ’ αὐτούς πού ἔπλεξα ἐγώ, μαζί μέ ἄλλους παλιότερους γιά τά βουνά καί  τά ποτάμια.
      Μετά ἔγινα σέ τόση δόση γρινιάρης γιά τή μοναξιά μου, ὅση γιά νά μέ λυποῦνται ὡς εὐγενές θύμα τῶν περιστάσεων πού μέ κρατοῦσαν δέσμιο τοῦ καθήκοντος, ἐ μ έ ν α πού θά μοῦ ἔπρεπε νά εἶμαι μόνον ἐπισκέπτης εἰδυλλιακῶν τοπίων - ἀληθινός ἀπόγονος ἑνός ὕστερου ρομαντισμοῦ . Πολλά περισσότερα , πού δέν θά μποροῦσα νά σημειώσω τώρα , σχημάτισαν μιά φιγούρα σεβαστή γιά ὅσους μέ γνώρισαν ἀπό τά βιβλία μου καί ἕνα ἀξιολάτρευτο πρόσωπο γιά τόν ἴδιο . Προσπάθησα νά κλείσω τίς ραφές του γύ- ρω ἀπό μένα χωρίς μεγάλα κενά καί γιά χρόνια δέν εἶχα ἰδιαί- τερες ἔγνοιες μέ τήν κοπτοραπτική μου . Ἤμουνα εὐχαριστημένος μέ τήν δημιουργία τοῦ ἑαυτοῦ μου, μποροῦσα ἀκόμα καί νά καυχιέμαι πώς εἶμαι ...«αὐτοδημιούργητος». Ἀλλά κάποτε τό πράγμα ἁπλά σωριάστηκε.
     Τά σχολειά ἀρχίσαν νά ρημάζουν μαζί μέ τά χωριά πού μέ ταχύ ρυθμό ἐρήμωναν. Πέθαναν οἱ περισσότεροι ἀπό τούς φίλους μου καί ἀπό τούς ἀντιπάλους συγγραφείς, ὅσους τέλος πάντων ἐπιθυμοῦσα νά ἐξουδετερώσω ἤ νά μειώσω ὥστε νά ξεχωρίζω ἀνεδεμπόδιστος. Ἡ γραφή μου ἄρχισε νά θεωρεῖται «περιφερειακή » καί ὁ μύθος μου νά παρακμάζει. Φούντωνε πάλι ἡ νοσταλγία γιά τό «κέντρο», μόνο πού αὐτή τή  φορά ἦταν παγκόσμιο ἤ πιό σωστά παγκοσμιοποιημένο κι ἔτσι κανείς δέ γνώριζε ποῦ ἀκρι- βῶς ἦταν . Ὁπωσδήποτε τά «παλιά κλάματα» ὅπως καί τά παλιά βουνά, δέν συγκινοῦσαν σχεδόν κανέναν. Ἄν τά τελευταῖα μποροῦσαν νά ξαναβαφτιστοῦν με κάποιο ἄλλο ὄνομα, ἔστω κι ἀπό τήν Παταγωνία, τή Νέα Γουϊνέα ἤ τήν Ἰσλανδία τῶν ντοκυμαντέρ, θά ἦσαν περισσότερο ὑποφερτά. Τότε ἔχασα λίγο λίγο καί τήν ὅρασή μου. Ὅπως ἄλλοτε φανταζόμουνα τό μέλλον μου, ἔτσι τώρα παρατηροῦσα σέ μιά φανταστική ἐσωτερική ὀθόνη τό παρελθόν μου, ὅπου δέν μποροῦσα νά διακρίνω παρά μεγάλα ἤ μικρά κενά.
     Στήν ἀρχή ὑπέφερα ἀβάσταχτα. Μετά ἴσως γιατί, ὅπως σᾶς εἶπα κάποτε «νομίζω πώς εἶμαι βλάκας», ὁ πόνος ἄρχισε νά κοπάζει. Σκεπτόμουνα τόσους ἄλλους συγγραφεῖς πού κανείς δέ  θυμόταν οὔτε τό ὄνομά τους, οὔτε τίς διεκδικήσεις τους, οὔτε τόν θόρυβο πού ἔκαναν μαζί μέ τή μικρή ἤ μεγάλη παρέα τους. Δέν μπορῶ να πῶ πώς αὐτό μέ παρηγοροῦσε ἐντελῶς ἀλλά ἦταν μιά ἄγκυρα γιά νά μή βουλιάζω ὁλότελα στήν ἀπύθμενη θάλασσα τῆς ματαιότητας. Τῆς ματαιότητας ὅλων τῶν ψεμμάτων ἐννοῶ μέ τά ὁποῖα φάσκιωσα τή ζωή μου. Τή χουχούλισα ἐκεῖ μέσα σέ ἀλλεπάλληλα στρώματα ἀπό πόζες, ἀλλά αὐτό δέ βοήθησε σέ τίποτα. Ἀκόμη και τά καλύτερα ψέμματα κάποτε ξεφουσκώνουν ἀπό τόν ἀέρα μέ τόν ὁποῖο πλανῶνται σάν ἀερόστατα. Τό μόνο που μπορῶ να σᾶς πῶ εἶναι :
  Μήν ἀκολουθήσετε αὐτό τό δρόμο. Κι ἄν τόν ἔχετε πάρει χωρίς νά τό  καλοκαταλάβετε, ἐγκαταλεῖψτε τόν ὅσο πιό γρήγορα μπορεῖτε. Μακάρι να ἀντισταθεῖτε σε κάθε ὑποψία πόζας.

*

    Τώρα πραγματικά μπορῶ νά ἀντιληφθῶ ὄχι μόνο γιατί καταχώνιασα το γράμμα του, ἀλλά και γιατί δέν τό κατέστρεψα.
     Ἡ σκέψη τῆς θεραπευτικῆς γραφῆς δέν μέ ἔχει ἐγκαταλείψει ἐντελῶς , πιό σωστά ἐγώ δέν τήν ἔχω ἀπαρνηθεῖ ὁλότελα .
Ὅμως ἀπό χρόνια σκέπτομαι πώς ἡ προσδοκία μου μοιάζει  μέ τό νά ζητάει κανείς νά συναντήσει στή ζωή του... τόν ἴδιο τόν  Φραγκίσκο τῆς Ἀσσίζης τήν ὥρα πού μιλάει μέ τά πουλιά κι αὐτά συνάζονται καί τόν ἀκοῦνε εὐτυχισμένα. Τόν Φραγκίσκο ἤ ὅποιον ἄλλο πιό κοντινό ἄγνωστο, ἄσημο ἀλλά ἀγαθό συνομιλητή , συμπορευτή καί μαζί θεραπευτή κάθε τι ἄγριου καί σκληροῦ στή φύση .
     Εἶναι μιά καλή προσδοκία πού λάμπει ὅπως ἀστρόσκονη  ἄλλου γαλαξία. Πιό πολύ τήν φαντάζεσαι παρά τήν βλέπεις.
Οἱ εὐλαβικές ἐπιθυμίες καί μόνο πού γεννήθηκαν στήν καρδιά,  ἔχουν μια κατευναστική ἐπίδραση και ἡ ἀλήθεια τους ἐλευθερώνει.
     Ὁ κύριος Φί διέθετε μιά λυτρωτική εἰλικρίνεια ἄν και μοῦ πῆρε χρόνια νά τήν ἀντέξω. Ἦταν ἐπίσης ὅπως καί ὁ Φραγκίσκος, ἀληθινός. Θέλω νά πῶ: ὑπῆρξε. Τι πειράζει ἄν τό γνωρίζουν ἐλάχιστοι; Ἕνας αὐθεντικός φραγκισκανός ἤ τραππιστής ἤ ἀδελφός τῆς ἡσυχίας τυλίγεται μέ τόση χαρά στήν ἀνωνυμία του, ὅση ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι μαζί στίς πούλιες καί τά στράς τῶν κοστουμιῶν τοῦ θορύβου .
     Λοιπόν, δέν τό ἀποκλείω καθόλου νά ἀνατείλουν κάποτε φεγγοβόλοι συγγραφεῖς, μεγάλοι τεχνίτες στήν ἄσκηση τῆς θεραπευτικῆς γραφῆς.
     Ἄν τύχει καί ρίξουν μιά ματιά πίσω τους  μέσα στούς αἰῶνες τῆς  κοσμικῆς σκοτεινιᾶς, ἡ καρδιά τους θα διακρίνει πώς πίστευα στήν ἔλευσή τους καί πώς ἔβαλα ὅλη μου τήν ἀντοχή στήν ἀναμονή τους. Ἦταν δύσκολο καί πολύ ὄμορφο πού τούς περίμενα γιά ὅσο ἔζησα… μετά Φίν! (μετά τόν Κύριο Φί ἐννοῶ). 

[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό "Ἐμβόλιμον", τεῦχος 61-62, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2011]
                                                                         
                                                                         

Δεν υπάρχουν σχόλια: