Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Νατάσας Κεσμέτη: Πέρα ἀπό τό Φράγμα

Στήν ἀγαθή μνήμη τῆς Νίκης Ριζάκη


                                                                         
Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλατύτερος  κι ἀπ' τήν 
πατρίδα του  
πιό ἀληθινός ἀπό τό ποτισμένο χῶμα ὅπου θρέφει
τήν ἐλιά καί τό σκουλήκι,
μιλάει καλύτερα στ' ἀνοιχτά στόματα τῶν πηγαδιῶν
κι οἱ ρίζες τοῦ προσώπου του ἁπλώνονται ἀνάμεσα σέ
στάχτες, τάφους καί βασιλικό.
                                                       Σπύρος Κοκκίνης

    Λοιπόν ὑπῆρχαν ἀπογεύματα πού πίναμε  νερό ὄχι μόνο ἀπό τό παγούρι ἀλλά καί ἀπό τόν ἥλιο πού βασίλευε. Παίρναμε τίς καρέκλες μέσα ἀπό τήν ἐκκλησία καί τίς βγάζαμε στήν ἄκρη τοῦ λόφου. Καθόμασταν ἐκεῖ μαζί μέ τόν παπά πού μόλις εἶχε τελειώ- σει τόν ἑσπερινό καί τήν παράκληση καί ἀκούγαμε ἱστορίες κοιτά- ζοντας τόν ἥλιο πού λίγο λίγο κατέβαινε μέσα σέ τουλίπες ἀπό σύννεφα.

     Ὁ παπάς ἦταν ὄμορφος, ὁ καντηλανάφτης μονόφθαλμος, οἱ γυναῖκες χοντρές, τά παιδιά πολλά. Οἱ γυναῖκες θαύμαζαν τόν παπά, μπορεῖ νά ἦσαν καί ἐρωτευμένες μαζί του. Ὁ παπάς ἀγαποῦσε νά διηγεῖται κι ἔτσι ὅλοι κρέμονταν ἀπό τά χείλη του.  Οἱ γυναῖκες σιωποῦσαν. Ὅταν τελείωνε ὁ παπάς  ἔπαιρνε τόν λόγο  κάποιος ἄλλος ἄνδρας, μετά κάποιος ἄλλος κι ὅταν ἔπεφτε σιωπή τότε ἄρχιζαν τά τραγούδια. Στά τραγούδια οἱ γυναῖκες ἔβρισκαν τή φωνή τους. Δέν ἤμασταν περισσότερο ἀπό μιάν ἀσθενική ἀνάμνηση πάλαι ποτέ διαλαμψάσης σύναξης , ἰσχνό ἀποτύπωμα σφριγηλοῦ κάποτε Πληρώματος .

     Ἐξακολουθοῦμε ὅμως ν’ ἀποστργγίζουμε σταγόνες ἀπό κεῖνο τό παγούρι. Γυρίζουμε πρός τόν ἥλιο ἐπίσης, ὅταν δέν μᾶς ἔχει μείνει τίποτα ἄλλο νά μᾶς ποτίζει. Ἡ ἐκκλησία στέκει σιωπηλή καί οἱ ἅγιοι πάντα μᾶς περιμένουν νά ἀνακαλύψουμε πώς εἶναι δικοί μας. Φοβόμαστε πολύ τούς ξένους, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια πού προσπαθοῦμε νά κρύψουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας . Εἶναι πολύ παράξενο γιατί ὅλες οἱ ἱστορίες τοῦ Χριστοῦ στό βάθος μιλοῦνε γιά ξένους. Κι ὁ ἴδιος βάδισε σάν ξένος ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Φοβόμαστε τούς ξένους,  θά πεῖ πώς φοβόμαστε τόν ἑαυτό μας. Αὐτός  εἶναι πού μᾶς ἔχει γίνει τόσο ἀλλόκοτος , ἀγνώριστος καί ἀποκομμένος.

     Τά ἀπογεύματα μετά τίς παρακλήσεις, ἀφήναμε πίσω τήν Θεοτόκο ἀφοῦ τήν φορτώναμε μέ ὅλα μας τά βάσανα καί νιώθαμε κάπως ξαλαφρωμένοι. Ξεχνάγαμε τόν ἑαυτό μας , ἀλλά  δέν θέλαμε νά σκεφτοῦμε πώς αὐτό δέν ἀρκεῖ, πώς πραγματικά πρέπει νά τῆς μοιάσουμε. Ἴσως δέν πέρναγε ἀπό τό μυαλό μας πώς  σ΄αὐτήν τήν ζωή, τώρα δά πρέπει νά ἁπλωθοῦμε ὄχι σέ παρήγορες ἱστορίες ἀλλά σέ  μιά πολύ συγκεκριμένη ἀγάπη. Γιατί ; Δέν μᾶς φτάνουν τά βάσανα μας ; Εἶναι ἀνάγκη νά φορτωθοῦμε κι ἄλλα; Μήπως ὅλοι δέν προσπαθοῦσαν ἀνέκαθεν νά ξεφορτωθοῦνε τό κάθε τί ἀπό πάνω τους; Ἤ μήπως δέν βρισκόμασταν σέ σύγχυση ;  Ἀκόμα καί γιά τούς λεοντόκαρδους πάππους μας εἶχαν ξεθωριάσει τά λάβαρα μιᾶς κληρονομημένης και κληροδοτούμενης militia Christi. Ἀντίθετα χρόνιες  ἀμφιβολίες  εἶχαν μπεῖ στό αἷμα μας  κι ὅταν κόντευε ἡ ράχη μας  νά σπάσει ἀπό τό βάρος τῆς καχυποψίας, τότε μᾶς ἔπιανε ἕνα τεράστιο πείσμα καί ὑποστηρίζαμε τή γνώμη μας μέ τόση ἐπιμονή, σάν νά μᾶς κράταγε αὐτή ἡ γνώμη στή ζωή.

     Ἀλλά τότε ὑπῆρχαν ἀκόμη προσιτά πηγάδια καί τό Φράγμα προκαλοῦσε ἀκόμη θαυμασμό. Μιά φορά ὁ παπάς ὀργάνωσε ἐκδρομή καί μᾶς πῆγε στό Φράγμα τοῦ Μαραθώνα. Τά δέντρα ἦσαν πυκνά , τό νερό πλούσιο μέσα στή λίμνη του καί πέρα στίς δασωμένες πλαγιές,  κάτω ἀπ’ τά δέντρα , στίς δροσιές  βρήκαμε κυκλάμινα . Πρέπει νά ἦταν προχωρημένος Αὔγουστος. Τό πρωί  ὁ παπάς ἔκανε τή Λειτουργία  στό ὕπαιθρο. Μικροί -μεγάλοι σταθήκαμε στή σειρά νά μεταλάβουμε μέσα στίς σκιές τῶν πυκνόφυλλων κλαδιῶν . Προοπτική μας ἦταν ἡ Λίμνη πέρα ἀπ’τό Φράγμα καί ἴσως γι αὐτό ἔμοιαζε νά πλέουμε ὅλοι μαζί πάνω σ’ἕνα ἀόρατο πλεούμενο,  ὅμοιο μέ τή  βάρκα τοῦ Κυρίου  στίς βιβλικές Λίμνες.

     Κεντημένη ἔκτοτε στή μνήμη μέ φρέσκες καί ξερές πευκοβε- λόνες πάνω στό ἀντιμήνσιον πού ἅπλωσε ὁ παπάς , βαθιά ἐντυπωμένη ἡ Θεία Ευχαριστία. Καμιά Λειτουργία δέν ἦταν σάν αὐτήν ποτέ ξανά. Ἄν κι αὐτό εἶναι λάθος ἤ μᾶλλον ἀποτελεῖ μιά ἀγαπημένη ἀνακριβή ἐντύπωση , τήν ὁποία  δέν θέλουμε νά ἀποχωριστοῦμε , ἐνῶ ἡ Λειτουργία εἶναι μόνο Μία καί ἡ Αὐτή εἰς αἰώνας αἰώνων.

     Μετά, μαγνητίσαμε πάλι  μικρές καί μεγάλες καταστροφές, ἡ μιά κατόπιν τῆς ἄλλης. Ἐξυφανθήκανε  ἐξαπατήσεις   ὁλοένα πιό ὕπουλες καί πιό ριζικές. Λίγο λίγο δέν εἴχαμε πιά ποῦ νά σταθοῦμε. Ἄν καί κατηγορηθήκαμε γά  συνάφεια μέ βέβηλους, ἀσεβεῖς λαϊκιστές ,  τό πραγματικό μας ὀλίσθημα εἶναι πώς καταντήσαμε ἀπόκοσμοι.

      Ζοῦμε ἐντούτοις, πάρ’ ὅλες τίς διαδοχικες  ἀναζωπυρώσεις μιᾶς δίχως τέλος  ἀποτέφρωσης . Ἀπίστευτο,  ἀκόμα ὑπάρχουν πηγάδια ! Ἀλλά δέν εἶναι τόσο εὔκολο πιά νά τά βρεῖς. Στά χρόνια πού τά πηγάδια ἀφθονοῦσαν μπορεῖ νά ἦταν κοπιαστικό νά βγάλεις νερό ἀλλά ὅταν ὁ κουβάς ἀνέβαινε, ξεχειλίζοντας ἕνα θαύμα - μᾶς ἔφερνε χαρά. Ποιό ἦταν αὐτό τό θαύμα ; Ἴσως ἦταν ἡ θέα τοῦ νεροῦ πού ἄστραφτε στό φῶς , ἴσως ἦταν εἰκόνες πού ἀνέβαιναν μαζί του καί μᾶς πότιζαν τήν ψυχή. Εἰκόνες φρέσκιες ἄν καί πολύ παλιές :

      Ὁ Χριστός καθώς μιλάει μέ τήν γυναίκα δίπλα στό φιλιατρό,οἱ ἀρχαῖες θεότητες τῶν νερῶν, κι ἄλλες πού περνοῦσαν ἀγκαλιασμένες μπροστά ἀπό τά μάτια μας ἑνώνοντας διαφορετικούς ἱστορικούς χρόνους χωρίς καμιά δυσκολία γιά μᾶς πού ἀνήκαμε στό νερό , στό πηγάδι , στό φῶς. Μέ μιάν ἀφάνταστη σιγουριά ἀστραπιαία ἀναγνωρίζαμε πώς ἀνήκαμε  στό Θεό κι Ἐκεῖνος σέ μᾶς.

     Αὐτό ἦταν ἕνα πάρα πολύ μεγάλο θαύμα γιά νά τό ἀντέξουμε. Μιά ρομφαία τρυποῦσε τήν καρδιά μας καί ξαναγινόμαστε περιορισμένοι . Περιορισμένοι μέσα στή σύγχυσή μας  ἤ μέσα στήν πεισματάρα γνώμη μας πού πολεμοῦσε κάθε ἄλλη. Ξαναγινόμασταν ἐχθροί καί ξένοι πρός τό κάθε τι, βαδίζοντας ἀπό ἥττα σέ ἥττα καί ἀπό ἀπώλεια σέ ἀπώλεια. Ὅσο καί νά προσπαθούσαμε νά ξεγελάσουμε ἑαυτούς καί ἀλλήλλους ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς   

                Εἴχαμε ἀπό καιρό χάσει τή θέληση 

                καί τή δύναμη. **


      Πρέπει να εἴμαστε εὐγνώμονες γιά ἐκεῖνο τό παγούρι ὡστόσο . Ἡ εὐγνωμοσύνη θά τό ξαναφέρει γεμάτο ζωντανό νερό καί τώρα. Ἀλλά καί ἡ εὐγνωμοσύνη θέλει κόπο. Βρίσκεται μέσα στό πιό βαθύ πηγάδι καί μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦμε νά τήν ἀνασύρουμε. Μέ τήν βοήθεια τῆς Θεοτόκου πού εἶναι καλή γῆ καί καθαρό νερό. Μᾶς κρατᾶ τό χέρι πού τρέμει καί μᾶς ἐμπνέει κουράγιο καί ἐμπιστοσύνη ὥσπου νά φτάσουμε πολύ χαμηλά , ἐκεῖ πού ἡ ευγνωμοσύνη ἁπλώνει τίς ὑπόγειες λίμνες της καί ἀνακινεῖ τά νερά , τά ὠθεῖ νά ταξιδεύουν σ’ ὅλη τή γῆ και πέρα ἀπ’ αὐτήν : στό σύμπαν ὁλόκληρο. Τότε θυμόμαστε πάλι , χάρη στήν εὐγνωμοσύνη , τό ξεχασμένο Δέντρο τῆς Ζωῆς.

     Τό Δέντρο τῆς Ζωῆς δέν φοβᾶται καμιά πυρκαγιά , δέν φοβᾶται τίποτα , οὔτε κάν τόν κόσμο τῶν μηχανῶν, τῶν ὑπολογιστῶν, τόν ἡλεκτρονικό κόσμο. Τό Δέντρο τῆς Ζωῆς  ὀρθώνεται γιά ὅποιον ἔχει μάτια μέσα στά τσιπάκια καί μέσα στίς μνῆμες καί μέσα στά κάθε εἴδους ἀρχεῖα. Δέν εἶναι κάτι παρωχημένο γιατί ε ἶ ν α ι  τό αὐτό εἰς αἰώνας αἰώνων.

     Ἐκεῖνοι πού παρερχόμαστε εἴμαστε ἐμεῖς. Ἀπερχόμαστε  ὡσάν νά κρυβόμαστε μέσα στά κλαδιά του, ἀπορροφημένοι στόν ὑπερύψηλο κορμό του ἤ ἴσως  θρυμματισμένοι μέσα στήν ὑπερκόσμια Λειτουργία . Ἀλλά Ἐκεῖνο μένει πάντα θαυμαστά ἐνδοκοσμικό , ἀκέραιο, κρατώντας μας ὅπως τό ἔλατο κρατᾶ τά κεριά τῶν καρπῶν του.

     Γι αὐτό θά ἐπιστρέφουμε  πάντα στόν Μαραθώνα καί πάντα θά πίνουμε ἀπό ἐκεῖνο τό παλιό παγούρι περνώντας το ἀπό χέρι σέ χέρι , ἀκόμα καί τότε πού δέν θά θυμόμαστε τίποτα, πού κάθε μνήμη θά ἔχει χαθεῖ ἐντελῶς. Ἀλλά ἐμεῖς θά ἐξακολουθοῦμε νά πηγαίνουμε καί ὡς ἴσκιοι ἔστω , συνεχίζοντας ἐν γνώσει ἤ ἔν ἀγνοία νά ἀνήκουμε στόν Θεό κι Ἐκεῖνος σέ μας. Κι αὐτός ὁ Ἔρωτας δέν θά ἀποτεφρωθεῖ ποτέ .

     Μόνον οἱ ψευδαισθητικοί κόσμοι μας , μαζί μέ τή δῆθεν πραγματικότητά τους , κορώνουν καί ἀναφλέγονται , ὄχι ὅμως καίτό πανάκριβο τους τίμημα σέ ζωές : ἄπειρες θρυπτές, πικρές στάμνες - στάχτες πάνω στή γῆ.


     Ἔλεγα πώς ἡ ἔρημος ἐπανέρχεται ὅμως καί τό νερό ἐπανέρχεται...
Ἔλα, λοιπόν, ἄς δοκιμάσουμε τή χαρά πού ὡσάν
ἀγριεμένη φοράδα ἀνατέλλει καί δύει
καί τρέχει πάλι στόν τόπο πού ἀνάτειλε
ἔλα, λοιπόν, ἄνοιξε τήν καρδιά σου
ὅλοι οἱ χείμαρροι πηγαίνουν στή θάλασσα
κι ἡ θάλασσα δέ γεμίζει.
Πανέμνοστο δέντρο μου
μηλιά πολύκαρπη
κλῆμα πολύμορφο
τριανταφυλλιά μυριστική
ἄνοιξε καρδιά μου, παρηγορήσου!

ς παρουσιαστεῖ καί τό Πλήρωμα! Οἱ δίκαιοι, οἱ πραεῖς, οἱ πεφυτευμένοι ἐν οἴκῳ Κυρίου, Militia Christi. Ἕως πότε γενεά σκολιά καί παραπικραίνουσα;
Ἄς ἐπιφανοῦν οἱ πεπαιδευμένοι τῆ καρδίᾳ ἐν σοφίᾳ.   
......
Πέρα ἀπό τό Φράγμα, ἤδη, τό πλεούμενο πλησιάζει.                      
                             


* Οἱ στίχοι τοῦ παραθέματος ὅπως καί τοῦ τελευταίου ποιήματος εἶναι ἀπό τήν συλλογή «Πικρό Ποτήρι » τοῦ Σπύρου Κοκκίνη,  Βιβλιοπωλεῖον «Ὁ Ἑρμής », Ἀθήνα, 1974



**  Ἀπό τό ποίημα « Ἐπί πτερύγων ἀνέμων » στήν συλλογή « Οἱ Δρόμοι τῆς Φαϋττοῦ, τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Πλανόδιον , 2009


                               

Δεν υπάρχουν σχόλια: