Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ (Προδημοσίευση)


1.

CaCl
Ώρα 3.00 π.μ. στο κέντρο της πόλης

Ἔκλεισε μέ δύναμη τό φερμουάρ τοῦ μαύρου σακιδίου του. Προηγουμένως, εἶχε ἐλέγξει τέσσερις φορές τό περιεχόμενο. Φόρεσε τήν περούκα μέ τά μακριά ξανθά μαλλιά καί μετά κόλλησε ἕνα ξανθό καί ψιλογκριζαρισμένο μουστάκι, κάνοντας τήν κίνηση, ἀπό πείρα, στόν ἀέρα.
Ἔστρωσε τό μαῦρο μαντήλι στό λαιμό του, δένοντας τίς ἄκρες του πίσω ἀπό τόν σβέρκο. Τό ἄγχος του γιά τό περιεχόμενο τῆς τσάντας εἶχε χτυπήσει κόκκινο. Ἑτοιμάστηκε νά τήν ἀνοίξει ἀκόμα μιά φορά, ἀλλά ἀντιστάθηκε στόν πειρασμό.
Πῆρε ἀπό τό κρεβάτι, ὅπου ἦταν ὥς τώρα πεταμένο τό μαῦρο πέτσινο μπουφάν του, καί βιαστικά προσπάθησε νά τό κουμπώσει ὅμως, γιά μιάν ἀκόμη φορά, τό φερμουάρ του σκάλωσε.
Σιχτίρισε ἀπό τά νεῦρα. Τά μακριά νευρώδη του δάχτυλα ἐπέμειναν μέ ἄτσαλες κινήσεις. Κοίταξε τό ἠλεκτρονικό ρολόϊ πάνω στό κομοδίνο του, πού σιωπηλά ἀλλά ἀμείλικτα χρονομετροῦσε, ἐνῶ ἡ ἀντήχηση τοῦ βίαιου καλπασμοῦ τοῦ χρόνου στό μυαλό του ἦταν ἐκκωφαντική, καθώς πλησίαζε ἐπικίνδυνα γρήγορα στό ὁριακό σημεῖο. Καί 'κεῖνος ἀκόμη δέν εἶχε ξεκινήσει.
Τελικά τά κατάφερε. Τό τράβηξε ὥς τό τελευταῖο χιλιοστό τοῦ γιακά, μέ τό ἕνα χέρι σήκωσε τό σακίδιο περνώντας το στόν ὦμο καί μέ τό ἄλλο βούτηξε τό κράνος, πού εἶχε φροντισμένα ἀκουμπήσει στό γραφεῖο του.
Τό μυαλό του δούλευε πυρεττωδῶς, ἄν καί ὀργανωμένα, παρ' ὅλο πού ἦταν χωρισμένο σέ διάφορες λειτουργίες συγχρόνως: ἀπό τή μιά προσπαθοῦσε νά κάνει ξανά καί ξανά ἔλεγχο σ' ὅλη του τήν προετοιμασία, ἀπό τήν ἄλλη, σκεφτόταν κάθε μικρή κίνηση ἀπό ὅσες θά ἐπακολουθοῦσαν στήν πορεία τῆς νύχτας καί, παράλληλα, φρόντιζε νά θυμᾶται ἐπαναλαμβάνοντας τίς ὑπόλοιπες ὑποχρεώσεις τῆς συνήθους καθημερινότητάς του.
Δυνάμωσε τήν ἔνταση τοῦ μικροῦ στερεοφωνικοῦ, πού βρισκόταν στό πρῶτο ράφι τῆς σκούρας βιβλιοθήκης. Ὄχι τόσο δυνατά πού νά ἐνοχλεῖ, ἀλλά σέ τέτοιο βαθμό πού ν' ἀκούγεται, τουλάχιστον, ὥς ἔξω ἀπό τήν πόρτα του, ἄν κάποιος τύχαινε νά περάσει ἀπό 'κεῖ.

Ἄνοιξε μαλακά τήν ἐξώπορτα καί βγαίνοντας στόν μακρύ στενό διάδρομο τοῦ ὀρόφου του ἀφουγκράστηκε τό πνιχτό σκοτάδι. Γνώριζε ὅλους τούς ἤχους τῆς νύχτας ἀπό τή συγκεκριμένη γειτονιά, ἀπό τά διπλανά του διαμερίσματα. Τράβηξε ἀργά τό πόμολο κι ἔκλεισε τήν πόρτα ἀθόρυβα πίσω του.
Δέν ἄναψε κανένα φῶς. Ἔφτασε μέχρι τά σκαλοπάτια τοῦ κλιμακοστασίου καί τά κατέβηκε στά τυφλά, νυχοπατώντας σάν τή γάτα. Φτάνοντας στό ἰσόγειο, κοίταξε νά δεῖ ἄν ὑπῆρχε γείτονας ἤ τυχαῖος περαστικός τριγύρω καί ὕστερα προχώρησε ὥς τήν κεντρική εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας.
Προσπάθησε νά διακρίνει κάποια κίνηση ἤ παρουσία στό πεζοδρόμιο ἤ καί στόν δρόμο, κι ἀφοῦ τίποτα δέν κινιόταν, πετάχτηκε, τρέχοντας σχεδόν, ὥς τήν ἀπέναντι πλευρά, πού ἦταν παρκαρισμένη ἡ πολλῶν κυβικῶν μηχανή του.
Κρέμασε τό σακίδιο στήν πλάτη του, καβάλησε φορώντας συγχρόνως τό μαῦρο μάτ κράνος του, μισοκατέβασε τή σκούρα φυμέ ζελατίνα, ἔβαλε τό κλειδί στή μίζα ξεκλειδώνοντας πρῶτα τό τιμόνι, καί πάτησε τό μπουτόν τῆς ἠλεκτρονικῆς ἀνάφλεξης.
Ξεπάρκαρε μαλακά, ἄν καί μέσα του ἔβραζε ἀπό ἀνυπομονησία καί ὅλες του οἱ αἰσθήσεις ἦταν τεντωμένες ἀπό τό ἄγχος, καί μέ προσοχή, μή καί ζημιώσει τ' αὐτοκίνητα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα ἦταν σφηνωμένος.
Γέμισε τήν πρώτη δίνοντας μερικές παραπάνω στροφές στό γκάζι, πράγμα πού ἔκανε ν' ἀκουστεῖ δυνατά μέσα στήν ἐκκωφαντική ἡσυχία τό κλείδωμα τῆς ταχύτητας, καί σέ μερικά ἑκατοστά τοῦ δευτερολέπτου τόν κατάπινε ὁ μισοφωτισμένος δρόμος.

Ἔφτασε σ' ἕνα μικρό στενό στήν ἀνατολική ἄκρη τῆς πόλης...