Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Ό,τι μας ενώνει ή "...εάν μισούνται ανάμεσά τους δεν τους πρέπει ελευθεριά..."*

 
Ο καιρός των ψευδαισθήσεων έχει ήδη τελειώσει. Όχι ύπουλα και μαλακά όπως υφάνθηκε το παραμύθι τόσες δεκαετίες, αλλά βίαια και απροκάλυπτα. Όμως έτσι δεν συμβαίνει με όλα τα παραμύθια όταν αναγκάζεσαι να εγκαταλείψεις τους κόσμους τους, και να προσαρμοστείς στην πραγματικότητα; 
Παρ’ όλα αυτά το Σύστημα που όλοι δομήσαμε, άλλος πολύ άλλος λίγο, όλα αυτά τα χρόνια, αρνείται να παραδώσει τα όπλα προσπαθώντας να διατηρήσει με νύχια και με δόντια τόσο τη στρεβλή του οντότητα όσο και τα σαθρά του κατασκευάσματα. 
Οπωσδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμμετείχαν στο λεγόμενο «πάρτυ της μεταπολίτευσης» άμεσα εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που αυτό χάριζε στους κατά συγκυρίαν «ημετέρους», αλλά, αναρωτιέμαι, η σιωπή, ή η άρρητη και άκριτη παραδοχή πως η κοινωνία και οι δομές της είναι έτσι όπως είχαμε συνηθίσει να είναι, δεν συνιστά κι αυτό μια πράξη συμμετοχής εν τέλει; 
Η συγκεκριμένη άποψη έχει εγείρει σθεναρή αντίκρουση, σχεδόν λυσσαλέα άρνηση περί της αλήθειας της από πολλούς. Αλλά, αν ο αυτο-έλεγχος ίσχυε για τον καθέναν από εμάς ως μέθοδος επαγωγικής αυτοανάλυσης και άρα αυτογνωσίας, τότε θα ήμασταν μια διαφορετική κοινωνία, μια άλλη χώρα. Τότε δεν θα φτάναμε ποτέ στο σημείο που είμαστε τώρα. 
Οπωσδήποτε λοιπόν έχει ευθύνη ο καθένας μας διότι συνετέλεσε ώστε να δημιουργηθεί, να συντηρηθεί και να διαιωνιστεί μια κοινωνική δομή ά-σχημη, δηλαδή δύσμορφη. Επι-λέξαμε να αφεθούμε ώστε να γίνουμε μάζα, μη πιστεύοντας ποτέ ότι θα έρθει η ώρα της πληρωμής των πεπραγμένων μας. Επειδή μάλιστα δεν πιστεύαμε ή δεν θέλαμε να πιστεύουμε στην ισχύ του Νόμου της Αιτίας και του Αποτελέσματος, νομίσαμε ότι δεν υφίσταται κι όλας. 
Μήπως λοιπόν αυτό που στο βάθος μας φοβίζει είναι το κόστος της κατ’ αναλογίαν επί ενός εκάστου εξ ημών πληρωμής; Και μήπως αυτός ο έκβαθυς φόβος μετατρέπεται και εκδηλώνεται ως θυμός και τυφλή οργή κατά πάντων εκείνων που θεωρούνται και φαίνονται ως οι οιωνεί υπεύθυνοι;
Νομίζω ότι πρόκειται για απλουστευτικό τρόπο σκέψης ενός λαού από τον οποίον ελλείπει η παιδεία, βασικό συστατικό της οξείας αντίληψης, της εις βάθος κριτικής και αναλυτικής σκέψης, της ευφυούς ικανότητας της επανασύστασης ενός ή πλείστων νέων συνόλων από τα μέρη, με σκοπό την δημιουργική ανασυγκρότηση, την παραγωγικότητα-δημιουργία σε όλα τα επίπεδα της ατομικής και συλλογικής ζωής, δηλαδή την εν γένει και πράγματι ανάπτυξη. 
Όμως γιατί ακόμη και σήμερα επι-τρέπουμε στα παράγωγα του νεκρού αυτού Συστήματος να μας θεωρούν μάζα; Γιατί τους επι-τρέπουμε επί πλέον να μαζικοποιούν το θυμό και την οργή μας; Και γιατί εν κατακλείδι επι-τρέπουμε στους εαυτούς μας είτε να γίνονται βορά είτε να συγκολλώνται στο ανώνυμο, απαίδευτο, άνουν πλήθος; 
Εξακολουθούμε άραγε να πιστεύουμε και να ελπίζουμε ότι, παρά τις συνεχείς και για δεκαετίες διαψεύσεις μας, θα μπορούσαν τώρα να προσφέρουν κάτι χρήσιμο και αληθινά δημιουργικό στο σύνολο της κοινωνίας όλοι εκείνοι που ως «ημέτεροι» επιδίωξαν κι επέτυχαν την προσωπική τους ανέλιξη και μόνο; 
Ή μήπως εξακολουθώντας να τους επι-τρέπουμε να μας ποδηγετούν συνεχίζουμε να γινόμαστε τροφή προς άλεσιν στις ιδέες και τις επιδιώξεις εκείνων που συνέχουν το ίδιο ακριβώς Σύστημα, οι οποίοι ακόμη και εν μέσω αυτών των καταιγιστικών ανατροπών αρνούνται να παραδεχτούν τις ευθύνες τους και να παραδώσουν επί τέλους τα όπλα;
Ας σκεφτούμε το εξής ξεκάθαρο: Αυτοί δεν θα υπήρχαν (πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικοί φορείς, Πρυτανείες, εργοδοτικές ή εργατικές ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες, επιμελητήρια κ.λπ.), αν εμείς δεν τους ενισχύαμε, αν εμείς δεν τους πριμοδοτούσαμε όχι μόνο με την ψήφο μας, αλλά – το χειρότερο – με την αδιαφορία μας ή με τη σιωπηλή παραδοχή, την υπέρτατη δικαιολογία του «ωχαδερφισμού» πως «κι αυτό θα περάσει». 
Αν εμείς δεν είχαμε αποδεχτεί την έκπτωση των αξιών μας, της ηθικής, αν εμείς δεν ελπίζαμε στην επιβίωσή μας μέσω του στρεβλού μοντέλου, το οποίο αν κι εκείνοι εξουσιοδοτημένοι από εμάς διεκδικούσαν, εμάς στην ουσία βόλευε, εξυπηρετούσε τη δική μας ανικανότητα ή προωθούσε τις δικές μας μειωμένες δεξιότητες. 
Συνηθίσαμε να ζούμε λάθρα μες στον εγωκεντρισμό, τον ηδονισμό, την πλαστή ευμάρεια, την επιφανειακή γνώση που απαρτίζεται από καταιγισμό πληροφοριών, παπαγαλίζοντας το κάθε τι και κυρίως τις εκδοχές του βίου άλλων, μαϊμουδίζοντας. 
Ας δανειστούμε το εξής παράδειγμα από την πραγματικότητα: Λόγω της αλλαγής στο Ασφαλιστικό Σύστημα περίπου εκατόν σαράντα χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα σύνταξης, θα υποβάλλουν αίτηση προκειμένου να προλάβουν την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων προηγούμενων Νομοσχεδίων. 
Αλήθεια πώς αντιλαμβάνονται αυτές οι χιλιάδες πολιτών το καλό του Κράτους και το προσωπικό τους καλό; Πώς αντιλαμβάνονται το καλό για την κοινωνία και τις επερχόμενες γενιές; 
Πόσο εύκολο τούς είναι να οργίζονται εναντίον ενός αόρατου Συστήματος, την ίδια ακριβώς ώρα που αυτοί γίνονται οι εκφραστές στην πράξη αυτού του Συστήματος το οποίο αφ’ ενός κατηγορούν και στο οποίο αφ’ ετέρου εναντιώνονται; 
Παραβλέπουν το δικαίωμα στην επιλογή που ο καθένας μας διαθέτει, και αρέσκονται να μεταθέτουν την ευθύνη της πράξης τους στο ότι τους παρέχεται η δυνατότητα, την οποία «και γιατί να μην εκμεταλλευτούν εν τέλει;» 
Αυτή τελικά η νοοτροπία «της αρπαγής του κάθε τι που μπορώ να εκμεταλλευτώ και με συμφέρει» μας έχει φέρει εδώ. Την ώρα λοιπόν που θα έπρεπε να συμβαίνει ο ψύχραιμος αναλογισμός της προσωπικής μας συνεισφοράς στην αποσάθρωση του Κρατικού οικοδομήματος, διαλέγουμε πάλι τον εύκολο δρόμο. 
Και συγχρόνως αφήνουμε χώρο στην τυφλή οργή να συλλέγεται μέσα μας, να μεγαλώνει με κίνδυνο να εκτοξευθεί ανεξέλεγκτα από  κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση. Η τυφλή οργή της μάζας. Αλλά πριν την αφήσουμε ανεξέλεγκτη ας αναρωτηθούμε τουλάχιστον η κατευθυνόμενη (γιατί περί κατευθυνόμενης πρόκειται) οργή και το μίσος τι και ποιους πράγματι εξυπηρετούν;
Ας ψάξουμε λίγο βαθύτερα πριν συνεχίσουμε ν’ ἀφηνόμαστε πανικόβλητοι, απογοητευμένοι, ευθυνόφοβοι, ριψάσπιδες σ’ έναν φαινομενικά αντισυστημικό, (αλλά όλως συστημικό και καθεστωτικό εν κατακλείδι),  έλεγχο του θυμικού μας καθώς και της κατεύθυνσης εκδήλωσής του, την ίδια αυτή ώρα που παράλληλα γυρεύουμε πώς και με ποιόν τρόπο θα γλυτώσουμε ή, πώς θα εγκαταλείψουμε το πλοίο πρώτοι το ταχύτερο δυνατόν. 
Επιδιώκουμε να κάνουμε δηλαδή πράξη με απόλυτο αμοραλισμό τη ρήση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», πρακτική την οποία ήδη εφαρμόζει η πολιτική εξουσία και κάθε εξουσία τούτες τις μέρες σ’ αυτόν τον τόπο, κατηγορούμενη βεβαίως από τη μάζα, ενώ την ίδια ακριβώς αντίδραση, της εγκατάλειψης δηλαδή του πλοίου με συνοπτικές διαδικασίες, επιδιώκει θεωρώντας το ως αναφαίρετό της δικαίωμα να διαφυλάξει και για τον εαυτό της η κάθε μια ξεχωριστή μονάδα που συνέχει την πανικόβλητη μάζα. 
Διαβάζω ότι χιλιάδες νέοι στέλνουν βιογραφικά τους σε εταιρείες άλλων Ευρωπαϊκών χωρών ή της Μέσης Ανατολής. Μου λένε επίσης ότι μεταπτυχιακοί φοιτητές ψάχνουν προγράμματα διδακτορικών για να φύγουν και να μη επιστρέψουν ποτέ. Η εύκολη δικαιολογία είναι ότι η μετανάστευση ήταν πάντα στο αίμα μας ή, ότι εδώ υπάρχει ανεργία, φτώχεια και πείνα. 
Αναρωτιέμαι για το εξής: Αν την ημέρα της αναγγελίας της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα με την κατάληψη των Αθηνών το 1941 διέθεταν οι Έλληνες τις σημερινές δυνατότητες και τα μέσα, θα τό ‘σκαγαν όλοι; Είναι πιθανόν καιρός να επανεξετάσουμε κι όλες τις πράξεις ηρωϊσμού που μας αρέσει να μνημονεύουμε, ειδικώς μάλιστα από τα μπαλκόνια. 
Γίναμε ήρωες από επιλογή ή επειδή δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς; Όπως επίσης να εξετάσουμε ποιόν θα θεωρούσαμε ήρωα σήμερα και ποιές πράξεις νομίζουμε ηρωϊκές. Κι ας εξετάσουμε με την ευκαιρία μη τάχα οι «παλλαϊκές» μας αντιδράσεις είναι στην ουσία άρνηση να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας, να ελέγξουμε τις υποχρεώσεις, να αναθεωρήσουμε ό,τι θεωρούμε ως αναφαίρετο δικαίωμά μας και να εργαστούμε για την ανασυγκρότηση αυτού του τόπου. 
Ας ερευνήσουμε τι είναι αυτό που στην πραγματικότητα φοβόμαστε; Τις απρόβλεπτες αλλαγές στις βολεμένες ζωές μας; Την αλλαγή του μοντέλου ζωής που έμοιαζε να είχαμε ελέγξει και τακτοποιήσει κατά το περίστασιν κι ανά κοινωνική ομάδα συμφέρον; 
Κι από την άλλη, μήπως είναι τώρα η μεγάλη ευκαιρία να εμφανιστούν μπροστά μας επιτέλους οι πνευματικοί μας ταγοί, οι δάσκαλοι, οι εν-πνευσμένοι καλλιτέχνες και να μας βοηθήσουν να διακρίνουμε την ατομικότητά μας, δείχνοντάς μας παράλληλα τον τρόπο πώς να κάνουμε τον θυμό, την οργή και το φόβο μας παραγωγικούς, ναι, ακόμη και τον πανικό μας μπροστά στο ανεξέλεγκτο εν τέλει άγνωστο, προκειμένου να επιτευχθεί η αλλαγή, η οποία και θα μας αφορά εν τέλει συλλογικά; Άλλωστε οι πολλαπλές ατομικότητες δεν συνιστούν το σύνολο; 
Ίσως ήρθε η στιγμή να θυμηθούμε εκτός από τα ά-σχημα και ό,τι τελικά θετικό και όμορφο μας ενώνει. Είναι η κατάλληλη ώρα πιθανώς ν’ αφήσουμε στην άκρη τον καθημερινό καταιγισμό των γεγονότων και των καταστάσεων που συνιστούν χωριστικότητα, να κλείσουμε τ’ αὐτιά μας στα λαϊκίστικα φερέφωνα που τέτοια διαδίδουν και από αυτά τρέφονται, και να προχωρήσουμε στην επικοδομητική Ενότητα.  
Και δεν εννοώ εκείνη την ενότητα που θα εγείρει έναν καινούργιο πόλεμο του τύπου «ο λαός θύμα εναντίον του θύτη ΔΝΤ», «ο αδικημένος λαός ενάντια στην Κυβέρνηση των συμφερόντων» κ.ά. ανεδαφικά παρόμοια, αλλά εννοώ την Ενότητα που θα καταστήσει την Ειρήνη. Μέσα μας κι ανάμεσά μας. 
Διότι ο κάθε πόλεμος εκ φύσεως, ακόμα κι εκείνος που εμφορείται από Ιερή Οργή, είναι παράγοντας χωριστικότητας, εφ’ όσον η ειρήνη που επιβάλλεται στο τέλος του είναι η ειρήνη με τους όρους του νικητή (ένα καινούργιο Σύστημα δηλαδή, που εν καιρώ θ’ αποδειχτεί το ίδιο άρρωστο, άδικο και μάταιο όπως και το καταλυθέν προηγούμενο), η οποία διόλου υπολογίζει την χρησιμότητα ή και την αναγκαστική, έστω, συμμετοχή και συνεισφορά των ηττημένων. 
Ένας τέτοιος πόλεμος (αλλά ο κάθε πόλεμος εν τέλει είναι τέτοιος), είναι στην ουσία η βασικότερη συνισταμένη Αντίστασης στην Αλλαγή. Αντίσταση του Σκότους στην Έλευση του Φωτός. Εξ ου και κανένας πόλεμος έως σήμερα δεν έφερε μόνιμα ειρήνη σε κανέναν λαό, σε καμιά συνιστώσα κανενός κοινωνικού ιστού, σε καμιά κοινωνική δομή, παρά μόνο προσωρινά, για λίγες ώρες, ώσπου δηλαδή ο κάθε «επαναστάτης» να καταλάβει μια θέση εξουσίας.
Όμως η κύρια επιταγή της Εποχής που έρχεται δεν χρειάζεται απλώς και μόνο την αλλαγή του μοντέλου ζωής. Η Νέα Ειρήνη για να κατασταθεί χρειάζεται πρωτίστως να συμβεί στον καθένα μας μία, τουλάχιστον μία, εσωτερική μετατόπιση. 
Καμιά αλλαγή δεν πρόκειται να έρθει απ’ έξω. Όπως και ποτέ έως σήμερα δεν ήρθε. Καμιά ουσιαστική βελτίωση της ζωής. Μόνο η εσωτερική αλλαγή προς το καλλίτερο, προς το υψηλότερο, που είναι και το ταπεινότερο συγχρόνως, μπορεί πλέον να βάλει βάσεις για τη βελτίωση της ζωής μας και εξωτερικά. 
Μόνο η αλλαγή της ποιότητας της εσωτερικής μας δομής μπορεί να αλλάξει την ποιότητα των εξωτερικών δομών, των εξωτερικών εκδοχών των ζωών μας. Ας κατανοήσουμε πώς ο συνετός, ο σώφρων και ο πεπαιδευμένος άνθρωπος, αφού κατ’ αρχήν επισημάνει και καταμετρήσει τη συμμετοχή του στα πράγματα, χωρίς κατηγόρια κι αυτομαστίγωμα, χωρίς εκδικητική διάθεση προς εαυτόν και αλλήλους, σκύβει μέσα του πρώτα-πρώτα μ’ ευγνωμοσύνη (επειδή καθάρισε η όρασή του και είδε ή οίδε), με συγχωρητική διάθεση ((συν+χωρώ), επειδή κατανοεί τις ίδιες ή παρεμφερείς με του εαυτού του αδυναμίες, παραλείψεις κ.ά. και στους άλλους), με ιαματική διάθεση (να κόψει κάθε τι σάπιο και άρρωστο που επιμένει να μολύνει την πληγή), με άπειρη κατανόηση πάνω από τα σκοτάδια του (γιατί χωρίς το σκότος κανείς δεν αντιλαμβάνεται τα ζωηφόρα πλεονεκτήματα του Φωτός), και προσπαθεί να θεραπεύσει τον εαυτό του θεραπεύοντας παράλληλα σιωπηλά και φιλάνθρωπα κάθε τι άλλο πληγωμένο γύρω του. 
Αλλά ώσπου να φανούν οι σύγχρονοί μας δάσκαλοι που θα μας φωτίσουν το δρόμο και θα μας φανερώσουν τις ιαματικές μεθόδους, ας θυμηθούμε πως ο Διδάσκαλός μας ο Σωκράτης ουδέποτε εγκατέλειψε τον τόπο του, την Αθήνα, παρά που η καταδικαστική απόφαση ήταν προϊόν σκευωρίας με τη συνεισφορά του όχλου, αντιθέτως, παρέμεινε να δικαστεί με τους Αθηναϊκούς Νόμους, αν και τόσο η δραπέτευσή του όσο και η συνέχεια του βίου του ήταν απολύτως εξασφαλισμένες.

Ας θυμηθούμε, από την πρόσφατη σχετικά Ιστορία μας, τις ανώνυμες γυναίκες της Πινδου, που, παρά που ο θάνατος ήταν η μόνη βεβαιότητα, ούτε για μια στιγμή δεν δείλιασαν προκειμένου να μεταφέρουν τρόφιμα και πολεμοφόδια σ’ έναν ημιδιαλυμένο πλην ηρωϊκό στρατό, ώστε να μην εκχωρηθεί ούτε μισό χιλιοστό από την Εθνική Κυριαρχία μας. 
Διότι δεν μας ενώνει μονάχα η με όποιο μερτικό του καθενός μας ευθύνη για τη συμμετοχή στη σημερινή διάλυση και το χάος που τώρα βιώνουμε, αλλά μας ενώνει κι αυτό ακριβώς το μεγαλείο, που είναι βαθιά ριζωμένο στη γονιδιακή μας μνήμη. Αποτελεί κι αυτό το γεγονός σημαντική και μεγάλη Ευθύνη επίσης. 
Μας ενώνει η Ανάγκη να εγκυμονήσουμε και να επαναγεννήσουμε αυτή τη χώρα που είναι κομμάτι μας και είμαστε κομμάτι της, που είναι Γλώσσα, Ιστορία και Αίμα μας-Καρδιά και χτύπος της ζωής στο στήθος μας. 
Μας ενώνει η Ανάγκη να εγκυμονήσουμε και να επαναγεννήσουμε ο καθείς τους εαυτούς μας. Όχι ως Έλληνες απογόνους ή ως εκλεκτό λαό, αλλά ως Έλληνες ταπεινούς και σώφρονες, Έλληνες του Μέτρου, της Επι-λογής της Αρετής Έλληνες. 
Άλλωστε, γονιδιακή μας μνήμη δεν αποτελεί και η από καταβολής της Μυθολογίας μας βεβαιότητα περί της ανάληψης του κόστους για την Ύβριν και την Αλαζονείαν;
  
* (Διονύσιος Σολωμός, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», στρ.147)

1. [Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικον, τεύχος 10, Ιούνιος-Αύγουστος 2010]
2. [Δημοσιεύθηκε επίσης στο έντυπο περιοδικό "Φιλοσοφία και Παιδεία", τεύχος 57, Ιανουάριος-Μάϊος 2011]