Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Νατάσας Κεσμέτη: Ἡ τέχνη τῆς πόζας

       
     Ἀνασκαλεύοντας πρόσφατα τά χαρτιά μου βρῆκα ἕνα γράμμα χωμένο ἀνάμεσα σ’ ἕνα σωρό ἄλλα, τσαλακωμένο σάν κάποιος νά προσπάθησε νά τό σφίξει στή φούχτα του μέ σκοπό νά τό ἐξαφανίσει καί μετά τό μετάνοιωσε. Ἦταν ἀπό τόν συγγραφέα κύριο Φί και ἤμουν ἡ ἴδια πού τό εἶχα τσαλακώσει βιαστικά , χωρίς νά τολμήσω καί νά τό σκίσω .
     Θά ἦταν κάπου στίς ἀρχές τοῦ νέου αἰῶνα . Δύο χιλιάδες πέντε ; Δύο χιλιάδες ἑπτά – δέν θυμᾶμαι ἀκριβῶς . Μ’ ἔδερνε ἄγρια ἡ σκέψη πώς εἶμαι πιά πολύ παλιά, «τοῦ περασμένου αἰῶνα», πώς δέν εἶχα τίποτα νά πῶ μέ τούς σύγχρονούς μου καί κανένα σοβαρό λόγο νά συνεχίζω μέ τά γραψίματα . Κανείς δεν φαινόταν νά ἀπασχολεῖται σοβαρά μέ τήν ἰδέα πού ἐγώ θεωροῦσα οὐσιώδη καί γι αὐτό οὔτε δοκίμαζα νά τήν συζητήσω . Ἡ ἰδέα μου ἀφοροῦσε στή γραφή ἤ πιό σωστά στό λόγο τῆς γραφῆς: μόνο μιά θεραπευτική γραφή θά μποροῦσε νά ἔχει κάποιο νόημα . Ἀλλά τί ἀκριβῶς ἐννοῦσα «θεραπευτική γραφή»; Ὅ,τι εἶχα κατά νοῦ ἦταν μια ἀμυδρή ἰδέα γιά τό  τ ί   δ έ ν εἶναι :
     Μιά θεραπευτική γραφή δέν θά ἔκανε ἀντικείμενο της τή λατρεία τοῦ συγγραφέα γιά τό κέφι του, δέν θά ἦταν τό παιγνίδι τῆς τεμπελιᾶς καί τῆς ἀνίας του, οὔτε πάλι θά  ἦταν κάτι σάν ἐξάρτημα τεχνολογίας .
     Δέν εἶχα ἀναπτύξει λοιπόν καμιά θεωρία καί τό μόνο πού εἶχα καταφέρει ἦταν νά τορπιλίζω τίς δικές μου ἰδέες γύρω ἀπό διάφορες ἀφηγήσεις .
     Τότε ἔτυχε νά γνωρίσω τόν συγγραφέα Φί. Αὐτός δέν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ περασμένου αἰῶνα. Αὐτός ἦταν στην κυριολεξία τοῦ προπερασμένου, ἀφοῦ ὅταν τόν συνάντησα ὅπως ὑπολόγιζα , εἶχε κιόλας ξεπεράσει τά ἐνενήντα πέντε. Μπορεῖ νά εἶχε ξεπεράσει καί τά ἑκατό καί νά μήν τολμοῦσα νά τό πιστέψω.
Ἦταν ἀπό χρόνια τυφλός. Γιά τήν ἀκρίβεια εἶχε ἐλάχιστη ὅρα- ση, ἴσα γιά νά μπορεῖ νά προσανατολίζεται στό σπίτι του καί νά μή χρειάζεται βοήθεια γιά τίς πιό στοιχειώδεις του κινήσεις. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή αὐτό πού μοῦ ἔκανε κατάπληξη ἦταν ἡ ἀδιαφορία πού ἔδειχνε γιά τόν χρόνο καί ἡ ὀξύνοιά του. Το μυαλό του λειτουργοῦσε ἄριστα καί ἀκόμη περισσότερο τό κριτικό του πνεῦμα.
     Ὅπως ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι διψοῦσε για κουβέντα .
Μποροῦσε ὡστόσο ν’ ἀκούει τόν συνομιλητή του, κι αὐτό ἦταν ἀκόμη πιό ἐντυπωσιακό . Οἱ περισσότεροι δέν ἀκοῦνε τίποτα,  ἀπασχολημένοι μέ τόν μονόλογό τους , ἀσφυχτικά ἀμπαρωμένοι μέσα σ’ αὐτόν. Ἡ ἀπώλεια τῆς ὅρασής τοῦ εἶχε ἀποκλείσει  τήν ἐξάρτηση ἀπό τήν τηλεόραση καί ἴσως οἱ πολλές ὧρες πού ἄκουγε ραδιόφωνο εἶχαν ἐξασκήσει μιά ἱκανότητα, τήν ὁποία  πιθανόν πάντα διέθετε . Ἔτσι δέν βιαζόταν καθόλου νά μοῦ μιλήσει, ἀντίθετα περίμενε νά δεῖ τί θά πῶ .
     Εἶχε ἀκόμη τήν διακριτικότητα γενεῶν στίς ὁποῖες ἡ ἀνατροφή ἦταν τό ἄλφα καί τό ὠμέγα γιά τήν κοινωνία καί γιά τίς οἰκογένειες . « Τό νά δίνεις ἀνατροφή στά παιδιά σου » ἦταν ἀπό τά πιό ζωτικά πράγματα . Καί ὅταν ἔλεγαν γιά κάποιον :
               « αὐτός εἶναι ἄνθρωπος με ἀνατροφή ! » 
τοῦτο σήμαινε πώς δέν παινεύανε μόνο τόν ἴδιο ἀλλά θαυμάζανε τήν οἰκογένειά του, τήν προέλευσή του, μιά μεγάλη καί σύνθετη σειρά ἀπό σταθερές . Μέ τήν πρόθεση « ἀνά » ἡ τροφή ἐπαυξανόταν σέ κάτι περίσσειο, σέ ἕναν ἄρτο πού ἦταν καμωμένος ἀπό τό πιό ἀκριβό σιτάρι . Ἡ « ἀνατροφή » εἶχε κάποια σχέση ὄχι μόνο μέ τήν « ἀνάπτυξη » , ἀλλά καί μέ τήν « ἀνάταση ». Σά νά δηλωνόταν πώς τό συγκεκριμένο πλάσμα μέ ἀνατροφή δεν κοίταζε μόνο στό χῶμα. Καί βέβαια αὐτό σήμαινε πώς ὑπῆρχε ἐξαπλωμένη μιά ἐκτίμηση στόν οὐρανό, στά  ψηλά ἤ ἔστω… στά ψηλώματα.
Ὁ συγγραφέας Φί, αὐτό εἶναι ἀλήθεια, ἦταν γεννημένος στά ψηλά. Πέρα για πέρα βουνίσιος, ὅλη τή ζωή του τήν εἶχε περάσει δάσκαλος στά ὀρεινά χωριά. Γνώριζε καλά τά περισσότεραἀπό τά σχολειά πού, μέ τόν καιρό, ἐρημώσανε μαζί μέ τήν παρεμεθόρια ζώνη καί τελικά,  μένοντας χωρίς παιδιά, κλείσανε. Στά δικά του χρόνια δέν ἦταν καθόλου ἔτσι , ἄν καί τό πλῆθος τῶν παιδιῶν δέν μείωνε τη μοναξιά τοῦ δασκάλου.
     Οὔτε πού τόλμησα ποτέ νά τοῦ ἀναφέρω τήν ἰδέα μου γιά  τήν «θεραπευτική γραφή». Μόνο μιά φορά τόν ρώτησα πῶς κατάφερνε καί ἀπό τό βάθος τῆς δικῆς του ἀνάβλυζε μιά γλυκειά πηγή, ἀκόμα κι ἄν διηγιόταν βάσανα.
     «Δέν τό ἔχω σκεφθεῖ καί μᾶλλον δέν ξέρω  . Ἡ ζωή μου ἦταν γεμάτη πίκρα», μοῦ ἀπάντησε .
    Κάποτε ἄλλοτε μοῦ εἶπε πώς ὅταν σχηματίσει ἔστω καί ἕνα στίχο ἤ ἕνα μοτίβο στό μυαλό του εἶναι εὐτυχής , δηλαδή εἶναι ἥσυχος.
     Ὅμως ἀκόμα καί στά βουνά ὁλομόναχος μιά ἀγωνία τόν ἔτρωγε . Ἦταν ἡ ἀγωνία γιά « τό κέντρο » , ἐκεῖ ὅπου κάποιοι «ξέρουν», κάποιοι «ἡγοῦνται», ὅπου «τά πράγματα συμβαίνουν».
     Ὁ π ο υ δ ή π ο τ ε  λοιπόν, σκεφτόμουν, καί νά βρισκόταν κάποιος , κάτω ἀπ’ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, ἡ πάλη δεν ἄλλαζε. Μόνο μερικές εὐλογημένες στιγμές μποροῦσε κανείς να πεῖ :
     Γράφω ὅπως τό πουλί βγάζει τίς τρίλιες του. Γράφω ὅπως τό βότσαλο κινεῖται ἀπό τό κύμα. Γράφω ὅπως ὁ γιατρός θεραπεύει τόν ἀρρωστο , ὅπως ὁ ἱερέας λέει τόν ὄρθρο, κι ὅπως μιά ὁποιαδήποτε συνηθισμένη μέρα ὁ κουρέας φροντίζει τά μαλλιά ἑνός πελάτη.
    Ὅταν τό ρεῦμα ἀπό τίς λέξεις κυλάει ἀνεμπόδιστο εἶμαι συνεπαρμένος μαζί του, ὅταν ἀποτραβιέται καί μοιάζει νά μή εἶχε ὑπάρξει ποτέ, ὅταν κάθε λέξη γίνεται ξένη καί ἀπολύτως κλειστή στον ἄγνωστο ἑαυτό της, ὑποφέρω ἀλλά ξέρω πώς δέν γίνεται ἀλλιῶς. Τό πλῆρες δέν θά ἦταν πλῆρες χωρίς τό κενό. Περπατάω τότε σάν ἕνας χαμένος καί τότε εἶναι πού γίνομαι ἕνα μέ ὅλους καί ὅλα τά χαμένα.
     Χρειάζεται μια ἀσύλληπτη κίνηση ἐμπιστοσύνης γιά νά μπορῶ νά περιμένω ἤ γιά « νά μή γίνομαι ἐμπόδιο » σ’ὅ,τι θά ἔρθει πάλι. Πρέπει νά ἔχω ἀποφασίσει γιά τή θέση μου χωρίς νά τή διογκώνω: στήν τροχιά πού διαγράφω ὅπως κάθε ἀστέρι τοῦ σύμπαντος καί κάθε μικρό χόρτο τῆς γῆς. Ἡ ἐλευθερία μου βγαίνει μέσα ἀπό τή θέληση τῶν ὀστῶν μου γι αὐτήν τήν ἀνεξήγητη ἀντοχή. Χρειάζεται τότε να ἐξορίσω κάθε σκέψη τοῦ ἑαυτοῦ μου γιά τόν ἑαυτό μου. Χρειάζεται νά στραφῶ ἐντελῶς πρός τόν θαυμασμό, ὅπως ἔκαναν οἱ πολύ μακρινοί μου πρόγονοι. Ἀλλά ἕναν θαυμασμό ἀπαλλαγμένο ἀπό τόν φόβο. Τόν ἀπορημένο θαυμασμό τῆς ἀγάπης.
      Ὅποια ἀνάσα κι ἄν ἀκούσω ζητάει τήν προθυμία μου νά τήν  ἀγαπήσω. Μόνο μιά μικρή προθυμία, τίποτα ἄλλο. Βρίσκομαι τότε κατάπληκτος μπροστά στήν ἀδυναμία μου ν’ ἀγαπήσω ἔστω καί ἐλάχιστα ! Ἀλλ’ ἐξ ἴσου κατάπληκτος μπροστά στήν δυνατότητα μιᾶς ἐλάχιστης προθυμίας γι’ ἀγάπη πού κρύβεται στό βάθος κάθε εἰκόνας καί κάθε ἀνάσας. Αὐτή ἡ προθυμία εἶναι ἡ ἀνάμνηση τοῦ κήπου πού τόν πότιζαν τά τέσσερα ποτάμια. 

     Ναί , βέβαια... ὑπῆρχαν πολλά ποτάμια στά ὀρεινά χωριά πού μάθαινε τά βοσκόπουλα γράμματα ὁ φίλος μου. Γιατί τά πιό πολλά παιδιά ἦσαν βοσκόπουλα καί τσελιγκόπουλα. Τίποτα ρομαντικό δεν ὑπῆρχε σ’ αὐτό. Ἡ ζωή για ὅλους ἦταν τραχειά.Ἤθελαν νά φύγουν, ἤθελαν νά μείνουν, δέν ἤξεραν τι ἤθελαν. Ἀκόμα κι ἐκεῖ σάλευε μιά ἀνησυχία. Τό πολυπόθητο «κέντρο» ἔμοιαζε νά εἶναι ἀλλοῦ, πολύ μακριά. Τό μπέρδευαν, ὅπως πάντα, μέ  τήν Τροία καί τούς θησαυρούς της.
     Ὀνόμασα τόν κύριο Φί φίλο μου . Δεν ξέρω πότε ἔγινε φίλος μου . Ἴσως τη μέρα πού μοῦ ἐξομολογήθηκε μιά στιγμή εὐδαι-
μονίας του :
     Ἤμουνα στην αὐλή τοῦ σχολείου, κοίταζα πέρα τίς ραχοῦλες καί τίς σκιερές πλαγιές, ἀκούγονταν ἀπό μακριά οἱ φωνές τῶν παιδιῶν  πού  εἶχαν ἀρχίσει   νά  ἔρχονται  ἀλλά  ἔμοιαζαν  περισσότερο μέ φωνές πουλιῶν . Νά αὐτό ἦταν ὅλο . Δεν ὑπῆρχε καμιά ἐξήγηση, ἀλλά μιά ἐλαφριά μέθη ἀνέβηκε ἀπό τήν καρδιά μου.
Νομίζω πώς ἤμουν πάντα λίγο… βλάκας.
     Ἀναρωτήθηκα ἄν τό πίστευε πραγματικά, ὅπως ἔδειχνε τό ὕφος του .
     Δέν θά μποροῦσα ν’ ἀλλάξω ποτέ τόν κόσμο στό παραμικρό.
Ὅμως ἐκείνη τήν ὥρα ἔφυγε κάθε βάρος ἀπό πάνω μου. Ἀγαποῦσα τά μικρά μου ἀγριμάκια, ἀγαποῦσα τά βουνά πού μέ κλείνανε – αὐτό ἦταν.
     Συχνά μοῦ ἔλεγε πολλά ὡραῖα πράγματα ἀλλά ἐκεῖνο πού  κυρίως μοῦ ἔδειξε ἦταν… Παράξενο , δέν τολμάω νά τό πῶ! Λές κι ἄν τό πῶ κινδυνεύει νά τελειώσει . Ὅμως θά δοκιμάσω :  
     Ὁ φίλος μου ἔμοιαζε λίγο μέ τόν Θεῖο Βάνια . Κι ἐγώ ἔμοιαζα καί μέ τίς Τρεῖς Ἀδελφές ! Λές καί ἦμουν, θέλω να πῶ, οἱ… τρεῖς σέ μία. Ἔτσι φτιάχναμε ἕναν παράξενο θεατρικό οἱ δυό μας, ἕναν συνδυασμό ἡρώων τοῦ Τσέχωφ :
     «Οἱ Τρεῖς ... ἐγώ » φωνάζανε : « Στό κέντρο , Στό κέντρο !» .  Μιά παραλλαγή τοῦ : «Στή Μόσχα, Στή Μόσχα . Ἐνῶ ὁ «Θεῖος Βάνιας» ἤξερε πώς δεν ὑπάρχει κανένα κέντρο  νά τούς περιμένει .
     Ἴσως εἶχε δίκηο ὁ Καβάφης, ὅταν ὑπαινισσόταν πώς στόν ἱστορικό χρόνο « ὅλα εἶναι ἐπαρχία » . Ἴσως εἶχε δίκηο ὁ Μούζιλ , ὅταν ἔδειχνε πώς στό «αὐτοκρατορικό κέντρο» στροβιλίζεται ἡ ἀόριστη νεφέλη ἑνός ὁράματος πού καταλήγει σέ μιά ἀκόμη γραφειοκρατία ἀνθρώπωνχωρίς ἰδιότητες.
   
      Τόσα χρόνια μετά τί ἀπέγινε ἡ ἰδέα πού δέν τόλμησα ποτέ νά συζητήσω μέ τόν φίλο μου; Ἡ ἰδέα γιά τή « θεραπευτική γραφή » ἐννοῶ.
     Μιά φορά ὁ γέρος κύριος Φί γέλασε καί μοῦ εἶπε σά νά εἶχε διαβάσει τήν καρδιά μου :
 « Οἱ συγγραφεῖς δέν εἶναι σωτῆρες τοῦ κόσμου . Εἶναι καλό νά ἀναγνωρίσει κανείς τήν ἀσημαντότητά του. Ὅσο πιό ἔγκαιρα τόσο τό καλύτερο. Νά ἀναγνωρίσει τήν ἀσήμαντότητά του χωρίς νά φτάσει στό σημεῖο νά ρίξει νερό στή φωτιά . Οὔτε τή δική του, (ὅσο μικρή καί νά εἶναι) φωτιά , οὔτε κανενός ἄλλου πολύ περισσότερο . Ἀλλιῶς ὁ κύριος λογοτέχνης δέν εἶναι τίποτα παραπάνω ἀπό ἕναν ἀκόμη φιλοτομαριστή».
    Ἡ τελευταία λέξη μέ ξάφνιασε . Δέν ἦταν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού βρίζουν. Ἀλλά δέν μοῦ διέφυγε πώς ἔδωσε τόν χαρακτηρισμό μέ τόν ἴδιο τρόπο πού εἶχε ἄλλοτε ὀνομάσει τόν ἑαυτό του «βλάκα». Ἐντελῶς οὐδέτερα .
     Ἡ συνέχεια τῆς φράσης δέν ἦταν τόσο οὐδέτερη ὡστόσο :
«Μακριά ἀπό τήν τομαρίλα τῶν συγγραφέων ! Ἡ μπόχα της μπορεῖ νά σέ φτάσει ἀκόμη καί  στά πιό ἀπρόσιτα  βουνά... Δέν χρειάζεται κανείς νά πεθάνει στή Σιβηρία μαζί μέ τόν Μάντελσταμ, σπαρταρώντας μέσα στόν πόνο καί στήν ἀθλιότητα, γιά νά φανερωθεῖ ἡ ἀναλγησία της  !»...
    Τόν ρώτησα ἄν πραγματικά ἔχει τόσο κακή ἰδέα γιά τούς χαρακτῆρες τῶν συγγραφέων. Ἡ ἀπάντηση μέ ξάφνιασε πιό πολύ ἀκόμη :
« Ὄχι, δέν ἔχω καμιά κακή ἰδέα γιά τούς χαρακτῆρες οὔτε τῶν συγγραφέων οὔτε τῶν καλλιτεχνῶν γενικά. Γιά τό ἄδειο πού παραγεμίζουν καί, μέ τή σειρά του, τούς παραφουσκώνει, ἔχω πολύ κακή γνώμη.»
     Δεν θυμᾶμαι τί εἴπαμε στή συνέχεια. Ἀπό ἐκείνη τή μακρινή ἐποχή μοῦ ἔχουν μείνει μερικά δικά μου γράμματα, γιά τά ὁποῖα δέν εἶμαι σίγουρη ἄν εἶναι ἀντίγραφα πού κράτησα ἤ ἄν δέν τοῦ τά ἔστειλα κἄν .
*
     Ἀγαπητέ κύριε, ἀναρωτιέμαι ἄν σᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό ἐρώτημα : ποιόν λατρεύει κανείς σ’ ἕνα λογοτέχνημα ; Εἶναι ἕνα κόλπο γιά νά λατρεύει κάποιος τόν ἑαυτό του ; Εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά χτίζει γύρω του ἕνα φρούριο ἀπό ἰδέες καί εἰκόνες ; Εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά κρυφτεῖ ; Εἶναι μιά παγίδα θηραμάτων ἤ μιά παράξενη θεραπεία  τους  ;
    Τό πιστεύετε ἐσεῖς πώς μπορεῖ κανείς πραγματικά νά παγιδεύσει τόν χρόνο ; Μήπως τό μόνο πού πετυχαίνει εἶναι νά παγιδευτεῖ ἀμετάκλητα ἀπ’ αὐτόν ; Ὁ ἴδιος φαίνεται ἔχετε τόση καλωσύνη ὥστε στά ἔργα σας δέν ἀνακαλεῖτε τό παρελθόν ἀλλά κατά κάποιο τρόπο ἀνασταίνετε χωρίς πικρία μιά τάξη πραγμάτων πού γνωρίσατε. Καταφέρατε νά βγάλετε ἀπό μέσα της τό κεντρί τῆς πικρίας καί τῆς ἀπουσίας  δικαιοσύνης. Σέ τοῦτο συνίσταται νομίζω ἡ ἀνάσταση.
*
     Ἀγαπητέ κύριε, ἡ τελευταία λέξη πού σᾶς ἔγραψα μέ τρόμαξε τόσο πολύ πού κόντεψα νά λιποθυμήσω μέ τό πού τήν ἔγραψα.
Ἐπιχείρησα νά τή σβήσω ἀλλά δέν τά κατάφερα. Ἐπιχείρησα νά τήν ἀντικαταστήσω ἀλλά δέν τό κατάφερα οὔτε αὐτό. Τήν ἄφησα ἄλλά κάποια ζευγάρια μάτια νιώθω νά μέ παρακολουθοῦν περιγελαστικά. Ποτέ δε μ’ ἄρεσε νά μέ περιγελοῦν. Ὑπάρχει κανείς πού νά τοῦ ἀρέσει ; Ὁ καθένας θέλει νά εἶναι σεβαστός, ἀξιοπρεπής καί ἀξιοθαύμαστος. Ἐσᾶς δέν σᾶς ἐνοχλοῦσε ὅταν τύχαινε νά πάρετε εἴδηση πώς τά παιδιά σᾶς πειράζουν πίσω ἀπό τήν πλάτη σας ; Ἐμένα φοβᾶμαι πώς μέ περιγελάει ὁ ἑαυτός μου . Ἀλλά , ἐπειδή συμφωνῶ μέ κάτι πού εἴπατε μιά φορά πώς «δέν παίρνατε πολύ στά σοβαρά τόν ἑαυτό σας», νά ξέρετε πώς προσπαθῶ νά  ἀδιαφορήσω γιά τό αὐτοπεριγέλιο.
*
     Ἀγαπητέ κύριε, ἡ πόζα εἶναι κάτι γελοῖο ἀλλά τά κομψά της ροῦχα καί τά λεπτά της καμώματα κρύβουν ἀριστοτεχνικά τή γελοιότητά της. Ὅμως ἀκόμα καί ἡ πόζα περνιέται γιά ἕνα εἶδος  καλλιτεχνικῆς ἀξιοπρέπειας . Ἀλλιῶς πῶς θά διαφέρει κανείς ἀπό τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους ; Αὐτό εἶναι νομίζω. Σκέφτομαι τίς φωτογραφίες τοῦ Σεφέρη, τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Σικελιανοῦ, τοῦ Σολωμοῦ . Μέ  τό  δικό  του  τρόπο  ὁ  καθένας  συνθέτει  μιάν  ἀξιοπρεπή εἰκόνα . Μιά εἰκόνα παρ’ ὁλίγον μεγαλειώδη . Ὅσο γιά τήν εἰκόνα τοῦ Καρούζου, ἡ θηριώδης ἀπόγνωση εἶναι κι αὐτή μιά ἰδιόρυθμη μορφή ἀξιοπρέπειας . Τί σηκωμένα φρύδια ὁ Λειβαδίτης στά νιάτα του, τί βλέμμα ...Ὅμως στά τέλη...Τ ό τ ε εἶναι πού δέν μπορεῖς νά μήν τόν ἀγαπᾶς περισσότερο ἀκόμα , ἕτοιμος νά ξε- σπάσεις σέ λυγμούς ... Συνωστισμός συναισθημάτων ! Ὅλα ἀνεξέλεγκτα καί ἀξιοπρεπέστατα . Νομίζω πώς μόνο ἡ φωτογραφία τοῦ Παπαδίτσα μοῦ ἔδωσε κάποτε τήν ἐντύπωση ἀνθρώπου μπροστά σέ κάτι ἀπόκρημνο –καμιά σχέση με τήν ἀξιοπρέπεια.
     Βλέπετε, μπερδεύτηκα πάλι. Πρίν λίγες μέρες ἀναγνώριζα στά ἔργα σας τήν ἀναγεννημένη ἁπλότητα , καί τώρα κρίνω τόν κόσμο, λές καί δέν εἶναι ὅλοι ἐλεύθεροι νά ἐπιλέγουν πῶς θά ντύνονται, τί χειρονομίες θά κάνουν καί μέ τί βλέμμα θά κοιτάζουν. Καλύτερα νά βρῶ τό θάρρος νά μήν ἐνδιαφέρομαι γιά τήν δική μου ἀξιοπρέπεια , ἀνυπόκριτα.

*
      Δυσκολεύτηκα πολύ να πάρω την ἀπόφαση νά ξαναδια- βάσω το γράμμα τοῦ κυρίου Φί. Ὅταν ὅμως τό ἔκανα , ἀμέσως κατάλαβα γιατί το εἶχα τσαλακώσει καί μετά τό παράχωσα . Νά τί  μοῦ ἔγραφε :
Παρ’ὅλο πού εἶναι ἐγκωμιαστικός ὁ τρόπος πού μιλᾶτε γιά μένα ὀφείλω νά σᾶς πῶ ὅτι ἔχετε πλάσει μιά φανταστική εἰκόνα. Ἡ πραγματικότητα εἶναι πώς ὑπῆρξα ἐγωϊστής καί ματαιόδοξος, καθόλου λιγότερο ἀπό τούς ὑπόλοιπους. Ὅταν ἐπρόκειτο νά πῶ ἕναν καλό λόγο γιά  ὁμότεχνο, συνήθως κατάπινα τή γλῶσσα μου, ἀλλά ἄν ἐπρόκειτο γιά σαρκασμό, εἰρωνεία... ἐκεῖ τήν ξανάβρισκα καί γινόμουν λαλίστατος. Τό φόρτε μου ὅμως ἦταν ἡ σιωπή καί οἱ ἀδιόρατα δηλητηριώδεις ὑπαινιγμοί γύρω ἀπό τά λάθη ἤ τίς ἀποτυχίες τῶν ἄλλων. Στό βάθος βάθος πίστευα πώς ἤμουν ὁ καλύτερος ἤ ἔστω μέσα στούς δυό τρεῖς καλύτερους.
Νομίζετε πώς δέν εἶχα ἐπαφές ἀλλά κάνετε λάθος. Ὅλο καί κάποιο τρόπο ἔβρισκα νά προωθῶ τά βιβλία μου.
     Πρῶτα πρῶτα κατάλαβα πώς πρέπει νά καλλιεργήσω ἕνα μύθο γύρω ἀπό τά βουνά καί μένα. Μετά νά κεντρίσω τή νοσταλγία γιά μιάν «ἐπιστροφή στη φύση» μιά νοσταλγία πού δέ θέλει καί πολύ γιά νά φουντώσει ὀνειρικές  εἰκόνες ἀπό τή ζωγραφική ἀλλά κι ἀπό τήν ἀντιπάθεια πού τρέφουν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι γιά τίς πόλεις ὅπου ζοῦν. Εἶναι πραγματικά λίγοι ἐκεῖνοι πού θέλγονται ἀπό τό θόρυβο καί τήν ἀδιάκοπη κίνηση μιᾶς πόλης καί νιώθουν ζωντανοί , γεμάτοι κέφι ἀνάμεσα σέ πλήθη ἀγνώστων. Συνήθως ἀγάλλονται μέ τίς δυό τρεῖς διαδρομές τίς ὁποῖες γνωρίζουν τόσο ὥστε νά νιώθουν ἕνα εἶδος οἰκειότητας, καί κάποια στέκια γιά τά ὁποῖα πλέκουν παρόμοιους μύθους μ’ αὐτούς πού ἔπλεξα ἐγώ, μαζί μέ ἄλλους παλιότερους γιά τά βουνά καί  τά ποτάμια.
      Μετά ἔγινα σέ τόση δόση γρινιάρης γιά τή μοναξιά μου, ὅση γιά νά μέ λυποῦνται ὡς εὐγενές θύμα τῶν περιστάσεων πού μέ κρατοῦσαν δέσμιο τοῦ καθήκοντος, ἐ μ έ ν α πού θά μοῦ ἔπρεπε νά εἶμαι μόνον ἐπισκέπτης εἰδυλλιακῶν τοπίων - ἀληθινός ἀπόγονος ἑνός ὕστερου ρομαντισμοῦ . Πολλά περισσότερα , πού δέν θά μποροῦσα νά σημειώσω τώρα , σχημάτισαν μιά φιγούρα σεβαστή γιά ὅσους μέ γνώρισαν ἀπό τά βιβλία μου καί ἕνα ἀξιολάτρευτο πρόσωπο γιά τόν ἴδιο . Προσπάθησα νά κλείσω τίς ραφές του γύ- ρω ἀπό μένα χωρίς μεγάλα κενά καί γιά χρόνια δέν εἶχα ἰδιαί- τερες ἔγνοιες μέ τήν κοπτοραπτική μου . Ἤμουνα εὐχαριστημένος μέ τήν δημιουργία τοῦ ἑαυτοῦ μου, μποροῦσα ἀκόμα καί νά καυχιέμαι πώς εἶμαι ...«αὐτοδημιούργητος». Ἀλλά κάποτε τό πράγμα ἁπλά σωριάστηκε.
     Τά σχολειά ἀρχίσαν νά ρημάζουν μαζί μέ τά χωριά πού μέ ταχύ ρυθμό ἐρήμωναν. Πέθαναν οἱ περισσότεροι ἀπό τούς φίλους μου καί ἀπό τούς ἀντιπάλους συγγραφείς, ὅσους τέλος πάντων ἐπιθυμοῦσα νά ἐξουδετερώσω ἤ νά μειώσω ὥστε νά ξεχωρίζω ἀνεδεμπόδιστος. Ἡ γραφή μου ἄρχισε νά θεωρεῖται «περιφερειακή » καί ὁ μύθος μου νά παρακμάζει. Φούντωνε πάλι ἡ νοσταλγία γιά τό «κέντρο», μόνο πού αὐτή τή  φορά ἦταν παγκόσμιο ἤ πιό σωστά παγκοσμιοποιημένο κι ἔτσι κανείς δέ γνώριζε ποῦ ἀκρι- βῶς ἦταν . Ὁπωσδήποτε τά «παλιά κλάματα» ὅπως καί τά παλιά βουνά, δέν συγκινοῦσαν σχεδόν κανέναν. Ἄν τά τελευταῖα μποροῦσαν νά ξαναβαφτιστοῦν με κάποιο ἄλλο ὄνομα, ἔστω κι ἀπό τήν Παταγωνία, τή Νέα Γουϊνέα ἤ τήν Ἰσλανδία τῶν ντοκυμαντέρ, θά ἦσαν περισσότερο ὑποφερτά. Τότε ἔχασα λίγο λίγο καί τήν ὅρασή μου. Ὅπως ἄλλοτε φανταζόμουνα τό μέλλον μου, ἔτσι τώρα παρατηροῦσα σέ μιά φανταστική ἐσωτερική ὀθόνη τό παρελθόν μου, ὅπου δέν μποροῦσα νά διακρίνω παρά μεγάλα ἤ μικρά κενά.
     Στήν ἀρχή ὑπέφερα ἀβάσταχτα. Μετά ἴσως γιατί, ὅπως σᾶς εἶπα κάποτε «νομίζω πώς εἶμαι βλάκας», ὁ πόνος ἄρχισε νά κοπάζει. Σκεπτόμουνα τόσους ἄλλους συγγραφεῖς πού κανείς δέ  θυμόταν οὔτε τό ὄνομά τους, οὔτε τίς διεκδικήσεις τους, οὔτε τόν θόρυβο πού ἔκαναν μαζί μέ τή μικρή ἤ μεγάλη παρέα τους. Δέν μπορῶ να πῶ πώς αὐτό μέ παρηγοροῦσε ἐντελῶς ἀλλά ἦταν μιά ἄγκυρα γιά νά μή βουλιάζω ὁλότελα στήν ἀπύθμενη θάλασσα τῆς ματαιότητας. Τῆς ματαιότητας ὅλων τῶν ψεμμάτων ἐννοῶ μέ τά ὁποῖα φάσκιωσα τή ζωή μου. Τή χουχούλισα ἐκεῖ μέσα σέ ἀλλεπάλληλα στρώματα ἀπό πόζες, ἀλλά αὐτό δέ βοήθησε σέ τίποτα. Ἀκόμη και τά καλύτερα ψέμματα κάποτε ξεφουσκώνουν ἀπό τόν ἀέρα μέ τόν ὁποῖο πλανῶνται σάν ἀερόστατα. Τό μόνο που μπορῶ να σᾶς πῶ εἶναι :
  Μήν ἀκολουθήσετε αὐτό τό δρόμο. Κι ἄν τόν ἔχετε πάρει χωρίς νά τό  καλοκαταλάβετε, ἐγκαταλεῖψτε τόν ὅσο πιό γρήγορα μπορεῖτε. Μακάρι να ἀντισταθεῖτε σε κάθε ὑποψία πόζας.

*

    Τώρα πραγματικά μπορῶ νά ἀντιληφθῶ ὄχι μόνο γιατί καταχώνιασα το γράμμα του, ἀλλά και γιατί δέν τό κατέστρεψα.
     Ἡ σκέψη τῆς θεραπευτικῆς γραφῆς δέν μέ ἔχει ἐγκαταλείψει ἐντελῶς , πιό σωστά ἐγώ δέν τήν ἔχω ἀπαρνηθεῖ ὁλότελα .
Ὅμως ἀπό χρόνια σκέπτομαι πώς ἡ προσδοκία μου μοιάζει  μέ τό νά ζητάει κανείς νά συναντήσει στή ζωή του... τόν ἴδιο τόν  Φραγκίσκο τῆς Ἀσσίζης τήν ὥρα πού μιλάει μέ τά πουλιά κι αὐτά συνάζονται καί τόν ἀκοῦνε εὐτυχισμένα. Τόν Φραγκίσκο ἤ ὅποιον ἄλλο πιό κοντινό ἄγνωστο, ἄσημο ἀλλά ἀγαθό συνομιλητή , συμπορευτή καί μαζί θεραπευτή κάθε τι ἄγριου καί σκληροῦ στή φύση .
     Εἶναι μιά καλή προσδοκία πού λάμπει ὅπως ἀστρόσκονη  ἄλλου γαλαξία. Πιό πολύ τήν φαντάζεσαι παρά τήν βλέπεις.
Οἱ εὐλαβικές ἐπιθυμίες καί μόνο πού γεννήθηκαν στήν καρδιά,  ἔχουν μια κατευναστική ἐπίδραση και ἡ ἀλήθεια τους ἐλευθερώνει.
     Ὁ κύριος Φί διέθετε μιά λυτρωτική εἰλικρίνεια ἄν και μοῦ πῆρε χρόνια νά τήν ἀντέξω. Ἦταν ἐπίσης ὅπως καί ὁ Φραγκίσκος, ἀληθινός. Θέλω νά πῶ: ὑπῆρξε. Τι πειράζει ἄν τό γνωρίζουν ἐλάχιστοι; Ἕνας αὐθεντικός φραγκισκανός ἤ τραππιστής ἤ ἀδελφός τῆς ἡσυχίας τυλίγεται μέ τόση χαρά στήν ἀνωνυμία του, ὅση ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι μαζί στίς πούλιες καί τά στράς τῶν κοστουμιῶν τοῦ θορύβου .
     Λοιπόν, δέν τό ἀποκλείω καθόλου νά ἀνατείλουν κάποτε φεγγοβόλοι συγγραφεῖς, μεγάλοι τεχνίτες στήν ἄσκηση τῆς θεραπευτικῆς γραφῆς.
     Ἄν τύχει καί ρίξουν μιά ματιά πίσω τους  μέσα στούς αἰῶνες τῆς  κοσμικῆς σκοτεινιᾶς, ἡ καρδιά τους θα διακρίνει πώς πίστευα στήν ἔλευσή τους καί πώς ἔβαλα ὅλη μου τήν ἀντοχή στήν ἀναμονή τους. Ἦταν δύσκολο καί πολύ ὄμορφο πού τούς περίμενα γιά ὅσο ἔζησα… μετά Φίν! (μετά τόν Κύριο Φί ἐννοῶ). 

[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό "Ἐμβόλιμον", τεῦχος 61-62, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2011]
                                                                         
                                                                         

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Ημερολογιο Αποδημιας: Τό Φῶς τῆς Ζωῆς μας

Ημερολογιο Αποδημιας: Τό Φῶς τῆς Ζωῆς μας: Πρίν ἀπό κάθε εὐλογημένη στιγμή ὁ ἄνθρωπος ἔχει συνήθως βαδίσει ὡς πρό-δρομο ἕνα ἀθέατο μονοπάτι, πάνω του καί μέσα του. Μοιάζει μέ τούς σ...

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Παρουσίαση στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς την 23/11/2011




Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Νατάσας Κεσμέτη: Τά μώβ ἐπιούσια ἀρτίδια

Στόν γιατρό Δημήτρη Ὡραιόπουλο

Πολύ κοντά στήν ἀμμουδιά σύρριζα στήν ἄμμο ὑψώνονται γιά μιάν ἐφήμερη ἄνθιση. Θά ἔχουν κάποιο ὄνομα, μπορεῖ κι ἕνα πολύ εὔηχο μάλιστα. Ἀλλά μιᾶς καί κανείς δέν βρέθηκε νά τό γνωρίζει, τά ὀνομάσαμε Τά μώβ. Τό δικό τους, ἀκόμα κι ἔτσι χωρίς κανένα ἄλλο ἐπίθετο, ξεχωρίζει ἀπ’ ὅλα τά μώβ.
Πέντε ἐλαφρότατα στίς ἄκριες τους σγουρά πέταλα  γίνονται πιό δυνατά μώβ στό βάθος τῆς καρδιᾶς τους. Τό πρωί λάμπουν, τό μεσημέρι λεπτότατες ρυτίδες τά θαμπώνουν, νωρίς τό ἀπόγευμα εἶναι κιόλας «πολύ ἀργά» γι αὐτά: τά ἔχει πάρει ὁ ἀέρας.  Ὅλες τίς ὧρες, ἀκόμα κι ὅταν τά ἔχει ἁφαρπάσει ἀπό τόν μακρύ τους κάλυκα ὁ ἄνεμος, διατηροῦν μιά λεπτή ἀκεραιότητα.
Σάν στέκουν μόνα, τραβοῦν τό μάτι στή ντελικάτη μοναχικότητητά τους. Ἄλλιῶς φτιάχνουν μεγάλες συντροφιές καί τό σύνολο ὑψώνει μιά μώβ κυματιστή Τράπεζα. Ἄν δέν ἔρθουν ἄγγελοι,  πλησιάζουν, συλλειτουργοί τά μικρά ἔντομα: ἄλλοτε βουϊζοντας κι ἄλλοτε σιωπηλά.
Τά μώβ δέν πενθοῦν. Κι ἄν στή θέα τους σκεφθεῖ κανείς τό πένθος εἶναι γιατί στή δική του καρδιά θά ὑπάρχει ριζωμένη θλίψη. Τά μώβ στήν καλύτερή τους ὥρα λαμπυρίζουν μιά  τ ω ρ ι ν ή  στιγμή. Σέ καλοῦν νά συγκεντρωθεῖς σ’ αὐτήν ὁλόκληρος.
Δέν εἶναι οὔτε εὔκολο οὔτε ἁπλό. Ἀλλά κάθε μώβ καθώς ταλαντεύεται ἐπιμένει: Ἐγώ εἶμαι τό ἐπιούσιο ἀρτίδιο. Ἐσύ πού μέ κοιτᾶς;
Τά μώβ δέν μποροῦν νά σοῦ χορτάσουν καμιάν ἀπληστία, μποροῦν ὅμως νά σοῦ θυμίσουν τήν πληρότητα νά εἶσαι  ἐλάχιστο ψιχίο. Ἀρκεῖ νά  ε ἶ σ α ι   δηλαδή  κ α ί  γιά κάποιον γνωστό ἤ ἄγνωστο ἄλλο.
Ὅμως «ὁ ἄνθρωπος τοῦ προσωπικοῦ του καπρίτσιου δέν πιστεύει καί δέν συναντᾶ. Δέν γνωρίζει σύνδεσμο· τό μόνο πού γνωρίζει εἶναι τόν  πυρετώδη κόσμο  ἐ κ ε ῖ  ἔ ξ ω καί τήν πυρετώδη του ἐπιθυμία νά τόν χρησιμοποιήσει.»*
Ὁ λευκός ὕπερος προσκολλημένος στήν καρδιά τῶν μώβ διατηρεῖ μιάν ἀθέατη ἀφοσίωση στόν συλλειτουργό  πού θά πετάξει κοντά του καί θά τόν ἀγγίξει σέ μιά ἀνταπόκριση ἀμοιβαιότητας.
Εἶναι εὔκολο νά εἶσαι ἄπληστος καί σπάνιο νά χαίρεσαι τήν πληρότητα τῆς ἀφοσίωσης. Τό κοινό χιλιοπατημένο μονοπάτι εἶναι γεμάτο προκλητικές πινακίδες  πού κεντρίζουν τή μανία γιά κέρδος κι ἄλλο κέρδος. Μάτια νά συναντηθοῦν μέ τά μώβ, δέν θά βρεθοῦν ποτέ ἐκεῖ.
Στή γῆ τῶν μώβ μπορεῖ νά εἰσέρχεται κανείς στό ἄβατο μιᾶς ἐξαιρετικῆς μοναχικότητας.  Ὄχι ὅμως ἐρήμωσης. Μιᾶς μοναχικότητας ἡ ἐξαιρετικότητα τῆς ὁποίας ἔγκειται στό ὅτι  παραμένει ἐν  σ χ έσ ε ι.
Γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο πού ἔβλεπε τούς μαθητές, τούς συναδέλφους, τούς συνεργάτες, τούς νοσηλευτές καί τούς ἀσθενεῖς του ὡς συλλειτουργούς. Πίστευε κατά ἀπόλυτο τρόπο στό «θεραπευτικό ἄγγιγμα». Ἡ μόνη πινακίδα στό δικό του δημιουργικό δρόμο ἐπέμενε: «Πρόσφερε ἀκόμα καί μέ προσωπική σου ζημιά».
Στό τέλος ἀγγελιαφόροι ἀπό κάθε γωνιά τῆς γῆς κι ἀπό τά βάθη τῆς δικῆς του καρδιᾶς ἄρχισαν νά τοῦ φέρνουν  καθημερινά ἀρτίδια βαθιᾶς εἰρήνης. Κατανόησε  γ ι α τ ί  ἔ ζ η σ ε  καί κάθε φόβος θανάτου τόν ἐγκατέλειψε.
Τά μώβ λαμπυρίζουν τήν αἰώνια παροντικότητα. Ἡ σχέση εἶναι ἀμοιβαιότητα.
Πόσο ντελικάτη κάθε ἐκδήλωση τοῦ Ἐσύ.**

*   Μάρτιν Μποῦμπερ.
**  ὅ. π.



Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Η Μαρία Μαρκαντωνάτου για το μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ"

Στο πρώτο μυθιστόρημα της Νατάσας Ζαχαροπούλου: «Ίχνος κραγιόν η νύχτα» (1996) επισημάναμε αρετές όπως: ικανότητα σύνθεσης, νεύρο και τόλμη, αλλά και μια ευκολία γραφής που συχνά παρασύρει, μυθιστορηματική απόπειρα με τις συνήθεις αδυναμίες πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων.

Στο δεύτερο μυθιστόρημά της η Ν.Ζ., με πιο ώριμη ματιά, κάνει μια κατάδυση στο χάος της σύγχρονης μεγαλόπολης ανασύροντα πρόσωπα εγκλωβισμένα ανάμεσα στα θέλω τους και τα θέλω των γονιών τους ή και τις επιταγές της Ανάγκης, παρακολουθεί τον αγώνα και την αγωνία τους για μια έστω μικροαπόδραση, ως την έξοδο προς μια πιο ανθρώπινη εκδοχή, μέσα από το δικό τους , πρωτίστως, εσωτερικό προχώρημα.

Με όρους που τείνουν σιγά-σιγά να επικρατήσουν στο λεγόμενο « παγκόσμιο χωριό», οι ήρωες της Ν.Ζ. μοιάζουν δέντρα δίχως ρίζα βαθειά, αρπάζονται απ΄ό,τι βρουν, για να μη ξεριζωθούν, όπως είναι Διαδικτυακή δυνατότητα, η δήθεν ισχύς που εξασφαλίζει η μυστική συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, η ψευδαίσθηση μιας υπερύπαρξης μέσω κερδοφόρων, για τους επιτήδειους, τελετών, πράγματα που συνιστούν, εν τέλει, έλλειμμα συλλογικής ταυτότητας.

Κατά τον γνωστό τρόπο, ο αφηγητής- συγγραφέας παρακολουθεί, κατά κεφάλαια, τους πρωταγωνιστές και τη ζωή τους, όπως αυτή εξελίσσεται σε δύο εικοσιτετράωρα, ενώ, με τη μέθοδο του συνειρμού ή της αναδρομής, ο αναγνώστης πληροφορείται σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους.

Η γραφή, κοφτή και ασθμαίνουσα- στους ρυθμούς της εποχής μας, αποτυπώνει δραστικά στάσεις και συμπεριφορές, σκέψεις και ψυχικές εντάσεις, σκιτσάρει με μαεστρία, σκιαγραφεί, ζωγραφίζει. Κάποτε χαλαρώνει κάπως, ρεμβάζει ή και επιδίδεται σε ποιητική απεικόνιση της πραγματικότητας, πράγμα που απογειώνει και ξεκουράζει.

Στον ζοφερό κόσμο του μυθιστορήματος, αντί για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας, μέσα από ένα στέρεο σύστημα αξιών, κυριαρχούν το κυνήγι της καριέρας και του ευδαιμονισμού, αντί για τον έρωτα ως σχέση ουσίας και πληρότητας, το σεξ και η λαγνεία, αντί για την αληθινή ανθρώπινη επαφή, η απρόσωπη συνεργασία που συχνά εκφυλλίζεται σε βάρβαρη μηχανιστική διαδικασία, καταστάσεις σαθρωτικές, ιδίως για τους νέους, που κυριολεκτικά πλαντάζουν για ομορφιά και αρμονία, αίσθηση δημιουργική και επικοινωνία.

Η Ν.Ζ., άνθρωπος της γενιάς των ηρώων της, γνωρίζει καλά τα μορφώματα αυτά του καιρού μας και, αν το μυθιστόρημά της έχει μια θέση στη λογοτεχνία, είναι ακριβώς αυτή: Ρίχνει φως σε σκοτεινούς λαβυρίνθους, εκθέτοντας με ρεαλισμό αλλά και ποίηση το έρεβος της ύπαρξής μας, όταν χάνει τον βηματισμό της, και παραπαίει επώδυνα.

Σ’ ένα τέτοιο ανθρώπινο τοπίο, το τρυφερό κομμάτι της ζωής εξεγείρεται διεκδικώντας τον ζωτικό του χώρο. Θα τον βρεί; Αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό συνειδητότητας και τις ηθικές αντιστάσεις του καθενός.

Η συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει πως, μ’ όλη τη στρέβλωση και την κακοποίησή της, η ζωή είν’ εδώ.



(Δημοσιεύεται στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 86, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009)

Ο θοδωρής Βοριάς για το μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ"

Έπιασες κάποιους τύπους της ελληνικής κοινωνίας κι έχτισες μια ιστορία που αντικατοπτρίζει τα σύγχρονα αστικά αδιέξοδα που βιώνουμε.


Οι ερωτικές σκηνές υπήρξαν τα καθοριστικά σημεία της ιστορίας, ιδιαίτερα οι στιγμές στο ξενοδοχείο που προέκυψαν από τη διαδικτυακή γνωριμία δυο αγνώστων…

Κατάφερες να πιάσεις την κίνηση, την ατμόσφαιρα, τους παλμούς της καρδιάς τους, την άπληστη περιέργεια του αναγνώστη και να τα δέσεις όλα αυτά σε κείμενο. Θα έλεγα πως ο αναγνώστης από το σημείο εκείνο και ύστερα δικαιούται να ταυτίζει την Bianca με την συγγραφέα του έργου, έτσι κι αλλιώς είναι δικαίωμά του.


Οι διαδικτυακοί διάλογοι στο κείμενο σίγουρα θα θυμίζουν σε πολλούς κάπως παλαιότερους την πρώτη επαφή με το διαδίκτυο, τις πρώτες διαδικτυακές γνωριμίες μιας και τότε δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένο και υπήρχε κάτι το μυστηριώδες πίσω από την ανωνυμία γιατί ποιος διέθετε τότε κάμερα κλπ.


Το σημείο της μεγάλης αγωνίας του Nero υπήρξε η φυσική αρχή του επιλόγου, κι εκεί έπιασες την αγωνία του και αυτή του αναγνώστη, έπιασες ακόμη το βαρύ νυχτερινό τοπίο, καθήλωσες την προσοχή μας σε μικροήχους και μικροκινήσεις κάτι που το παθαίνουμε συχνά όταν έχουμε πυρετό. Οι εμμονές του Nero στο σημείο εκείνο προκαλούν στον αναγνώστη παράξενα συναισθήματα. Η κατάσταση του Nero ξεθάβει παλιές ενοχές κι αγωνίες των αναγνωστών -βρίσκει εύκολα κανείς τέτοιες ενοχές- που ενισχύουν τη φόρτισή τους και τους κάνει να ταυτίζονται μαζί του.

Το τέλος δεν το συζητώ, ίσως έτσι έπρεπε να κλείσει, ίσως αλλιώς, δεν έχω άποψη.

Ἡ ζωή είναι εδώ" στο "Βακχικόν"


Οι παγωμένες ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν το πιο πρόσφορο έδαφος για να γεννηθεί ένας νέος φασισμός.

Με το παραπάνω απόφθεγμα του αυστριακού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε μας υποδέχεται στο τελευταίο της βιβλίο η συγγραφέας Νατάσα Ζαχαροπούλου με τίτλο «Η Ζωή Είναι Εδώ».

Πρόκειται για ένα σύγχρονο μυθιστόρημα αποτελούμενο από δυνατούς χαρακτήρες. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να αναγνωρίσει όχι μόνο στοιχεία του εαυτού του μέσα από τους ήρωες, αλλά ακόμα και ανθρώπους που κινούνται στο ευρύτερο περιβάλλον του. Και σίγουρα πρόκειται για βιβλίο που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον χωρίς να γίνεται κουραστικό σε κανένα του σημείο.

Το «Η Ζωή Είναι Εδώ» παρακολουθεί για δυο 24ωρα τις καθημερινές στιγμές έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που όμως αφορούν μόλις τρεις ανθρώπους! Οι ήρωες ισορροπούν μεταξύ δυο διαφορετικών κόσμων προσπαθώντας να απαγκιστρωθούν από καταστάσεις που τους «αιχμαλωτίζουν», επιδιώκοντας να πραγματοποιήσουν τις κρυφές επιθυμίες τους αλλά και τα όνειρά τους αφού πρώτα καταφέρουν να βρουν τους εαυτούς τους.

Στους ταχύτατους ρυθμούς της μεγαλούπολης, όπου κινούνται σαν πιόνια σε μια άλλη σκακιέρα οι τρεις ήρωες της ιστορίας πραγματοποιώντας μάλιστα κινήσεις που δεν αποτελούν καθ’ αυτό επιλογές τους, παρασύρονται άνθρωποι και αξίες με το χάος μιας σύγχρονης πόλης να υψώνει τα τείχη της. Έτσι, αντικρίζουμε πίσω από αυτούς, πρόσωπα εγκλωβισμένα στα θέλω της. Φιγούρες από ένα νέο θέατρο σκιών που αναζητούν απόδραση από τα δεσμά μιας «παγκόσμιας» φυλακής, με γνωριμίες μέσω διαδικτύου αλλά και όργια κατανάλωσης αφού «όταν καταναλώνω τότε υπάρχω».

Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας αν μπορούσε να γίνει κατανοητό ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν είναι αυτοί που έχουν τα καλύτερα πράγματα. Αλλά είναι εκείνοι που φτιάχνουν το καλύτερο με αυτά που ήδη έχουν!

Μια τέτοια μάχη δίνουμε καθημερινά όλοι μας είτε σε προσωπικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Έτσι και οι πρωταγωνιστές που αφηγήματος-μυθιστορήματος, έχουν τοποθετήσει στο κέντρο του στόχου τους το κυνήγι της καριέρας και με τα βελάκια που έχουν στη φαρέτρα τους προσδοκούν να τον κατακτήσουν παραμερίζοντας εντελώς την προσωπική τους ευτυχία. Αναζητούν λίγες στιγμές λαγνείας και σεξ μέσα από τον κυβερνοχώρο φοβούμενοι να γνωρίσουν νέους αληθινούς κόσμους, να τους εξερευνήσουν, να τους φλερτάρουν, να τους ερωτευθούν, να τους αγαπήσουν ή ακόμα και να προσπαθήσουν να πετύχουν κάτι από όλα αυτά, αν όχι όλα. Κυριαρχεί στις σκέψεις τους, πώς θα εκμεταλλευτούν το κάθε τι που θα βρεθεί στην πορεία τους, προκειμένου να πετύχουν το «ταξίδι» που έχουν χαρτογραφήσει. Παράλληλα ποντάρουν σε μια απρόσωπη όσο και ψεύτικη συνεργασία έχοντας παραμερίσει την αληθινή ανθρώπινη επαφή.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η «Ζωή» είναι… «εδώ». Μακριά από φόβους, παγωμένες σχέσεις, περιορισμούς και όρους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να λειτουργούμε ηθικά και με συνείδηση

Νίκος Μπίνος, Περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 7, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Περί Ευθύνης

 ν μποροσε κάποιος νά σταθε ς πλός παρατηρητής τν τεκταινομένων τα συλλογικς καί προσωπικς καθημερινς ζως, θά πισήμαινε μιά συνεχή ροή χρήσης λέξεων τν ποίων χει μλλον παραφθαρε κατ’ρχήν ννοια καί σημασία χουν πογυμνωθε καί πομακρυνθε πό τό βάρος τς φιλοσοφικς καί συνειδησιακς ντιστοιχίας τους, δηλαδή τς θικς.
Ατές ο λέξεις χρησιμοποιονται βασισμένες στήν κάτ’ διον συμφέρον ρμηνεία τους, πού ν τέλει καταλήγει σέ διοποίησή τους καί πό μικρές καί μεγαλύτερες κοινωνικές μάδες, τσι πού τό διοτελές διωτικό, τό ποο στήν οσία του εναι διαχωριστικό, καταφέρνει, ναλόγως τν συγκυριν, νά νώνει πληθυσμιακές μάζες.
ρισμένες πό ατές τίς λέξεις μάλιστα κατά καιρούς γίνονται διαιτέρως πίκαιρες καί εναι συχνότατα ναμασώμενες πό χείλη πίσημα: πνευματικν ταγν, κπροσώπων τς πολιτικς καί τς θρησκευτικς ξουσίας, καλλιτεχνν, λλά καί πό χείλη λαϊκά.
Μία νάμεσα στόν ποταμό τέτοιων λέξεων καί κφράσεων εναι καί λέξη «ευθύνη» καθώς καί ρισμένα πό τά παράγωγά της. δ καί ρκετό καιρό διατρέχει καί διαπερν τόν ντυπο καί προφορικό λόγο μέ τέτοιο τρόπο πού θά μποροσε νά πε κανείς πώς τιτλοφορε τήν πρός ρας λληνική καθημερινότητα.
πλειονότητα ναζητε πρόσωπα καί καταστάσεις πού χουν τήν «εθύνη» γιά τήν πολιτική καί οκονομική συγκυρία πού διανύει χώρα. ναζητονται ο «πεύθυνοι», μως και πλεστοι σοι πό τούς «πευθύνους» μεταφέρουν πιρρίπτουν τίς «εθύνες» σέ λλους, ετε νθρώπους ετε καταστάσεις, πραγματικές φαντασιακές, κόμη-κόμη καί σέ συνωμότες καί συνωμοσίες πού, ετε νέκαθεν ετε τώρα, διαπλέχθηκαν διαπλέκονται ρήμην τάχα τς κάστοτε ξουσίας καί πωσδήποτε το «λαο».
τσι, κρίνοντας κ το ποτελέσματος, φαίνεται πώς ναζήτηση (περί τς εθύνης γιά τήν ποια κπτωση) εναι μάταιη. Κανένας κπρόσωπος καμις ξουσίας (πολιτικς, δικαστικς, οκονομικς, κκλησιαστικς, πολιτιστικς κ..), δέν χει νακαλύψει ποκαλύψει κανέναν «πεύθυνο», παρά πού νόματα ρίχνονται κατά καιρούς βορά στό πλθος, φ’ σον σέ κανέναν πό τούς θεωρητικά «πευθύνους» καμιά εθύνη καί καμιά ποινή δέν χουν καταλογιστε.
Καί πς λλωστε θά μποροσε νά συμβε παραμικρός στω τύποις καταλογισμός; πό ποιους;
παρατηρητής ξ ατν ρμώμενος θά μποροσε πίσης νά ναρωτηθε ν «εθύνες» καί πόδοσή τους εναι κατ’ ρχήν ζήτημα ρμηνείς τς ννοιας τν λέξεων «εθύνη» καί «πεύθυνος» , ν πράγματι λοι ντιλαμβάνονται τήν κατά κυριολεξία σημασία τους. Θά μποροσε πίσης νά ρευνήσει ν ο πράξεις βασίζονται καί διέπονται πό την ντίληψη τς πακριβος ννοιας τν λέξεων , κι ν πιπροσθέτως ο λεκτικές σημασίες χουν ποστε ννοιολογική λλοίωση λόγω, ετε τς ξαίρεσης τς προσωπικς συμπεριφορς (λλα μέτρα λλα σταθμά γιά τόν αυτό μου καί λλα γιά τούς λλους), ετε λόγω τς πολυπολιτισμικότητας πού διέπει τόν σημερινό κόσμο καί, κατά συνέπεια, το ναγκαστικς προκύπτοντος γλωσσικο συμφύρματος πού ατή μείξη πιφέρει.
Τί σημαίνει μως γιά τούς λληνες λέξη «εθύνη»; Γνωρίζουμε τήν στορία της, τήν προέλευσή της;[i] Διότι τόσο ννοια σο καί προέλευσή κάθε λέξης καθίστανται διαιτέρως σημαντικές.
Φαίνεται μως τι ξέλιξη μις ννοιας σέ σχέση μέ τήν ρχική της σημασία, πως καί τς συγκεκριμένης πού μς πασχολε, πηρεάζεται πό τίς κοινωνικές καί πολιτισμικές ζυμώσεις καί συνθκες χι μόνο κατά τό κάστοτε παρόν, λλά καθ’ λη τή διάρκεια το στορικο χρόνου-το Γίγνεσθαι.
τσι παρατηρομε καί σ’ ατήν τήν περίπτωση (το λόγου) νά συμβαίνει μιά «πτσις» πό τήν Οσία, τό Εναι, στό Γίγνεσθαι, που φεση στή ροή, στήν κολουθία, πιφέρει, πως εναι πόμενο, καί τήν ντίστοιχη «πτώση» στήν ντίληψη, τήν κρίση, τή συμπεριφορά καί ρα στή θέση καί τήν ποψη το τόμου γιά τόν αυτό του, τή ζωή καί τόν κόσμο.
Σέ ,τι φορ στό παρόν κείμενο τή θεώρηση τι ρχαία λληνική σημασία τς λέξης «εθύνη» φορ τήν Οσία, δέν προκύπτει πό τή βάση περί τς «νωτερότητας» τς «κατωτερότητας» κάποιου θνους φυλς, λλά πό τό γεγονός τι φιλοσοφία καί ξ ατς νάγκη ναζήτησης καί προσδιορισμο τν ννοιν γεννήθηκε καί κατ’ ρχήν τέθη στήν ρχαία λλάδα.
Στή συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστώνουμε μως πώς, παρ’ τι πειρες λληνικές λέξεις ετε υοθετήθηκαν ετε ο ρίζες τους ατούσιες ποτέλεσαν τίς ρίζες λέξεων λλων Ερωπαϊκν γλωσσν, σέ ,τι φορ τίς λέξεις «εθύνη» καί «πεύθυνος» ατό δέν συνέβη.
Σχετικά μέ τίς δύο ατές, τόσο ο Λατινογενες γλσσες, όσο και τα Βουλγαρικά[ii] (Σλάβοι[iii]) καί τά Ρουμανικά – π’ σο μπόρεσα νά ρευνήσω – πέλεξαν τή Λατινική προέλευση καί προσέγγιση ρμηνείας: Respondeo, spondi, sponsum, ere (2η συζ.) απαντώ, αποκρίνομαι//αρμόζω//ανταποδίδω (+δοτ.) σύντ.: respondeo alicui ad aliquid = αποκρίνομαι σε κάποιον ως προς κάτι.[iv][v][vi][vii][viii]
Παρατηρομε λοιπόν τι εναι σημαντική διαφορά νάμεσα στίς σημασίες: «πάντηση», «πόκριση» «νταπόκριση» μέ τό «κάμνω κάτι εθύ», «λογοδοτ», «κακή διαχείριση μις ντολς», «ναλαμβάνω λη τήν εθύνη γιά κάτι πού προτείνω κάνω», «δέχομαι τόν καταλογισμό».
ν σταθομε μάλιστα στήν γγλική λέξη responsibilityθύνη), the ability to response ( κανότητα νά παντς, κανότητας νά νταποκρίνεσαι), μπορομε νά διαπιστώσουμε τόν διαφορετικό τρόπο ντίληψης καί σκέψης, καθώς πίσης καί τή διαφορετική νοοτροπία καί τρόπο δράσης πού προκύπτει πό τή χρήση τους, φ’ σον χρήση τν γλωσσικν κωδίκων δέν χρησιμεύει πλς καί μόνον γιά πικοινωνιακούς λόγους, λλά φορ καί προσδιορίζει τήν ντίληψη τς διας τς ζως τόσο ς φαινομένου σο καί ς βιωμένης πραγματικότητας.
Κατά συνέπεια, ατή πιρροή χει σημασία κριβς πειδή μπορε να τομο να σύνολο νά χρησιμοποιε, νά κφέρει τή λέξη «εθύνη», λλά νά σκέπτεται, νά ασθάνεται καί νά δρ ς «χω τήν κανότητα νά παντήσω». Μπορε νά λέει «κάμνω κάτι εθύ», λλά νά λειτουργε ς «νταποκρίνομαι» (ντί+ποκρίνομαι), «παντ», κόμη καί ρνητικά, δηλαδή πεκφεύγοντας διαφεύγοντας τν βαρν, τς λογοδοσίας, τς τιμωρίας κ.λπ.
ρχαία Ρώμη ς κατακτητής φησε τή σφραγίδα της, πως εναι κοινς λλά καί στορικά ποδεκτό, λλά καί Νέα Ρώμη- γγλοαμερικανικός τρόπος ζως καί σκέψης, ς συνέχεια τν πρακτικν καί τς δόξας τς Παλις κείνης, διαπερνάει, πιβάλλεται καί λλοτριώνει τή σκέψη καί τόν βίο τν νθρώπων σήμερα.
λλά κι ν πιπλέον θυμηθομε τήν πέκταση, τίς κατακτήσεις καί τήν κυριαρχία τν σπανν καί Πορτογάλλων (λλες «Ρμες» κι ατές), καί πωσδήποτε τήν πιβολή τν γλωσσν τους ς πισήμων στούς λαούς πού καθυπόταξαν, ν προσθέσουμε τίς πεκτάσεις καί ντίστοιχες κατακτήσεις τν Γάλλων καί παλιότερα τν νετν, τν Σαξώνων κ.λπ., θά ξιζε νά ρευνηθε ν πρχε στούς ποτελες τους λέξη ντίστοιχη τς λληνικς «εθύνης», ποια ταν τυμολογία της, λλά καί ποια πιθανή «πτώση» της ννοιολογικς καί παραφθορά της.
Τό οσιδες ζήτημα εναι λοιπόν τό πς ντιλαμβανόμαστε τίς ννοιες, δηλαδή ν ντως τίς κατανοομε καί δρομε σύμφωνα μέ τή βαθειά τους κατανόηση , ν τό σύμφυρμα το Γίγνεσθαι μέσω τς πολυπολιτισμικότητας χει λλοιώσει τή διαδικασία καί τήν πρακτική τς κατανόησης πέρ κείνων τς ρμηνείας, καθώς καί τς ξ ατς προερχόμενης ντίδρασης με ψυχολογικούς ν τέλει ρους.
Διότι κόμη καί πιλογή το ποις προέλευσης καί τυμολογίας γλωσσικό τύπο θά υοθετήσουμε καί θά χρησιμοποιομε δέν εναι τυχαία. πως πίσης δέν εναι τυχαο τι πιστήμη τς ψυχολογίας καθώς καί ο ξ ατς προκύπτοντες διάφοροι κλάδοι (ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία κ.λπ.) γεννήθηκαν καί ναπτύχθηκαν πό νθρώπους πού τό γλωσσικό τους ργανο ταν λατινογενές.
νάγκη το νθρώπου νά ναγνωρίσει ,τι θεωρε ς αυτό του μέσω το λλου, καί φο ν συνεχεί πιμερίσει καί καταλογίσει τίς εθύνες γιά τίς πιλογές του στούς ποιους λλους ς πταίοντες  (νά πινοήσει δηλαδή δικαιολογίες καί νά καλυφθε πίσω τους), νάγκη πού προκύπτει νά λλάξει τά μοντέλα τς ζως του καί χι τήν ντίληψη καί τή θέση του, γίνεται στην οσία βακτηρία, τό δεκανίκι γιά τή συνέχιση τς πι-βίωσής του, καί νακλ, μέσα πό μιά διαφορετική προσέγγιση, ατήν κριβς τήν «κανότητα το παντν», τήν «κανότητα το ντί+ποκρίνεσθαι».
Ατή ντίληψη κατοπτρίζει τήν νάγκη τς σωτηρίας και τς πιβίωσης πό ποιους ρους, μέσω τς διαφυγς, τς ποφυγς, το ψεύδους κ.λπ., καί πάντως χι μέσω τς ατοεξέτασης (Π παρέβην;/τί δ’ ρεξα;/τί μοί δέον οκ τελέσθη;), τς πράγματι κατανόησης ες βάθος τν ατιν και τν συνεπειν τους, το καταλογισμο καί τς ποδοχς τς ποιας ποινς ς τήρησης το Δικαίου, δηλαδή σάν φυσική ξέλιξη τς διαδικασίας το Ατίου καί το ποτελέσματος, λλά συμβαίνει ς παρωδία δικαίου καί τς κατά τό Δίκαιον πληρωμς, πότε συνιστ την κατάσταση το δικαίου πό ρους (Δικονομία καί χι Δικαιοσύνη).
Στήν πραγματικότητα πρόκειται χι περί νάληψης τς εθύνης, λλά περί τς κχώρησής της. Κι ταν εθύνη γιά τίς πράξεις κάποιου κχωρεται στούς λλους, τότε καί ποιος καταλογισμός ξαρτται πό τίς διαπλεγμένες σχέσεις/καταστάσεις, πό τά κατά περίπτωσιν συμφέροντα πού συνδέουν τά δύο μέρη μεταξύ τους.
Τότε κόμη καί στήν περίπτωση τν διαπροσωπικν σχέσεων, μή νάληψη εθύνης δέν συνιστ τή συνειδητή καί πράγματι ννοούμενη «συγγνώμη», ν στω τύχει ατή νά ζητηθε νά κφρατε. Σ’ ατήν τήν περίπτωση «συγγνώμη» εναι να πιπλέον χημα διαφυγς πό τήν «εθύνη».
ποια δράση προκύπτει πό ατό δέν εναι μεση ς συνέπεια τς ποιας πιλογς ζως, λλά γίνεται μμεση ς πιλογή μεταξύ το τί συμφέρει καλλίτερα ς πληρωμή το λάχιστου το καθόλου κόστους.
Καί πς θά μποροσε νά συμβε λλις, φ’ σον τρόπος σκέψης καί πρακτική τς ζως πού σκομε βασίζεται πάνω στόν «λλον»: Ο «εθύνες» το «λλου», πιρροή το «λλου», ο πιλογές το «λλου», ο πράξεις το «λλου» κ.λπ. Τελικά, δίχως νά τό καταλαβαίνουμε ζομε τή ζωή το «λλου». χι τή δική μας, λλά το «λλου». δική μας ρχεται δεύτερη, ς προέκταση τς ζως κείνου-το «λλου»…
Θά μποροσε σως καί νά πε κάποιος τι πάρχουμε λόγω το «λλου». Δηλαδή τεροπροσδιοριζόμαστε τεροφωτιζόμαστε. πότε καταλήγουμε νά πι-βιώνουμε βάσει ψυχολογικν ρων καί χι νά ζομε σύμφωνα με τή χάρη το αθόρμητου καί το ατεξούσιου, πού κάθε στιγμή μς καλε Ζωή νά ζήσουμε.
Κατ’ ατήν τήν ννοια λες ο κοινωνίες, ποιαδήποτε διαφορετική στορία κι ν διαθέτουν, ποία φαινομενικά πιφανειακά παραπέμπει κφραστικς καί σέ μιά διαφορετική στορικά ννοιολογική συνέχεια, λειτουργον μέ παρεμφερες τρόπους σέ τομικό συλλογικό πίπεδο, σέ συνειδητό ποσυνείδητο πίπεδο, πηρεασμένες λλά καί κατευθυνόμενες πό τήν ψυχολογική προσέγγιση τν ννοιν.
ς θυμηθομε σ’ ατό τό σημεο τήν οκονομικς τεράστια παγκόσμια πιχείρηση λων ατν τν δηγν περί εζωΐας καί καλοπέρασης μέ τίς συνταγές περί τς παγγελματικς, οκογενειακς καί προσωπικς πιτυχίας, τς ετυχίας, τς ατοπραγμάτωσης, τς ατοαπελευθέρωσης κ.., πού δέν εναι τίποτε περισσότερο πό ναζήτηση τν «λλων» ς πευθύνων, ετε πρόκειται γιά τήν οκογένειας, τους γεννήτορες τούς προγεννήτορες, τους ργοδότες, τούς πάσης φύσης ξουσιαστές, τούς κάθε λογς «λλους» συνωμότες καί ποφθαλμιοντες τή ζωή μας.
μως, στούς κόσμους τν «λλων», ποιός «νας» μπορε νά εναι τελικς πεύθυνος για κάτι καί γιά τί κριβς; Καί μήπως ν τέλει ατή συνεχής ναζήτηση το «λλου» ς δέα και τρόπος ζως συνιστ ατό καθαυτό τό χθος τς ζως;
Μήπως συνειδητοποίηση τς διαστρεβλωμένης ατς τς δέας γίνει φορμή νά ναζητήσουμε τόν «ναν», τόν καθέναν-ναν, τόν αυτό, κι τσι τόσο τομική σο καί συλλογική ζωή  ρχίσουν νά βρίσκουν παντήσεις καί λύσεις γιά τά βασικά τους ζητούμενα;
Έπειδή φαίνεται τι «κανότητα το παντν» το «νταποκρίνεσθαι» συναντιέται με τήν νάγκη το «νήκειν». Προϋποτίθεται τι γιά νά «νήκει» κάποιος, πρέπει νά πάρχει κάποιο σύνολο, μοίων στω διαφορετικν, πάντως «λλων». Τό σύμπαν τς καθημερινότητας πού χτίζουμε, λλά καί τά οκοδομήματα τν ξιν καί τν δεν βασίζονται στό τεχνητό δίπολο το «νήκειν» καί τς «πώλειάς» του.
Τό βασικό ξίωμα φαίνεται νά εναι: «νήκω ρα πάρχω» καί, προκειμένου νά πάρχω, εναι δυνατόν τό «νόμιμο νά εναι καί θικό», φ’ σον «λλος» φ’ νός μέ ναγνωρίζει καί φ’ τέρου πράττει μοίως πρός μέ.
πότε προσπάθεια τς διατήρησης το «νήκειν», προκειμένου νά μειωθε νά ξαφανιστε πιθανότητα τς πώλειάς του λλά καί ο ξ ατο πορρέουσες συνέπειες τς πομόνωσης καί τς παξίας το ατόμου, νδυναμώνει τήν «κανότητα το παντν», ενισχύοντας τίς πολιτικές, τίς πλάγιες δηλαδή καί χι εθείες ντιδράσεις μπροσθεν τς Συνειδήσεως. ν τέλει, Συνείδηση ποκρύπτεται πίσω πό τά πέπλα τς «ψυχολογίας το λλου».
 
Μοιάζει λοιπόν τι δέν ξέφυγε καί δική μας κοινωνία πό τό σύνδρομο τς «κανότητας νά ντιδρ» σέ σχέση μέ τήν «νάληψη τς εθύνης», μέ τό νά «πράττει τό εθύ». κε βρίσκεται μιά σχάση. Τόσο λεπτή, σχεδόν παρατήρητη, πού μως καθορίζει τή θέση, τή στάση καί τό μοντέλο τς ζως. Πού συντείνει στό διαρκς ζητούμενο καί πάντα νέφικτο: τή ροή τς ζως σύμφωνα μέ τήν Τάξη, μέ τήν ατία καί τό ποτέλεσμα.
Διότι στήν πρώτη περίπτωση πάρχουν δοί διαφυγς. Στή δεύτερη, κόμη κι ν πάρχουν τέτοιες δυνατότητες, νθρωπος πιλέγει νά «λάβει» τό βάρος τς πράξης, νά «ποστε» τό κόστος της, νά «δεχτε» τόν ποιον καταλογισμό, νά διορθώσει, νά εθύνει τό στρεβλό, τό μή ρθό.
Πρίν φτάσουμε νά παρατηρήσουμε νά καταλήξουμε σέ να συμπέρασμα στά περί εθύνης σχύοντα στά ψηλά κλιμάκια τς ξουσίας, μπορομε νά πισημάνουμε τίς πλεστες σες περιπτώσεις τς μερικανοαγγλικς ντίληψης το ρου «εθύνη» μέσα στή μικρή τομική καί συν-πολιτική μας καθημερινότητα.
ταν δάσκαλος πί παραδείγματι δέν ναλαμβάνει τήν εθύνη γιά τό πίπεδο παιδείας πού παραδίδει, λλά κπαιδεύει καί σκε την κανότητά του στό νά ντιδρ πέναντι στό (όρατο) σύστημα παιδείας πού (κατά τή γνώμη του) εθύνεται, ταν κόμη κι μικρός τ τάξει δημόσιος πάλληλος σκέφτεται καί ντιδρ παρομοίως σέ κάθε περίπτωση πού δέν σκε τά καθήκοντά του λλά παραβιάζει τό νόμο, ταν γιατρός, καδημαϊκός, πωλητής, πουργός, μπορος, καλλιτέχνης, νεργος, ερωμένος, συνταξιοχος, γονιός παραποιον καί παραβιάζουν τούς νόμους, τότε ποιός, πότε, πό ποιά θέση καί πς θά καταστε πεύθυνος γιά ,τιδήποτε; Ποιός μπορε δικαιοται νά πισημάνει λάθη, λλείψεις, παραποιήσεις, καί νά πευθύνει κατηγόριες, ποιός δικαιοται νά μιλε στω γιά συνέπειες, ποιός νά τίς καταλογίσει καί ποιός πιπλέον νά τίς πιβάλλει; Ποιος μπορε δικαιοται νά γίνει τιμητής; Καί ναντι τίνων;
Διότι κόμη καί πρακτική το νά ναζητς καί νά πιρρίπτεις τίς εθύνες γιά λα τά πράγματα προσώπως ορίστως στό πρόσωπο καί στό όρατο συνεργε, κτός πό τόν διαρκή ποβιβασμό τς ποιότητας τς σκέψης καί ρα τς ντίληψης τς λήθειας, καί στή συντήρηση τς κοινωνίας στό πίπεδο τς μάζας καί πομένως στή διαρκή της ποτέλεια, στόν λεγχο ποικίλων κέντρων ξουσίας καί τή διαιώνιση τν διων καταστάσεων μέσω καινοφανν λλων.
πικαλούμενοι καί χρησιμοποιώντας κατά τό δοκον τό πρόσχημα τς συλλογικότητας, συνήθως διαφεύγουμε πλς λησμονομε τή μικρή πλήν χρήσιμη λεπτομέρεια τι, πρίν π’ λα κάθε συλλογικότητα ποτελεται πό τομικότητες. Χωρίς ατές καμιά συλλογικότητα δέν εναι δυνατόν νά συσταθε.
Κατ’ πέκτασιν εθύνη εναι τρόπος σκέψης, τρόπος δράσης, στάση καί Κατάσταση τς προσωπικς ζως τς κάθε μις τομικότητας ξεχωριστά.
Εναι βέβαια να ζήτημα, ν τομικότητα θά πιλέξει νά ναλάβει κόμη κι ατήν τήν εθύνη το ρόλου της , ν θά πιλέξει νά χρησιμοποιε καί πάλι τό πρόσχημα τς συλλογικότητας στε νά δικαιολογε τήν δυναμία της καί γι’ ατήν κόμη τή στοιχειώδη πιλογή.
Διότι παρ’ λο πού εναι ντελς βολο καί κινητοποιε ργή καί θυμό ναντι τν κατά περίστασιν καθοδηγητν, ν τέλει σέ κάθε περίπτωση πού τομικότητα πιζητε νά διαφύγει τν συνεπειν τν ποιων της πιλογν (respondeo), τότε κυριολεκτικά καί μεταφορικά μάζα (τό ποίμνιο) γίνεται τό σφαλές καί χρήσιμο κρησφύγετο, τό μαντρί. Και φυσικά κάποιος παλιός νέος ποδηγέτης καθίσταται χρήσιμος καί παραίτητος. «καλός» ποιμήν.
Βιώνοντας ο νοικοι το μαντριο κατά καιρούς ρρητα κριτα τήν κατάσταση τς νεύθυνης μαζικότητας, πιδιώκουν τήν πανάσταση καί τήν νατροπή το Ποιμένα. Πρός τί; φ’ σον δυνατον ν’ ντιληφθον τι τό θέμα δέν εναι λλαγή το Ποιμένα, λλά κατ’ ρχήν ναγνώριση τν τομικοτήτων τους καί κατ’ πέκτασιν προσωπική λλαγή τς κάθε μις πό ατές.
πειδή εναι ζήτημα τομικς εθύνης ποδοχή νά νήκει καθείς στό «ποίμνιο» καί, ετε πάρχουν ετε χι λύκοι, νά κχωρε στόν «ποιμένα» τό δικαίωμα νά τόν προστατεύει νά τόν σώζει, νά πιλέξει κενος ποιό πρόβατο θά φαγωθε πρός φελος λλων καί ποιν κριβς, καθώς καί ποιά θά πιβιώσουν.
Χρειάζεται ναγνώριση το ρόλου κάθε ξεχωριστς τομικότητας, ναζήτηση καί ντίληψη το Μεγέθους καί τς τομικς συνεισφορς καί εθύνης μέσω ατς τς συμμετοχς στά πράγματα, βύθιση στήν πρωταρχική σημασία, στήν χωρίς κπτωση σημασία τν γλωσσικν κωδίκων, προκειμένου καί μέ ατόν τόν τρόπο νά διευρυνθε ψυχικός κόσμος καί ο νοητικές κανότητες. Προκειμένου νά εδωθον, νά καθαριστον καί νά συντηρηθον ο ρμοί πού ρίζουν τήν Τάξη καί καταργον τό Χάος.
πειδή Λόγος δέν γίνεται νά λειτουργε ρήμην τν κωδίκων το λόγου. Κι πειδή, ν καθένας ντιλαμβάνεται, ρμηνεύει καί χρησιμοποιε διαφορετικά τούς κώδικες, δέν μπορε στήν πραγματικότητα νά ναγνωρίσει οτε τή μέσα του Τάξη οτο το Χάος μέσα του.
Καί δέν μπορε νά περβε ποτέ οτε ατόν τόν λόγο, οτε στή σιωπή γίνεται ποτέ νά βυθιστε,  παρ’ λο πού μπορε διακας ν’ ναζητ τήν παφή καί τή σύνδεση μέ τόν Λόγο.
Χρειάζεται πλς φαρμογή το «νά κάμω κάτι εθύ». χι πίκριση πού νυπάρχει στήν ρώτηση: «πράττει «λλος» τό σωστό, τό πρέπον»;  λλά τό «εθύ».  Κι χι γιά τόν «λλον», γιά μέ: «Πράττω τό εθύ;» «Εμαι, ν τέλει, εθύς;»
χι τό πλάγιο ρώτημα, τό μμεσο, τό ψυχολογικό, τό πολιτικό-λλά τό μεσο: Πράττω εθέως; χι τό διαχωριστικό, τό παγιδευτικό «σωστό λάθος», λλά τό οδέτερο, τό σοβαρές καί πό ση πόσταση θεώρησης ναντι το κάθε τί, τό οσιδες, τό παρξιακό: «κάμνω τή ζωή εθεία»;
Κι ατό δέν εναι μιά πρακτική ναγκαία, λλά εναι μιά σκηση, μιά διαρκής σκηση πιφυλακς γιά τήν νάγκη καί τό ναγκαο. Καί πωσδήποτε γιά τήν δια τή Ζωή καί τήν σκηση στήν Οσία της.
Καί σέ ,τι φορ μς, ν τόση γνοια χουμε, ν τόσο κοπτόμαστε γιά τήν «λληνική» μας συνέχεια, γιατί δέν ρχίζουμε νά σκεπτόμαστε καί νά δρομε ς λληνες; ς κενοι ο λληνες; Θά πρόκειται λλωστε γιά μιά στροφή, γιά να μικρό βμα πρός τό Συνειδός.





[i] Ευθύνη η (ΑΜ εύθυνα και ευθύνη) η υποχρέωση που έχει κάποιος να δώσει λόγο των πράξεών του («ανα-λαμβάνω όλη την ευθύνη γι’ αυτό που προτείνω»)// (νεοελλ.) 1. Το σύνολο των συνεπειών σε βάρος κάποιου/για την παράβαση ηθικής αρχής ή για την κακή διαχείριση ορισμένης εντολής. 2. (φρ.) α) «ποινική ευθύνη» - η υποχρέωση που έχει παραβάτης νόμου να υποβληθεί σε ανάκριση και δίκη ενώπιον ποινικού δικαστηρίου και να εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε. β) «ευθύνη δημοσίου» - η νομική υποχρέωση του δημοσίου γι ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν σε ιδιώτες από πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων του // (αρχ.-μσν.) 1. Απόδειξη της αλήθειας 2. Διόρθωση, τιμωρία («η γάρ εύθυνα βλάβη τις δικαία εστίν» Αριστοτ.) // (αρχ.) 1. Το να κάνει κάποιος κάτι ευθύ, το ίσιωμα. 2. Κλήση για λογοδοσία. 3. (στην Αθήνα) η λογοδοσία την οποία κάθε δημόσιος υπάλληλος ήταν υποχρεωμένος να δώσει κατά το τέλος της δημόσιας υπηρεσίας του. 4. (φρ.) α) «πρεσβείας εύθυναι» - λογοδοσία για πρεσβεία. Β) «απαιτώ τινα ευθύνας τινός» ζητώ λογοδοσία από κάποιον για κάτι. Γ) «τας ευθύνας κατηγορώ», « επί τας ευθύνας έρχομαι» αμφισβητώ την λογοδοσία κάποιου δ) «ευθύνας» (ή εύθυναν) οφλείν» κατηγορούμαι ή καταδικάζομαι για κατάχρηση ε) «ευθύνας αποφυγείν (ή διαφυγείν) απαλλάσομαι από την κατηγορία στ) «αι του βίου εύθυναι» ο απολογισμός του βίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχικός είναι ο τ. Εύθυνα, ο οποίος προήλθε υποχωρητικώς από το ρ. ευθύνω. Από τις πλάγιες πτώσεις (ευθύνης, ευθύνη) προέκυψε αργότερα η παροξύτονη ονομαστική σε –η ευθύνη- (παρβλ. Τόλμα>τόλμη)] 1.Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Πάπυρος, Αθήνα, 2007  2.  [Η λ. προέρχεται από τη γενική πτώση (της ευθύνης) του αρχ. ουσ. εύθυνα, το οποίο ανάγεται στο επίθ. ευθύς.] Λεξικό της Ελλ. Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη
2. Ευθύνω (ΑΜ ευθύνω) [ευθύς] κάνω κάτι ευθύ, ευθειάζω, ισιάζω («ευθύνω μέταλλο»)// (νεοελλ.) 1. Καθιστώ κάποιον υπεύθυνο, βαρύνω κάποιον με ευθύνες. 2. (συν. Μεσ.) ευθύνομαι – είμαι υπεύθυνος, φέρω ευθύνη («θα τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται για τις βομβιστικές ενέργειες»)// (αρχ.μσν.) 1. Διοικώ, κυβερνώ («φίλιππον λαόν ευθύνων δορί» Ευρ.) 2. Αναιρώ, ανασκευάζω («την Φιλίστου διάλεκτον ευθύνειν» Πλούτ.) //(μσν.) καταδικάζω //(αρχ.) 1. Οδηγώ στην ευθεία ή κατ’ ευθείαν («προς οίκον ευθύνοντες  εναλίαν πλάτην», Ευρ.) 2. (για δρόμο) στρώνω, αφαιρώ τα εμπόδια («φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου», ΚΔ) 3. Δικάζω σύμφωνα με το δίκαιο 4. Στέλνω («χρόνος όλβον… ευθύνει», Πινδ.) 5. (στην Αθήνα για τους άρχοντες) καλώ  κάποιον σε λο-γοδοσία 6. Υποβάλλω σε βασανιστήρια 7. Υπηρετώ ως εύθυνος 8. Διοικούμαι, κυβερνώμαι 9. (παθ.) ευθύνομαι α) ανασκευάζομαι, εξελέγχομαι β) υποβάλλομαι σε κριτική έρευνα 10. Α) (αρς. Μτχ. Ενεργ. Ενεστ. ως ους.) ο ευθύνων, ο πηδαλιούχος β) (η μτχ. Παθ. Ενεστ. Στο αρσ. Πληθ.) οι ευθυνόμενοι, οι κατηγορούμενοι. Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Πάπυρος, Αθήνα, 2007
3. Εθυνα, , λλά κατά το πλεστον ν τ πληθ. εθυναι αθύνω). λεγξις λογαριασμν, λογο-δοσία // εθύνας παιτ = παιτ λογοδοσίαν παρά τινος (νά λογοδοτήσ // εθύνας δίδωμι = πέχω εθύνας, παρέχω (ποβάλλω) λογαριασμούς πρός ξέτασιν, λογοδοτ // εθύνας φλισκάνω = κατηγορομαι καταδικάζομαι πί καταχρήσει, ν περιπτώσει καταδίκης πληρώ-νω πρόστιμον (: εμαι ποχρεωμένος νά πράξω οτω). // τιμωρία, πανόρθωσις. ξ ατο το
Εθυνος, . εθύνων δικαστής, τ. . ξελέγχων, ξερευνν, διορθν, τιμωρν δικαστής. ν θήναις ρχή κ δέκα νδρν, οτινες ξήλεγχον τάς λογοδοσίας τν διαχειρισθέντων δημό-σιον ξίωμα καί πεφαίνοντο π’ ατν. // διορθωτής, τιμωρός. Λεξικόν της ρχαίας λληνικς Γλώσσης, Ιωάννου Σταματάκου, Άθήνα, 1994 ]
[ii] Отговорност - riza:отговор//  otgovotnost- ριζα – otgovor  (απαντηση), δινω το λογο μου, θα απαντω για πραξη, αναλαμβανω  να προσεχω  κατι. (η  δασκαλα  ευθυνεται  για  τα παιδια ) [Ευχαριστίες στην κα Penka Njamova]
[iii] Ήδη στις αρχές του 7ου αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου, εντοπίζονται Ιστορικά σλάβικες εποικίσεις στην Δαλματία, τη Δαρδανία και τη Μοισία από όπου θα εξαπλωθούν στα νότια των Βαλκανίων. [Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CE%B9]
[iv] Βασικό Λεξικό της Λατινικής, Γερ. Α. Μαρκαντωνάτος, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1995
[v] Responsible a. 1599. [a. obs. F., l. respons-, respondere to Respond.] +1. Correspondent or answering to something  - 1698. 2. Answerable, accountable (to another for something); liable to be called to account 1643. B. morally accountable for one’s actions; capable of rational conduct 1836. 3. U.S. answerable to a charge 1650. 4. Ca-pable of fulfilling an obligation or trust; reliable, trust-worthy; of good credit and repute 1691. b. of respectable ap-pearance 1780. 5. Involving responsibility or obligation 1855.
1.The Mouth large, but not r. to so large a Body 1698. 2. Being r. to the King for what might happen to us 1662. B. this great God has treated us as r. beings 1836. 4. Very r. tenants 1817. B. he is wrapped in a r. dressing-gown Dickens. 5. High and r. positions 1880. Hence Respo.nsibleness.  respo.nsibly adv.  
Response. M.E. [orig. a. OF. Respons or response. Later, ad. L., responsum, f. respondere.] 1. An answer, a reply. B. transf. and fig. An action or feeling which answers to some stimulus or influence 1815. 2. Eccl. A. = responsory sb. 1450. B. a part of the liturgy said or sung by the congregation in reply to the priest. (Correl. To Versicle). 3. An oracular answer 1513. 4. Mus. In contrapuntal music, the repetition by one part of a theme given by another part 1797. 3.The ancient oracle.. from which.. the Greeks of his time used to seek responses 1869. Hence Re-spo.nseless a. giving no r. or reply.
Responsible a. 1599. [a. obs. F., l. respons-, respondere to Respond.] +1. Correspondent or answering to something  - 1698. 2. Answerable, accountable (to another for something); liable to be called to account 1643. B. morally accountable for one’s actions; capable of rational conduct 1836. 3. U.S. answerable to a charge 1650. 4. Ca-pable of fulfilling an obligation or trust; reliable, trust-worthy; of good credit and repute 1691. b. of respectable ap-pearance 1780. 5. Involving responsibility or obligation 1855.
1.The Mouth large, but not r. to so large a Body 1698. 2. Being r. to the King for what might happen to us 1662. B. this great God has treated us as r. beings 1836. 4. Very r. tenants 1817. B. he is wrapped in a r. dressing-gown Dickens. 5. High and r. positions 1880. Hence Respo.nsibleness.  respo.nsibly adv. [The Oxford Universal Dictionary Illustrated, William Little, H.W. Powler, J. Coulson, revised and edited by C.T. Onions,  reprinted with corrections 1965, Great Britain]
[vi] Responsabilité n. f. Obligation de réparer le dommage cause à autrui par soi-même, par une personne qui dépend de soi, ou par un animal ou une chose qu’on a sous sa garde. // Obligation de supporter le châtiment prévu pour l’infraction qu’on a commise. //Capacité de prendre une décision San en référer préalablement a une autorité supérieure. //nécessite, pour un ministre, d’abandonner ses fonctions lorsque le Parlement lui refuse sa confiance: la responsabilité ministérielle caractérise le régime parlementaire. Responsabilité collective, fait de considérer tous les membres d’un groupe comme solidairement responsables de l’acte commis par un des membres de ce groupe. 
Responsible adj. (du lat. Responder, se porter Garand). Qui doit répondre, être garant de ses propres actions ou de celles d’autrui dont il a la charge: gouvernement responsable. // - N. Personne qui a la capacité de prendre des décisions, mais qui doit en rendre compte à une autorité supérieure ou à ses mandants. [Petit Larousse Illustre, Paris, 1978]
[vii] responsable. (Del lat. responsum, supino de respondĕre, responder). 1. adj. Obligado a responder de algo o por alguien. U. t. c. s. 2. adj. Dicho de una persona: Que pone cuidado y atención en lo que hace o decide. 3. com. Persona que tiene a su cargo la dirección y vigilancia del trabajo en fábricas, estable-cimientos, oficinas, inmuebles, etc. ~ civilmente. 1. m. Der. responsable que, sin estar sometido a responsabilidad penal, es parte en una causa a los efectos de restituir, reparar o indemnizar de un modo directo o subsidiario por las consecuencias de un delito. [DICCIONARIO ONLINE DE LA REAL ACADEMIA ESPAŇOLA [Ευχαριστίες στην κα Ελπίδα Θεοδωρακάκου]
[viii] π-αίτιος, α Verantwortung gezogen, unter Anklage; τινί, einem verantwortlich; παίτιόν στί μοί τι πρός τινα, ich habe eine Verschuldung gegen einen auf mich geladen, so daß ich der Anklage von seiner Seite ausgesetzt bin. Προέρχεται από τη λέξη Antwort που σημαίνει απάντηση. [http://www.operone.de/griech/altspraksearch.php?search=Verantwortung&operator=and. [Ευχαριστίες στην κα Isolde Pluta]]


[Πρώτη Δημοσίευση: Ηλεκτρονικό περιοδικό "Βακχικόν", τεύχος 14, Ιούνιος-Αύγουστος 2011]