Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Νατάσας Κεσμέτη: Κοράλλι που πετάει **

Από τα πλατάνια πέφτανε κάθε λίγο σκουριασμένα φύλλα με χρυσωμένες άκρες, άλλα ολοκίτρινα, άλλα θαμπωμένα όπως χνωτισμένα γυαλιά ή ξεφτισμένα κομμάτια από παλιούς κασσιτερωμένους καθρέφτες.
Σ' ένα από τα τσίγκινα τραπεζάκια καθόταν η Ελένη, χωμένη στο παλτό της -εικόνα φθινοπώρου, πολύ μόνη. Έτσι μπορεί να νόμιζε κάποιος που δεν θα την γνώριζε καθόλου, ούτε θα είχε το χάρισμα να παρατηρεί, όχι από περιέργεια, αλλά με αυθεντικό ενδιαφέρον. Για όποιον όμως η θέα της Ελένης ραντισμένης από τόσα χρυσωμένα φθινοπωρινά υαλουργήματα ήταν συναρπαστική, άλλα σημεία θα αποκαλύπτονταν στην κάπως σαστισμένη του αναγνώριση:
Η Ελένη σκεφτόταν όπως πάντα και έγραφε όπως σ' όλη τη ζωή της κι ακόμα περισσότερο τώρα που είχε βρεθεί κάτω από την βροχή των πλατανόφυλλων. Όμως βρισκόταν μέσα στην μαγική αύρα εκείνων που είχε μαζί της, θεούς, θεές, ήρωες αλλά κυρίως τους παίδες: από τον "παράξενο Τελεσφόρο" και τον αλεξανδρινό Αρποκράτη μέχρι τον "Αρχέμορο, το παιδί του θανάτου", την "Αταλάντη, το ταχύτατο κορίτσι", τον "Γλαύκο, το αναστημένο παιδί", τον "Ίαμο, το παιδί των μενεξέδων" κι ένα πλήθος άλλα "πέτρινα παιδάκια" του αρχαίου κόσμου και των μύθων του. Παιδάκια που της ήσαν όχι μόνο αγαπημένα αλλά και πολύτιμα, τόσο που να γράφει πως τα βλέπει στους σύγχρονους δρόμους ζωντανεμένα....
Το τσίγκινο τραπεζάκι όπου ακουμπούσε τους αγκώνες της έσταζε κάπου κάπου από τις στρογγυλεμένες άκριες του μικρές ωοειδείς σταγόνες -αντανακλάσεις  που μέσα τους ελάχιστα θραύσματα από τον ουρανό ή το πρόσωπό της λάμπανε για μια στιγμή. Νερό και ουρανός γύρω από το τραπεζάκι σχημάτιζαν έναν θαμπό αργυρό δίσκο κάτω από το αγαπημένο φυτό της δενδρίτιδος.*
Όπως κοίταζε χωμένη στην περισυλλογή της, δεν ήξερε αν το κάλεσε ή αν ήρθε από μόνο του τυχαία. Δεν μπορεί να ήταν όμως τυχαία γιατί αυτό δεν ήρθε για μια στιγμή μόνο. Δεν πέταξε πάνω από το κεφάλι της για να χωθεί, διαλέγοντας ένα κλαδί του πλατάνου, ανάμεσα στα φύλλα που λίγο λίγο τον εγκατέλειπαν, ώσπου να τον αφήσουν εντελώς γυμνό. Όχι! Αυτό έφερε τον πορτοκαλί πουπουλένιο μανδύα μπροστά στο πρόσωπό της κι άρχισε να κάνει κύκλους γύρω του φανερώνοντας όλες τις αποχρώσεις των κοραλλιών που το στόλιζαν. Ένα τόσο δα πουλάκι! Ίσως ένα ξεχωριστό είδος κοκκινολαίμη.
Δεν έδειξε ξαφνιασμένη. Μπορεί να το αναγνώρισε σαν μέρος της ρέμβης της ή σαν ένα ολόφωτο στοχασμό, έναν ζ ω ν τ α ν ό στοχασμό που πετούσε ολόγυρά της. Αλλά το κοραλλένιο πλάσμα δεν αρκέστηκε στο να την τριγυρίζει. Πλησίαζε όλο και πιό πολύ το πρόσωπό της. Της άγγιξε τα χείλη και αυτή δεν τραβήχτηκε καθόλου στο άγγιγμα του ράμφους του. Είχε κάποιο ψιχουλάκι στα χείλη της; Μπορούσε να ταΐζει τα πετεινά του ουρανού;

Η Ελένη Λαδιά και ο ρουμπινένιος κοκκινολαίμης έφερναν ένα μήνυμα. Αλλά για ποιόν; Ίσως για μένα. Θα μάθω κάποτε το περιεχόμενό του; Θέλω πολύ. Δεν πρόλαβα να εκφράσω αυτή την ισχυρή επιθυμία και ξαφνικά ήρθε ένας φίλος. Πόσο έμοιαζε με παραμύθι! Όμως δεν ήταν. Απλά ο φίλος γνώριζε πολλά για τον Μεσαίωνα 
"Τότε" μου είπε "έβλεπαν στον κοκκινολαίμη το Παιδίον, το Παιδί-Χριστός! Κι ακόμα έβλεπαν το Θείο Πάθος Του, και είχανε μια σχετική ιστορία.
Λέγανε πως ο κοκκινολαίμης πέταξε ψηλά στο κεφάλι του Κυρίου και προσπαθούσε με το μικρό του ράμφος να βγάλει ένα ένα τα αγκάθια απ' το στεφάνι Του. Αλλά τ' αγκάθια ήτανε μεγάλα κι ο κοκκινολαίμης δεν ήταν παρά ένα μικρό πουλάκι. Τ' αγκάθια του τρυπήσανε το στήθος κι από τότε φοράει, ωσάν παράσημα της αγάπης και του πόνου του για τον Κύριο, το ρουμπινένιο περιλαίμιό του! 
Θυσία και ανανέωση της ύπαρξης, άνοιξη μες στο καταχείμωνο, υπηρεσία, προσφορά, είναι μόνο κάποιοι απ' τους συμβολισμούς.", είπε ο πολύμαθος φίλος μου.
Η καρδιά μου πόνεσε και χάρηκε. Είδα πάλι την Ελένη Λαδιά να κάθεται ωσάν εικόνα φθινοπώρου, συνομιλώντας όμως με την πιο ανάλαφρη, φτερωτή άνοιξη στόμα με στόμα. Και σκέφτηκα: Τι μου θυμίζει αλήθεια;... Κοράλλι που πετάει! 

Αλλά για μένα, θα προτιμήσω να κρατήσω τα φτερούδια, το πετάρισμα, το ράμφος του κοκκινολαίμη καθώς τσιμπολογάει αθέατο αρτίδιο, στο φως από έναν λόγο του Πασκάλ:
"Κάθε τι που εμφανίζεται υποδεικνύει όχι μια πλήρη εξαίρεση ούτε μια έκδηλη παρουσία της θεότητας αλλά την παρουσία ενός Θεού που κρύβει τον εαυτό του" *

Νατάσα Κεσμέτη, Δεκέμβριος 2010

* Ελένης Λαδιά: "Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα"
* εκδ. Gema, 2010, σελ.151, όπου και κατά το Θεόκριτο η εγγραφή πάνω στη φλούδα του πλατανιού: ΔΩΡΙΣΤΙ ΣΕΒΟΥ Μ' ΕΛΕΝΑΣ ΦΥΤΟΝ ΕΙΜΙ
** Ευχαριστώ την κυρία Νατάσα Κεσμέτη για την τιμή να φιλοξενηθεί στο blog μου η πρώτη δημοσίευση του παρόντος καινούργιου της κειμένου

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Νατάσα Κεσμέτη: Η διπλή λειτουργία της εικόνας στον "Ατμό" της Ν.Ζ.

Μιλώντας για "διπλή λειτουργία" εννοώ πως η εικόνα άλλοτε λειτουργεί ως μέσο σύλληψης της στιγμής, κάτι που συμβαίνει στο πλείστον των ποιημάτων, και άλλοτε ως απόπειρα εξόδου από το συνεχές του χρόνου.
Το ερώτημα που τίθεται αφορά στο σκοπό αυτού του διπλού τρόπου χρήσης της εικόνας. Αν, δηλαδή, δεν εξυπηρετεί αποκλειστικά περιγραφικές / αναπαραστατικές ανάγκες, τότε σε τι στοχεύει;
Νομίζω πως η βαθύτερη πρόθεση είναι αυτοπροσδιοριστική ή κάποτε αυτογνωστική.
Παρ' όλο που το "εγώ" στα περισσότερα μικρά ποιήματα δεν προβάλλεται ρητά, εντούτοις δηλώνεται παρόν μέσω μιας αναπαράστασης που ζητά όχι τόσο να περιγράψει όσο να φανερώσει την εν-γραφή μιας εξωτερικής εικόνας στη συνείδηση του γράφοντος που έτσι καθίσταται ενεργητική και δρώσα. Το εκάστοτε τοπίο, με άλλα λόγια, ούτε προκαλεί ούτε προκαλείται από νατουραλιστικό ενδιαφέρον, ούτε πάλι συμβολίζει μια ψυχική κατάσταση. Αποτελεί μάλλον το λεπτό περίγραμμα μέσα στο οποίο, δια της εικόνας, η ύπαρξη προβαίνει σε μιαν ακαριαία εμφάνεια. 
Από την άποψη αυτή μπορεί επίσης να ειπωθεί πως κάθε εικόνα καθεαυτή δεν είναι άηχη, πολύ λιγότερο "βουβή". Πέραν των φθόγγων της, αντηχεί μια υπόρρητη επιβεβαιώση, ένα: "είμαι εδώ τώρα" ή ακόμη: "εγώ είμαι εδώ τώρα" ή ακόμη: "εγώ υπάρχω τώρα εδώ". Αλλά επίσης και το: "εγώ είμαι που φεύγω από το εδώ, τώρα!" μπορεί να αποτελεί την άλλη όψη της ίδιας υπαρκτικής πρότασης. 
Τα παραπάνω δεν πρέπει να μας κάνουν να σκεφτούμε κρυμμένους φιλοσοφικούς στοχασμούς. Καθόλου. Αλλά μάλλον την ώθηση προς έκφραση ενός ισχυρού αιτήματος πλήρους υπάρξεως.
Η πλήρης ύπαρξη δεν αφορά ούτε στην επιβίωση μόνο, ούτε στη συναίσθηση της ζωής μόνο. Δεν σχετίζεται με το επί μέρους, αν και μοιάζει να επικεντρώνεται σ' αυτό. Σχετίζεται με το όλον, με την πληρότητα ακόμη και επ' αφορμή του ελαχίστου. Άλλοις λόγοις το διαφεύγον, ο "ατμός" αποτελεί την αξία ή την ποιότητα που μετατρέπει το φαινόμενο σε πραγματικότητα, την αδράνεια σε κίνηση, τη στατική εικόνα σε εμψυχωμένο δηλαδή ζωντανεμένο τοπίο, την ελάχιστη στιγμή στο α ί φ ν η ς μιας εξόδου από την κλειστότητα στην προοπτική και το εύρος.
Σε άλλους καιρούς δεν θα φοβόμασταν, δηλαδή δεν θα ήμασταν τόσο δύσπιστοι και επιφυλακτικοί στο να χρησιμοποιήσουμε λέξεις σχετικές με την επιθυμία του αιωνίου.
Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης κάποιες επί μέρους παρατηρήσεις:
  • Το πιο εύστοχο από τα μικρά ποιήματα είναι το: 
Χρυσή το χάραμα έρχεται
Χρυσόμυγες χορεύουν
Αποχωρεί χρυσή.

Όχι μόνον εξ αιτίας των αλλεπάλληλων παρηχήσεων αλλά και γιατί συλλαμβάνει μιαν εξαιρετικά ρευστή στιγμή. Ταυτοχρόνως αφήνει χώρο για να προσθέσει ο αναγνώστης ό,τι παρακινηθεί από τη δική του φαντασία ή εν γένει ικανότητα συμμετοχής του. Η δική μου πρώτη σκέψη αφορούσε την αυγή, στο πρώτο πρώτο γλυκοχάραμα (την "κροκάτη γάζα" του Βάρναλη που έρχεται και αποχωρεί "χωρίς να μπει στην καρδιά μας"). Εν τούτοις ο παρατηρητής, δηλαδή ο ποιητής είναι εκεί και βλέπει.
  •  Στις σελίδες 16,
Σταλιά σταλιά στην πέτρα
η μέρα μου κυλά
εξατμίζεται

55,

Στιγμή
τη στιγμή
κύμα σπάει

και 80

Σκόνη τη σκόνη
κι η πέτρα
γεννάει βουνά

εμφανίζεται ένα παρόμοιο σχήμα: "σταλιά-σταλιά", "στιγμή τη στιγμή", "σκόνη τη σκόνη". Ίσως εδώ κρύβεται ένα μοτίβο της ποιήτριας. Μπορεί να έχει να κάνει με τη διαδοχή εν γένει, μπορεί να είναι σχετικό με την αντίληψή της του χρόνου. Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν να κάνουν με μια πρόθεση να "αρπάξουν" το ακαριαίο.

  • Πιο αποκαλυπτικό περί των παραπάνω είναι το της σελ. 62:
Ίσως και νά 'ναι

η έσχατή μου εικόνα.
Γίνομαι στιγμή της

Είναι και το πιο σύνθετο ποίημα, γιατί θέτει ένα θέμα στοχασμού: τη σχέση Εικόνας και Χρόνου αφ' ενός και τη στάση της Βούλησης αφ' ετέρου. Χωρίς τη Βούληση και μάλιστα στην ένεργητική δεν μπορεί κανείς να "γ ί ν ε ι στιγμή μιας, ενδεχομένως, τελευταίας εικόνας".
Με αυτά που έγραψα δεν το εξάντλησα. Υπογράμμισα όμως ότι εδώ η ποιήτρια δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως δραστήριος παρατηρητής. Στη σελ. 64: 
Έφηβη μέρα
παρατηρώ
λιμνάζοντας
τούτο δηλώνεται άλλωστε. Αλλά στοχάζεται κιόλας προσπαθώντας να ερμηνεύσει και ίσως να ερμηνευθεί επίσης.
  • Το επόμενο καλό ποίημα είναι αυτό της σελ. 70:
Άπνοια
Κουπί μετέωρο
στην ομίχλη

Γιατί εδώ δεν δίδεται μόνο η στιγμή με μια πινελιά, όσο διαρκεί το μετέωρο του κουπιού, αλλά και η μεγάλη μοναχικότητα. Είναι και εξ αιτίας του θέματος το πιό κοντινό προς τα ιαπωνικά ή κινέζικα ανάλογα. Προφανώς η Ζεν έχει απασχολήσει τη Ν.Ζ. ή πάντως της έχει προξενήσει ισχυρή εντύπωση.
Το της σελ. 74,
(Σκαριά τρύπες
τ' αντικρινά
νησιά στην πάχνη)
είναι μια παραλλαγή.
  • Υπάρχουν δυο ρήματα αδόκημα: πελαγεύει (σελ. 18) και ακόμα περισσότερο το ρυτιδεύει (σελ.24).
  • Η σχιχμή, η χαραμάδα, το θραύσμα, η άκρη (π.χ. το της σελ. 19,
Θραύσμα κήπου
άκρη ουρανού
Ακροβατώ

και της σελ. 37:
Μια χαραμάδα
στον  ορίζοντα
αρπάζει τη βολή μου,
δεν  δείχνουν μόνο μετεωρισμό ή αίσθηση εκκρεμότητας, αλλά και τη σημασία της εξόδου. Άλλωστε και στη σελ. 11 δηλώνεται:
Από μια σχισμή
δρασκελάω
στον ορίζοντα
Θυμήθηκα το του Σάρτρ, αν δεν κάνω λάθος, πως ο άνθρωπος εξίσταται είτε προς το κενό είτε προς τον έρωτα. Αλλά ήδη η έκ-σταση είναι κίνηση προς. Τα περισσότερα από αυτά τα μικρά περιέχουν μια κίνηση προς...
  • Το πιο της καρδιάς είναι, κατ' εμέ πάντα, το της σελ. 25:
Χάντρες τις άκρες
του νερού ο άνεμος
σκορπά-τα δάκρυά μου
  • Δεν μπορώ να δεχτώ το "σύμπα" στη σελ. 54. Είναι κακόηχο. Διαβάζω "σύμπαντα". (Αν επρόκειτο για ονομαστική δεν θα υπήρχε θέμα "ο κόσμος σύμπας").
  • Κάπου κάπου εμφανίζονται οι "πέτρες".
Σπασμένες πέτρες φιλάει
το κύμα κι ολόκληρες
Όπως γλείφω τις πληγές μου
Είναι οι πέτρες ισοδύναμες με πληγές; Αυτή είναι μια από περισσότερες ερωτήσεις που θα μπορούσε κανείς να θέσει.
  • Κάποτε ίσως η Ν.Ζ. πέρασε μια εποχή αγάπης στον Ελύτη κι η ποίησή του (στηριγμένη κατά ένα μεγάλο μέρος στη δύναμη των οφθαλμών να αποτυπώνουν την φύση καθρεφτίζοντάς την θριαμβευτικά αναγεννημένη) άφησε τα ίχνη της:
Χαρταετοί ολοτρόγυρα
Ο σγουρός σιρόκος
στους κηπώνες

Στη σελ. 44:

Κύμα στη στέρνα.
Μέλισσες και σπουργίτια
ξεδιψούν

Στη σελ. 47:

Νέφη-πιρόγες
Θάλασσα όρθια
Ουρανός-κάλμα

και άλλα.
Ωστόσο η Ν.Ζ. εμφανίζεται να έχει ιδιαίτερα ασκημένο το αυτί της και στα ελάχιστα θροΐσματα:

Στο μονοπάτι θρος
Σερνάμενος ο ανθός...

Τι απομένει στον αναγνώστη κλείνοντας τη συλλογή; Μια ή πολλές αχνές εντυπώσεις; Μου φαίνεται πως για τον μη βιαστικό αναγνώστη αυτό που μένει είναι η αγάπη και η άσκηση στη λιτότητα. Απέναντι στην ακατάσχετη φλυαρία και στον πληθωρισμό των λέξεων η Ν.Ζ. αντιτάσσει την αξία του αναγκαίου. 
Φοβόμαστε πολύ τον όρο "λιτότητα". Έχουμε ξεχάσει πως δεν αποτελεί συνώνυμο της φτώχειας αλλά του απέριττου, του λείου, του απλού, του ολιγοδάπανου. Κι ακόμα πως σχετίζεται με την ικεσία και τη θυσία, αφού "λιτή" (από το ρήμα "λίτομαι") σημαίνει προσευχή. 
Πράγματι εδώ θυσιάζεται η πολυλογία, η υπεραφθονία, η βουλιμία του οφθαλμού αλλά και των άλλων αισθήσεων. Αφήνεται, εντοπίζεται ή δημιουργείται απλωσιά για να έχουν θέση όχι μόνο τα παρόντα αλλά και τα κληρονομημένα:
Νέφος λευκό
Φτερό του απείρου
Κειμήλιο πατρικό.

[Νατάσα Κεσμέτη, 29 Νοεμβρίου 2010]

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Ασημίνας Ξηρογιάννη "Η προφητεία του ανέμου"

«Η προφητεία του ανέμου» είναι η πρώτη ποιητική εκδοτική απόπειρα της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Αποτελείται από δύο ενότητες, την πρώτη με τον τίτλο «Η σκέψη βυθίστηκε στα χέρια σου», στην οποία περιλαμβάνονται είκοσι ένα ποιήματα, και την δεύτερη με τίτλο «… τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού», στην οποία εντάσσονται είκοσι τέσσερα επιπλέον, μικρά ή μεγαλύτερα, ποιήματα.

Ο έρωτας, το ανεκπλήρωτο, κάποιες φορές, μερικών υποσχέσεων ή της προσμονής με τις προεκτάσεις μιας φαντασιακής πραγματικότητας που δεν επαληθεύεται, οι προσπάθειες για διάρκεια στην ερωτική σχέση κι η ανάγκη να δέσουν ρίζες μεταξύ τους οι καρδιές, η απώλεια του έρωτα εντέλει καθώς και ό,τι μένει πίσω είναι η κύρια και βασική θεματογραφία της συλλογής, που διατρέχει και διαπερνά και τις δύο ενότητες και καταγράφεται με απλωμένο, με εκτατικό λόγο, ο οποίος παραπέμπει στιχουργικά σ’ έναν εφηβικό ξέσπασμα ημερολογιακής καταγραφής σκέψεων και γεγονότων, ή κι εξ αφορμής γεγονότων, καθώς επίσης και συναισθημάτων, βιωμένων ή μη.

«…Προσπάθησα πολύ να σε κάνω να δεις τα χρώματα
Μακριά στον ορίζοντα
Το πέλαγος απ’ τ’ ανοιγμένο παράθυρο,
τον γλάρο που τον πάει ο άνεμος…»
«… Μήπως πετύχω την ένωση των αλλοπρόσαλλων βημάτων σου
με τα δικά μου σταθερά πατήματα και ευλογήσω τ’ όνειρο…» (Ματαιότητα)

«Όπως σε είδα ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα του έρημου σταθμού
εκείνο το απόγευμα
Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό –προσηλωμένος,
Κλειδωμένος ήσουν -…» (Στιγμιαία αίσθηση)

«… Στα νερά της θάλασσας θα πλυθούμε
Με κατάνυξη θα μας ατενίζει το ανεμοδαρμένο ξωκλήσι
Κι εγώ… σεμνή πια μέσα στην ελευθερία του έρωτα
Θα περνώ από την αγορά ενάρετων ανθρώπων…» (άτιτλο, σελ. 29)


Η δεύτερη ενότητα «… τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού» εμπεριέχει ποιήματα που ξεπηδούν περισσότερο από στιγμές περιπλεγμένες στην ατομικότητα της μνήμης:

«… Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα…» (άτιτλο σελ. 52)
«… την θαλπωρή παρέχουν
τα φαντάσματα
του παρελθόντος ονείρου
που καλούσαμε ζωή» (Θλίψη)

«… Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα…
… σαν κιβωτός…
… από τις επιθέσεις του φθοροποιού χρόνου…
… ν’ αντέξει
Το μυαλό» (Υπέρ μνήμης)

«… Μόνο η μνήμη τους απέμεινε πιά… -» (Φαντάσματα)


Αξιοπαρατήρητη είναι και η επαναλαμβανόμενη αγωνία της Α.Ξ. για την «άλλη όχθη» , τον θάνατο, «την άλλη νύχτα» , το εν γένει επερχόμενο, κι ίσως δεν είναι τυχαίο που ο τίτλος τον οποίον επέλεξε ως γενικό τίτλο της συλλογής «Η προφητεία του ανέμου», διακρίνεται ως το κατ’ εξοχήν ποίημα της από την εν λόγω αγωνίας της.

« «Να περάσεις το ποτάμι.
Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες.»
Μα εγώ… καρφωμένη στη μία όχθη,
Αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη.» (Η προφητεία του ανέμου)

Το τελευταίο ποίημα με τίτλο «της αγάπης» κλείνει τον κύκλο της συλλογής ανοίγοντας συγχρόνως έναν καινούργιο, όπως συμβαίνει ακριβώς και στη ζωή, όταν η μέθη, το άρπαγμα, οι ανασφάλειες, οι φόβοι, οι ακανθώδεις επιθέσεις των οδυνηρών μνημών κατασιγάζουν στην απαλότητα που χαρίζει η ασφάλεια της χρονικής απόστασης, κι όταν πια η ανάγκη κυριαρχίας του ενός στον άλλον επιτέλους ξεδιψούν και χορταίνουν, τότε πλέον αρχίζουν «οι ελευθερίες» και «μοιράζονται σωστά, με οικονομία. Και ο χρόνος μάς» σέβεται.

[Η προφητεία του ανέμου, Ποιήματα, Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2009]

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Ό,τι μας ενώνει ή "...εάν μισούνται ανάμεσά τους δεν τους πρέπει ελευθεριά..."*

 
Ο καιρός των ψευδαισθήσεων έχει ήδη τελειώσει. Όχι ύπουλα και μαλακά όπως υφάνθηκε το παραμύθι τόσες δεκαετίες, αλλά βίαια και απροκάλυπτα. Όμως έτσι δεν συμβαίνει με όλα τα παραμύθια όταν αναγκάζεσαι να εγκαταλείψεις τους κόσμους τους, και να προσαρμοστείς στην πραγματικότητα; 
Παρ’ όλα αυτά το Σύστημα που όλοι δομήσαμε, άλλος πολύ άλλος λίγο, όλα αυτά τα χρόνια, αρνείται να παραδώσει τα όπλα προσπαθώντας να διατηρήσει με νύχια και με δόντια τόσο τη στρεβλή του οντότητα όσο και τα σαθρά του κατασκευάσματα. 
Οπωσδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμμετείχαν στο λεγόμενο «πάρτυ της μεταπολίτευσης» άμεσα εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που αυτό χάριζε στους κατά συγκυρίαν «ημετέρους», αλλά, αναρωτιέμαι, η σιωπή, ή η άρρητη και άκριτη παραδοχή πως η κοινωνία και οι δομές της είναι έτσι όπως είχαμε συνηθίσει να είναι, δεν συνιστά κι αυτό μια πράξη συμμετοχής εν τέλει; 
Η συγκεκριμένη άποψη έχει εγείρει σθεναρή αντίκρουση, σχεδόν λυσσαλέα άρνηση περί της αλήθειας της από πολλούς. Αλλά, αν ο αυτο-έλεγχος ίσχυε για τον καθέναν από εμάς ως μέθοδος επαγωγικής αυτοανάλυσης και άρα αυτογνωσίας, τότε θα ήμασταν μια διαφορετική κοινωνία, μια άλλη χώρα. Τότε δεν θα φτάναμε ποτέ στο σημείο που είμαστε τώρα. 
Οπωσδήποτε λοιπόν έχει ευθύνη ο καθένας μας διότι συνετέλεσε ώστε να δημιουργηθεί, να συντηρηθεί και να διαιωνιστεί μια κοινωνική δομή ά-σχημη, δηλαδή δύσμορφη. Επι-λέξαμε να αφεθούμε ώστε να γίνουμε μάζα, μη πιστεύοντας ποτέ ότι θα έρθει η ώρα της πληρωμής των πεπραγμένων μας. Επειδή μάλιστα δεν πιστεύαμε ή δεν θέλαμε να πιστεύουμε στην ισχύ του Νόμου της Αιτίας και του Αποτελέσματος, νομίσαμε ότι δεν υφίσταται κι όλας. 
Μήπως λοιπόν αυτό που στο βάθος μας φοβίζει είναι το κόστος της κατ’ αναλογίαν επί ενός εκάστου εξ ημών πληρωμής; Και μήπως αυτός ο έκβαθυς φόβος μετατρέπεται και εκδηλώνεται ως θυμός και τυφλή οργή κατά πάντων εκείνων που θεωρούνται και φαίνονται ως οι οιωνεί υπεύθυνοι;
Νομίζω ότι πρόκειται για απλουστευτικό τρόπο σκέψης ενός λαού από τον οποίον ελλείπει η παιδεία, βασικό συστατικό της οξείας αντίληψης, της εις βάθος κριτικής και αναλυτικής σκέψης, της ευφυούς ικανότητας της επανασύστασης ενός ή πλείστων νέων συνόλων από τα μέρη, με σκοπό την δημιουργική ανασυγκρότηση, την παραγωγικότητα-δημιουργία σε όλα τα επίπεδα της ατομικής και συλλογικής ζωής, δηλαδή την εν γένει και πράγματι ανάπτυξη. 
Όμως γιατί ακόμη και σήμερα επι-τρέπουμε στα παράγωγα του νεκρού αυτού Συστήματος να μας θεωρούν μάζα; Γιατί τους επι-τρέπουμε επί πλέον να μαζικοποιούν το θυμό και την οργή μας; Και γιατί εν κατακλείδι επι-τρέπουμε στους εαυτούς μας είτε να γίνονται βορά είτε να συγκολλώνται στο ανώνυμο, απαίδευτο, άνουν πλήθος; 
Εξακολουθούμε άραγε να πιστεύουμε και να ελπίζουμε ότι, παρά τις συνεχείς και για δεκαετίες διαψεύσεις μας, θα μπορούσαν τώρα να προσφέρουν κάτι χρήσιμο και αληθινά δημιουργικό στο σύνολο της κοινωνίας όλοι εκείνοι που ως «ημέτεροι» επιδίωξαν κι επέτυχαν την προσωπική τους ανέλιξη και μόνο; 
Ή μήπως εξακολουθώντας να τους επι-τρέπουμε να μας ποδηγετούν συνεχίζουμε να γινόμαστε τροφή προς άλεσιν στις ιδέες και τις επιδιώξεις εκείνων που συνέχουν το ίδιο ακριβώς Σύστημα, οι οποίοι ακόμη και εν μέσω αυτών των καταιγιστικών ανατροπών αρνούνται να παραδεχτούν τις ευθύνες τους και να παραδώσουν επί τέλους τα όπλα;
Ας σκεφτούμε το εξής ξεκάθαρο: Αυτοί δεν θα υπήρχαν (πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικοί φορείς, Πρυτανείες, εργοδοτικές ή εργατικές ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες, επιμελητήρια κ.λπ.), αν εμείς δεν τους ενισχύαμε, αν εμείς δεν τους πριμοδοτούσαμε όχι μόνο με την ψήφο μας, αλλά – το χειρότερο – με την αδιαφορία μας ή με τη σιωπηλή παραδοχή, την υπέρτατη δικαιολογία του «ωχαδερφισμού» πως «κι αυτό θα περάσει». 
Αν εμείς δεν είχαμε αποδεχτεί την έκπτωση των αξιών μας, της ηθικής, αν εμείς δεν ελπίζαμε στην επιβίωσή μας μέσω του στρεβλού μοντέλου, το οποίο αν κι εκείνοι εξουσιοδοτημένοι από εμάς διεκδικούσαν, εμάς στην ουσία βόλευε, εξυπηρετούσε τη δική μας ανικανότητα ή προωθούσε τις δικές μας μειωμένες δεξιότητες. 
Συνηθίσαμε να ζούμε λάθρα μες στον εγωκεντρισμό, τον ηδονισμό, την πλαστή ευμάρεια, την επιφανειακή γνώση που απαρτίζεται από καταιγισμό πληροφοριών, παπαγαλίζοντας το κάθε τι και κυρίως τις εκδοχές του βίου άλλων, μαϊμουδίζοντας. 
Ας δανειστούμε το εξής παράδειγμα από την πραγματικότητα: Λόγω της αλλαγής στο Ασφαλιστικό Σύστημα περίπου εκατόν σαράντα χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα σύνταξης, θα υποβάλλουν αίτηση προκειμένου να προλάβουν την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων προηγούμενων Νομοσχεδίων. 
Αλήθεια πώς αντιλαμβάνονται αυτές οι χιλιάδες πολιτών το καλό του Κράτους και το προσωπικό τους καλό; Πώς αντιλαμβάνονται το καλό για την κοινωνία και τις επερχόμενες γενιές; 
Πόσο εύκολο τούς είναι να οργίζονται εναντίον ενός αόρατου Συστήματος, την ίδια ακριβώς ώρα που αυτοί γίνονται οι εκφραστές στην πράξη αυτού του Συστήματος το οποίο αφ’ ενός κατηγορούν και στο οποίο αφ’ ετέρου εναντιώνονται; 
Παραβλέπουν το δικαίωμα στην επιλογή που ο καθένας μας διαθέτει, και αρέσκονται να μεταθέτουν την ευθύνη της πράξης τους στο ότι τους παρέχεται η δυνατότητα, την οποία «και γιατί να μην εκμεταλλευτούν εν τέλει;» 
Αυτή τελικά η νοοτροπία «της αρπαγής του κάθε τι που μπορώ να εκμεταλλευτώ και με συμφέρει» μας έχει φέρει εδώ. Την ώρα λοιπόν που θα έπρεπε να συμβαίνει ο ψύχραιμος αναλογισμός της προσωπικής μας συνεισφοράς στην αποσάθρωση του Κρατικού οικοδομήματος, διαλέγουμε πάλι τον εύκολο δρόμο. 
Και συγχρόνως αφήνουμε χώρο στην τυφλή οργή να συλλέγεται μέσα μας, να μεγαλώνει με κίνδυνο να εκτοξευθεί ανεξέλεγκτα από  κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση. Η τυφλή οργή της μάζας. Αλλά πριν την αφήσουμε ανεξέλεγκτη ας αναρωτηθούμε τουλάχιστον η κατευθυνόμενη (γιατί περί κατευθυνόμενης πρόκειται) οργή και το μίσος τι και ποιους πράγματι εξυπηρετούν;
Ας ψάξουμε λίγο βαθύτερα πριν συνεχίσουμε ν’ ἀφηνόμαστε πανικόβλητοι, απογοητευμένοι, ευθυνόφοβοι, ριψάσπιδες σ’ έναν φαινομενικά αντισυστημικό, (αλλά όλως συστημικό και καθεστωτικό εν κατακλείδι),  έλεγχο του θυμικού μας καθώς και της κατεύθυνσης εκδήλωσής του, την ίδια αυτή ώρα που παράλληλα γυρεύουμε πώς και με ποιόν τρόπο θα γλυτώσουμε ή, πώς θα εγκαταλείψουμε το πλοίο πρώτοι το ταχύτερο δυνατόν. 
Επιδιώκουμε να κάνουμε δηλαδή πράξη με απόλυτο αμοραλισμό τη ρήση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», πρακτική την οποία ήδη εφαρμόζει η πολιτική εξουσία και κάθε εξουσία τούτες τις μέρες σ’ αυτόν τον τόπο, κατηγορούμενη βεβαίως από τη μάζα, ενώ την ίδια ακριβώς αντίδραση, της εγκατάλειψης δηλαδή του πλοίου με συνοπτικές διαδικασίες, επιδιώκει θεωρώντας το ως αναφαίρετό της δικαίωμα να διαφυλάξει και για τον εαυτό της η κάθε μια ξεχωριστή μονάδα που συνέχει την πανικόβλητη μάζα. 
Διαβάζω ότι χιλιάδες νέοι στέλνουν βιογραφικά τους σε εταιρείες άλλων Ευρωπαϊκών χωρών ή της Μέσης Ανατολής. Μου λένε επίσης ότι μεταπτυχιακοί φοιτητές ψάχνουν προγράμματα διδακτορικών για να φύγουν και να μη επιστρέψουν ποτέ. Η εύκολη δικαιολογία είναι ότι η μετανάστευση ήταν πάντα στο αίμα μας ή, ότι εδώ υπάρχει ανεργία, φτώχεια και πείνα. 
Αναρωτιέμαι για το εξής: Αν την ημέρα της αναγγελίας της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα με την κατάληψη των Αθηνών το 1941 διέθεταν οι Έλληνες τις σημερινές δυνατότητες και τα μέσα, θα τό ‘σκαγαν όλοι; Είναι πιθανόν καιρός να επανεξετάσουμε κι όλες τις πράξεις ηρωϊσμού που μας αρέσει να μνημονεύουμε, ειδικώς μάλιστα από τα μπαλκόνια. 
Γίναμε ήρωες από επιλογή ή επειδή δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς; Όπως επίσης να εξετάσουμε ποιόν θα θεωρούσαμε ήρωα σήμερα και ποιές πράξεις νομίζουμε ηρωϊκές. Κι ας εξετάσουμε με την ευκαιρία μη τάχα οι «παλλαϊκές» μας αντιδράσεις είναι στην ουσία άρνηση να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας, να ελέγξουμε τις υποχρεώσεις, να αναθεωρήσουμε ό,τι θεωρούμε ως αναφαίρετο δικαίωμά μας και να εργαστούμε για την ανασυγκρότηση αυτού του τόπου. 
Ας ερευνήσουμε τι είναι αυτό που στην πραγματικότητα φοβόμαστε; Τις απρόβλεπτες αλλαγές στις βολεμένες ζωές μας; Την αλλαγή του μοντέλου ζωής που έμοιαζε να είχαμε ελέγξει και τακτοποιήσει κατά το περίστασιν κι ανά κοινωνική ομάδα συμφέρον; 
Κι από την άλλη, μήπως είναι τώρα η μεγάλη ευκαιρία να εμφανιστούν μπροστά μας επιτέλους οι πνευματικοί μας ταγοί, οι δάσκαλοι, οι εν-πνευσμένοι καλλιτέχνες και να μας βοηθήσουν να διακρίνουμε την ατομικότητά μας, δείχνοντάς μας παράλληλα τον τρόπο πώς να κάνουμε τον θυμό, την οργή και το φόβο μας παραγωγικούς, ναι, ακόμη και τον πανικό μας μπροστά στο ανεξέλεγκτο εν τέλει άγνωστο, προκειμένου να επιτευχθεί η αλλαγή, η οποία και θα μας αφορά εν τέλει συλλογικά; Άλλωστε οι πολλαπλές ατομικότητες δεν συνιστούν το σύνολο; 
Ίσως ήρθε η στιγμή να θυμηθούμε εκτός από τα ά-σχημα και ό,τι τελικά θετικό και όμορφο μας ενώνει. Είναι η κατάλληλη ώρα πιθανώς ν’ αφήσουμε στην άκρη τον καθημερινό καταιγισμό των γεγονότων και των καταστάσεων που συνιστούν χωριστικότητα, να κλείσουμε τ’ αὐτιά μας στα λαϊκίστικα φερέφωνα που τέτοια διαδίδουν και από αυτά τρέφονται, και να προχωρήσουμε στην επικοδομητική Ενότητα.  
Και δεν εννοώ εκείνη την ενότητα που θα εγείρει έναν καινούργιο πόλεμο του τύπου «ο λαός θύμα εναντίον του θύτη ΔΝΤ», «ο αδικημένος λαός ενάντια στην Κυβέρνηση των συμφερόντων» κ.ά. ανεδαφικά παρόμοια, αλλά εννοώ την Ενότητα που θα καταστήσει την Ειρήνη. Μέσα μας κι ανάμεσά μας. 
Διότι ο κάθε πόλεμος εκ φύσεως, ακόμα κι εκείνος που εμφορείται από Ιερή Οργή, είναι παράγοντας χωριστικότητας, εφ’ όσον η ειρήνη που επιβάλλεται στο τέλος του είναι η ειρήνη με τους όρους του νικητή (ένα καινούργιο Σύστημα δηλαδή, που εν καιρώ θ’ αποδειχτεί το ίδιο άρρωστο, άδικο και μάταιο όπως και το καταλυθέν προηγούμενο), η οποία διόλου υπολογίζει την χρησιμότητα ή και την αναγκαστική, έστω, συμμετοχή και συνεισφορά των ηττημένων. 
Ένας τέτοιος πόλεμος (αλλά ο κάθε πόλεμος εν τέλει είναι τέτοιος), είναι στην ουσία η βασικότερη συνισταμένη Αντίστασης στην Αλλαγή. Αντίσταση του Σκότους στην Έλευση του Φωτός. Εξ ου και κανένας πόλεμος έως σήμερα δεν έφερε μόνιμα ειρήνη σε κανέναν λαό, σε καμιά συνιστώσα κανενός κοινωνικού ιστού, σε καμιά κοινωνική δομή, παρά μόνο προσωρινά, για λίγες ώρες, ώσπου δηλαδή ο κάθε «επαναστάτης» να καταλάβει μια θέση εξουσίας.
Όμως η κύρια επιταγή της Εποχής που έρχεται δεν χρειάζεται απλώς και μόνο την αλλαγή του μοντέλου ζωής. Η Νέα Ειρήνη για να κατασταθεί χρειάζεται πρωτίστως να συμβεί στον καθένα μας μία, τουλάχιστον μία, εσωτερική μετατόπιση. 
Καμιά αλλαγή δεν πρόκειται να έρθει απ’ έξω. Όπως και ποτέ έως σήμερα δεν ήρθε. Καμιά ουσιαστική βελτίωση της ζωής. Μόνο η εσωτερική αλλαγή προς το καλλίτερο, προς το υψηλότερο, που είναι και το ταπεινότερο συγχρόνως, μπορεί πλέον να βάλει βάσεις για τη βελτίωση της ζωής μας και εξωτερικά. 
Μόνο η αλλαγή της ποιότητας της εσωτερικής μας δομής μπορεί να αλλάξει την ποιότητα των εξωτερικών δομών, των εξωτερικών εκδοχών των ζωών μας. Ας κατανοήσουμε πώς ο συνετός, ο σώφρων και ο πεπαιδευμένος άνθρωπος, αφού κατ’ αρχήν επισημάνει και καταμετρήσει τη συμμετοχή του στα πράγματα, χωρίς κατηγόρια κι αυτομαστίγωμα, χωρίς εκδικητική διάθεση προς εαυτόν και αλλήλους, σκύβει μέσα του πρώτα-πρώτα μ’ ευγνωμοσύνη (επειδή καθάρισε η όρασή του και είδε ή οίδε), με συγχωρητική διάθεση ((συν+χωρώ), επειδή κατανοεί τις ίδιες ή παρεμφερείς με του εαυτού του αδυναμίες, παραλείψεις κ.ά. και στους άλλους), με ιαματική διάθεση (να κόψει κάθε τι σάπιο και άρρωστο που επιμένει να μολύνει την πληγή), με άπειρη κατανόηση πάνω από τα σκοτάδια του (γιατί χωρίς το σκότος κανείς δεν αντιλαμβάνεται τα ζωηφόρα πλεονεκτήματα του Φωτός), και προσπαθεί να θεραπεύσει τον εαυτό του θεραπεύοντας παράλληλα σιωπηλά και φιλάνθρωπα κάθε τι άλλο πληγωμένο γύρω του. 
Αλλά ώσπου να φανούν οι σύγχρονοί μας δάσκαλοι που θα μας φωτίσουν το δρόμο και θα μας φανερώσουν τις ιαματικές μεθόδους, ας θυμηθούμε πως ο Διδάσκαλός μας ο Σωκράτης ουδέποτε εγκατέλειψε τον τόπο του, την Αθήνα, παρά που η καταδικαστική απόφαση ήταν προϊόν σκευωρίας με τη συνεισφορά του όχλου, αντιθέτως, παρέμεινε να δικαστεί με τους Αθηναϊκούς Νόμους, αν και τόσο η δραπέτευσή του όσο και η συνέχεια του βίου του ήταν απολύτως εξασφαλισμένες.

Ας θυμηθούμε, από την πρόσφατη σχετικά Ιστορία μας, τις ανώνυμες γυναίκες της Πινδου, που, παρά που ο θάνατος ήταν η μόνη βεβαιότητα, ούτε για μια στιγμή δεν δείλιασαν προκειμένου να μεταφέρουν τρόφιμα και πολεμοφόδια σ’ έναν ημιδιαλυμένο πλην ηρωϊκό στρατό, ώστε να μην εκχωρηθεί ούτε μισό χιλιοστό από την Εθνική Κυριαρχία μας. 
Διότι δεν μας ενώνει μονάχα η με όποιο μερτικό του καθενός μας ευθύνη για τη συμμετοχή στη σημερινή διάλυση και το χάος που τώρα βιώνουμε, αλλά μας ενώνει κι αυτό ακριβώς το μεγαλείο, που είναι βαθιά ριζωμένο στη γονιδιακή μας μνήμη. Αποτελεί κι αυτό το γεγονός σημαντική και μεγάλη Ευθύνη επίσης. 
Μας ενώνει η Ανάγκη να εγκυμονήσουμε και να επαναγεννήσουμε αυτή τη χώρα που είναι κομμάτι μας και είμαστε κομμάτι της, που είναι Γλώσσα, Ιστορία και Αίμα μας-Καρδιά και χτύπος της ζωής στο στήθος μας. 
Μας ενώνει η Ανάγκη να εγκυμονήσουμε και να επαναγεννήσουμε ο καθείς τους εαυτούς μας. Όχι ως Έλληνες απογόνους ή ως εκλεκτό λαό, αλλά ως Έλληνες ταπεινούς και σώφρονες, Έλληνες του Μέτρου, της Επι-λογής της Αρετής Έλληνες. 
Άλλωστε, γονιδιακή μας μνήμη δεν αποτελεί και η από καταβολής της Μυθολογίας μας βεβαιότητα περί της ανάληψης του κόστους για την Ύβριν και την Αλαζονείαν;
  
* (Διονύσιος Σολωμός, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», στρ.147)

1. [Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικον, τεύχος 10, Ιούνιος-Αύγουστος 2010]
2. [Δημοσιεύθηκε επίσης στο έντυπο περιοδικό "Φιλοσοφία και Παιδεία", τεύχος 57, Ιανουάριος-Μάϊος 2011]

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

"Η σούτρα της χρυσής αιωνιότητας", Τζάκ Κέρουακ, μετ. Γιάννης Λειβαδάς


«Ο Jack Kerouac γράφει τη «Σούτρα της χρυσής αιωνιότητας» τον Μάιο του 1956, ενθαρρυμένος από τον Γκάρυ Σέντερ, η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1960 από τις εκδόσεις Corinth», όπως διαβάζουμε στον πρόλογο της λιτής και δίγλωσσης έκδοσης (το αγγλικό πρωτότυπο και η ελληνική μετάφραση), των εκδόσεων Απόπειρα. Το συγκεκριμένο έργο του Κέρουακ μεταφράζεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά, από τον ποιητή Γιάννη Λειβαδά.
Η λέξη «σούτρα» είναι σανσκριτική, σημαίνει «συρραφή, ακολουθία» και χρησιμοποιήθηκε σαν ονομασία της ακριβούς καταγραφής των διαλόγων  του Βούδδα με τους μαθητές του. Υπάρχουν αρκετά τέτοια κείμενα-σούτρας, μερικά από τα οποία έχουν αποδοθεί στα ελληνικά και κυκλοφορούν ως εξής: «Η σούτρα της καρδιάς και της υπερβατικής σοφίας. Η διαμαντένια σούτρα» (μετ. Ευστάθιος Λιακόπουλος, εκ. Σωμανούς, Αθήνα, 1999), η σούτρα του έρωτα, το γνωστό Κάμα Σούτρα, αφιερωμένο στις αρχές της απόλαυσης, Η σούτρα του Λωτού (μετ. Πάνος Μπολανάκης, εκ. Κέδρος, Αθήνα 2006), που πρωτοεμφανίστηκε στην Κίνα τον 3ο αιώνα και θεωρείται  ένα από τα λαμπρότερα κείμενα του Βουδδισμού Μαχαγιάνα, οι Yoga sutras του Patanjali, κ.λπ.
Φυσικά, η ίδια Αλήθεια που κηρύσσεται από τον Βούδα υπάρχει και στις παραδόσεις των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής, στα Αιγυπτιακά Μυστήρια, στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, στις ρήσεις του Κρίσνα όπως μας μεταφέρονται στη Μαχαμπαράτα, στον εσωτερικό Χριστιανισμό, αλλά σήμερα επιβεβαιώνεται πλέον  και από τα αποτελέσματα των πειραμάτων πολλών κλάδων της σύγχρονης επιστήμης και ειδικότερα της Φυσικής, μετά την καθοριστική συμβολή του Αϊνστάϊν.
Από τον εμπεριστατωμένο και σύντομο πρόλογο του βιβλίου, γραμμένο από τον ασκημένο στον καίριο ποιητικό λόγο και ταλαντούχο ποιητή και μεταφραστή Γιάννη Λειβαδά, αντλούμε όσα στοιχεία μας χρειάζονται για να προσεγγίσουμε επαρκώς το κείμενο του Κέρουακ.
Η σούτρα του Κέρουακ αποτελείται από «εξήντα έξι αφορισμούς και διαλογισμούς και πεζά ποιήματα», όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή, με τη διαφορά ότι κανένα από τα μέρη, αν και σχεδόν όλα μοιάζουν αυτόνομα, δεν μπορεί να αποκοπεί από τα υπόλοιπα εφ’ όσον το καθένα είναι απαραίτητος κρίκος μιας αλυσίδας που σαν σύνολο υπηρετεί τον εννοιολογικό προσδιορισμό της «χρυσής αιωνιότητας».
Όσο ο αναγνώστης εισέρχεται λέξη τη λέξη όλο και βαθύτερα στη σούτρα αντιλαμβάνεται και συμμετέχει σ’ έναν μαγικό χορό ανάμεσα στις έννοιες και την ουσία τους,  ο οποίος έχει  την ίδια ανοδική ή και καθοδική σπειροειδή κίνηση όπως ακριβώς συμβαίνει με την κίνηση της Ενέργειας στο Σύμπαν.
Η σούτρα ακροβατεί μεταξύ πεζού λόγου με ποιητικά στοιχεία ή ενός ποιήματος με πεζολογικά στοιχεία κι ενός κειμένου όπου οι μεταφυσικές αναζητήσεις του Τζακ Κέρουακ καθώς επίσης και η εντρύφησή του στον Μαχαγιάνικο Βουδδισμό τού έχουν, κατά κάποιο τρόπο, «υπαγορεύσει». Τελικά όμως πέρα από την κατάταξη της σούτρας σε οποιοδήποτε είδος του λόγου, στην ουσία πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν κείμενο εσωτερικής πνευματικής αναζήτησης.
Εδώ πλέον ο κορυφαιος εκπρόσωπος της γενιάς των Μπιτ, εισάγει τη λογοτεχνία στη μεταφυσική. Όχι μόνο λόγω της εξωτερικής μορφής που ακολουθεί το  αφοριστικό ύφος του είδους, αλλά λόγω της ουσίας του περιεχομένου. Καθώς μάλιστα έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε κείμενα που αφορούν την πνευματική αναζήτηση, όπου όμως δεν θεωρούμε απαραίτητο το λογοτεχνικό τους υπόβαθρο ή αρκούμαστε σε έναν ελαφρώς λογοτεχνίζοντα τρόπο γραφής, ο Κέρουακ με τη «σούτρα της χρυσής αιωνιότητας» βάζει ψηλά τον πήχυ όσον αφορά στις απαιτήσεις της αναγνωστικής μας εμβάθυνσης, αντίληψης και απόλαυσης.
Ο μεγάλος λογοτέχνης δεν μιμείται, δεν αντιγράφει και δεν αναπαράγει τα διαβάσματά του, αλλά δημιουργεί ένα κείμενο όπου η βαθειά κατανόηση των βουδδικών παραινέσεων και η έσχατη και ύψιστη αναζήτησή του, η γνώση του Εαυτού, γίνεται προσβάσιμη στον καθέναν από εμάς.
Το κείμενο διατρέχει η αλήθεια του βουδδισμού πως ο κόσμος μας είναι δημιουργημένος από τον Νου, είναι δηλαδή μια Νοητική Απεικόνιση, κι έτσι αυτό που υπάρχει συγχρόνως δεν υπάρχει, όχι με την έννοια της ανυπαρξίας αλλά με την έννοια της Κενότητας. Αυτό που Είναι-Είναι Τίποτα, το Καλό και το Κακό δεν υφίστανται επειδή «Αυτό-που-πάντα-Είναι» είναι Αγάπη και η Αλήθεια είναι το Τίποτα-η Κενότητα. Και αυτό που είμαστε, αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε ενώ βιώνουμε την ταραχή και τον φόβο «μοιάζει/ με τη χρυσή αιωνιότητα όταν παριστάνει πειραματικά/ την αίσθηση της κατάστασης της ταραχής-και-/του φόβου. Ένας άνθρωπος ήρεμος και χαρούμενος/ μοιάζει με τη χρυσή αιωνιότητα όταν παριστάνει/ πειραματικά αυτήν την εμπειρία. Ένας άνθρωπος που/ βιώνει την Αισθανόμενη Ύπαρξή του μοιάζει με τη/ χρυσή αιωνιότητα όταν το παριστάνει κι εκείνη. Ένας/ άνθρωπος που δεν κάνει σκέψεις είναι σαν τη χρυσή/ αιωνιότητα που παριστάνει πως είναι ο εαυτός της. Γιατί/ η κενότητα των πάντων δεν έχει αρχή ούτε τέλος/ και είναι αυτήν τη στιγμή άπειρη». (αφορ. Νο 33)
 
«Κοίταξε το μικρό σου δάχτυλο, η κενότητά του
δεν διαφέρει από την κενότητα του απείρου» (Νο 58)

«Ψηλά στον παράδεισο δεν θα τις θυμάσαι όλες αυτές
τις πλάνες σου. Ούτε καν θα αναστενάξεις «Γιατί;»
Είτε ως ατομική σκόνη είτε ως τεράστιες πόλεις, ποια η
διαφορά σ’ όλο αυτό το πράγμα. Το δέντρο παραμένει
ένας ουζοπότης…» (Νο 60)

Ο Γιάννης Λειβαδιάς ασκημένος, όχι μονάχα στη μετάφραση, αλλά ειδικότερα στο έργο του Κέρουακ (Τριστέσσα, εκ. Ηριδανός, Αθήνα 2009, Μέξικο Σίτυ Μπλουζ, Ηριδανός, Αθήνα 2009,  Ποιήματα, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007,  Πικ, εκ. Απόπειρα, Αθήνα 2008, Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκ. Απόπειρα, Αθήνα 2007, Γραφές της Αιωνιότητας, εκ. Απόπειρα, Αθήνα 2006), ποιητής και ο ίδιος, παράμετρος ιδιαιτέρως σημαντική για όποιον ερωτοτροπεί με την ιδέα και τη διάθεση να μεταφράσει ποίηση και όχι μόνο, μια που αφ’ ενός η καιριότητα και αφ’ ετέρου η διατήρηση του αυθεντικού και του αυτούσιου είναι ζητούμενα μιας καλής μετάφρασης, κάνει κι εδώ πολύ καλή δουλειά.

Η παράθεση του Αγγλικού κειμένου είναι στα συν της έκδοσης, αλλά και στα υπέρ της μεταφραστικής εργασίας του Γ.Λ. Η προσπάθειά του μάλιστα να μεταφέρει στον αναγνώστη  τη συναισθηματική και νοητική «ουδετερότητα», που έτσι κι αλλιώς είναι το ζητούμενο για την αντίληψη της Αλήθειας στα Βουδιστικά κείμενα και όχι μόνο,  επιλέγοντας τις κατάλληλες λέξεις, χωρίς καθόλου να μας στερήσει την εννοιολογική και αισθητηριακή απόλαυση και παραμένοντας σχεδόν απολύτως πιστός στο ύφος  και την κυριολεξία του πρωτοτύπου, είναι αξιοσημείωτη και αξιέπαινη. Διότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν υποπίπτει στην ευκολία και την προχειρότητα, αλλά ούτε παρασύρεται στην εκζήτηση, προκειμένου να αποδοθούν στα Ελληνιά η λεπτότητα και η ιδιαιτερότητα των φιλοσοφικών εννοιών που λέγονται ή υποκρύπτονται.
Η "Σούτρα της χρυσής αιωνιότητας" είναι ένα βιβλίο απαραίτητο όχι μόνο για τον  οδοιπόρο  ενός πνευματικού μονοπατιού, αλλά για τον κάθε αναζητητή της Αλήθειας που είναι η Γνώση του Εαυτού. Είναι απαραίτητο για τον κάθε έναν που ενδιαφέρεται ν’ ανακαλύψει ότι το να γίνεσαι οπαδός ερμηνειών περί της Αλήθειας ή και των ερμηνευτών τους είναι στην πραγματικότητα δρόμος που σε απομακρύνει όλο και περισσότερο από το καθαυτό ζητούμενο που είναι η Αλήθεια. Και η Αλήθεια δεν μπορεί να είναι άλλο από Ελευθερία - η Αποδέσμευση μας δηλαδή από κάθε προσκόλληση - αλλά και Μοναχικότητα. 
 
«Όταν κατανοήσεις τη γραφή πέτα την. Αν δεν
μπορείς να την κατανοήσεις αυτήν τη γραφή, πέτα την.
Εμμένω στην Ελευθερία σου.» (Νο 45)

[Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη ηλεκτρονικό περιοδικό "Βακχικόν", τεύχος 9]
["Η σούτρα της χρυσής αιωνιότητας", Τζάκ Κέρουακ, μετ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 2009]