Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Νατάσα Κεσμέτη, "Νησί από ελαφρόπετρα"


Το νερό δεν έχει σχήμα, δεν έχει χρώμα. Παίρνει το σχήμα και το χρώμα του υλικού εντός του οποίου περιέχεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει το σχήμα και το χρώμα των ηρώων της Νατάσας Κεσμέτη στο «Νησί από ελαφρόπετρα», αλλά επίσης το σχήμα και το χρώμα της μνήμης και όλου του εσωτερικού κόσμου της συγγραφέως.
Ταυτόχρονα το νερό διαρρέει όλα τα διηγήματα της συλλογής και λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους. Το νερό περιβρέχει το «νησί από ελαφρόπετρα» αλλά και το διαπερνά. Πλάσματα νερένια το περιποιούνται και το περιφυλάσσουν.
Ωστόσο το βιβλίο είναι στέρεο και γαιώδες. Κι αυτό αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της ικανότητας της Ν.Κ., της «κυρίας Νηρού» ή «Ρανούς», του «Νηρίτη», που διαπλέκεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ηρώων της, περιπλεκόμενη η ίδια, και που δεν περιορίζεται μόνο στις κλασικές λογοτεχνικές αναζητήσεις περί ζωής, αλλά προβληματίζεται και γι’ αυτή καθαυτή την ποιότητα και την αναγκαιότητα της ίδιας της λογοτεχνίας, ειδικότερα μάλιστα στις μέρες μας.
Από το πρώτο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο «Τροφώς» ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι δεν έχει να κάνει με μια «εύκολη» λογοτεχνία. Κι όμως δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του.
Και δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, αυτό στην ηδονή που προκαλεί ο κατακλυσμός των λέξεων, που μόνο σε τυχαία επιλογή δεν βασίζεται, αλλά οι πολυποίκιλες αισθητικές και έσω-έξω αισθητηριακές κλιμακώσεις, οι οποίες συχνά φτάνουν τον αναγνώστη στο αίσθημα βαθειάς πληρότητας, κατάσταση η οποία είναι αφ’ ενός προϋπόθεση κι αφ’ ετέρου υποχρέωση της λογοτεχνίας.
Σκέφτεσαι διαβάζοντας, αλλά δεν θέλεις να σκεφτείς. Νιώθεις. Και δεν θέλεις να σωπάσεις. Θέλεις να κρατήσεις και συγχρόνως να μοιραστείς τις «πεταλούδες» που μέ κάθε νεύμα-κάλεσμα της κυρίας Νηρού ή Ρανούς σηκώνονται από τις μυστικές φωλιές τους, από τη νάρκη τους και φτερουγίζουν προς το φως που ξεχύνεται παντού ένα γύρω και λαμποκοπά και φωτίζει της ψυχής τα πείρατα και γαργαλούν κι αυτού του σώματος την ευδαιμονία: «Κι εσύ υπάρχεις».
Η ψυχή του αναγνώστη συναντάει επιτέλους το αληθινό. Το αναγνωρίζει. Η πλοκή των κειμένων δεν στήνεται για να γίνει είδος του λόγου, αλλά οι λέξεις υπηρετούν ό,τι προϋπάρχει: της καρδιάς τα πάθη, το πλάνταγμα, τις βαθειές οδύνες, το άνοιγμα.
Όταν η δύναμη του λόγου ξεχειλίζει χωρίς να υπηρετεί τίποτα ψεύτικο, τίποτα δήθεν, αλλά όταν κάθε λέξη συνηθισμένη ή σπάνια – δείγμα μιας ακμαίας νοητικής ικανότητας κι ενός συναισθηματισμού όχι βολεμένου στις επιδερμικές ψυχο-ερμηνείες, αλλά βυθισμένου στην αναζήτηση και τη γνώση καταστάσεων που φτάνουν μέχρι τις ρίζες της ατομικής ύπαρξης που είναι ξεχωριστή και συνάμα αλληλένδετη με τις υπόλοιπες – υπηρετεί τον εναλλασσόμενο ρυθμό της καρδιάς, άλλοτε ταχύ άλλοτε άρρυθμο, αγωνιώδη, πάσχοντα, συμπάσχοντα, νευρώδη, ατίθασο, σπηλαιώδη, ευγνωμονούντα, διαμπερή, συμπάλλοντα.
Κανονικά αδυνατώ να επιλέξω κάποιο κείμενο που να υπερτερεί ή να υστερεί. Όλα δυνατά, εφάμιλλα. Το καθένα με τον τρόπο του και για τους λόγους που γράφηκε. Το καθένα ένα διαμάντι. Καλοδουλεμένο χωρίς προεξοχές, γωνίες, ακατέργαστα στοιχεία.
Η επιμονή στη λεπτομέρεια, η οποία όμως δεν γίνεται εμμονή, χαρακτηρίζει την Ν.Κ.. Λατρεύει να περιγράφει επιμελώς την απαρατήρητη λεπτομέρεια, που εντέλει χαρακτηρίζει τη μοναδικότητα ενός εκάστου.
Η πένα της στριφογυρίζει γύρω από πρόσωπα, καταστάσεις, αντικείμενα, γεγονότα, συνθήκες ζωής και παράλληλα ανατέμνει σε βάθος, εισχωρεί στο αντικείμενο της παρατήρησής της, χωρίς να ναρκισσεύεται. Διαγράφει σπειροειδείς κινήσεις ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας επίπεδα παρατηρητικότητας και καταγραφής λεπτομερειών, που οδηγούν τόσο την ίδια τη συγγραφέα όσο και τους αναγνώστες της σε λεπτεπίλεπτα και ιδιαίτερα εσωτερικά επίπεδα νοητικής και συναισθηματικής υφής. Και το πράττει χωρίς να βιάζεται, χωρίς να χρονοτριβεί. Δίνει χώρο και χρόνο. Και μοιάζει να έχει βρει τη χρυσή τομή ώστε να μην απολέσει το ενδιαφέρον όποιου θα εμβαπτισθεί στα κείμενά της.
Οπωσδήποτε τη σπάνια αυτή της ικανότητα δεν την οφείλει μόνο στην 35ετή της εμπειρία από την ενασχόληση με το λόγο, ούτε και στην εμπειρία ζωής με την οποία έχει ως τώρα προικιστεί. Είναι αυτό το κάτι πίσω και πέρα από τις λέξεις. Είναι της ψυχής το φτεροκόπημα που σαρκώνεται και σαρκώνει το λόγο, που χαρίζει ποιότητα σ’ αυτή την ίδια τη ζωή και τα τεκταινόμενά της. Αλλιώς είναι προτιμότερη η σιωπή. Υπάρχει πολλαπλάσιο κέρδος άλλωστε από αυτή.
Και δεν έχω παρά να συμφωνήσω με όσους τεχνίτες του λόγου («Καμωμένα από Νηρίτη», σελ. 185, ο πρώτος, που «είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, ο δεύτερος ο «ποιητής» και ο τρίτος, το «πολύ σκληρό… κοχύλι») που είδαν και αναγνώρισαν αυτό το κάτι, και άλλα κάτι συγχρόνως, όπως το προσωπικό της στυλ γραφής, παρά που σε μερικά σημεία έχει και τις λογοτεχνικές του αναφορές, και την παρότρυναν. Όμως είναι σημαντικό κάτι επίσης να υποψιάζεσαι ή και να γνωρίζεις και ο ίδιος τις επιρροές και να ασκείσαι συνεχώς και συγχρόνως παλεύοντας ν’ αποφύγεις τις παγίδες της ταύτισης, ώστε να τις υπερβείς, βρίσκοντας και χρησιμοποιώντας εντέλει την ιδιαιτερότητα της δικής σου φωνής.
Η Ν.Κ. πιστεύει ότι η θεραπεία βρίσκεται στο να «διορθώσουμε τα μάτια μας» κι αυτό προσπαθεί. Να μας βοηθήσει «να βλέπουμε με τα μάτια των νεκρών την Ιερότητα» («Εικαστική λογοτεχνία» ή «νησί από ελαφρόπετρα», σελ. 159), όπου «Ιερότητα» είναι τόσο η ζωή όσο κι η λογοτεχνία.
Άλλωστε, τόσο ο ζωντανός, ο Παρών αναγνώστης όσο κι ζωντανός, ο Παρών συγγραφέας πρέπει «ισόβεια και ιώβεια να υπομένουν» και «να δειπνούν αργά-αργά τη Σκιά τους» («Καμωμένα από Νηρίτη»).
Εν κατακλείδι, το «Νησί από ελαφρόπετρα» είναι μια εξαίρετη συλλογή διηγημάτων που σε κρατάει εδώ, παρόντα στο παρόν των κειμένων, και σε αποτρέπει από το να γίνεσαι απλώς χρονοφάγος φυλλομετρητής. 

[Νατάσα Κεσμέτη, Νησί από ελαφρόπετρα, Διηγήματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008]


[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 8, Δεκέμβριος 2009-Φεβρουάριος 2010] 

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Συνεντευξη στο "Βακχικόν" για το μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ"

Τα πάντα ανατράπηκαν μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Ξαφνικά η Χαλκιδική έγινε Λευκάδα και το κάμπινγκ έδωσε τη θέση του σ' ένα δωμάτιο μιας μονοκατοικίας 5 χλμ έξω από τη Χώρα. Στο διάστημα της -εκεί- παραμονής μου, με συντρόφευε το δεύτερο μυθιστόρημα της κ. Ζαχαροπούλου (σε απάντηση των κακεντρεχών σχολίων περί ρεμβάσματος). Στο νησί, λοιπόν, των Βαλαωρίτη και Σικελιανού προσπάθησα ν' ανακαλύψω αν και εφόσον "Η Ζωή Είναι Εδώ". Είναι τελικά; Και ποιός θα μπορούσε να δώσει μια πιο κατατοπιστική απάντηση από την ίδια τη δημιουργό. Κάπως έτσι, λοιπόν, κλείστηκε η συνάντηση μας. Απόγευμα Σαββάτου, ενώ κοντοζύγωνε το τέλος του καλοκαιριού, το ραντεβού είχε κανονιστεί στη γωνία Ναυαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής (για τους γνωρίζοντες). Καθίσαμε με τη συγγραφέα στο ξύλινο τραπέζι και συζητήσαμε παρέα με παγωμένο λευκό κρασί και μπόλικους φίλους στα πέριξ. Ακολουθεί μία γεύση για το τι διαδραματίστηκε :

Στο τελευταίο σας βιβλίο περιγράφετε δύο 24ωρά της ζωής έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που στην πραγματικότητα αφορούν μόλις τρείς... Εξηγήστε μας ποιοι είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές; 

Είναι νέοι, στην ηλικία των τριάντα με τριάντα πέντε χρόνων και ένας περίπου πενηντάρης. Ζουν μίαν άνετη -οικονομικά- ζωή και κάποιοι είναι καριερίστες. Πρόκειται για κατοίκους μιάς σύγχρονης μεγαλούπολης, διαθέτουν κοινωνικές γνωριμίες αλλά βιώνουν την απομόνωση και το ανεκπλήρωτο, όπως και αρκετοί άνθρωποι γύρω μας στο σήμερα. Το είδος της ζωής που κάνουν τους έχει αναγκάσει να έχουν κάποια μυστικά. Αυτά διαπλέκουν τις ζωές τους... περιπλέκοντάς τους και, έτσι, το μυθιστόρημα τούς συναντά και τούς παρακολουθεί σ’ αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο.

Ποιοι λόγοι έχουν οδηγήσει τους ήρωες σας σ’ αυτή τη διπλή ζωή;

Το γεγονός ότι έχουν αρνηθεί ν’ αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους, κατά πρώτον, και τις επιθυμίες και τα θέλω τους, εν συνεχεία. Είναι μια κατάσταση που συμβαίνει συχνά και σε πολλούς από εμάς. Όχι ακριβώς όπως συμβαίνει στους ήρωες του βιβλίου, αλλά κατ’ αναλογίαν.
Και αυτή η άρνηση της πραγμάτωσης των βαθύτερων επιθυμιών μας, που μπορεί να προκαλείται από πολλές καταστάσεις και κυρίως από φόβο, μας οδηγεί με τη λογική να βρίσκουμε αρκετές δικαιολογίες για την επιλογή να κάνουμε μια ζωή πολύ διαφορετική από αυτήν που χρειαζόμαστε και που μας εκφράζει. Αυτό δημιουργεί πολύ θυμό. Δημιουργεί συναισθηματικές εκρήξεις, οι οποίες όταν δεν εκφράζονται, συστρέφονται και γεννούν νοσηρότητα. Πολλές φορές μοιάζει να είμαστε θύματα των επιλογών κάποιων άλλων, που έχουν αποφασίσει πριν από εμάς για μας, για το είδος της ζωής μας και την εξέλιξή της. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε όλοι ότι η ευθύνη είναι ατομική. Αυτό μας θυμώνει περισσότερο, έστω κι αν διαλέγουμε τρόπους οικτρά βίαιους για να ξεσπάσουμε την ακόρεστη εσωτερική μας οργή.

Τι είναι αυτό που μας φρενάρει να πετάξουμε αυτά που μας "χαλάνε";

Νομίζω ο φόβος. Ο φόβος απέναντι στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, αφού είμαστε κοινωνικά όντα, και φυσικά απέναντι στον εαυτό μας. Έχουμε μεγαλώσει και έχουμε γαλουχηθεί με πρότυπα που αδυνατούμε να ξεφύγουμε. Φοβόμαστε την απόρριψη. Την απόρριψη των γύρω, την απομόνωση. Πασχίζουμε να χτίσουμε έναν χαρακτήρα και μια ζωή που θα είναι αποδεκτά. Κάθε στραβοπάτημα που πιθανόν να ραγίσει την εικόνα φαίνεται να είναι οδυνηρό. Δεν αντέχεται. Επίσης, το κενό και το ανικανοποίητο, το αίσθημα της διαρκούς έλλειψης είναι διαδικασίες επώδυνες.

Ξέρουμε τον τρόπο για να τα αποβάλλουμε;

Ίσως και να τον ξέρουμε, αλλά όσο παραμένουμε στην ίδια κατάσταση, εκείνο που υπολογίζουμε είναι το κόστος. Είναι μια κατάσταση που δημιουργεί αφ’ ενός μια μόνιμη γκρίνια κι αφ’ ετέρου διαιωνίζει το βόλεμα. Οι ήρωες του μυθιστορήματος πάντως, όταν βρίσκονται στη δική τους οριακή στιγμή ρισκάρουν να σπάσουν τους καθρέφτες  τους. Ο ένας μάλιστα στη θέση τού σπασμένου δεν βάζει έναν άλλον καινούργιο. Γιατί και τότε θα έβλεπε το είδωλο που θα ήθελε και τον εξυπηρετούσε. Σπάζει τον καθρέφτη του για να δει τον εαυτό του. Τον βλέπει και τον αποδέχεται. Δεν τον αντιμετωπίζει όμως. Και σ’ εκείνο το σημείο ξαναβρίσκει τον άνθρωπο μέσα του. Βρίσκει την καρδιά του. Αλήθεια, σε ποιάν άκρη βρίσκεται η καρδιά μας μέσα στη ζωή μας; Μέσα στην καθημερινότητά μας;

Γιατί όμως δίνουμε περισσότερη σημασία σε αξίες που μας κάνουν λιγότερο ευτυχισμένους;

Οι ήρωες του βιβλίου ζουν το σήμερα στο έπακρο. Όπως κι ο κάθε ζωντανός άνθρωπος δίπλα και γύρω μας, πίστεψαν κι αυτοί βασισμένοι στο μοντέλο της ζωής και τις εμπειρίες τους πως οι εξωτερικές αναζητήσεις, η υλική εξασφάλιση και το κυνήγι όλων αυτών των καταστάσεων που ονομάζουμε επιτυχία και επιτυχημένη ζωή, θα τους έκανε να αισθανθούν και εσωτερικά ασφαλείς και πλήρεις. Όμως ποιες είναι οι αξίες που έχουμε σήμερα; Κανονικά η αξία σαν έννοια δεν θα έπρεπε να διαχωρίζεται σε αξία που μας κάνει περισσότερο ευτυχισμένους και σε αξία που μας κάνει δυστυχισμένους. Η αξία δεν μπορεί να ορίσει το μέτρο της ευτυχίας γιατί ορίζεται από εμάς, όπως επίσης και το μέτρο της ευτυχίας ή της δυστυχίας ορίζεται από εμάς. Οπότε σημασία έχει αν υπερτιμούμε πράγματα και καταστάσεις των οποίων η αξία εκ προοιμίου είναι χαμηλή. Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε κατεβάσει εμείς οι ίδιοι τον πήχυ της ευτυχίας μας. Και στο "γιατί" της ερώτησής σας καλείται να απαντήσει ο καθένας μας ατομικά : Τι χρειάζομαι; Τι είμαι; Ποιος είμαι; Ποιο είναι το μέτρο μου; ποια η αποτίμηση του εαυτού μου;

Από πού ορμώμενη γράψατε αυτό το αφήγημα-μυθιστόρημα;

Αφορμές πήρα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και είναι ένα κομμάτι πραγματικότητας που βιώνουμε όλοι μας, όπως επίσης και τα αδιέξοδα μέσα στα οποία έχει περιπλακεί η ζωή μας.

Πόσο τυχαία είναι η επιλογή των χαρακτήρων σας;

Δεν είναι καθόλου τυχαία, αν και ο ένας ήρωας, ο τρομοκράτης, θα μπορουσα να πω ότι αυτοπαρουσιάστηκε μπρος μου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι ήρωες ζουν κομμάτια πραγματικής ζωής πραγματικών ανθρώπων, που ορισμένες συγκυρίες της ζωής διασταυρώθηκαν μαζί μου.

Και γιατί επιλέξατε αυτούς τους χαρακτήρες και οχι άλλους;

Γιατί ακριβώς κοίταξα γύρω μου, κοντά μου, πολύ κοντά μου. Και έπαθα σοκ. Και το σοκ μάλλον ήταν ότι η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από αυτό που νόμιζα ότι είναι πραγματικότητα.  Δεν γνωρίζω μόνο ανθρώπους σαν τους ήρωες του βιβλίου, οπωσδήποτε, αλλά οι άνθρωποι αυτοί είναι στα διπλανά μας σπίτια. Το φαίνεσθαι και η υποκρισία που διακρίνει την οικογένεια και την κοινωνία τους ντύνει με τα καλά τους, τους μακιγιάρει, τους λουστράρει και προσπαθεί να θολώσει την οπτική και την κρίση των υπολοίπων,  μειώνοντας  τα συμβαίνοντα ή προσπαθώντας να μηδενίσει τις συνέπειες, και φτάνοντας κάποια στιγμή στο σημείο να τους εξιλεώσει ή και να τους οδηγήσει στη κάθαρση χαρίζοντάς τους απλόχερα μεγαλόσχημους τίτλους και εξιδανικευμένα κοινωνικά προφίλ. Δεν ισχυρίζομαι ότι τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν την πλειοψηφία, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι μειοψηφία. Το θέμα είναι αν τελικά μας συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στους ήρωες του βιβλίου : αν δηλαδή παραδεχόμαστε μπροστά στον καθρέφτη μας την αλήθεια κι αν μετά από αυτό αναζητούμε το φως.

Ως αναγνώστρια και όχι ως δημιουργός ποιά σημεία θα ξεχωρίζατε απο το βιβλίο;

Όσο και να το θέλω  η αλήθεια είναι πώς  δεν μου είναι εύκολο να ξεχωρίσω κομμάτια του.
Θα σας μεταφέρω όμως τις απόψεις κάποιων ήδη αναγνωστών, που μου έχουν πει τη δική τους γνώμη. Κάποιοι θεωρούν πολύ δυνατό το πρώτο κεφάλαιο, κάποιοι άλλοι την ερωτική συνάντηση της Bianca και του Night Walker, ορισμένοι  βρίσκουν ενδιαφέροντες τους διαλόγους του chatting, κάποιοι άλλοι το κεφάλαιο όπου ο Nero βιώνει τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής του, κάποιοι το τελευταίο κεφάλαιο, ορισμένοι το κεφάλαιο με τη γρήγορη εναλλαγή των γεγονότων που έχει πολύ και εναλλασσόμενη δράση και κάποιοι, επίσης, σοκαρίστικαν από τις συνθήκες της ζωής που περιγράφονται.

Στην αρχή του βιβλίου αναφέρετε μια φράση του Χάνεκε. Πόσο επηρεάζει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις η συγκεκριμένη  ιδεολογία?

Επειδή το "εγώ" περισσεύει καθημερινά σε όλο το φάσμα των σχέσεών μας, αυτό συνιστά φασισμό. Ο φασισμός χρειάζεται την απομόνωση και την περιχαράκωση. Την εσωτερική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είτε ατομική είτε συλλογική που ο αποκλεισμός περισσεύει και η ανταλλαγή της καρδιάς δεν συμβαίνει, υπάρχει φασισμός. Ο φόβος του να συνυπάρξεις ή να μοιραστείς, η αρπακτικότητα με το πρόσχημα του εδώ και τώρα, ο φόβος κάθε πιθανής απώλειας διατηρεί ή εφευρίσκει όλο και περισσότερες ευκαιρίες και κανόνες δεσμεύσεων και ελέγχου.  Αυτού του είδους οι συμπεριφορές είναι φασιστικές ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος μέσα σε μία σχέση επιλέγει το ρόλο του θύματος. Ο φασισμός δεν ασκείται μόνο από εκείνον που έχει τον έλεγχο, αλλά και από εκείνον που τον αποδέχεται είτε προσπαθεί να τον αποτινάξει είτε επειδή καταπιέζεται και συνθλίβεται. Ο φασισμός σε συλλογικό ή ατομικό επίπεδο έχει πάντα αναφορά στη μονάδα. Όπως και κάθε τι. Και τελικά, για να κάνουμε μία ακόμη σύνδεση του φασισμού ως μότο του βιβλίου και των ηρώων του, όταν θέλεις μονάχα να παίρνεις τα πάντα που θεωρείς ότι δικαιούσαι και να επιβάλλεις το δικό σου τρόπο σκέψης ή αντίδρασης στα πράγματα, τι άλλο υπάρχει εκτός από από φασισμός;

Τελικά "Η Ζωή είναι εδώ" ή "Η Ζωή είναι αλλού"  κατά Κούντερα;

Ο Γιάρομιλ, ο ήρωας του Κούντερα, ψάχνει τη ζωή αλλού από εκεί που είναι. Είναι κι αυτός απομονωμένος εξαιτίας της μητρικής αγάπης που τον κυνηγά και που έχει σκηνοθετήσει τη ζωή του και εξαιτίας των ευαισθησιών του, που του δημιουργούν πρόβλημα στη ζωή και τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Γίνεται τελικά οπαδός του καθεστώτος και καταδότης. Και οι ήρωες του «H Ζωή είναι εδώ» βρίσκονται σ’ ένα παρόμοιο οριακό σημείο με τον Γιάρομιλ. Αναζητούν τη ζωή, που είναι από άλλους "έτοιμη", είτε από φόβο να ακολουθήσουν το δρόμο που θέλει η καρδιά τους, είτε εγκλωβισμένοι σε στρεβλές πεποιθήσεις για το τι είναι ζωή και ειδικότερα τι θεωρείται "επιτυχημένη ζωή, κοινωνικές σχέσεις και καριέρα". Όμως υπάρχει ένα οριακό σημείο στους ήρωες του "Η Ζωή είναι εδώ" : θα πρέπει να διαλέξουν αν θα μείνουν με τη σκοτεινή τους πλευρά ή αν θα αποφασίσουν να αφήσουν το φως να γλιστρήσει από μια χαραμάδα και να γίνει δρόμος τους. Τελικά ανακαλύπτουν ότι η ζωή δεν ήταν εκεί που την ζούσαν αλλά εδώ που ετοιμάζονται να βαδίσουν τώρα. Η ζωή άλλωστε είναι πάντα εκεί που είμαστε ολόκληροι : mε το σώμα, τον νου και την καρδιά μας.

H Nατάσα Ζαχαροπούλου είναι συγγραφέας και ποιήτρια. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Ίχνος κραγιόν η νύχτα" (Ανατολικός, 1996) και "Η Ζωή είναι εδώ" (Ανατολικός, 2009), τις συλλογές διηγημάτων "Κι ας με ταξιδεύεις όπου" (Λύχνος, 1995) και "Όπου ορίζει το φιλί" (Ανατολικός, 1999) και τις ποιητικές συλλογές "Να σ' έχω" (Λύχνος, 1995) και "Ατμός" (Ανατολικός, 2008). 

Βακχικόν, τεύχος 7, 2-11-2009 

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Παρουσίαση του βιβλίου "Η ζωή είναι εδώ"

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Κριτικό σημείωμα της Μαρίας Μαρκαντωνάτου για το μυθιστόρημα "Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ"

Στο πρώτο μυθιστόρημα της Νατάσας Ζαχαροπούλου: « Ίχνος κραγιόν η νύχτα» επισημάναμε αρετές όπως: ικανότητα σύνθεσης, νεύρο και τόλμη, αλλά και μια ευκολία γραφής που συχνά παρασύρει, μυθιστορηματική απόπειρα με τις συνήθεις αδυναμίες πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Στο δεύτερο μυθιστόρημά της η Ν.Ζ.,με πιο ώριμη ματιά, κάνει μια κατάδυση στο χάος της σύγχρονης μεγαλόπολης ανασύροντα πρόσωπα εγκλωβισμένα ανάμεσα στα θέλω τους και τα θέλω των γονιών τους ή και τις επιταγές της Ανάγκης, παρακολουθεί τον αγώνα και την αγωνία τους για μια έστω μικροαπόδραση, ως την έξοδο προς μια πιο ανθρώπινη εκδοχή, μέσα από το δικό τους , πρωτίστως, εσωτερικό προχώρημα.
Με όρους που τείνουν σιγά-σιγά να επικρατήσουν στο λεγόμενο « παγκόσμιο χωριό», οι ήρωες της Ν.Ζ. μοιάζουν δέντρα δίχως ρίζα βαθειά, αρπάζονται απ΄ό,τι βρουν, για να μη ξεριζωθούν, όπως είναι Διαδικτυακή δυνατότητα, η δήθεν ισχύ που εξασφαλίζει η μυστική συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, η ψευδαίσθηση μιας υπερύπαρξης μέσω κερδοφόρων, για τους επιτήδειους, τελετών, πράγματα που συνιστούν, εν τέλει, έλλειμμα συλλογικής ταυτότητας.
Κατά τον γνωστό τρόπο, ο αφηγητής- συγγραφέας παρακολουθεί, κατά κεφάλαια, τους πρωταγωνιστές και τη ζωή τους, όπως αυτή εξελίσσεται σε δύο εικοσιτετράωρα, ενώ, με τη μέθοδο του συνειρμού ή της αναδρομής, ο αναγνώστης πληροφορείται σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους.
Η γραφή, κοφτή και ασθμαίνουσα- στους ρυθμούς της εποχής μας, αποτυπώνει δραστικά στάσεις και συμπεριφορές, σκέψεις και ψυχικές εντάσεις, σκιτσάρει με μαεστρία,σκιαγραφεί, ζωγραφίζει. Κάποτε χαλαρώνει κάπως, ρεμβάζει ή και επιδίδεται σε ποιητική απεικόνιση της πραγματικότητας, πράγμα που απογειώνει και ξεκουράζει.
Στον ζοφερό κόσμο του μυθιστορήματος, αντί για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας, μέσα από ένα στέρεο σύστημα αξιών, κυριαρχούν το κυνήγι της καριέρας και του ευδαιμονισμού, αντί για τον έρωτα ως σχέση ουσίας και πληρότητας, το σεξ και η λαγνεία, αντί για την αληθινή ανθρώπινη επαφή, η απρόσωπη συνεργασία που συχνά εκφυλλίζεται σε βάρβαρη μηχανιστική διαδικασία, καταστάσεις σαθρωτικές,ιδίως για τους νέους, που κυριολεκτικά πλαντάζουν για ομορφιά και αρμονία, αίσθηση δημιουργική και επικοινωνία.
Η Ν.Ζ., άνθρωπος της γενιάς των ηρώων της, γνωρίζει καλά τα μορφώματα αυτά του καιρού μας και, αν το μυθιστόρημά της έχει μια θέση στη λογοτεχνία, είναι ακριβώς αυτή: Ρίχνει φως σε σκοτεινούς λαβυρίνθους, εκθέτοντας με ρεαλισμό αλλά και ποίηση το έρεβος της ύπαρξής μας, όταν χάνει τον βηματισμό της, και παραπαίει επώδυνα.
Σ’ ένα τέτοιο ανθρώπινο τοπίο, το τρυφερό κομμάτι της ζωής εξεγείρεται διεκδικώντας τον ζωτικό του χώρο. Θα τον βρεί; Αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό συνειδητότητας και τις ηθικές αντιστάσεις του καθενός. Η συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει πως, μ’ όλη τη στρέβλωση και την κακοποίησή της , η ζωή είν’ εδώ.

Μαρία Μαρκαντωνάτου

(Δημοσιεύεται στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 86, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009)

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ (Προδημοσίευση)


1.

CaCl
Ώρα 3.00 π.μ. στο κέντρο της πόλης

Ἔκλεισε μέ δύναμη τό φερμουάρ τοῦ μαύρου σακιδίου του. Προηγουμένως, εἶχε ἐλέγξει τέσσερις φορές τό περιεχόμενο. Φόρεσε τήν περούκα μέ τά μακριά ξανθά μαλλιά καί μετά κόλλησε ἕνα ξανθό καί ψιλογκριζαρισμένο μουστάκι, κάνοντας τήν κίνηση, ἀπό πείρα, στόν ἀέρα.
Ἔστρωσε τό μαῦρο μαντήλι στό λαιμό του, δένοντας τίς ἄκρες του πίσω ἀπό τόν σβέρκο. Τό ἄγχος του γιά τό περιεχόμενο τῆς τσάντας εἶχε χτυπήσει κόκκινο. Ἑτοιμάστηκε νά τήν ἀνοίξει ἀκόμα μιά φορά, ἀλλά ἀντιστάθηκε στόν πειρασμό.
Πῆρε ἀπό τό κρεβάτι, ὅπου ἦταν ὥς τώρα πεταμένο τό μαῦρο πέτσινο μπουφάν του, καί βιαστικά προσπάθησε νά τό κουμπώσει ὅμως, γιά μιάν ἀκόμη φορά, τό φερμουάρ του σκάλωσε.
Σιχτίρισε ἀπό τά νεῦρα. Τά μακριά νευρώδη του δάχτυλα ἐπέμειναν μέ ἄτσαλες κινήσεις. Κοίταξε τό ἠλεκτρονικό ρολόϊ πάνω στό κομοδίνο του, πού σιωπηλά ἀλλά ἀμείλικτα χρονομετροῦσε, ἐνῶ ἡ ἀντήχηση τοῦ βίαιου καλπασμοῦ τοῦ χρόνου στό μυαλό του ἦταν ἐκκωφαντική, καθώς πλησίαζε ἐπικίνδυνα γρήγορα στό ὁριακό σημεῖο. Καί 'κεῖνος ἀκόμη δέν εἶχε ξεκινήσει.
Τελικά τά κατάφερε. Τό τράβηξε ὥς τό τελευταῖο χιλιοστό τοῦ γιακά, μέ τό ἕνα χέρι σήκωσε τό σακίδιο περνώντας το στόν ὦμο καί μέ τό ἄλλο βούτηξε τό κράνος, πού εἶχε φροντισμένα ἀκουμπήσει στό γραφεῖο του.
Τό μυαλό του δούλευε πυρεττωδῶς, ἄν καί ὀργανωμένα, παρ' ὅλο πού ἦταν χωρισμένο σέ διάφορες λειτουργίες συγχρόνως: ἀπό τή μιά προσπαθοῦσε νά κάνει ξανά καί ξανά ἔλεγχο σ' ὅλη του τήν προετοιμασία, ἀπό τήν ἄλλη, σκεφτόταν κάθε μικρή κίνηση ἀπό ὅσες θά ἐπακολουθοῦσαν στήν πορεία τῆς νύχτας καί, παράλληλα, φρόντιζε νά θυμᾶται ἐπαναλαμβάνοντας τίς ὑπόλοιπες ὑποχρεώσεις τῆς συνήθους καθημερινότητάς του.
Δυνάμωσε τήν ἔνταση τοῦ μικροῦ στερεοφωνικοῦ, πού βρισκόταν στό πρῶτο ράφι τῆς σκούρας βιβλιοθήκης. Ὄχι τόσο δυνατά πού νά ἐνοχλεῖ, ἀλλά σέ τέτοιο βαθμό πού ν' ἀκούγεται, τουλάχιστον, ὥς ἔξω ἀπό τήν πόρτα του, ἄν κάποιος τύχαινε νά περάσει ἀπό 'κεῖ.

Ἄνοιξε μαλακά τήν ἐξώπορτα καί βγαίνοντας στόν μακρύ στενό διάδρομο τοῦ ὀρόφου του ἀφουγκράστηκε τό πνιχτό σκοτάδι. Γνώριζε ὅλους τούς ἤχους τῆς νύχτας ἀπό τή συγκεκριμένη γειτονιά, ἀπό τά διπλανά του διαμερίσματα. Τράβηξε ἀργά τό πόμολο κι ἔκλεισε τήν πόρτα ἀθόρυβα πίσω του.
Δέν ἄναψε κανένα φῶς. Ἔφτασε μέχρι τά σκαλοπάτια τοῦ κλιμακοστασίου καί τά κατέβηκε στά τυφλά, νυχοπατώντας σάν τή γάτα. Φτάνοντας στό ἰσόγειο, κοίταξε νά δεῖ ἄν ὑπῆρχε γείτονας ἤ τυχαῖος περαστικός τριγύρω καί ὕστερα προχώρησε ὥς τήν κεντρική εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας.
Προσπάθησε νά διακρίνει κάποια κίνηση ἤ παρουσία στό πεζοδρόμιο ἤ καί στόν δρόμο, κι ἀφοῦ τίποτα δέν κινιόταν, πετάχτηκε, τρέχοντας σχεδόν, ὥς τήν ἀπέναντι πλευρά, πού ἦταν παρκαρισμένη ἡ πολλῶν κυβικῶν μηχανή του.
Κρέμασε τό σακίδιο στήν πλάτη του, καβάλησε φορώντας συγχρόνως τό μαῦρο μάτ κράνος του, μισοκατέβασε τή σκούρα φυμέ ζελατίνα, ἔβαλε τό κλειδί στή μίζα ξεκλειδώνοντας πρῶτα τό τιμόνι, καί πάτησε τό μπουτόν τῆς ἠλεκτρονικῆς ἀνάφλεξης.
Ξεπάρκαρε μαλακά, ἄν καί μέσα του ἔβραζε ἀπό ἀνυπομονησία καί ὅλες του οἱ αἰσθήσεις ἦταν τεντωμένες ἀπό τό ἄγχος, καί μέ προσοχή, μή καί ζημιώσει τ' αὐτοκίνητα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα ἦταν σφηνωμένος.
Γέμισε τήν πρώτη δίνοντας μερικές παραπάνω στροφές στό γκάζι, πράγμα πού ἔκανε ν' ἀκουστεῖ δυνατά μέσα στήν ἐκκωφαντική ἡσυχία τό κλείδωμα τῆς ταχύτητας, καί σέ μερικά ἑκατοστά τοῦ δευτερολέπτου τόν κατάπινε ὁ μισοφωτισμένος δρόμος.

Ἔφτασε σ' ἕνα μικρό στενό στήν ἀνατολική ἄκρη τῆς πόλης...

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Θοδωρή Βοριᾶ, Νυχτερινές Ἐπιπλοκές



Ἔχω τήν αἴσθηση διαβάζοντας τήν ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Ἐπιπλοκές», ὅτι ὁ Θοδωρής Βοριάς εἶναι ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, ἕνας ἔφηβος, πού ἡ νύχτα τόν ἐπιπλέκει καί τόν περιπλέκει μέ τίς καί στίς διαδρομές της.
Ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς εἶναι νυχτερινά ἐπεισόδια τῆς πόλης του, τῆς Θεσσαλονίκης, τά ὁποῖα ξετυλίγονται μπροστά μας, καθώς ἐπίσης καί στιγμιότυπα ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πού συμπλέκεται μαζί τους, γι' αὐτό ἴσως ἀκόμη καί στά πιό μικρά του ποιήματα ἐπιλέγει τήν ἀφηγηματική ἐξομολόγηση, παρά τήν ἀφαιρετική οἰκονομία τῆς ποίησης.
Ἡ πόλη εἶναι, μέ τήν παραμικρή εὐκαιρία, πανταχού παρούσα (ὁ Λευκόπυργος, ἡ Ἀρετσού, Μητροπόλεως, Μπενιζέλου, Ἐγνατία, στό Βαρδάρι), λές κι ἀποτελεῖ μιά δικλείδα ἀσφαλείας, τήν ἀνάγκη ἑνός ριζικοῦ καταφυγίου, στή μελαγχολική ἐπαναστατικότητα, τή διαψευσμένη (...γερασμένα συνθήματα.../...περισσέματα ὁραμάτων.../... Ὅποιος μπορεῖ να στέκει ἤρεμος/σ' αὐτή τήν πόλη/μπορεῖ ν' ἀφουγκραστεῖ τίς φωνές/καί τά συνθήματα/πού δραπετεύουν κάθε μέρα/κι ἔρχονται πάλι τίς νύχτες/ να λουφάξουν/πίσω ἀπό τούς ξεφτισμένους τοίχους) τοῦ ἔφηβου ποιητῆ.
Ἀκόμα καί στόν ἔρωτα ὁ Θ.Β., παρ' ὅλη τή «συναλλαγή», «τῶν τραβεστί τά στέκια», «τίς ἀνάσες ὀργασμοῦ», τ' «ἀγκαλιάσματα/στά σκοτεινά ἀποδυτήρια» παραμένει τρυφερός κι ὀνειροπόλος, «ἄν λιποθυμήσεις/θά σέ πάρω στά χέρια/νά σ' ἁπλώσω σ' ἄλλο ποίημα», λέει, καί γλιστράει στήν ἐσωτερική του κρύπτη, ὅπως «βρῆκε χαραμάδες ὁ ἀέρας/καί σιγά σιγά δραπέτευσε», πού τόν περιφυλάσσει ἁπαλό ἡ ποιητική του μοναξιά καί τόν περισώζει.
Ἡ γλώσσα του, συνεπής στό ἀφηγηματικό της ὕφος εἶναι λιτή καί χωρίς ἐξάρσεις ἤ ἐξεζητημένες λέξεις, καθημερινή, κάποιες φορές γίνεται, κατά τή γνώμη μου, ἐπίμονη στό νά μεταβάλλει τό ξύλινο λεκτικῶς σήμερα (γκράφιτι, γλουτολίνη, ἀφισοκόλληση, μολότοφ) προσπαθώντας νά τό μεταβάλλει καί νά τό ἐντάξει στό ποιητικό περιεχόμενο.
Στά σύν τῆς συλλογῆς ἡ ἐπιλογή τοῦ πολυτονικοῦ, σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς γλωσσικῆς μας συνέχειας, πού ἐπιστεγάζει ἡ ποίηση.
Ἐν ὥρᾳ ὑπηρεσίας
Κλέβεις ἀνύποπτες στιγμές
γιά νά τίς κάνεις ποιήματα,
ἐσύ, ἕνας ἔνστολος ἐν ὑπηρεσίᾳ!
Γέρνουν οἱ τοῖχοι,
σ' ἐλέγχουν κάθε νύχτα,
σέ ὑποπτεύονται
γιατί ἔσκυψες στό δρόμο
ἤ γιατί βρῆκες κάτι
καί τό ἔβαλες στήν τσέπη σου...
Ἤξερες νά κρύβεις τά κλεμμένα᾿
λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα,
κρυμμένα μές στήν τσέπη
ἦταν τά ὄνειρα κι οἱ στίχοι σου.
Ὅταν ἔσφιγγε τό κρύο
ἔχωνες ἐκεῖ τά χέρια
καί τά ζέσταινες.
[Νυχτερινές Ἐπιπλοκές, Θοδωρής Βοριᾶς, ποιήματα, ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2008]

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Δημήτρη Ἀθηνάκη, Ιστορίες Ψυχοθεραπείας


Ψυχαναλυτές με προβλήματα ψυχικά, ψυχαναλυτές-σχιζοφρενείς, ψυχαναλυτές-δολοφόνοι, ψυχαναλυτές-ψυχαναλυτές. Κι από την άλλη, ψυχαναλυόμενοι σε ανάγκη, ψυχαναλυόμενοι από συνήθεια, ψυχαναλυόμενοι από περιέργεια, ψυχαναλυόμενοι από βαριεστιμάρα. Όλοι αυτοί παρελαύνουν περιπαθώς απ' τα διηγήματα που έχουν συγκεντρωθεί σ' αυτό το βιβλίο και προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια και να μιλήσουν στον αναγνώστη όχι μόνο γι' αυτά που έχουν "πάθει", αλλά για όλα εκείνα που νομίζουν ότι έχουν πάθει. Και οι ψυχαναλυτές βρίσκονται στο δρόμο των ψυχαναλυόμενων όχι μόνο για να τους βοηθήσουν, αλλά -παράλληλα- για να βοηθηθούν. Παντί τρόπω.
Οι ιστορίες Ψυχοθεραπείας αναψηλαφούν και ανασύρουν στην επιφάνεια τόσο το πρόσωπο του ψυχαναλυτή όσο και του ψυχαναλυόμενου, όπως αυτά διαγράφονται σε διάφορες εκφάνσεις τους. Το πρόσωπο του ψυχαναλυτή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εικόνα που ο καθένας μας έχει σχηματίσει στο μυαλό του. Και εδώ κρύβεται το μυστικό των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας.
Ὁ Δημήτρης Ἀθηνάκης ἐπέλεξε καί μετέφρασε ὀκτώ ἱστορίες. Θεωρῶ, κατ' ἀρχήν, ὅτι ἡ μεταφραστική του δουλειά εἶναι πολύ καλή, ἐπειδή δέν μοῦ ἄφησε κενά, ἔτσι ὥστε δέν μ' ἐνδιέφερε, τελικά, νά γνωρίζω ἤ ν' ἀνατρέξω στά πρωτότυπα κείμενα.
Κατά δεύτερον, θεωρῶ ὅτι εἶναι πολύ καλός, γιατί χρησιμοποίησε ὡραία καί στέρεη ἑλληνική γλώσσα. Σωστή ἑλληνική, χωρίς ἰδιοτυπίες καί ἀγγλισμούς, πού, δυστυχῶς, συναντιοῦνται συχνά στίς μέρες μας, σέ ἀρκετές μεταφραστικές ἀπόπειρες.
Ἡ γλώσσα του εἶναι ἁπλή καί εὔληπτη, ἀλλά ἀπαιτήσεων, χωρίς, ὅμως, νά γίνεται λόγια ἤ ἐξεζητημένη, προκειμένου νά δείξει τήν γλωσσική δεινότητα ἤ, τό ἀναμφίβολο εὖρος τῶν ἱκανοτήτων καί τῶν γνώσεων τοῦ μεταφραστῆ.
Ὁ Δημήτρης Ἀθηνάκης δέν ἀφέθηκε στήν εὐκολία τῆς ἐπανάληψης λέξεων, δέν παρασύρθηκε ἀπό τή ροή τοῦ «νά τελειώνω».
Ἡ δουλειά του φανερώνει ὅτι βασανίστηκε καί, νομίζω, ὅτι ὁ κόπος του θ' ἀνταμειφθεῖ ἀπό τήν ὑποδοχή, πού θά ἔχει τό βιβλίο.
Διότι καί τά ἴδια τά κείμενα, σίγουρα, δέν ἦταν εὔκολα. Κι ἀκόμα κι ἄν ἡ ἐπιλογή τους ἔγινε ἀπό ἐκεῖνον, τό νά μπορέσει, ἐν τέλει, νά διαλέξει μιά ποικιλία θεμάτων, πού καί τό μέγεθός τους νά εἶναι μικρό καί σύντομο (ὀκτώ ἱστορίες, 187 οἱ καθαρές σελίδες) κι ὅταν εἶχε, μάλιστα, νά διαχειριστεῖ, τό «ἀπό μέσα» τους, σίγουρα, δέν ἦταν καί δέν θά μποροῦσε νά εἶναι μιά ἁπλή, εὔκολη καί γρήγορη δουλειά.
Ἡ ἐπιτυχία του, ἐξ ἄλλου, σ' αὐτό τό θέμα ἔγκειται στό ὅτι κατάφερε νά ἀκολουθήσει τόν ρυθμό τοῦ κάθε συγγραφέα καί νά μᾶς τόν μεταφέρει. Κατάφερε, ἐπίσης, νά μᾶς χρωματίσει τή σημερινή Ἀμερική καί τά ἀδιέξοδά της. Χωρίς νά ὀλισθαίνει σέ προσωπικές ἐξάρσεις. Πού θά μποροῦσε, ἐφ' ὅσον ὁ μεταφραστής εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων καί συνδημιουργός.
Καταλαβαίνει, πάντως, διαβάζοντας κάποιος τίς «Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας» ὅτι πρόκειται ὡραία σύγχρονη ἀμερικάνικη γραφή (κι αὐτό, ἐπίσης, ὀφείλεται στό ταλέντο τοῦ μεταφραστῆ) σέ ὡραία σύγχρονη καί φρέσκια ἑλληνική.
Γι΄ αὐτό καί συστήνω τό βιβλίο σ' ἐκείνους πού ἐνδιαφέρονται γιά θεματογραφίες τοῦ εἴδους.
Συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου: Peter Collier, Martha McPhee, Francine Prose, Jonathan Baumbach, Charles Baxter, James Gorman, Barbara Lawrence, Steven Barthelme
[Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας, ἐπιλογή-μετάφραση Δ. Ἀθηνάκης, ἐκδ. Μελάνι]
[Τό πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου εἶναι μεταφορά ἀπό τό ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου καί ἀπό τόν πρόλογο τοῦ μεταφραστῆ]

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

[Ἀτμός]...

Φαίνεται
πώς στά μπαγκάζια σου
τά φόρτωσες ὅλα.
Καί τά χαρακτηριστικά σου ἀκόμα.
Ἀλλά πῶς γίνεται
κι ὅσοι ἄντρες συναντῶ
κρατᾶν ἀπό ἕνα δῶρο σου
πατέρα;