Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [ 3ο Μέρος ]





V




Κι ὅμως, μέ τό ζόρι σηκώθηκε τό ἑπόμενο πρωΐ. Κι εἶχε μιά γεύση στυφή ἀπό τόν ὕπνο δίχως ὄνειρα. Ἑτοιμάστηκε ἀπρόθυμα γιά τό γραφεῖο.
Ἡ Μαρολύνα ἦταν Δημόσια Ὑπάλληλος. Τελικά δηλαδή, εἶχε γίνει αὐτό πού εἶχε προσπαθήσει ν' ἀποφύγει, αὐτό πού μέ ὅλες της τίς δυνάμεις θά 'θελε ν' ἀποφευχθεῖ.
Ὁ πατέρας της διέθετε γνωριμίες κάποτε καί τίς χρησιμοποίησε. Ἐκείνη ἀντιδροῦσε. Θά πήγαινε, τοῦ 'λεγε, νά δουλέψει ὁπουδήποτε, ἀλλά μέ τίποτα στό Δημόσιο. Κι εἰδικά ὄχι "φιλώντας κατουρημένες ποδιές".
Οἱ γονεῖς της ἐπιμένανε, κι ὁ πατέρας της ίδιαίτερα, εἶχε πάρει ἄδεια ἀπ' τή δουλειά του κι ὅλας, προκειμένου γι' αὐτό, κι ἦταν στημένος πρωΐ, μεσημέρι, βράδυ ἔξω ἀπ' τό γραφεῖο τοῦ γνωστοῦ του Βουλευτῆ. Ὕστερα γυρνοῦσε σπίτι καί τούς κλαιγόταν κι ἀπό πάνω: "Μέ γράφουν ὅλοι στά παλιά τους τά παπούτσια" τούς ἔλεγε, ἤ "ἑφτά ὧρες περίμενα σήμερα κι οὔτε τόν Ἰδιαίτερο δέν κατάφερα νά δῶ κι ἡ οὐρά ἀπό τό γραφεῖο του μέχρι τήν ἔξοδο τοῦ κτηρίου ἦταν παραταγμένη. Μᾶς κοροϊδεύει ὁ ἄθλιος, ἀλλά θά τοῦ δείξω ἐγώ! Θά 'ρθουν, δέν θά 'ρθουν οἱ ἐκλογές; Ποῦ θά πάει; Σάββατο-κοντή γιορτή... Ἔ, καί θά τοῦ πῶ ἐγώ τότε τοῦ τάδε πού κάνει πώς δέν μᾶς ξέρει καί δέν μᾶς βλέπει!" οὔρλιαζε, κι ἐκείνη διαμαρτυρόταν καί τοῦ 'λεγε πώς δέν τόν ἤθελε αὐτόν τόν ἐξευτελισμό, ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στό φινάλε, πού ὀνειρεύονταν αὐτήν τήν περιβόητη θέση στό Δημόσιο, ἀλλά ὄχι ἐκείνη, μέ τίποτα ἐκείνη, ὅμως ὁ πατέρας της ἐκεῖ! "Μιά δουλειά θέλω νά 'χεις καί νά μή σέ κουνάει κανείς! Ὅσο ζῶ ἐγώ, δέν θά γίνει ἡ κόρη μου ἔρμαιο στόν κάθε ἐργοδότη... Σέ κανένα παλιοτόμαρο! Μ' ἀκοῦς; Χρέος μου εἶναι νά σ' ἐξασφαλίσω καί θά τό κάνω! Πάει καί τέρμα!"
Κι ἔβαλε λυτούς καί δεμένους, κι ὁ Βουλευτής στό τέλος, δῶσε-πάρε, τό 'κανε τό ρουσφετάκι του, προπαραμονές τῶν ἐκλογῶν, στή ζούλα τή στείλανε στό Ὑπουργεῖο, κι αὐτός τά κατάφερε κι ἐκλέχτηκε ξανά, ἄσχετα ἄν τό κόμμα του καθ' ὁλοκληρίαν πάτωσε.
Κι ἀπό τότε ἡ Μαρολύνα-ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας. Σπουδαῖα τά λάχανα δηλαδή... Εἶδε κι ἔπαθε νά συνηθίσει ἐκεῖ μέσα. Κι ὄχι νά συνηθίσει ἀκριβῶς, μά νά μάθει τοὐλάχιστον ν' ἀδιαφορεῖ, ὅταν τήν κοίταζαν ὅλοι μέ μισό μάτι. Ὅταν τήν ἄφηναν ἔξω ἀπ' τά πηγαδάκια τους ἤ τήν εἰρωνεύονταν γιά τό "μέσον" της. Ὅταν τῆς πάσσαραν νά βγάλει σέ πέρας καί τίς δικές τους τίς δουλειές καί γέλαγαν συγχρόνως πίσω ἀπό τήν πλάτη της.
Στό Τμῆμα τοῦ Πρωτοκόλλου λοιπόν γιά δεκαοχτώ ὁλόκληρα χρόνια. Πρωτοκολλημένη κι αὐτή. Ἕνα νούμερο παραπάνω στά εἰσερχόμενα, μ' ἀνοιχτή τήν ἡμερομηνία τῆς ἐξόδου, πού ἁπλῶς περίμενε στό καλαθάκι μέ τά ἐξερχόμενα. Μέ ἀποστολέα χωρίς παραλήπτη. Στήν ἴδια συσκευασία πάντα. Μέσα σ' ἕνα λευκό φάκελο πού εἶχε κιτρινίσει ἀπ' τήν παραμονή στά ἴδια ράφια τόσον καιρό. Ταξινομημένη στό ἴδιο χοντρό, μπλέ, ξεβαμμένο κλασσέρ, μέ "τ' αὐτιά" του τεντωμένα, ἕτοιμα νά ἐκραγοῦν ἀπ' τό παραχωμένο χαρτομάνι.
Κι οἱ συνάδελφοι στό γραφεῖο-παλιοχαρτοῦρες κι αὐτοί. Μέ τό: ποῦ πήγανε χτές, μέ ποιόν, τί φόραγαν, πότε θά πάρουν τήν ἑπόμενη ἄδειά τους, πότε θ' ἀνέβει ὁ πενιχρός μισθός τους, τί ὀνειρεύονταν νά πρωτοκάνουν μέ τήν ἀνύπαρκτη αὔξηση κι ὅλο παρόμοια τέτοια. Κι αὐτή ἦταν στά δεκαοχτώ της, στά δεκαεννιά, στά εἴκοσι, στά εἰκοσιένα σφύζοντας ἀπό ζωή κι ὅμως ὑποχρεωμένη νά γράφει στό Πρωτόκολλο καί νά πατάει τή μεγάλη σφραγίδα τοῦ Κράτους μέ τούς αὔξοντες ἀριθμούς στούς σωρούς τῶν ἐγγράφων, πού ποσῶς τήν ἐνδιέφερε τό περιεχόμενό τους. Κι ὅλη της ἡ δύναμη ξέσπαγε στό σφράγισμα. Ντάπ κι ἐδῶ, ντάπ κι ἐκεῖ, κι ὅλα στήν ἄκρη. Ποῦ ν' ἀπορροφηθεῖ ὅλη ἡ ἐνεργητικότητά της καί ποῦ νά ξεσπάσει;
Ὥσπου, κάποια μέρα, χτύπησε δειλά τήν πόρτα τοῦ Τμήματος καί μπῆκε ἕνας, ὄχι καί τόσο ψηλός, ὄχι κι ἰδιαίτερα ὡραῖος, μά πάντως ἀρρενωπός, κι εἶχαν τά μπλέ του μάτια μιάν ἀντάρα καί μιά φλόγα, κι ἔμεινε ἡ Μαρολύνα ἐκεῖ νά τόν κοιτάζει ἀλλά κι αὐτός τό ἴδιο, παρασυρμένος μᾶλλον ἀπ' τήν ἔνταση ἐκείνης, στάθηκε λοιπόν κι αὐτός, λές κι ἕνα δέντρο εἶχε βρεῖ ὁ κεραυνός ἐκεῖ, ἐπιτέλους, νά χτυπήσει.
Ἀλλά ὁ τύπος ὄχι μόνο δέν ἦταν Ἕλληνας, δέν ἤξερε καί λέξη Ἑλληνικά. Κι εἶχε κάνει λάθος Γραφεῖο. Ἀλλοῦ ἤθελε νά πάει κι ἀλλοῦ τόν στεῖλαν. Ἀνέλαβε λοιπόν ἡ Μαρολύνα νά τοῦ πεῖ τά τυπικά καί νά τόν κατευθύνει καταλλήλως. Αὐτός σκέφτηκε πώς ἡ "μικρή" ἦταν ὅ,τι καλλίτερο μποροῦσε νά τοῦ τύχει ἐκείνη τή μέρα, πού ἀπ' τό πρωΐ ἡ μέρα του ἀνάποδα ξεκίνησε κι ἀκόμη πήγαινε ἔτσι. Τῆς ἀπάντησε πώς ἔλπιζε νά κατάλαβε καί νά τά καταφέρει ἐπιτέλους νά τελειώσει τή δουλειά του. Τήν εὐχαρίστησε ὕστερα κι ἔφυγε.
Δέν πέρασαν οὔτε δυό μέρες καλά-καλά καί νά 'τος πάλι ἕνα πρωΐ, χτυπάει καί μπαίνει καί πάει κατευθείαν στό γραφεῖο της. "Δέν συστηθήκαμε τήν προηγούμενη φορά κι ἦρθα νά τό κάνω τώρα... Καί νά σ' εὐχαριστήσω ἐπίσης... Ἔ,... μές στή βιασύνη μου ἤμουν ἀγενής... εἶχα ταλαιπωρηθεῖ κι ὅλας..." τῆς ἔλεγε, κι ὅπως τῆς μίλαγε, τῆς ἔδωσε ἕνα κουτί μέ κόκκινη κορδέλλα. Τί ἄλλο; Ἑλβετικές σοκολάτες. Εἶχε σκεφτεῖ πώς τοῦ χρειαζόταν ἕνας φίλος ἐδῶ πού βρέθηκε κι ἦταν ἀκόμα καλλίτερο γι' αὐτόν, ἄν ἐπρόκειτο γιά γυναίκα. Ἡ Μαρολύνα ἔμεινε ἄφωνη. Τόν κοίταζε μονάχα κι ἡ θύελλα ἦταν ἐκεῖ-μπροστά της, τῆς ἔδινε τό χέρι, νόμιζε, τῆς ἀναβόσβηνε φωτάκια στήν καρδιά της. Μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ της εἶδε τίς συναδέλφισσες ἀπέναντι ἀπ' τό γραφεῖο της πού κάτι ψιθύριζαν μεταξύ τους. Συνῆλθε. Ἔδειξε τοὐλάχιστον. Ἐκεῖνος πῆρε τήν καρέκλα ἀπ' τό διπλανό γραφεῖο, τήν ἔβαλε μπροστά στό δικό της καί χωρίς κανείς νά τοῦ τό προτείνει, κάθησε. Εἶχε δουλειά, τοῦ ἑξήγησε αὐτή βιαστικά, κι ὅτι δέν ἤτανε χῶρος ἐκεῖ γιά ἐπισκέψεις. Κατάλαβε πώς, ἄν τήν πίεζε, δέν θά τοῦ ἀρνιόταν "ὡραῖα λοιπόν, πές μου ποῦ θέλεις νά τά ποῦμε" τῆς πρότεινε ἀπερίφραστα, καί δέν σηκώθηκε. Οἱ ἄλλες σχολίαζαν κι ἡ Μαρολύνα νευρίασε. "Τό μεσημέρι", ψιθύρισε, "ὅταν σχολάσω, πᾶμε νά πιοῦμε ἕναν καφέ". Ἅπλωσε τό χέρι του νά τή χαιρετήσει κι ὅταν ἔδωσε τό δικό της ἔσκυψε καί τό φίλησε. Τό τράβηξε ἀμέσως ἐνοχλημένη καί πῆρε τό κουτί μέ τά σοκολατάκια, ἔσκισε νευρικά τό περιτύλιγμα κι ἄρχισε νά τά μοιράζει. Ἐκεῖνος εἶχε ἤδη κλείσει τήν πόρτα πίσω του.
Τρεῖς ἡ ὥρα τήν περίμενε κόβοντας βόλτες ἀνυπόμονα στό πεζοδρόμιο, ἔξω ἀπό τήν κεντρική πόρτα τοῦ Ὑπουργείου. Μόλις τήν εἶδε, σήκωσε τό χέρι του κάνοντάς της νόημα. Τόν πλησίασε μέ ἀργά, μεγάλα βήματα. Ἔκανε νά τῆς κρατήσει τό χέρι. Προσποιήθηκε πώς δέν πρόσεξε τήν κίνησή του πού κόπηκε στή μέση καί συνέχισε. Προχώρησαν πρός τό Σύνταγμα. "Νά πᾶμε γιά φαγητό καλλίτερα", τῆς εἶπε. Συμφώνησε μᾶλλον ἀδιάφορα κι ἐπειδή, κυρίως, δέν εἶχε κάτι καλλίτερο νά τοῦ ἀντιπροτείνει. Ἐξ ἄλλου, ἔνιωθε ἄβολα μαζί του, καί θά προτιμοῦσε σίγουρα κάτι γρήγορο, ἀρκεῖ νά τέλειωνε μ' αὐτόν μιά ὥρα ἀρχύτερα.
Φτάσανε στήν Πλατεία Κυδαθηναίων. Ἡ Πλάκα ἔσφυζε ἀπό κίνηση. Μιά σκέτη Βαβυλωνία οἱ γλῶσσες πού ἀκούγονταν τριγύρω τους. Διάλεξαν ἕνα ἀπ' τά δυό-τρία ταβερνάκια πού ὑπῆρχαν σπαρμένα ἀνάμεσα στά μπάρ καί τίς καφετέριες καί πού ἦταν ἀρκετά τουριστικό. Ὑπαίθριο. Τά τραπέζια του μικρά, τρέκλιζαν πάνω στό πλακόστρωτο τῆς Πλατείας κι οἱ καρέκλες στριμωγμένες, ἡ μία σχεδόν πάνω στήν ἄλλη. Τά τραπεζομάντηλα χάρτινα. Τά γκαρσόνια μέ παπιγιόν. Οἱ δίσκοι σερβιρίσματος ξύλινοι, μεγάλοι, ἄβολοι, τῆς λαϊκῆς. Τά μαχαιροπήρουνα ἀνοξείδωτα μέ στραβωμένες τίς ἄκρες τους. Τά ποτήρια γδαρμένα, μέ στίγματα ἀπ' τό πλυντήριο, σάν ἄπλυτα. Ἐκείνου τοῦ ἄρεσε. Τόν λέγαν Ζύλ. Ὅταν τῆς συστήθηκε, τό μυαλό της στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του ἔτρεξε στόν Ἰούλιο Καίσαρα, στόν Ἰούλιο Βέρν, σ' ἀπέραντους σιτοβολῶνες Ἰουλιάτικους ξανθούς, λαυρωμένους, τῆς μύρισε περιπέτεια, τήν τύφλωσε τό φῶς, καθώς κοίταζε τό Διγενή στ' ἀλώνια του, κι ἦρθε 'κεῖ καί κόλλησε κι ἡ ἀντάρα τῶν ματιῶν του, καί τό φευγιό της κάλπασε πιά, στ' ἄστρα αὐτή, στά σύγνεφα-κι ἐχάθη.
Ὁ Ζύλ δούλευε σέ μιά μεγάλη Ἑλβετική Ἑταιρεία μέ ἀπόσπαση στήν Ἑλλάδα γιά δυό χρόνια. Ὅταν τοῦ κάνανε τήν πρόταση νά διαλέξει ἀνάμεσα στήν Ἀθήνα καί τήν Βόννη, αὐτός προτίμησε τήν Ἀθήνα. Εἶχε ἀνάγκη τό φῶς της. Τήν "ἀταξία" τοῦ χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Ἦταν τριάντα δύο ἐτῶν κι εἶχε βαρεθεῖ τήν ὀργάνωση καί τήν τάξη. Φανταζόταν μιά ζωή ἔκλυτη ἐδῶ, ἀπό νύχτα σέ μέρα καί τ' ἀνάποδο. Εἶχε κουραστεῖ ἀπ' τίς λίμνες τῆς πατρίδας του, τήν παγωνιά. Ἤθελε τή θάλασσα ἐπιτέλους, τό ζωντανό, καθάριο μπλέ της, τίς ἁπαλές γραμμές, τίς μαλακές καμπύλες τῆς Ἑλλάδας. "Αὐτός ὁ μύθος πάντα", σκέφτηκε ἡ Μαρολύνα, ἀλλά δέν τοῦ 'πε τίποτα. Τόν ἄφησε νά μιλάει. Ὁ Ζύλ ἤξερε τί σημαίνει γιά κάποιον νά παινεύεις τή χώρα του. Ἤξερε πόσο γρήγορα τόν κερδίζεις ἔτσι. Ἐκείνης τῆς ἄρεσε ἡ φωνή του κι ὅλας. Βραχνή σάν τόν ἦχο τοῦ κύματος πού τ' ἀκοῦς μέσ' ἀπό κοχύλι.
Ὕστερα φύγανε, χωρίς νά ποῦνε τίποτα γι' ἄλλη συνάντηση ἤ τήν αὐριανή μέρα. Αὐτή, σ' ὅλη τή διαδρομή μέ τό λεωφορεῖο γιά τό σπίτι της, τόν σκεφτόταν. Ἐκεῖνος γύρισε στό γραφεῖο του μέ τή βεβαιότητα, προσωρινά, πώς τήν εἶχε κερδίσει.
Τό ἑπόμενο μεσημέρι ἔξω ἀπ' τό Ὑπουργεῖο τήν περίμενε πάλι. Κρατοῦσε ἕνα τριαντάφυλλο καί τῆς τό πρόσφερε. Στήν ἀρχή δέν τόν εἶχε δεῖ. Βιαζόταν καί περπατοῦσε, ὅπως συνήθως, μέ τό κεφάλι της σκυφτό. Εἶχε ραντεβοῦ μέ μιά φίλη της. Κι ἄκουσε ξαφνικά κάποιον μέ ξενική προφορά νά φωνάζει τ' ὄνομά της. Κεραυνοβολήθηκε. Τοῦ εἶπε γιά τή συνάντησή της μέ τήν Ἄννα κι αὐτός ἁπλῶς τῆς δήλωσε πώς ἤθελε νά τή δεῖ καί τίποτ' ἄλλο. Τοῦ ἦταν ἀρκετό, τῆς εἶπε, καί μόνο νά περπατήσει μαζί της ὥς τό σημεῖο πού θά συναντιόταν μέ τή φιλενάδα της. Ἤξερε κεῖνος πόσο ἀξίζει κανείς νά περιμένει προκειμένου νά πετύχει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, ἀλλά ἐκτός αὐτοῦ, τοῦ φαινόταν, πώς μαζί της ἄξιζε κι ὅλας ἡ ὁποιαδήποτε ἀναμονή.
Ἀνηφορίσανε πρός τό Κολωνάκι. Τῆς ζήτησε νά καθήσουν σ' ἕνα παγκάκι τῆς Πλατείας, ἴσα γιά ἕνα τσιγάρο μόνο καί νά ποῦν δυό λόγια. Ὅπως ἔσκυψε μπροστά νά τῆς ἀνάψει καί τύλιξε μέ τήν παλάμη του τή φλόγα, μή καί τή σβήσει ὁ ἀέρας πού δέν φύσαγε, τά κεφάλια τους ἀκούμπησαν. Τό χέρι του τότε τῆς πῆρε τό τσιγάρο ἀπό τό στόμα καί τῆς ἄφησε ἀντί γι' αὐτό, τρυφερά καί σχεδόν χωρίς νά τ' ἀκουμπάει, τά χείλια του. Ἡ Μαρολύνα ξαφνιάστηκε τόσο, πού δέν ἀντιστάθηκε. Ἐκεῖνος - πού αὐτό περίμενε - σφίχτηκε περισσότερο πάνω της κι ἡ ἀνάσα της κόπηκε ἀπ' τή ληστρική εἰσβολή τῆς δικῆς του. Ἀπ' τήν κατοχή τῆς γεύσης του. Τό μπράτσο του τυλίχτηκε στούς ὤμους της. Καί τότε, σάν νά βρῆκε αὐτή τό ἀπάγκιο πού τῆς φάνηκε πώς ἔψαχνε, κούρνιασε κεῖ. Κι ὁ Ζὐλ χαλάρωσε. Ἔγινε τρυφερός. Γλυκό τό στόμα του σάν νάμα κι αὐτή τό ρούφηξε. Τό ἤπιε μονορούφι πιά καί μέθυσε. Μέ τ' ἄλλο του χέρι ἔψαυε τό στῆθος της, τήν ἔκαψε. Ἁπράχτηκε ἀπό πάνω του μ' ἀπελπισία τέτοια, λές κι ἅμα τήν ἄφηνε, θά ἔπεφτε. Κι αὐτός - πού ἔμοιαζε πώς ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς της αὐτόν ἤ κάποιον σάν αὐτόν περίμενε, πού γιά τό κάθε τί ἀνυπομονοῦσε καί πού ἐν τῶ μεταξύ σερνότανε ὅλο γραφεῖο-σπίτι καί θάνατο τίς ὧρες τίς ὑπόλοιπες - μέ τό φιλί του ἐκεῖνο τῆς τά πῆρε, καί μεμιᾶς τά ἔσβησε ὅλα. "Τέρμα οἱ ἀναμονές!" σάν νά τῆς εἶπε, "ἐδῶ εἶμαι ἐγώ, ἐδῶ, γιά σένα!". Ἀλλά ἀπέφυγε μέ λέξεις νά τῆς πεῖ ὁ,τιδήποτε. Κι ἡ συνάντηση μέ τή φίλη της πῆγε περίπατο. Θά τῆς ἑξηγοῦσε, σκέφτηκε, ἀργότερα. Ζοῦσε κι ἡ Ἄννα τώρα ἕναν ἔρωτα, θά καταλάβαινε... Ἀλλά ἡ Ἄννα, στημένη νά τήν περιμενει γιά καμιάν ὥρα, ὅταν τήν ἄκουσε, τήν ἔβρισε.


Δέν τήν ἔνοιαξε. Ἀπό κείνη τή μέρα τίποτα πιά δέν τήν ἔνοιαζε. Μονάχα ὁ Ζύλ. Κι εἶχαν περάσει κι ὅλας ἕξι μῆνες πού ἤτανε μαζί. Κι ἐκεῖνος ὅλο τήν ξάφνιαζε. Πάντα εὕρισκε ἀφορμή γιά νά τῆς ἐμφανίζεται ξαφνικά κι ἐκεῖ πού δέν τόν περίμενε. Γιά νά τῆς τηλεφωνεῖ καί τίς πιό ἀπίθανες ὧρες ἀκόμα. Τῆς ἔλεγε πώς θά 'φευγε ταξίδι, ἄς ποῦμε, κι ὅτι θά 'λειπε τάχα γιά τόσον καιρό κι ὕστερα ἐπέστρεφε σ' ἀνύποπτο χρόνο καί τήν περίμενε ἔξω ἀπ' τό γραφεῖο, ἔξω ἀπ' τό σπίτι της, στίς στάσεις τοῦ λεωφορείου, ἔξω ἀπ' τά σπίτια φίλων της, ὅπου μπορεῖ καί νά νόμιζε ἤ καί νά τό 'ξερε πώς, πράγματι, αὐτή ἐκεῖ εἶχε πάει, καί πάντα μέ μιά πρόφαση ὅλα αὐτά, μέ μια δικαιολογία τόσο πιστευτή, πού ἡ Μαρολύνα δέν τά κατάφερνε νά τοῦ ἀντιλέξει ἤ καί νά διαμαρτυρηθεῖ ἔστω, νά ἐπαναστατήσει. Νά τοῦ πεῖ πώς κάποιες φορές αὐτή ἡ κατάσταση τήν ἔπνιγε. Τήν ἔκανε νά νιώθει φυλακισμένη. Ἔστω κι ἄν, ὥς ἕνα σημεῖο, τῆς ἄρεσε. Ἔστω κι ἄν τή γοήτευε ὁ τρόπος του, πού ἀπαιτοῦσε συνήθως τήν προσοχή της. Τήν ἐπιβεβαίωνε, τήν ἔκανε νά αἰσθάνεται πώς αὐτή ἤτανε μόνο γι' αὐτόν κι ἄλλη καμιά! Τήν ἀσφάλιζε ἡ δική του ἀνασφάλεια, πώς μπορεῖ καί νά τήν ἔχανε, πώς κάποιος ἄλλος ἴσως νά τοῦ τήν ἔπαιρνε, ἀκόμα κι ἕνας ἔξαφνος ἦχος, ἕνα βλέμμα, ἕνας ψίθυρος νά τοῦ τή στεροῦσε, νά τοῦ 'κλεβε τήν προσοχή της, τό ἐνδιαφέρον της, ἀκόμα καί τήν ἴδια φοβόταν πώς θά τοῦ τήν κλέβανε, κάποιος Ἕλληνας, σίγουρα καλλίτερος ἀπ' αὐτόν.
Καί μερικές φορές τῆς τό 'λεγε κι ὅλας. Κι ὅταν βγαίνανε μαζί, ἔτσι συνήθως συνέβαινε, γιατί ἔχανε τόν ἔλεγχό του κι ἐκνευριζόταν, ὅταν ἐκείνη γελοῦσε ἤ κοίταζε δεξιά κι ἀριστερά. Ἔνιωθε κι αὐτός πιόνι μές στό παιγνίδι του, ὅρος δυσνόητος ἀνάμεσα στούς ὅρους του τούς ἴδιους. Καί πάντα τῆς ὑπενθύμιζε πώς αὐτός ἦταν ἐκεῖ!, τί ἄλλο ἔψαχνε λοιπόν νά βρεῖ τριγύρω; Ἡ κατάσταση τόν μεθοῦσε. Αἰσθανόταν σάν νά 'χε σπάσει τά δεσμά του. Πώς παραβίαζε τά σύνορα τῆς ζωῆς του τάχα, πού ὅμοια μέ τά σύνορα τῆς πατρίδας του κι αὐτά, ἦταν περιχαρακωμένα ἀνάμεσα σέ πανύψηλα βουνά πού φαίνονταν δυσπρόσιτα κι ἀδάμαστα.
Κι ἦταν κι αὐτός ὁ ἔρωτας πού ὑπῆρχε ἀνάμεσά τους ὅλην τήν ὥρα, τό δόσιμο ἐκεῖνο πού δέν εἶχε ἡ Μαρολύνα παρόμοιό του ξαναζήσει τέτοιο, ἄγριο καί τρυφερό μαζί, λές τήν κύκλωνε μιά δίνη ἔκβαθη, ὠκεανός, τήν ἔπαιρνε, τή στροβίλιζε, τήν ἔστελνε στά οὐράνια. Κι ὕστερα ξέπνοη τήν πέταγε στή γῆ, χωρίς ἁφή καί δίχως γεύση, χωρίς κορμί, χωρίς ψυχή, νερό νά εἶναι ὁλάκερη κι ἁρμύρα, σταγόνα νά 'ναι καί νά χωράει παντοῦ, καί σχῆμα μέσα της νά παίρνουνε τά πάντα, διάσταση, ζωή, καί νά 'ναι αὐτή στίς θύελλες καί στίς ἀντάρες του ἡ πυξίδα. Καί κεῖνος πού σάν βιβλίο τή διάβαζε ἀνοιχτό, τήν ἄφηνε νά ταξιδεύει.
Μιά μέρα τῆς εἶπε πώς τόν καλοῦν ἀπό τά Κεντρικά τῆς Ἑταιρείας νά γυρίσει πίσω καί πώς θά 'τανε προσωρινό. Γιά λίγο καιρό μονάχα. Γιά κάνα μήνα. Τή βρῆκε ἀπροετοίμαστη καί δέν τῆς ἄρεσε, ἔστω κι ἄν τό γνώριζε πώς δέν εἶχε κι ἄλλη ἐπιλογή. Κι ὁ Ζύλ ὅμως τό ἴδιο ἐγκλωβισμένος ἔνιωθε.
Στήν ἀρχή τῆς τηλεφωνοῦσε συχνά. Τό προτιμοῦσε ἀπ' τό νά τῆς γράφει. Σχεδόν δέν τήν ἄφηνε ν' ἀνασάνει. Πρωΐ-μεσημέρι, βράδυ. Στό σπίτι, στό γραφεῖο. Ἀπεγνωσμένες κλήσεις πού ὅταν ἡ συνδιάλεξη ἔληγε ἄφηνε καί στούς δυό τους ἐλλείψεις κι ἀποσιωποιητικά. Ὁ πρῶτος μήνας πέρασε. Πέρασε κι ὁ δεύτερος κι ὁ τρίτος. Κι ὅλο νέες ἀναβολές γιά τήν ἐπιστροφή του. Ὕστερα τῆς εἶπε πώς θά 'πρεπε νά λείψει ἕξι μῆνες συνολικά. Εἶχε συνειδητοποιήσει πόσο τοῦ 'λειπε. Πόσο ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσά τους πραγματικά τόν ἐνοχλοῦσε. Τήν κάλεσε νά πάει νά τόν βρεῖ. Ἡ Μαρολύνα δέν μποροῦσε. Τί θά 'λεγε στό σπίτι της; Ἐξ ἄλλου δέν γινότανε νά πάρει ἄδεια μέ τίποτα ἀπ' τή δουλειά της. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Τῆς ἔλειπε βέβαια ὁπωσδήποτε, ἀλλά βαθιά μέσα της, δέν ἤτανε καθόλου σίγουρη. Κάτι τήν ἀπέτρεπε, χωρίς νά ξέρει κι ἀκριβῶς τό τί. Κι αὐτός στό τέλος παραιτήθηκε. Ἔπαψε νά τῆς τηλεφωνεῖ. Ἡ τελευταία του ἀπόπειρα τῆς στάλθηκε κλεισμένη σ' ἕνα γράμμα, ὅπου τρυφερότητα κι ἀπειλές καί πόνος καί κακία ἦταν ἕνα συνοθύλευμα ἀπό λέξεις κενές πού τήν τρόμαξαν πιό πολύ, παρά τῆς τροφοδότησαν τήν ἔλλειψή του, καί δέν τήν ἔπεισαν καθόλου τελικά νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ Ζύλ, μή παίρνοντας οὔτε καί κἄν ἀπάντηση, δέν μπόρεσε νά καταλάβει ποῦ βρισκόταν πράγματι τό πρόβλημα ἀνάμεσά τους, ἔπειτα σκέφτηκε, ἡ διαφορετική τους νοοτροπία θά 'φταιγε, κι ἄφησε τή Μαρολύνα καί τή σκέψη της πρός τό παρόν στήν ἄκρη.
Ἐκείνη πέρασε τόν τελευταῖο μήνα τῆς Ἄνοιξης καί τήν ἀρχή τοῦ καλοκαιριοῦ βυθισμένη σέ μιά κατάσταση οὐδέτερη. Χωρίς νά μπορεῖ νά κάνει οὔτε μπρός οὔτε καί πίσω. Οἱ αἰσθήσεις της τόν γύρευαν ἀπελπισμένα. Ἤθελε νά τόν ἀκούσει, νά τοῦ μιλήσει. Ἀλλά δέν τοῦ τηλεφώνησε ξανά. Δέν εἶχε τί νά τοῦ πεῖ. Ἡ μόνιμη, μέχρι κάποια στιγμή, κουβέντα του πού ἦταν "ἔλα!" ἐξοστρακιζόταν στήν ψυχή της, μά αὐτή δέν ἔλυνε τό σῶμα της, τῆς τό 'χε δεμένο μέ κόμπους ἀόρατους, πού δέν τήν ἄφηναν πρός αὐτόν νά κάνει οὔτε βῆμα. Κι ἀπάντηση δέν μποροῦσε νά βρεῖ.
***
Ἤτανε Αὔγουστος, στά τελευταῖα του πιά, κι εἶχε πάει μιά Κυριακή νά ἐπισκεφτεῖ ἕνα ζευγάρι φίλους της πού μένανε στά Βόρεια. Εἶχε κατέβει μέ τό λεωφορεῖο στήν Κηφισίας καί περπατοῦσε. Φύσαγε κι εἶχε μιά νέφωση ἀραιή ὁ καιρός, τόσο, πού θύμιζε πιό πολύ φθινόπωρο. Εἶχε φτάσει κοντά στό ρέμα τῆς Φιλοθέης, ὅταν σταμάτησε στό πρῶτο γεφυράκι μετά τήν Πλατεία ν' ἀκούσει τό νερό. Μιά μαγεία ἔνιωθε, μιάν ἕλξη ἀκατανίκητη. Κι εἰδικά μέ τά ποτάμια. Μέ τήν ὁρμή πού εἶχαν τά νερά τους. Μέ τή δύναμη πού παρασέρνανε τά πάντα. Πάθαινε ἕναν ἴλιγγο, λές καί μπροστά της συντελοῦνταν ἕνα θαῦμα.
Ἄκουσε τό κλάξον ἑνός αὐτοκινήτου ἀλλά δέν ἔδωσε σημασία. Ἦταν σιγανό στήν ἀρχή. Διακριτικό. Μετά ξανά, πιό δυνατό. Ἐπίμονο. Γύρισε τό κεφάλι ἀφηρημένα. Εἶδε ἕνα μαῦρο αὐτοκίνητο σταματημένο στήν ἄκρη τοῦ δρόμου μέ τή μηχανή ἀναμένη. Ἀδιαφόρησε. Τό κορνάρισμα ἀκούστηκε ξανά. Μέ διάρκεια. Χτύπησε τόν ἀέρα, ἄγγιξε τό κελάρυσμα τοῦ νεροῦ, τό παραβίασε. Νευρίασε. Προχώρησε καταπάνω σ' αὐτόν πού τάραξε τήν ἰσορροπία τῆς στιγμῆς της. Πλησίασε πρός τ' αὐτοκίνητο. Τό παράθυρο τοῦ συνοδηγοῦ κατέβηκε κι ὅ,τι πρῶτο εἶδε: ἕνα χαμόγελο καί τά μπλέ του μάτια. Τῆς φάνηκε πώς ζοῦσε μιά παράκρουση. Ἄκουσε τή φωνή του, "δέν θά μπεῖς;", πάγωσε. "... Τί..., τί κάνεις ἐδῶ;... " ψέλλισε. "Μά ἐδῶ μένω, τό ξέχασες;" τῆς εἶπε μέ μιά δόση εἰρωνείας ἀμυδρή κι ἀμέσως γέλασε, τήν ὥρα πού τῆς ἄνοιγε τήν πόρτα.
- Ἦρθα χτές βράδυ, ἀργά..., ἄρχισε. Δε γινόταν νά σοῦ τηλεφωνήσω. Καί τώρα τό πρωΐ, σκέφτηκα ξαφνικά νά βγῶ μιά βόλτα κι εἶπα νά περάσω ἀπό δῶ πού ξέρω πόσο σοῦ ἄρεσε αὐτός ὁ δρόμος...
Τόν κοίταζε. Δέν ἤθελε νά τῆς λέει τίποτα. Τίποτα δέν εἶχε νόημα. Τοῦ ἑξήγησε ὅτι πήγαινε στόν Νίκο καί τήν Ἑλένη κι αὐτός τήν ἄφησε ἔξω ἀπό τήν πολυκατοικία πού βρισκόταν τό διαμέρισμά τους κι ἔστριψε νά φύγει. Θά τήν περίμενε μετά κι ἀπ' τό δικό του σπίτι. Καθώς ἀπομακρυνόταν, σκέφτηκε τήν ἔκπληξη πού 'χε χαραχτεῖ στό πρόσωπό της μέ τό πού τόν εἶδε. Τό γέλιο της αἰφνίδιο, κοκκαλωμένο σάν πληγή. Ἡ φωνή της, ὅταν τοῦ τραύλισε τήν πρώτη λέξη, σηκώθηκε κατά πάνω του σάν τό νυστέρι. Χαμογέλασε μέ μιά δόση κακίας νιώθοντας πώς, ἔστω καί μ' αὐτό τόν τυχαῖο τρόπο ἴσως, μπορεῖ καί νά τῆς ξεπλήρωσε κάποιο μερτικό πόνου πού 'χε ὁ ἴδιος αἰσθανθεῖ μ' ὅλες τίς ἀναμονές πού τοῦ ἐπέβαλε στό διάστημα πού ἔλειπε.
Στάθηκε σάν κλεμμένη στήν εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας κι εὐχόταν κανείς νά μή τήν εἶχε δεῖ. Ἔφυγε χωρίς νά τούς χτυπήσει καί πῆγε μέχρι τήν κεντρική πλατεία. Βρῆκε ἕνα περίπτερο καί τηλεφώνησε. Εἶπε πώς κάτι τῆς ἔτυχε καί δέν θά μποροῦσε τελικά νά 'ρθει. Ἄς τή συγχωροῦσαν. Ἡ Ἑλένη στενοχωρήθηκε, ὅμως γλυκειά καί μέ κατανόηση πάντα, οὔτε ἑξηγήσεις τῆς ζήτησε ἀλλά κι ἀπό περισσότερα ψέματα τήν ἀπάλλαξε.
Ἀπελπισμένη, φορτωμένη μέ τύψεις γιά τόν καιρό πού πέρασε, πνιγμένη στίς ἐνοχές πού δέν εἶχε πάει οὔτε γιά ἔνα Σαββατοκύριακο νά τόν δεῖ ὅσο ἔλειπε, ἀνυπόμονη γιά τό σῶμα του, μέ τό αἷμα της νά σφυροκοπᾶ καί τήν ἀναπνοή της νά κόβεται ἀπ' τό λαχάνιασμα, περπατοῦσε γρήγορα, ἔτρεχε σχεδόν, νά τόν προλάβει-μή καί ξανάφευγε, νά πάει σπίτι του, νά τόν δεῖ, λές κι ὅ,τι εἶχε γίνει πρίν μιά ὥρα ἕνα ὄνειρο ἤτανε, μέ τό στομάχι της ν' ἀνακατεύεται ἀπό τήν ἀγωνία, διχασμένη ἀνάμεσα στήν ἔνταση πού τῆς δημιουργοῦσε ὅταν ἦταν κοντά της καί στή σχεδόν οὐδετερότητα ὅταν ἔλειπε, μέ τήν ψυχή της νά 'χει φτάσει ἤδη καί τό κορμί της ν' ἀργεῖ, ἄνοιξε τήν αὐλόπορτα, ἀνέβηκε τά πέντε σκαλοπάτια τῆς μονοκατοικίας κι ἔπεσε, μ' ὅλη της τή δύναμη καί τήν ἀνυπομονησία της, στό ρόπτρο τῆς ἐξώθυρας καί τή χτύπησε.
Τῆς ἄνοιξε καί παρασυρμένος ἀπ' τήν ὁρμή πού 'χε τό σῶμα της, τήν ἀγκάλιασε, ἀπ' ὅπου προλάβαινε νά τήν ἁρπάξει. Ἔδωσε μιά κλωτσιά μέ τό πόδι του κι ἔκλεισε τήν πόρτα μέ δύναμη. Τήν κόλλησε στόν τοῖχο πού στό τέλος λύγισε. Τό σπίτι ἀπ' τή φωτιά τους κάηκε. Κι ὕστερα μεῖναν ξέπνοοι, στίς στάχτες μέσα νά ὀνειρεύονται πώς θά τό χτίσουνε ξανά. Ἀπό ποῦ θ' ἀρχίζανε καί πῶς. Καί τί τούς ἔλειπε. Τί θέλαν ἀπό ὑλικά γιά νά 'ναι πλέον στέριο. Συμπαγές. Ἀλώβητο. Κι ἀπ' αὐτούς τούς ἴδιους, ἐπιπλέον.
***
Ἔφτασαν τά Χριστούγεννα. Οἱ γονεῖς της θά φεύγανε μέ φίλους τους ἐκδρομή. Θά λεῖπαν ὅλη τήν περίοδο τῶν ἑορτῶν. Ὁ Ζύλ κι ἡ Μαρολύνα θά τά περνούσανε μαζί. Παραμονή βράδυ ἦταν καί βρισκόταν στό σπίτι του. Ὅλα τά εἶχε ἑτοιμάσει αὐτός. "Ἔκπληξη!", τῆς φώναξε. Ἕνα τεράστιο ἔλατο στολισμένο, γιρλάντες, φωτάκια πολύχρωμα, καί τό τραπέζι στρωμένο στ' ἄσπρα μέ κεριά ἀναμμένα κι οἱ δυό τους ὁ κόσμος ὅλος: ἡ γέννηση, ἡ ἅγια νύχτα, ἡ ζωή.
Τῆς πρότεινε γάμο. Θά 'φευγε τό Μάρτιο γιά Ζυρίχη, τῆς ἀνακοίνωσε κι ἤθελε νά φύγουνε μαζί. Γιά πάντα. Νά ζήσουν ἐκεῖ. Τήν ἤθελε μαζί του ὁπωσδήποτε. Δέν θ' ἄντεχε, σκεφτόταν, νά ξαναπεράσει τή στέρησή της, ὅπως καί τήν προηγούμενη φορά. Δέν θά ὑπέβαλε τόν ἑαυτό του πάλι στήν ἴδια δοκιμασία. Εἶχε σπίτι δικό του ἔτσι κι ἀλλιῶς, μέ τή δουλειά του δέν ὑπῆρχε κανένα πρόβλημα, θά μποροῦσε, ἄν κι ἐκείνη τό 'θελε νά τῆς βρεῖ κάποια δουλειά, ἀφοῦ ἀπό γνωριμίες ἄλλο τίποτα, κι ἡ θέση του σημαντική, ἀκόμα καί στήν Ἑταιρεία πού δούλευε αὐτός, ἄν ἤθελε, θά μποροῦσε ν' ἀπασχοληθεῖ, θά τά κατάφερνε νά προσαρμοστεῖ γρήγορα, τῆς εἶπε, καί νά μή ἀνησυχεῖ καθόλου, ἐξ ἄλλου κι ἡ οἰκογένειά του ἤξερε ἤδη καί θέλανε νά τή γνωρίσουν. Τήν περιμένανε ἀπό καιρό. Κι ἄν εἶχε πάει ἀπ' ὅταν τήν καλοῦσε, αὐτό θά εἶχε ἤδη συμβεῖ. Θά τή φροντίζανε. Θά ἤτανε στό πλάϊ της γιά ὅσο πιθανόν μποροῦσε νά τούς χρειαστεῖ. Κι ὅσο γιά τήν Ἐλλάδα, δέν θά τήν ἔχανε, θά 'ρχονταν γιά διακοπές. Καί τούς φίλους της ἀκόμα, μπορούσανε νά τούς καλοῦν καί, γιά ὅσο καιρό ἐκεῖνοι θά 'θελαν ἤ θά μποροῦσαν νά τούς φιλοξενοῦν. Καί τήν οἰκογένειά της τό ἴδιο. Ἕνα της ναί περίμενε μόνο κι ὅλα θά παίρνανε τό δρόμο τους. Τ' ὄνειρο ἦταν μπροστά τους, θά τό 'πιαναν, ἀρκεῖ ἡ Μαρολύνα νά ἔλεγε τό "ναί".
Τέτοια ἐξέλιξη δέν τήν περίμενε. Οὔτε καί τό δαχτυλίδι πού τῆς ἔδωσε. Ἔπεσε ἀπ' τά σύννεφα. Στά "κλασικά εἰκονογραφημένα" συμβαῖναν τέτοια πράγματα, δέν γινόταν νά τά ζοῦσε τώρα δά κι αὐτή!.. Ἦταν πού ὡραῖα ὅλα γιά νά 'ναι ἀληθινά καί νά 'ναι μέρος τῆς ζωῆς της κι ὅλας.
Τοῦ εἶπε ὅτι θά τό σκεφτεῖ. Ἔπρεπε νά τό σκεφτεῖ! Πῶς θά ξεκίναγε μιά ζωή ἀλλοιώτικη ἔτσι ξαφνικά; Κι ἐκεῖνος ὅλη μέρα στό γραφεῖο του, νά λείπει, κι αὐτή τί θά 'κανε; Πῶς θά περνούσανε οἱ ὧρες, οἱ μέρες της; Ἔνιωσε τά χέρια του νά τήν ψάχνουν. "Μή ἀναρωτιέσαι γιά τίποτα, γιά τίποτα μή ἀμφιβάλλεις!" τῆς ψιθύρισε μέ τό βάρος τοῦ βράχου στή φωνή του καί τό πίστευε. Ἀλλά ἦταν σάν ἕνα ὄστρακο νά τήν ἔπιασε ἀπότομα καί νά τήν ἔκλεινε μέσα του, σάν νά τήν κατάπινε, σάν νά τήν καταβρόχθιζε κυρίως, κι ἐκείνη νά προσπαθεῖ ν' ἀντισταθεῖ, καί νά μή ξέρει πάλι τό γιατί.
[συνεχίζεται...]