Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [Μέρος 2ο]




ΙΙΙ
Παιδί ἡ Μαρολύνα φόραγε κραγιόν σ' ὅλους τούς χρωματισμούς. Ποῦ τά 'ψαχνε ἄραγε καί τά 'βρισκε ὅλα ἐκεῖνα τά πορτοκαλί, τά φραουλένια, τά καφετί σάν νά 'ταν μῆλα χαλασμένα; Τῆς μάνας της ἀσφαλῶς, ὅπως καί τά παπούτσια μέ τά σεισμόπληκτα τακούνια πού ἦταν σάν καρφιά, ἔτσι πού, ὅταν περπάταγε, τρυποῦσαν μέ τή μύτη τους τό σανιδένιο πάτωμα, τοῦ ἄνοιγαν στόματα στρογγυλά πού λές καί χάσκαν ὕστερα ἀπ' τήν ἀστραπιαῖα τους ἔκπληξη.
Τακούνια πού, ὅταν ἔκανε σάν σέ τσουλήθρα νά γλιστρήσει - πού κυρίως ὀλίσθαινε πάνω τους δηλαδή - ἀφῆναν πίσω τους καί σ' ὅλων τῶν εἰδῶν τά δάπεδα οὐλές. Οὐλές ἀπό χαρακιές σάν κι αὐτές πού σκίζαν τήν ψυχή της, ὅταν ἡ μάνα της ἔλειπε ἀπό τό σπίτι καί ξύπναγε μονάχη καί περίμενε, μά τί περίμενε ἀκριβῶς δέν ἤξερε - καί τώρα ξἐρει ἄραγε;... - πού οὔρλιαζε κλαίγοντας κι ὔστερα ζάρωνε σέ μιά γωνιά καί πετρωνόταν. Κι ἄκουγε τούς θορύβους ὅλους πού τριγύρναγαν στό σπίτι. Ἤχους παλιούς, τρομακτικούς ἄλλοτε, κι ἄλλοτε ἀγαπημένους. Ἤχους ἀπό τά βήματα ἐκείνων πού πρίν ἀπ' αὐτήν τό 'χανε περπατήσει. Ἄκουγε τίς φωνές τους νά περνᾶνε κάτω ἀπό τίς χαραμάδες. Τίς πόρτες ν' ἀνοιγοκλείνουνε μέ δύναμη ἤ ἁπαλά κάποιες φορές, μή τυχόν κι ἀναταράξουν τή γαλήνη κάποιου μωροῦ πού ἥσυχα ταξίδευε στή νηπιακή του κλίνη ἤ κάποιου ἐνήλικα πού πάσχιζε νά βυθιστεῖ μές στήν ψυχή του.
Κι ὕστερα ἔτρεχε καί φόραγε πάνω ἀπό τά ροῦχα της ἕνα σακκάκι τοῦ πατέρα της. Πάντα ἕνα δικό του σακκάκι. Ἄς ἦταν καί πυτζάμας, μά δικό του ὁπωσδήποτε, καί κράταγε στά χέρια της συνήθως ἕνα λιβανιστήρι, ἀπό δεκάρες κι εἰκοσάρες περασμένες στό λεῖο καί κατάλεπτο σκοινί του.
Κι εἶχε τά βράδια ὅλο παράξενα ὄνειρα. Σκηνές ἀπό κηδεῖες ἤ στιγμές ἀπό γάμους κι ὅλο ὅτι αὐτή πέθαινε ἤ ὅτι παντρευόταν, ὀνειρευότανε συχνά, συχνότατα στό τέλος, μέ κεῖνο τόν κοῦκλο πού τῆς ἔφεραν κάποια φορά οἱ παπποῦδες δῶρο κι ἤτανε κάτι λίγο πιό ψηλός ἀπό τό μπόϊ της καί κάτι πιό ἀνοιχτός σ' ὅλα τά χρώματα τοῦ σώματός του ἀπ' τά δικά της.
Κι ἤθελε νά κοιμᾶται πάντοτε μαζί του. Μ' αὐτόν μονάχα καί τόν γάτο της. Ἕναν γκρίζο καί τεράστιο καί πνιγμένο μές στήν πυκνότατη γούνα τῆς ράτσας του, μέ τά μάτια του βαθυκίτρινα ἤ βαθυπράσινα ἄλλοτε, χάντρες μέ κύματα ζεστασιᾶς στῆς προχωρημένης νύχτας τό ἀπόλυτο σκοτάδι. Γιούπυ, τόν ἔλεγε. Ὁ Γιούπυ, ὁ γιός της.
Τότε ὁ γάτος της κι ὁ κοῦκλος μέ τ' ἄπειρα ὀνόματα - λές κι ἤτανε γαμπρός καταζητούμενος, (ἀνάλογα μέ τ' ὄνομα πού κάθε φορά τῆς πήγαινε καλλίτερα ὡς παιγνίδι συλλαβῶν ἤ ὡς μουσική ἀπό τά γράμματα τῆς λέξης του) γέμιζαν τήν "φωλίτσα" πού ἡ μάνα της τῆς ἔφτιαχνε μέ τά σκεπάσματα στό κρεβάτι της, τή ζέσταιναν, τήν ἀγκάλιαζαν, κι ὁ ἕνας ἀπ' τή μιά μεριά κι ὁ ἄλλος ἀπ' τήν ἄλλη, φύλαγαν πάντα τήν πλευρά ἐκείνη πού τῆς εἶχε γυρισμένη τήν πλάτη. Τήν πλευρά πού δέν μποροῦσε βλέποντας νά τήν ἐλέγξει, καί σώπαινε, ἀκόμα καί τήν ἀναπνοή της προσπαθώντας νά σωπάσει, κι ἀφουγκραζόταν τό σκοτάδι, τή σιωπή, τό χάραμα, τό φόβο γυρεύοντας ν' ἀποκρυπτογραφήσει, τίς κινήσεις στά κεραμίδια, τίς λέξεις ἀπ' τήν ταραχώδη βουή τοῦ ποταμιοῦ, τό σούρσιμο τοῦ ἀγέρα πάνω στά χοντρά ντουβάρια, τούς ἤχους ἀπ' τά χτυπήματα στά τζάμια τῶν τριγωνικῶν φεγγιτῶν, τούς ψίθυρους πού κατρακύλαγαν μές στό δωμάτιο ἀπό τήν καμινάδα τοῦ τζακιοῦ, κι ἤξερε πώς δέν θά 'ρθεῖ κανείς νά τήν ἁρπάξει, κανένας νά τήν πάρει, ἀφοῦ κι ὁ γάτος της κι ὁ κοῦκλος της ἦταν ἐκεῖ, σφιγμένοι στό κορμί της, κρυμμένοι κάτω ἀπ' τά σκεπάσματα, ὅπως κι αὐτή, πού μιά χαραμάδα ἄφηνε μονάχα, μόνο καί μόνο γιά ν' ἀκούει καί ν' ἀναπνέει, γιά ν' ἀλλάζει κυρίως ὁ ἀέρας.
Ἴσως καί νά 'φταιγε γιά ὅλ' αὐτά τό "θέατρο τῆς Κυριακῆς" ἤ τῆς "Τετάρτης", πού ἡ Μαρολύνα ἄκουγε στό ράδιο ἀνελλιπῶς τίς νύχτες τοῦ χειμώνα, ἐκεῖ γύρω στίς ὀκτώ. Ἴσως καί νά 'φταιγε τό "Λάβωμα", παιδί μικρό κι αὐτό πού τό 'φαγε ἡ μαρμάγκα στόν πρῶτο Βαλκανικό τοῦ '12, καί παραμόνευε ἀπό τότε πίσω ἀπ΄ τίς σκοτεινές γωνιές νά τίς γεμίσει μέ τό κλάμα του, τότε πού ἐκείνη θά 'ταν δέν θά 'ταν στά τέσσερα ἤ τά πέντε της ἤ καί τά ἕξι, καί δέν ἤξερε τίποτα, μά ἔμαθε καί βούταγε τήν ψυχή της παραμάσχαλα καί τό 'βαζε στά πόδια. Κι ἤθελε νά πεθάνει τότε, κι ἤξερε πῶς εἶναι ὁ θάνατος, γιατί εἶχε δεῖ κηδεῖες μπόλικες, μιά πού ἤτανε θέαμα αὐτές, νά τίς κοιτάζει ὁ κόσμος ἀπ' τά μπαλκόνια του ἤ καί ν' ἀκολουθεῖ σχολιάζοντας πάντως τό ξόδι, ἔτσι κι ἀλλιῶς. Ναί, ἤξερε πῶς εἶναι ὁ θάνατος. Εἶχε δεῖ τά σώματα μέσα στίς νεκροφόρες μέ τά πρόσωπα χλωμά, τά μάτια κλειστά, τό στόμα ἀνοιχτό μπαμπακωμένο, τρομερά γεροντικά πρόσωπα-κακιασμένα, νεανικά ἀπορημένα, καί τόν κόσμο ἀπό πίσω νά φωνάζει, νά κλαίει ἄλλες φορές κι ἄλλες νά σέρνεται σάν φίδι ἁπλά, βαριεστημένα, κι ἔμαθε πώς ὁ θάνατος δέν ἔχει τέλος οὔτε κι ἀρχή καί πώς δέν ξεχωρίζει τίποτα. Οὔτε κι εἶναι κάτι καλό ἤ κακό ἔστω. Μά πού πάντως εἶναι τρόμος. Κι ὅτι εἶναι ἁπλός, ἁπλούστατος κυρίως, κι ἀκάλεστος μονίμως, ἔξαφνος. Τοὐλάχιστον γι' αὐτούς πού παραμένουν. Κι ὅσο γιά κείνους πού ἔφυγαν, δέν ἤξερε τότε, δέν ξέρει ἀκόμα, κι ἴσως ποτέ...
***
Γὐρισε σπίτι της μετά τό γραφεῖο τῆς Λένας. Σάν κυνηγημένη. Μή ἔχοντας διάθεση γιά τίποτα. Μόνο μιά κούραση βαθειά ἔνιωθε νά τῆς κόβει ὅλα της τά μέλη, νά τῆς βαραίνει τήν ψυχή. Ἀναρωτήθηκε γιά τόν Νικήτα. Ποῦ νά 'ταν τώρα, πῶς; Ὕστερα τό μετάνοιωσε. Ἕνας κατακλυσμός ἀπό γεγονότα, πρόσωπα, κουβέντες τήν περιέλουσε. Τῆς ἀνέβηκε τό αἷμα στό κεφάλι. Δέν ἤθελε νά ξανασκεφτεῖ τίποτα γιά τόν Νικήτα πιά! Ἄν μποροῦσε μέ μιά τεράστια γομολάστιχα νά τά σβήσει ὅλα!... Τή φιγούρα του, τή φωνή του, μά κι αὐτήν τήν ἀνάσα του, πού ἀκόμα τά βράδια τῆς ἵδρωνε τό δέρμα στό λαιμό, ἀπό τό διπλανό της μαξιλάρι...
Εἶχε νυχτώσει γρήγορα. Ἔτσι τοὐλάχιστον τῆς φάνηκε. Καί παρ' ὅλη τήν ἀπραξία της, τό σκοτάδι εἶχε ἐγκατασταθεῖ γιά τά καλά. Βαρέθηκε νά σέρνεται ἀπό καρέκλα σέ καρέκλα, κι ὅσο γιά τήν τηλεόραση, τῆς ἀντιστεκόταν ἀκόμα. Φοβόταν τήν ὥρα πού θά πατοῦσε τό μαγικό κουμπί καί θά 'πεφτε στήν παγίδα της. Φοβότανε τ' ὀλίσθημα στούς στείρους κόσμους της, ἄν κι ἔψαχνε τρόπο ν' ἀπομακρυνθεῖ ἀπ' τά δικά της.
Ξάπλωσε. Ὁ ὕπνος δέν τῆς κόλλαγε μέ τίποτα. Εἰδικά ἐκεῖνος ὁ κτηνώδης ὕπνος-λυτρωμός τήν ξέχασε, τήν ἔστησε στό ραντεβού τους, δέν ἦρθε νά τήν πάρει. Κι ἀπ' ὅ,τι φαίνεται, σέ δυό-τρεῖς ὧρες θά χαράξει... Κι ὅλος ὁ πανικος πού δούλευε μέσα της καί μέ σκέψεις ἀδιάφορες τάχα περικαλυμμένος, ἔφτασε, μέ μιάν ἀλλαγή πλευροῦ, νά τήν ἀνατινάξει. Εὐτυχῶς, σκέφτηκε, πού θυμήθηκε τό ἀπόγευμα κι ἀγόρασε τσιγάρα. Διαφορετικά, ἡ ἄγρυπνη νύχτα της θά γινόταν τρέλα.
Ναί, σκέφτεται, εὐτυχῶς πού ἀγόρασε τσιγάρα κι ἔχει γιά νά καπνίζει τώρα, μές στήν ἡσυχία καί τήν ἀκίνητη γαλήνη τῶν κινήσεων καί τῶν θορύβων ὅλων, τώρα πού τόσο ρωμαλέα νιώθει ὅσο κι ἡ μέρα πού σέ λίγο θ' ἀφιχθεῖ, ἔστω καί τώρα, σκέφτεται, πού μπορεῖ ὁ θάνατος νά κάμει ἕνα βῆμα - ἕνα βῆμα σάν τό τίποτα μεγάλο - ξαφνικά καί ἀπροειδοποίητα, σάν ἕνας θόρυβος νυχτερινός, ἄς ποῦμε, πού θά πατάει ἀπάτητος, νά 'ρθεῖ Αὐτός καί νά τήν καπακώσει. Καί νά τήν ἀφήσει ἐκεῖ. Ἐδῶ! Ἀκίνητη. Μ' ἕνα σπασμό μετέωρο γιά πάντα: πού δέν εἶναι ἐδῶ γιά τά τήν ἀγαπάει κανείς, κανείς γιά νά Τόν ἐμποδίσει, νά Τόν διώξει, κι ὑπῆρξε πάντα μόνη, γιά ὅσο φαινότανε τάχα πώς ἔμοιαζε νά ὑπάρχει.
Ἡ Μαρολύνα εἶναι τώρα γύρω στά σαράντα. Κι εὐτυχῶς πού ἔχει γιά τώρα νά καπνίζει. Πού ἀνάβει ἕνα κι ἀνάβει κι ἄλλο καί πάει ὅλο λέγοντας, καί κρύβει ἔτσι κι αὐτήν ἀκόμα τήν πιθανότητα τῆς παρουσίας Του, πίσω ἀπ' τήν αἰθάλη τοῦ καπνοῦ τους.
Κι ὅμως παντοῦ τριγύρω της ἀκούει θορύβους. Ἔξαφνους θορύβους μές στή νύχτα, μές στή σιωπή τρομαχτικούς. Καί δέν ἔχει μέ κανέναν νά τούς μοιραστεῖ, νά τούς ἐξευμενίσει ἔστω, νά τούς ἁπαλύνει. Καί ποῦ θά πάει, σκέφτεται, θά ξημερώσει κάποτε, ἔστω κι ἄν ἐκείνη δέν ἔχει τώρα ἕνα σακκάκι τοῦ πατέρα της γιά νά φορέσει, θά τό δεῖ πάντως μέ τό Φῶς, Αὐτός, τό τέλος Του, κι ἐκείνη θά γλιτώσει.
Ἀλλά πρός τό παρόν, τό φεγγάρι γλιστράει στό δωμάτιο ἀπό τό ἀνοιχτό παράθυρο κυνηγημένο ἀπό τίς ἐρωτοτροπίες τῶν σύγνεφων κι αὐτή ἀφήνεται. Τό βλέμμα της τρέχει πάνω σέ χάρτες. Χῶρες, λιμάνια, ἀεροδρόμια, νέες πατρίδες. Τήν καλοῦν. Μέ τόν ἀγκώνα τους τή σπρώχνουν νά ξεκολλήσει ἀπό ἐδῶ, νά φύγει. Διαβάζει τά ὀνόματά τους, ἀνεβοκατεβαίνει βουνά, περνάει λίμνες, ποτάμια, ταξιδεύει σέ θάλασσες κι ἔρχεται μπρός της, σ' ἕνα σκαρί σάν καρυδότσουφλο καβάλα ὁ Δημήτρης. Νιώθει τό χέρι του στό χέρι της, τό κορμί του κολλημένο στό σῶμα της. Τρίτη Δημοτικοῦ. Ὥρα Πατριδογνωσίας. Κι ἐκείνη τή μέρα τά σύγνεφα ἔτρεχαν ἀλαφιασμένα, καί τά μάτια τους χαμένα στό μεγάλο χάρτη τοῦ τοίχου ἀπέναντι, κι αὐτός, πώς θά στεριώσει τή μεγάλη του σκάλα κάτω ἀπ' τό παράθυρό της, τῆς λέει, καί πώς θά 'ρθει κάποιο βράδυ νά τήν κλέψει. Νά τήν πάρει μαζί του. Πάνω σ' ἕνα κατακόκκινο σάν τή φωτιά, ξεσκέπαστο Triumph, νά φύγουνε μαζί, νά γυρίσουνε τόν κόσμο ὅλον, κι αὐτόν πού φαίνεται στό χάρτη, κι ἐκεῖνον πού δέν ξέρουνε κι ἴσως δέν ἔχει σχεδιαστεῖ ἀκόμη. Κι αὐτή ζοῦσε ἀπό τότε, ἀπ' τά ὀχτώ της χρόνια ἀκόμη, γιά τό ταξίδι ἐκεῖνο. Μά μέ τό Δημήτρη χάθηκαν. Ἀλλάξανε πόλη κάποτε, μετακομίσανε κι οὔτε τόν ξαναεῖδε ἀπό τότε, μά οὔτε καί ξανάκουσε κάτι γι' αὐτόν ποτέ. Ἀλλά τό περιμένει τό ταξίδι τους. Τό ξέρει πώς θά 'ρθει μέ τή σκάλα του κάποια στιγμή αὐτός καί θά τήν πάρει. Καί θά 'ναι ξαφνικά. Οὔτε πού θά 'χει προλάβει νά φτιάξει τίς βαλίτσες της. Ἔτσι, ὅπως τό σχεδιάζανε, θά καβαλήσει τό παράθυρο καί θά χαθεῖ μαζί του. Ἄνοιξη, ἄς ποῦμε. Μέ τό ξεσκέπαστο αὐτοκίνητο πού θά μουγκρίζουν τά καρμπυρατέρ του κι ἡ ἐξάτμισή του θά χτυπάει τή γλώσσα της ἀπό ἀνυπομονησία καί θά βουΐξει ἡ νύχτα ὁλάκερη, θ' ἀναστενάξει ἡ ξαστεριά, θά βγάλουνε φωτιά τά λάστιχα ἀπό τήν ἔγνοια τῆς ψυχῆς τους...
Ξύπνησε προχωρημένο μεσημέρι. Ἕνα ράκος. Μέ τό σῶμα της ὁλόκληρο πόνο. Καί τό κεφάλι της βαρύ. Ἀσήκωτο. Σάν νά τῆς τό 'χανε δεμένο μέ μιά πέτρα πού τήν τραβοῦσε πρός τά κάτω.
Πῆρε κουρασμένα τό ἀκουστικό καί τηλεφώνησε στό γραφεῖο της. "Δέν εἶμαι καθόλου καλά σήμερα", εἶπε, "καί συγνώμη πού σᾶς παίρνω τέτοιαν ὥρα... δέν τά κατάφερα νωρίτερα...". Οἱ λέξεις βγαίνανε μέ δυσκολία τόση, πού κι αὐτή δέν ἤξερε ποιά νά 'ταν κι ἡ σειρά τους ἀκριβῶς μές στό μυαλό της, στήν τάξη τῆς πρότασης πού ἄρθρωσε.
Ἄφησε τό ἀκουστικό στή θέση του πιό ἐξαντλημένη ἀπό πρίν καί τό βλέμμα της σκαρφάλωσε στό ταβάνι. Θυμήθηκε πώς σήμερα τό ἀπόγευμα εἶχε κανονίσει συνάντηση μέ τήν ἀδελφή της. Ἔπρεπε λοιπόν νά συνέλθει ὁπωσδήποτε. Νά σηκωθεῖ τό γρηγορότερο, νά καταφέρει νά σταθεῖ στά πόδια της. Νά ἑτοιμαστεῖ. Καί νά 'ναι καί στά κέφια της, ὅταν θά πήγαινε νά τή δεῖ. Εἶχαν καιρό ἐξ ἄλλου νά τά ποῦνε...
IV
Ἡ Λουκί ἦταν σχεδόν δυό χρόνια μεγαλύτερή της, ἀλλά παρ' ὅλη τή σχεδόν ἀνύπαρκτη διαφορά τῆς ἡλικίας τους, ποτέ δέν εἶχαν ἰδιαίτερη ἐπαφή μεταξύ τους. Κι εἰδικά, ἀπό τότε πού ἐκείνη, τά δυόμισι τελευταῖα χρόνια, συζοῦσε μέ τόν Ἀντρέα. Τότε, καί τά ἐλάχιστα προηγούμενα πάρε-δῶσε τους εἶχαν κοπεῖ. Τύχαινε νά συναντηθοῦν βέβαια καμιά φορά στό σπίτι τῶν γονιῶν τους, στά οἰκογενειακά τραπέζια ἤ τηλεφωνιόνταν - ἄν τό θυμόντουσαν κι αὐτό - γιά τά χρόνια πολλά καί τίποτα παραπάνω.
Ἡ ἀδελφή τῆς Μαρολύνας ἦταν τό πρῶτο παιδί μετά ἀπό τέσσερις ἀποβολές πού εἶχε ἡ μάνα τους στή σειρά. Ἀλλά δέν πρόλαβε νά χαρεῖ ἡ Λουκία τά πρωτεῖα της γιά πολύ καιρό, ἀφοῦ μιά δεύτερη, σχεδόν κολλητή ἐγκυμοσύνη, ἔφερε τήν Μαρολύνα.
Ἡ Λουκία τήν προτιμοῦσε νά ἦταν ἀγόρι καί τῆς τό 'χε πεῖ πολλές φορές. "Τί νά τά κάνω τά παιγνίδια μαζί σου;" τῆς πέταγε μέ κάθε εὐκαιρία, "ἄν ἤσουν ἀδελφός, τότε θά εἶχαν ἄλλο νόημα ὅλα". Κι ὅσο ἔβλεπε τή μάνα τους ν' ἀσχολεῖται μέ τό μωρό, τόσο ἐκείνη γινόταν ὅλο καί πιό δύσκολη καί πιό δυσπρόσιτη ὅλο. Ἤθελε τή μάνα τους ἀποκλειστικά. Κι ἴσως αὐτό ἦταν τό κυριότερο ἔγκλημα τῆς Μαρολύνας πού ἡ Λουκία δέν τῆς συγχώρησε ποτέ. Γι αὐτό κι ὅταν ἡ κάθεμιά ἀργότερα ἀποδεσμεύτηκε κι ἀκολούθησε τίς προσταγές τῆς δικῆς της ζωῆς, ἡ ἀδελφή της βρῆκε τό πάτημα πού ἤθελε καί ξέκοψε ἀπ' τή μικρή, μιά καί καλή.
Κι εἶναι ἡ ἀλήθεια, τῆς εἶχε κάνει ἐντύπωση τῆς Μαρολύνας πού τῆς τηλεφώνησε ἡ Λουκία κάι τήν κάλεσε γιά φαγητό. Κι ὄχι μόνη της, ἀλλά καί μέ τόν Ἀντρέα μαζί. Τῆς φάνηκαν μάλιστα διαχυτικοί κι οἱ δυό. Πού τόν Ἀντρέα εἰδικά, ἄν τόν εἶχε συναντήσει καί τρεῖς ἤ τέσσερις φορές ὥς τώρα, ζήτημα θά 'ταν. Τό μόνο πού θυμᾶται μέ σιγουριά γι' αὐτόν εἶναι πώς εἶναι μικρότερος πέντε χρόνια ἀπό τήν ἀδελφή της κι ὅτι γελάει συνέχεια. Αὐτό ἐξ ἄλλου τήν ἐντυπωσίασε καί πιό πολύ ἀπό κεῖνον. Τό κολλημένο, μόνιμα, χαμόγελο στήν ἔκφρασή του. Καί ἡ σιωπή του. Τ' ὅτι δέν ἔπαιρνε θέση ἀπέναντι σέ κανέναν καί σέ τίποτα. Λέξη δέν τοῦ 'παιρνες. Σάν νά μή ἤθελε ἤ νά μή μποροῦσε νά συμμετάσχει πουθενά. Ἀμέτοχος κι ἀδιάφορος ἔδειχνε γιά ὅλα. Κι ἦταν καί δικηγόρος στό ἐπάγγελμα!... Μά, πῶς διάβολο τά κατάφερνε μέ τή δουλειά του, ἕνας θεός ἤξερε!
Ἔφτασε σπίτι τους κατά τίς ἐννιά. Ἔμεναν στή Γλυφάδα. Κι αὐτό τήν παρηγοροῦσε. Τό διαμέρισμά τους ἦταν ρετιρέ καί, στή χειρότερη περίπτωση, θά τήν ἀπασχολοῦσε ἡ θάλασσα, σκεφτόταν, καί ψάχνοντας τά ὀνόματα στόν πίνακα, χτύπησε τό κουδούνι. Ὁ ἦχος του στριγγός ἔφτασε μέχρι τ' αὐτιά της καί, πρίν ἀκόμα τῆς ἀνοίξουν, ἕνα ἄλλο κουδούνισμα τήν πρόφτασε: Θά κόντευε πέντε τό ἀπόγευμα καί θά 'ρχότανε σέ λίγο ὁ δάσκαλος τῆς μουσικῆς. Ἡ Μαρολύνα στά τέσσερά της τότε, εἶχε παιδευτεῖ ὅλο τό πρωΐ μέ τίς ἀσκήσεις γιά τό ἀριστερό χέρι καί δέν τά 'χε καταφέρει ἀκόμα. Ἡ Λουκία τήν προκαλοῦσε: "Δέν θά τά καταφέρεις ποτέ!" τῆς ἔλεγε καί γέλαγε, ὥσπου κάποια στιγμή τήν ἄκουσε ἡ μάνα τους κι ἀναρωτήθηκε τί τρέχει. "Εἶναι ἀδιάβαστη" τῆς πρόλαβε ἡ ἀδελφή της, κι ἡ Στέλλα στάθηκε ἀπό πάνω της, ἔκρυψε μέ τό σῶμα της τό φῶς καί μέ τή φωνή της ἔκοψε τόν ἀέρα, "παῖξε νά τό ἀκούσω!" τῆς εἶπε σιγανά, σφυριχτά σχεδόν, ἀλλά ἡ Μαρολύνα οὔτε τό ἀριστερό μά οὔτε καί τό δεξί της μποροῦσε πιά νά σύρει πάνω στά πλῆκτρα, ἡ μάνα της ἀνυπόμονη, ἡ Μαρολύνα κοίταζε τό κενό μπροστά της, σάν σπασμένα τά χέρια της, "οἱ Μαριονέττες" δέν χορεύανε στή μουσική, δέν ὑπῆρχε μουσική, κομμένα τά σκοινιά τους, ἡ Στέλλα σάν σίφουνας ἔφυγε τότε καί γύρισε μέ μιά καρφίτσα κι ἄρχισε νά τῆς τρυπάει τά δάχτυλα, καί τήν παλάμη τοῦ δεξιοῦ της ὥσπου τῆς τά 'κανε ὅλα κόσκινο, "νά! γιά νά μάθεις παλιόπαιδο τό πῶς πονάω ἐγώ μέχρι νά γίνεις ἄνθρωπος!" τῆς οὔρλιαζε, κι ἡ Λουκία πίσω ἀπ' τήν πλάτη της, παρ' ὅλο πού παρακολουθοῦσε μέ τά μάτια διάπλατα ἀπ' τήν ἔκπληξη, γέλαγε. "Οἱ Μαριονέττες" ἄνοιξαν, πέσανε κομμάτια, καί τότε ἀκούστηκε τό κουδούνι. Ὁ δάσκαλος τήν ἔσωσε, ἔστω κι ἄν δέν ἔγινε μάθημα τή μέρα ἐκείνη κι ἡ μάνα της τόν ἔδιωξε...
Τήν ὑποδέχτηκε ἡ Λουκία. Ὁ Ἀντρέας ἑτοιμαζότανε κι ἦταν στό μπάνιο ἀκόμη. Εἶχαν μάθει ἀπ' τή μάνα τους βέβαια γιά τό χωρισμό της, κι ἀπό τότε πού δέν εἶχαν ξεκινήσει κἄν οἱ διαδικασίες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια πώς ἡ Λουκία τόν Νικήτα δέν τόν συμπάθησε σχεδόν ποτέ. Κι ὅσο κι ἄν φρόντιζε νά μή τοῦ τό δείχνει, δέν τά κατάφερνε, πρᾶγμα πού τή Μαρολύνα ἀρκετές φορές τήν ἐνοχλοῦσε. Καί τώρα ἀποροῦσε ἄν ἡ ἀδελφή της τήν κάλεσε γιά νά τήν παρηγορήσει ἤ γιά νά τῆς πεῖ τά συχαρίκια.
Βγήκανε στή βεράντα κι ἡ Λουκία πῆγε νά τῆς φτιάξει ἕνα ποτό. Ἔσταζε μέλι πρός τό παρόν κι εἶχε μιά τρυφερότητα ἀπέναντί της, ὁλότελα ἄγνωστη στή σχέση τους ὥς τώρα. Τήν ξένιζε. Τήν ἔκανε νά νιώθει πιό μαζεμένη αὐτό. Ἑπιφυλακτική. Ἐν τῶ μεταξύ ἐμφανίστηκε, ὁλόκληρος ἕνα γέλιο, κι ὁ Ἀντρέας καί τούς ἀνήγγειλε πώς τό φαγητό θ' ἀργοῦσε λίγο ἀκόμα. Τή ρώτησαν ποῦ σχεδίαζε νά πάει διακοπές. "Δέν ξέρω", ἀπάντησε αὐτή, "δέν ἔχω τίποτα στό μυαλό μου ἀκόμα..."
- Πρέπει νά βρεῖς τρόπο νά φύγεις! εἶπαν κι οἱ δυό μαζί, σχεδόν μέ μιά φωνή. Καί μόνη σου ἀκόμα, πρέπει ὁπωσδήποτε νά πᾶς κάπου! Νά βρεῖς τρόπο ν' ἀποδεσμευτεῖς ἀπό συγγενεῖς, γνωστούς καί φίλους. Τί νά τούς κάνεις; Μιά ἄλλη ζωή ἀνοίγεται τώρα μπροστά σου...
Ὁ Ἀντρέας τῆς τά 'λεγε αὐτά. Καί πιό πολύ τήν ξένισε ἡ ἄποψή του, παρά ἡ ἀπόλυτη ἐμπλοκή του στό θέμα της. Ἡ ἀδελφή της ἄκουγε, μά φαίνεται πώς συμφωνοῦσε μαζί του. Ἁπλῶς κουνοῦσε τό κεφάλι της.
- ... Φορτώνεσαι τή ζωή σου καί πορεύεσαι, συνέχισε ὁ Ἀντρέας. Τί νά περιμένεις ἀπ' ὅλους τούς ἄλλους καί γιατί; Δικές σου οἱ ἐπιλογές, δικό σου κάι τό κόστος! Ἐξ ἄλλου ἔχει κι ὁ καθένας τόσα προβλήματα μέ τόν ἑαυτό του σήμερα... γι αὐτό σοῦ λέω, φτιάξε τή βαλιτσούλα σου καί ξεκίνα!
Κάτι συμπλήρωσε ἡ Λουκία ἀλλά δέν τήν πρόσεξε. Κοίταζε τή θάλασσα. Αὐτό τό κομμάτι τῆς νύχτας τέλος πάντων στό βάθος, πού ἔμοιαζε νά εἶναι ἡ θάλασσα. Ἄκουγε καί τίς κουβέντες ἀπ'τά διπλανά μπαλκόνια, τ' ἀπό κάτω ἤ τ' ἀπό δίπλα τους, συμμετεῖχε σέ ὅλα. Τή ρωτοῦσαν σιωπηλά-ἀπαντοῦσε. Κατάφασκαν σιωπηλά-ρωτοῦσε. Ἀναρριχιόταν στίς συλλαβές τους, στά κενά, ὑπῆρχε ἀθόρυβα δίπλα τους, γύρω τους, ὑπῆρχε παράταιρα, καί καταλάβαινε ξαφνικά πόσο εὔκολο εἶναι νά ὑπάρχει-ἀνύπαρκτα, ὑπόγεια, νά μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀπερίφραστα ἤ περιφραστικά, νά κυλιέται στή σιωπή κι οἱ φόβοι της νά περνᾶν ἀπαρατήρητοι, νά χτυπᾶν μέ μαχαιριές ὕπουλα τά κενά τῆς σιωπῆς, κι ὅταν οἱ λέξεις ἐπέστρεφαν στά χείλη τους, στ' αὐτιά της, οἱ φόβοι της νά αἴρονται κι ἡ βεβαιότητα νά τῆς ἐπιβάλλεται τότε, πώς κανείς δέν θά μποροῦσε νά τῆς παραβιάσει τίποτα, νά τήν ἀπειλήσει καί μέ τό παραμικρό ἔστω.
Κι ὅταν ἀργότερα ἔφυγε γιά τό σπίτι της, κράτησε κείνη τήν εἰκόνα τῆς θάλασσας μέ τά φῶτα στό βάθος ἀπ' τήν ἀντικρινή ἀκτή κι ἦταν τό πρῶτο βράδυ πού κατάφερε, χωρίς κανένα στριφογύρισμα τοὐλάχιστον, νά κοιμηθεῖ.
[Συνεχίζεται]