Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Περί Ευθύνης

 ν μποροσε κάποιος νά σταθε ς πλός παρατηρητής τν τεκταινομένων τα συλλογικς καί προσωπικς καθημερινς ζως, θά πισήμαινε μιά συνεχή ροή χρήσης λέξεων τν ποίων χει μλλον παραφθαρε κατ’ρχήν ννοια καί σημασία χουν πογυμνωθε καί πομακρυνθε πό τό βάρος τς φιλοσοφικς καί συνειδησιακς ντιστοιχίας τους, δηλαδή τς θικς.
Ατές ο λέξεις χρησιμοποιονται βασισμένες στήν κάτ’ διον συμφέρον ρμηνεία τους, πού ν τέλει καταλήγει σέ διοποίησή τους καί πό μικρές καί μεγαλύτερες κοινωνικές μάδες, τσι πού τό διοτελές διωτικό, τό ποο στήν οσία του εναι διαχωριστικό, καταφέρνει, ναλόγως τν συγκυριν, νά νώνει πληθυσμιακές μάζες.
ρισμένες πό ατές τίς λέξεις μάλιστα κατά καιρούς γίνονται διαιτέρως πίκαιρες καί εναι συχνότατα ναμασώμενες πό χείλη πίσημα: πνευματικν ταγν, κπροσώπων τς πολιτικς καί τς θρησκευτικς ξουσίας, καλλιτεχνν, λλά καί πό χείλη λαϊκά.
Μία νάμεσα στόν ποταμό τέτοιων λέξεων καί κφράσεων εναι καί λέξη «ευθύνη» καθώς καί ρισμένα πό τά παράγωγά της. δ καί ρκετό καιρό διατρέχει καί διαπερν τόν ντυπο καί προφορικό λόγο μέ τέτοιο τρόπο πού θά μποροσε νά πε κανείς πώς τιτλοφορε τήν πρός ρας λληνική καθημερινότητα.
πλειονότητα ναζητε πρόσωπα καί καταστάσεις πού χουν τήν «εθύνη» γιά τήν πολιτική καί οκονομική συγκυρία πού διανύει χώρα. ναζητονται ο «πεύθυνοι», μως και πλεστοι σοι πό τούς «πευθύνους» μεταφέρουν πιρρίπτουν τίς «εθύνες» σέ λλους, ετε νθρώπους ετε καταστάσεις, πραγματικές φαντασιακές, κόμη-κόμη καί σέ συνωμότες καί συνωμοσίες πού, ετε νέκαθεν ετε τώρα, διαπλέχθηκαν διαπλέκονται ρήμην τάχα τς κάστοτε ξουσίας καί πωσδήποτε το «λαο».
τσι, κρίνοντας κ το ποτελέσματος, φαίνεται πώς ναζήτηση (περί τς εθύνης γιά τήν ποια κπτωση) εναι μάταιη. Κανένας κπρόσωπος καμις ξουσίας (πολιτικς, δικαστικς, οκονομικς, κκλησιαστικς, πολιτιστικς κ..), δέν χει νακαλύψει ποκαλύψει κανέναν «πεύθυνο», παρά πού νόματα ρίχνονται κατά καιρούς βορά στό πλθος, φ’ σον σέ κανέναν πό τούς θεωρητικά «πευθύνους» καμιά εθύνη καί καμιά ποινή δέν χουν καταλογιστε.
Καί πς λλωστε θά μποροσε νά συμβε παραμικρός στω τύποις καταλογισμός; πό ποιους;
παρατηρητής ξ ατν ρμώμενος θά μποροσε πίσης νά ναρωτηθε ν «εθύνες» καί πόδοσή τους εναι κατ’ ρχήν ζήτημα ρμηνείς τς ννοιας τν λέξεων «εθύνη» καί «πεύθυνος» , ν πράγματι λοι ντιλαμβάνονται τήν κατά κυριολεξία σημασία τους. Θά μποροσε πίσης νά ρευνήσει ν ο πράξεις βασίζονται καί διέπονται πό την ντίληψη τς πακριβος ννοιας τν λέξεων , κι ν πιπροσθέτως ο λεκτικές σημασίες χουν ποστε ννοιολογική λλοίωση λόγω, ετε τς ξαίρεσης τς προσωπικς συμπεριφορς (λλα μέτρα λλα σταθμά γιά τόν αυτό μου καί λλα γιά τούς λλους), ετε λόγω τς πολυπολιτισμικότητας πού διέπει τόν σημερινό κόσμο καί, κατά συνέπεια, το ναγκαστικς προκύπτοντος γλωσσικο συμφύρματος πού ατή μείξη πιφέρει.
Τί σημαίνει μως γιά τούς λληνες λέξη «εθύνη»; Γνωρίζουμε τήν στορία της, τήν προέλευσή της;[i] Διότι τόσο ννοια σο καί προέλευσή κάθε λέξης καθίστανται διαιτέρως σημαντικές.
Φαίνεται μως τι ξέλιξη μις ννοιας σέ σχέση μέ τήν ρχική της σημασία, πως καί τς συγκεκριμένης πού μς πασχολε, πηρεάζεται πό τίς κοινωνικές καί πολιτισμικές ζυμώσεις καί συνθκες χι μόνο κατά τό κάστοτε παρόν, λλά καθ’ λη τή διάρκεια το στορικο χρόνου-το Γίγνεσθαι.
τσι παρατηρομε καί σ’ ατήν τήν περίπτωση (το λόγου) νά συμβαίνει μιά «πτσις» πό τήν Οσία, τό Εναι, στό Γίγνεσθαι, που φεση στή ροή, στήν κολουθία, πιφέρει, πως εναι πόμενο, καί τήν ντίστοιχη «πτώση» στήν ντίληψη, τήν κρίση, τή συμπεριφορά καί ρα στή θέση καί τήν ποψη το τόμου γιά τόν αυτό του, τή ζωή καί τόν κόσμο.
Σέ ,τι φορ στό παρόν κείμενο τή θεώρηση τι ρχαία λληνική σημασία τς λέξης «εθύνη» φορ τήν Οσία, δέν προκύπτει πό τή βάση περί τς «νωτερότητας» τς «κατωτερότητας» κάποιου θνους φυλς, λλά πό τό γεγονός τι φιλοσοφία καί ξ ατς νάγκη ναζήτησης καί προσδιορισμο τν ννοιν γεννήθηκε καί κατ’ ρχήν τέθη στήν ρχαία λλάδα.
Στή συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστώνουμε μως πώς, παρ’ τι πειρες λληνικές λέξεις ετε υοθετήθηκαν ετε ο ρίζες τους ατούσιες ποτέλεσαν τίς ρίζες λέξεων λλων Ερωπαϊκν γλωσσν, σέ ,τι φορ τίς λέξεις «εθύνη» καί «πεύθυνος» ατό δέν συνέβη.
Σχετικά μέ τίς δύο ατές, τόσο ο Λατινογενες γλσσες, όσο και τα Βουλγαρικά[ii] (Σλάβοι[iii]) καί τά Ρουμανικά – π’ σο μπόρεσα νά ρευνήσω – πέλεξαν τή Λατινική προέλευση καί προσέγγιση ρμηνείας: Respondeo, spondi, sponsum, ere (2η συζ.) απαντώ, αποκρίνομαι//αρμόζω//ανταποδίδω (+δοτ.) σύντ.: respondeo alicui ad aliquid = αποκρίνομαι σε κάποιον ως προς κάτι.[iv][v][vi][vii][viii]
Παρατηρομε λοιπόν τι εναι σημαντική διαφορά νάμεσα στίς σημασίες: «πάντηση», «πόκριση» «νταπόκριση» μέ τό «κάμνω κάτι εθύ», «λογοδοτ», «κακή διαχείριση μις ντολς», «ναλαμβάνω λη τήν εθύνη γιά κάτι πού προτείνω κάνω», «δέχομαι τόν καταλογισμό».
ν σταθομε μάλιστα στήν γγλική λέξη responsibilityθύνη), the ability to response ( κανότητα νά παντς, κανότητας νά νταποκρίνεσαι), μπορομε νά διαπιστώσουμε τόν διαφορετικό τρόπο ντίληψης καί σκέψης, καθώς πίσης καί τή διαφορετική νοοτροπία καί τρόπο δράσης πού προκύπτει πό τή χρήση τους, φ’ σον χρήση τν γλωσσικν κωδίκων δέν χρησιμεύει πλς καί μόνον γιά πικοινωνιακούς λόγους, λλά φορ καί προσδιορίζει τήν ντίληψη τς διας τς ζως τόσο ς φαινομένου σο καί ς βιωμένης πραγματικότητας.
Κατά συνέπεια, ατή πιρροή χει σημασία κριβς πειδή μπορε να τομο να σύνολο νά χρησιμοποιε, νά κφέρει τή λέξη «εθύνη», λλά νά σκέπτεται, νά ασθάνεται καί νά δρ ς «χω τήν κανότητα νά παντήσω». Μπορε νά λέει «κάμνω κάτι εθύ», λλά νά λειτουργε ς «νταποκρίνομαι» (ντί+ποκρίνομαι), «παντ», κόμη καί ρνητικά, δηλαδή πεκφεύγοντας διαφεύγοντας τν βαρν, τς λογοδοσίας, τς τιμωρίας κ.λπ.
ρχαία Ρώμη ς κατακτητής φησε τή σφραγίδα της, πως εναι κοινς λλά καί στορικά ποδεκτό, λλά καί Νέα Ρώμη- γγλοαμερικανικός τρόπος ζως καί σκέψης, ς συνέχεια τν πρακτικν καί τς δόξας τς Παλις κείνης, διαπερνάει, πιβάλλεται καί λλοτριώνει τή σκέψη καί τόν βίο τν νθρώπων σήμερα.
λλά κι ν πιπλέον θυμηθομε τήν πέκταση, τίς κατακτήσεις καί τήν κυριαρχία τν σπανν καί Πορτογάλλων (λλες «Ρμες» κι ατές), καί πωσδήποτε τήν πιβολή τν γλωσσν τους ς πισήμων στούς λαούς πού καθυπόταξαν, ν προσθέσουμε τίς πεκτάσεις καί ντίστοιχες κατακτήσεις τν Γάλλων καί παλιότερα τν νετν, τν Σαξώνων κ.λπ., θά ξιζε νά ρευνηθε ν πρχε στούς ποτελες τους λέξη ντίστοιχη τς λληνικς «εθύνης», ποια ταν τυμολογία της, λλά καί ποια πιθανή «πτώση» της ννοιολογικς καί παραφθορά της.
Τό οσιδες ζήτημα εναι λοιπόν τό πς ντιλαμβανόμαστε τίς ννοιες, δηλαδή ν ντως τίς κατανοομε καί δρομε σύμφωνα μέ τή βαθειά τους κατανόηση , ν τό σύμφυρμα το Γίγνεσθαι μέσω τς πολυπολιτισμικότητας χει λλοιώσει τή διαδικασία καί τήν πρακτική τς κατανόησης πέρ κείνων τς ρμηνείας, καθώς καί τς ξ ατς προερχόμενης ντίδρασης με ψυχολογικούς ν τέλει ρους.
Διότι κόμη καί πιλογή το ποις προέλευσης καί τυμολογίας γλωσσικό τύπο θά υοθετήσουμε καί θά χρησιμοποιομε δέν εναι τυχαία. πως πίσης δέν εναι τυχαο τι πιστήμη τς ψυχολογίας καθώς καί ο ξ ατς προκύπτοντες διάφοροι κλάδοι (ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία κ.λπ.) γεννήθηκαν καί ναπτύχθηκαν πό νθρώπους πού τό γλωσσικό τους ργανο ταν λατινογενές.
νάγκη το νθρώπου νά ναγνωρίσει ,τι θεωρε ς αυτό του μέσω το λλου, καί φο ν συνεχεί πιμερίσει καί καταλογίσει τίς εθύνες γιά τίς πιλογές του στούς ποιους λλους ς πταίοντες  (νά πινοήσει δηλαδή δικαιολογίες καί νά καλυφθε πίσω τους), νάγκη πού προκύπτει νά λλάξει τά μοντέλα τς ζως του καί χι τήν ντίληψη καί τή θέση του, γίνεται στην οσία βακτηρία, τό δεκανίκι γιά τή συνέχιση τς πι-βίωσής του, καί νακλ, μέσα πό μιά διαφορετική προσέγγιση, ατήν κριβς τήν «κανότητα το παντν», τήν «κανότητα το ντί+ποκρίνεσθαι».
Ατή ντίληψη κατοπτρίζει τήν νάγκη τς σωτηρίας και τς πιβίωσης πό ποιους ρους, μέσω τς διαφυγς, τς ποφυγς, το ψεύδους κ.λπ., καί πάντως χι μέσω τς ατοεξέτασης (Π παρέβην;/τί δ’ ρεξα;/τί μοί δέον οκ τελέσθη;), τς πράγματι κατανόησης ες βάθος τν ατιν και τν συνεπειν τους, το καταλογισμο καί τς ποδοχς τς ποιας ποινς ς τήρησης το Δικαίου, δηλαδή σάν φυσική ξέλιξη τς διαδικασίας το Ατίου καί το ποτελέσματος, λλά συμβαίνει ς παρωδία δικαίου καί τς κατά τό Δίκαιον πληρωμς, πότε συνιστ την κατάσταση το δικαίου πό ρους (Δικονομία καί χι Δικαιοσύνη).
Στήν πραγματικότητα πρόκειται χι περί νάληψης τς εθύνης, λλά περί τς κχώρησής της. Κι ταν εθύνη γιά τίς πράξεις κάποιου κχωρεται στούς λλους, τότε καί ποιος καταλογισμός ξαρτται πό τίς διαπλεγμένες σχέσεις/καταστάσεις, πό τά κατά περίπτωσιν συμφέροντα πού συνδέουν τά δύο μέρη μεταξύ τους.
Τότε κόμη καί στήν περίπτωση τν διαπροσωπικν σχέσεων, μή νάληψη εθύνης δέν συνιστ τή συνειδητή καί πράγματι ννοούμενη «συγγνώμη», ν στω τύχει ατή νά ζητηθε νά κφρατε. Σ’ ατήν τήν περίπτωση «συγγνώμη» εναι να πιπλέον χημα διαφυγς πό τήν «εθύνη».
ποια δράση προκύπτει πό ατό δέν εναι μεση ς συνέπεια τς ποιας πιλογς ζως, λλά γίνεται μμεση ς πιλογή μεταξύ το τί συμφέρει καλλίτερα ς πληρωμή το λάχιστου το καθόλου κόστους.
Καί πς θά μποροσε νά συμβε λλις, φ’ σον τρόπος σκέψης καί πρακτική τς ζως πού σκομε βασίζεται πάνω στόν «λλον»: Ο «εθύνες» το «λλου», πιρροή το «λλου», ο πιλογές το «λλου», ο πράξεις το «λλου» κ.λπ. Τελικά, δίχως νά τό καταλαβαίνουμε ζομε τή ζωή το «λλου». χι τή δική μας, λλά το «λλου». δική μας ρχεται δεύτερη, ς προέκταση τς ζως κείνου-το «λλου»…
Θά μποροσε σως καί νά πε κάποιος τι πάρχουμε λόγω το «λλου». Δηλαδή τεροπροσδιοριζόμαστε τεροφωτιζόμαστε. πότε καταλήγουμε νά πι-βιώνουμε βάσει ψυχολογικν ρων καί χι νά ζομε σύμφωνα με τή χάρη το αθόρμητου καί το ατεξούσιου, πού κάθε στιγμή μς καλε Ζωή νά ζήσουμε.
Κατ’ ατήν τήν ννοια λες ο κοινωνίες, ποιαδήποτε διαφορετική στορία κι ν διαθέτουν, ποία φαινομενικά πιφανειακά παραπέμπει κφραστικς καί σέ μιά διαφορετική στορικά ννοιολογική συνέχεια, λειτουργον μέ παρεμφερες τρόπους σέ τομικό συλλογικό πίπεδο, σέ συνειδητό ποσυνείδητο πίπεδο, πηρεασμένες λλά καί κατευθυνόμενες πό τήν ψυχολογική προσέγγιση τν ννοιν.
ς θυμηθομε σ’ ατό τό σημεο τήν οκονομικς τεράστια παγκόσμια πιχείρηση λων ατν τν δηγν περί εζωΐας καί καλοπέρασης μέ τίς συνταγές περί τς παγγελματικς, οκογενειακς καί προσωπικς πιτυχίας, τς ετυχίας, τς ατοπραγμάτωσης, τς ατοαπελευθέρωσης κ.., πού δέν εναι τίποτε περισσότερο πό ναζήτηση τν «λλων» ς πευθύνων, ετε πρόκειται γιά τήν οκογένειας, τους γεννήτορες τούς προγεννήτορες, τους ργοδότες, τούς πάσης φύσης ξουσιαστές, τούς κάθε λογς «λλους» συνωμότες καί ποφθαλμιοντες τή ζωή μας.
μως, στούς κόσμους τν «λλων», ποιός «νας» μπορε νά εναι τελικς πεύθυνος για κάτι καί γιά τί κριβς; Καί μήπως ν τέλει ατή συνεχής ναζήτηση το «λλου» ς δέα και τρόπος ζως συνιστ ατό καθαυτό τό χθος τς ζως;
Μήπως συνειδητοποίηση τς διαστρεβλωμένης ατς τς δέας γίνει φορμή νά ναζητήσουμε τόν «ναν», τόν καθέναν-ναν, τόν αυτό, κι τσι τόσο τομική σο καί συλλογική ζωή  ρχίσουν νά βρίσκουν παντήσεις καί λύσεις γιά τά βασικά τους ζητούμενα;
Έπειδή φαίνεται τι «κανότητα το παντν» το «νταποκρίνεσθαι» συναντιέται με τήν νάγκη το «νήκειν». Προϋποτίθεται τι γιά νά «νήκει» κάποιος, πρέπει νά πάρχει κάποιο σύνολο, μοίων στω διαφορετικν, πάντως «λλων». Τό σύμπαν τς καθημερινότητας πού χτίζουμε, λλά καί τά οκοδομήματα τν ξιν καί τν δεν βασίζονται στό τεχνητό δίπολο το «νήκειν» καί τς «πώλειάς» του.
Τό βασικό ξίωμα φαίνεται νά εναι: «νήκω ρα πάρχω» καί, προκειμένου νά πάρχω, εναι δυνατόν τό «νόμιμο νά εναι καί θικό», φ’ σον «λλος» φ’ νός μέ ναγνωρίζει καί φ’ τέρου πράττει μοίως πρός μέ.
πότε προσπάθεια τς διατήρησης το «νήκειν», προκειμένου νά μειωθε νά ξαφανιστε πιθανότητα τς πώλειάς του λλά καί ο ξ ατο πορρέουσες συνέπειες τς πομόνωσης καί τς παξίας το ατόμου, νδυναμώνει τήν «κανότητα το παντν», ενισχύοντας τίς πολιτικές, τίς πλάγιες δηλαδή καί χι εθείες ντιδράσεις μπροσθεν τς Συνειδήσεως. ν τέλει, Συνείδηση ποκρύπτεται πίσω πό τά πέπλα τς «ψυχολογίας το λλου».
 
Μοιάζει λοιπόν τι δέν ξέφυγε καί δική μας κοινωνία πό τό σύνδρομο τς «κανότητας νά ντιδρ» σέ σχέση μέ τήν «νάληψη τς εθύνης», μέ τό νά «πράττει τό εθύ». κε βρίσκεται μιά σχάση. Τόσο λεπτή, σχεδόν παρατήρητη, πού μως καθορίζει τή θέση, τή στάση καί τό μοντέλο τς ζως. Πού συντείνει στό διαρκς ζητούμενο καί πάντα νέφικτο: τή ροή τς ζως σύμφωνα μέ τήν Τάξη, μέ τήν ατία καί τό ποτέλεσμα.
Διότι στήν πρώτη περίπτωση πάρχουν δοί διαφυγς. Στή δεύτερη, κόμη κι ν πάρχουν τέτοιες δυνατότητες, νθρωπος πιλέγει νά «λάβει» τό βάρος τς πράξης, νά «ποστε» τό κόστος της, νά «δεχτε» τόν ποιον καταλογισμό, νά διορθώσει, νά εθύνει τό στρεβλό, τό μή ρθό.
Πρίν φτάσουμε νά παρατηρήσουμε νά καταλήξουμε σέ να συμπέρασμα στά περί εθύνης σχύοντα στά ψηλά κλιμάκια τς ξουσίας, μπορομε νά πισημάνουμε τίς πλεστες σες περιπτώσεις τς μερικανοαγγλικς ντίληψης το ρου «εθύνη» μέσα στή μικρή τομική καί συν-πολιτική μας καθημερινότητα.
ταν δάσκαλος πί παραδείγματι δέν ναλαμβάνει τήν εθύνη γιά τό πίπεδο παιδείας πού παραδίδει, λλά κπαιδεύει καί σκε την κανότητά του στό νά ντιδρ πέναντι στό (όρατο) σύστημα παιδείας πού (κατά τή γνώμη του) εθύνεται, ταν κόμη κι μικρός τ τάξει δημόσιος πάλληλος σκέφτεται καί ντιδρ παρομοίως σέ κάθε περίπτωση πού δέν σκε τά καθήκοντά του λλά παραβιάζει τό νόμο, ταν γιατρός, καδημαϊκός, πωλητής, πουργός, μπορος, καλλιτέχνης, νεργος, ερωμένος, συνταξιοχος, γονιός παραποιον καί παραβιάζουν τούς νόμους, τότε ποιός, πότε, πό ποιά θέση καί πς θά καταστε πεύθυνος γιά ,τιδήποτε; Ποιός μπορε δικαιοται νά πισημάνει λάθη, λλείψεις, παραποιήσεις, καί νά πευθύνει κατηγόριες, ποιός δικαιοται νά μιλε στω γιά συνέπειες, ποιός νά τίς καταλογίσει καί ποιός πιπλέον νά τίς πιβάλλει; Ποιος μπορε δικαιοται νά γίνει τιμητής; Καί ναντι τίνων;
Διότι κόμη καί πρακτική το νά ναζητς καί νά πιρρίπτεις τίς εθύνες γιά λα τά πράγματα προσώπως ορίστως στό πρόσωπο καί στό όρατο συνεργε, κτός πό τόν διαρκή ποβιβασμό τς ποιότητας τς σκέψης καί ρα τς ντίληψης τς λήθειας, καί στή συντήρηση τς κοινωνίας στό πίπεδο τς μάζας καί πομένως στή διαρκή της ποτέλεια, στόν λεγχο ποικίλων κέντρων ξουσίας καί τή διαιώνιση τν διων καταστάσεων μέσω καινοφανν λλων.
πικαλούμενοι καί χρησιμοποιώντας κατά τό δοκον τό πρόσχημα τς συλλογικότητας, συνήθως διαφεύγουμε πλς λησμονομε τή μικρή πλήν χρήσιμη λεπτομέρεια τι, πρίν π’ λα κάθε συλλογικότητα ποτελεται πό τομικότητες. Χωρίς ατές καμιά συλλογικότητα δέν εναι δυνατόν νά συσταθε.
Κατ’ πέκτασιν εθύνη εναι τρόπος σκέψης, τρόπος δράσης, στάση καί Κατάσταση τς προσωπικς ζως τς κάθε μις τομικότητας ξεχωριστά.
Εναι βέβαια να ζήτημα, ν τομικότητα θά πιλέξει νά ναλάβει κόμη κι ατήν τήν εθύνη το ρόλου της , ν θά πιλέξει νά χρησιμοποιε καί πάλι τό πρόσχημα τς συλλογικότητας στε νά δικαιολογε τήν δυναμία της καί γι’ ατήν κόμη τή στοιχειώδη πιλογή.
Διότι παρ’ λο πού εναι ντελς βολο καί κινητοποιε ργή καί θυμό ναντι τν κατά περίστασιν καθοδηγητν, ν τέλει σέ κάθε περίπτωση πού τομικότητα πιζητε νά διαφύγει τν συνεπειν τν ποιων της πιλογν (respondeo), τότε κυριολεκτικά καί μεταφορικά μάζα (τό ποίμνιο) γίνεται τό σφαλές καί χρήσιμο κρησφύγετο, τό μαντρί. Και φυσικά κάποιος παλιός νέος ποδηγέτης καθίσταται χρήσιμος καί παραίτητος. «καλός» ποιμήν.
Βιώνοντας ο νοικοι το μαντριο κατά καιρούς ρρητα κριτα τήν κατάσταση τς νεύθυνης μαζικότητας, πιδιώκουν τήν πανάσταση καί τήν νατροπή το Ποιμένα. Πρός τί; φ’ σον δυνατον ν’ ντιληφθον τι τό θέμα δέν εναι λλαγή το Ποιμένα, λλά κατ’ ρχήν ναγνώριση τν τομικοτήτων τους καί κατ’ πέκτασιν προσωπική λλαγή τς κάθε μις πό ατές.
πειδή εναι ζήτημα τομικς εθύνης ποδοχή νά νήκει καθείς στό «ποίμνιο» καί, ετε πάρχουν ετε χι λύκοι, νά κχωρε στόν «ποιμένα» τό δικαίωμα νά τόν προστατεύει νά τόν σώζει, νά πιλέξει κενος ποιό πρόβατο θά φαγωθε πρός φελος λλων καί ποιν κριβς, καθώς καί ποιά θά πιβιώσουν.
Χρειάζεται ναγνώριση το ρόλου κάθε ξεχωριστς τομικότητας, ναζήτηση καί ντίληψη το Μεγέθους καί τς τομικς συνεισφορς καί εθύνης μέσω ατς τς συμμετοχς στά πράγματα, βύθιση στήν πρωταρχική σημασία, στήν χωρίς κπτωση σημασία τν γλωσσικν κωδίκων, προκειμένου καί μέ ατόν τόν τρόπο νά διευρυνθε ψυχικός κόσμος καί ο νοητικές κανότητες. Προκειμένου νά εδωθον, νά καθαριστον καί νά συντηρηθον ο ρμοί πού ρίζουν τήν Τάξη καί καταργον τό Χάος.
πειδή Λόγος δέν γίνεται νά λειτουργε ρήμην τν κωδίκων το λόγου. Κι πειδή, ν καθένας ντιλαμβάνεται, ρμηνεύει καί χρησιμοποιε διαφορετικά τούς κώδικες, δέν μπορε στήν πραγματικότητα νά ναγνωρίσει οτε τή μέσα του Τάξη οτο το Χάος μέσα του.
Καί δέν μπορε νά περβε ποτέ οτε ατόν τόν λόγο, οτε στή σιωπή γίνεται ποτέ νά βυθιστε,  παρ’ λο πού μπορε διακας ν’ ναζητ τήν παφή καί τή σύνδεση μέ τόν Λόγο.
Χρειάζεται πλς φαρμογή το «νά κάμω κάτι εθύ». χι πίκριση πού νυπάρχει στήν ρώτηση: «πράττει «λλος» τό σωστό, τό πρέπον»;  λλά τό «εθύ».  Κι χι γιά τόν «λλον», γιά μέ: «Πράττω τό εθύ;» «Εμαι, ν τέλει, εθύς;»
χι τό πλάγιο ρώτημα, τό μμεσο, τό ψυχολογικό, τό πολιτικό-λλά τό μεσο: Πράττω εθέως; χι τό διαχωριστικό, τό παγιδευτικό «σωστό λάθος», λλά τό οδέτερο, τό σοβαρές καί πό ση πόσταση θεώρησης ναντι το κάθε τί, τό οσιδες, τό παρξιακό: «κάμνω τή ζωή εθεία»;
Κι ατό δέν εναι μιά πρακτική ναγκαία, λλά εναι μιά σκηση, μιά διαρκής σκηση πιφυλακς γιά τήν νάγκη καί τό ναγκαο. Καί πωσδήποτε γιά τήν δια τή Ζωή καί τήν σκηση στήν Οσία της.
Καί σέ ,τι φορ μς, ν τόση γνοια χουμε, ν τόσο κοπτόμαστε γιά τήν «λληνική» μας συνέχεια, γιατί δέν ρχίζουμε νά σκεπτόμαστε καί νά δρομε ς λληνες; ς κενοι ο λληνες; Θά πρόκειται λλωστε γιά μιά στροφή, γιά να μικρό βμα πρός τό Συνειδός.





[i] Ευθύνη η (ΑΜ εύθυνα και ευθύνη) η υποχρέωση που έχει κάποιος να δώσει λόγο των πράξεών του («ανα-λαμβάνω όλη την ευθύνη γι’ αυτό που προτείνω»)// (νεοελλ.) 1. Το σύνολο των συνεπειών σε βάρος κάποιου/για την παράβαση ηθικής αρχής ή για την κακή διαχείριση ορισμένης εντολής. 2. (φρ.) α) «ποινική ευθύνη» - η υποχρέωση που έχει παραβάτης νόμου να υποβληθεί σε ανάκριση και δίκη ενώπιον ποινικού δικαστηρίου και να εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε. β) «ευθύνη δημοσίου» - η νομική υποχρέωση του δημοσίου γι ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν σε ιδιώτες από πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων του // (αρχ.-μσν.) 1. Απόδειξη της αλήθειας 2. Διόρθωση, τιμωρία («η γάρ εύθυνα βλάβη τις δικαία εστίν» Αριστοτ.) // (αρχ.) 1. Το να κάνει κάποιος κάτι ευθύ, το ίσιωμα. 2. Κλήση για λογοδοσία. 3. (στην Αθήνα) η λογοδοσία την οποία κάθε δημόσιος υπάλληλος ήταν υποχρεωμένος να δώσει κατά το τέλος της δημόσιας υπηρεσίας του. 4. (φρ.) α) «πρεσβείας εύθυναι» - λογοδοσία για πρεσβεία. Β) «απαιτώ τινα ευθύνας τινός» ζητώ λογοδοσία από κάποιον για κάτι. Γ) «τας ευθύνας κατηγορώ», « επί τας ευθύνας έρχομαι» αμφισβητώ την λογοδοσία κάποιου δ) «ευθύνας» (ή εύθυναν) οφλείν» κατηγορούμαι ή καταδικάζομαι για κατάχρηση ε) «ευθύνας αποφυγείν (ή διαφυγείν) απαλλάσομαι από την κατηγορία στ) «αι του βίου εύθυναι» ο απολογισμός του βίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχικός είναι ο τ. Εύθυνα, ο οποίος προήλθε υποχωρητικώς από το ρ. ευθύνω. Από τις πλάγιες πτώσεις (ευθύνης, ευθύνη) προέκυψε αργότερα η παροξύτονη ονομαστική σε –η ευθύνη- (παρβλ. Τόλμα>τόλμη)] 1.Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Πάπυρος, Αθήνα, 2007  2.  [Η λ. προέρχεται από τη γενική πτώση (της ευθύνης) του αρχ. ουσ. εύθυνα, το οποίο ανάγεται στο επίθ. ευθύς.] Λεξικό της Ελλ. Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη
2. Ευθύνω (ΑΜ ευθύνω) [ευθύς] κάνω κάτι ευθύ, ευθειάζω, ισιάζω («ευθύνω μέταλλο»)// (νεοελλ.) 1. Καθιστώ κάποιον υπεύθυνο, βαρύνω κάποιον με ευθύνες. 2. (συν. Μεσ.) ευθύνομαι – είμαι υπεύθυνος, φέρω ευθύνη («θα τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται για τις βομβιστικές ενέργειες»)// (αρχ.μσν.) 1. Διοικώ, κυβερνώ («φίλιππον λαόν ευθύνων δορί» Ευρ.) 2. Αναιρώ, ανασκευάζω («την Φιλίστου διάλεκτον ευθύνειν» Πλούτ.) //(μσν.) καταδικάζω //(αρχ.) 1. Οδηγώ στην ευθεία ή κατ’ ευθείαν («προς οίκον ευθύνοντες  εναλίαν πλάτην», Ευρ.) 2. (για δρόμο) στρώνω, αφαιρώ τα εμπόδια («φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου», ΚΔ) 3. Δικάζω σύμφωνα με το δίκαιο 4. Στέλνω («χρόνος όλβον… ευθύνει», Πινδ.) 5. (στην Αθήνα για τους άρχοντες) καλώ  κάποιον σε λο-γοδοσία 6. Υποβάλλω σε βασανιστήρια 7. Υπηρετώ ως εύθυνος 8. Διοικούμαι, κυβερνώμαι 9. (παθ.) ευθύνομαι α) ανασκευάζομαι, εξελέγχομαι β) υποβάλλομαι σε κριτική έρευνα 10. Α) (αρς. Μτχ. Ενεργ. Ενεστ. ως ους.) ο ευθύνων, ο πηδαλιούχος β) (η μτχ. Παθ. Ενεστ. Στο αρσ. Πληθ.) οι ευθυνόμενοι, οι κατηγορούμενοι. Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Πάπυρος, Αθήνα, 2007
3. Εθυνα, , λλά κατά το πλεστον ν τ πληθ. εθυναι αθύνω). λεγξις λογαριασμν, λογο-δοσία // εθύνας παιτ = παιτ λογοδοσίαν παρά τινος (νά λογοδοτήσ // εθύνας δίδωμι = πέχω εθύνας, παρέχω (ποβάλλω) λογαριασμούς πρός ξέτασιν, λογοδοτ // εθύνας φλισκάνω = κατηγορομαι καταδικάζομαι πί καταχρήσει, ν περιπτώσει καταδίκης πληρώ-νω πρόστιμον (: εμαι ποχρεωμένος νά πράξω οτω). // τιμωρία, πανόρθωσις. ξ ατο το
Εθυνος, . εθύνων δικαστής, τ. . ξελέγχων, ξερευνν, διορθν, τιμωρν δικαστής. ν θήναις ρχή κ δέκα νδρν, οτινες ξήλεγχον τάς λογοδοσίας τν διαχειρισθέντων δημό-σιον ξίωμα καί πεφαίνοντο π’ ατν. // διορθωτής, τιμωρός. Λεξικόν της ρχαίας λληνικς Γλώσσης, Ιωάννου Σταματάκου, Άθήνα, 1994 ]
[ii] Отговорност - riza:отговор//  otgovotnost- ριζα – otgovor  (απαντηση), δινω το λογο μου, θα απαντω για πραξη, αναλαμβανω  να προσεχω  κατι. (η  δασκαλα  ευθυνεται  για  τα παιδια ) [Ευχαριστίες στην κα Penka Njamova]
[iii] Ήδη στις αρχές του 7ου αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου, εντοπίζονται Ιστορικά σλάβικες εποικίσεις στην Δαλματία, τη Δαρδανία και τη Μοισία από όπου θα εξαπλωθούν στα νότια των Βαλκανίων. [Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CE%B9]
[iv] Βασικό Λεξικό της Λατινικής, Γερ. Α. Μαρκαντωνάτος, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1995
[v] Responsible a. 1599. [a. obs. F., l. respons-, respondere to Respond.] +1. Correspondent or answering to something  - 1698. 2. Answerable, accountable (to another for something); liable to be called to account 1643. B. morally accountable for one’s actions; capable of rational conduct 1836. 3. U.S. answerable to a charge 1650. 4. Ca-pable of fulfilling an obligation or trust; reliable, trust-worthy; of good credit and repute 1691. b. of respectable ap-pearance 1780. 5. Involving responsibility or obligation 1855.
1.The Mouth large, but not r. to so large a Body 1698. 2. Being r. to the King for what might happen to us 1662. B. this great God has treated us as r. beings 1836. 4. Very r. tenants 1817. B. he is wrapped in a r. dressing-gown Dickens. 5. High and r. positions 1880. Hence Respo.nsibleness.  respo.nsibly adv.  
Response. M.E. [orig. a. OF. Respons or response. Later, ad. L., responsum, f. respondere.] 1. An answer, a reply. B. transf. and fig. An action or feeling which answers to some stimulus or influence 1815. 2. Eccl. A. = responsory sb. 1450. B. a part of the liturgy said or sung by the congregation in reply to the priest. (Correl. To Versicle). 3. An oracular answer 1513. 4. Mus. In contrapuntal music, the repetition by one part of a theme given by another part 1797. 3.The ancient oracle.. from which.. the Greeks of his time used to seek responses 1869. Hence Re-spo.nseless a. giving no r. or reply.
Responsible a. 1599. [a. obs. F., l. respons-, respondere to Respond.] +1. Correspondent or answering to something  - 1698. 2. Answerable, accountable (to another for something); liable to be called to account 1643. B. morally accountable for one’s actions; capable of rational conduct 1836. 3. U.S. answerable to a charge 1650. 4. Ca-pable of fulfilling an obligation or trust; reliable, trust-worthy; of good credit and repute 1691. b. of respectable ap-pearance 1780. 5. Involving responsibility or obligation 1855.
1.The Mouth large, but not r. to so large a Body 1698. 2. Being r. to the King for what might happen to us 1662. B. this great God has treated us as r. beings 1836. 4. Very r. tenants 1817. B. he is wrapped in a r. dressing-gown Dickens. 5. High and r. positions 1880. Hence Respo.nsibleness.  respo.nsibly adv. [The Oxford Universal Dictionary Illustrated, William Little, H.W. Powler, J. Coulson, revised and edited by C.T. Onions,  reprinted with corrections 1965, Great Britain]
[vi] Responsabilité n. f. Obligation de réparer le dommage cause à autrui par soi-même, par une personne qui dépend de soi, ou par un animal ou une chose qu’on a sous sa garde. // Obligation de supporter le châtiment prévu pour l’infraction qu’on a commise. //Capacité de prendre une décision San en référer préalablement a une autorité supérieure. //nécessite, pour un ministre, d’abandonner ses fonctions lorsque le Parlement lui refuse sa confiance: la responsabilité ministérielle caractérise le régime parlementaire. Responsabilité collective, fait de considérer tous les membres d’un groupe comme solidairement responsables de l’acte commis par un des membres de ce groupe. 
Responsible adj. (du lat. Responder, se porter Garand). Qui doit répondre, être garant de ses propres actions ou de celles d’autrui dont il a la charge: gouvernement responsable. // - N. Personne qui a la capacité de prendre des décisions, mais qui doit en rendre compte à une autorité supérieure ou à ses mandants. [Petit Larousse Illustre, Paris, 1978]
[vii] responsable. (Del lat. responsum, supino de respondĕre, responder). 1. adj. Obligado a responder de algo o por alguien. U. t. c. s. 2. adj. Dicho de una persona: Que pone cuidado y atención en lo que hace o decide. 3. com. Persona que tiene a su cargo la dirección y vigilancia del trabajo en fábricas, estable-cimientos, oficinas, inmuebles, etc. ~ civilmente. 1. m. Der. responsable que, sin estar sometido a responsabilidad penal, es parte en una causa a los efectos de restituir, reparar o indemnizar de un modo directo o subsidiario por las consecuencias de un delito. [DICCIONARIO ONLINE DE LA REAL ACADEMIA ESPAŇOLA [Ευχαριστίες στην κα Ελπίδα Θεοδωρακάκου]
[viii] π-αίτιος, α Verantwortung gezogen, unter Anklage; τινί, einem verantwortlich; παίτιόν στί μοί τι πρός τινα, ich habe eine Verschuldung gegen einen auf mich geladen, so daß ich der Anklage von seiner Seite ausgesetzt bin. Προέρχεται από τη λέξη Antwort που σημαίνει απάντηση. [http://www.operone.de/griech/altspraksearch.php?search=Verantwortung&operator=and. [Ευχαριστίες στην κα Isolde Pluta]]


[Πρώτη Δημοσίευση: Ηλεκτρονικό περιοδικό "Βακχικόν", τεύχος 14, Ιούνιος-Αύγουστος 2011] 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μου αρέσουν οι πολύτιμες πληροφορίες, να προσφέρει σε άρθρα σας. Μπορώ να σελιδοδείκτη weblog σας και διαθέτουν τα παιδιά μου δοκιμή μέχρι εδώ γενικά. Είμαι ελαφρώς θετική πρόκειται να ενημερώνονται πάρα πολλά νέα πράγματα εδώ από οποιονδήποτε άλλο!