Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [Μέρος 1ο]


Ι.


Δώδεκα χρόνια ἦταν παντρεμένοι ἡ Μαρολύνα κι ὁ Νικήτας. Παιδιά δέν εἶχαν κι ἔτσι τά πράγματα δεῖχναν εὐκολότερα, ὅταν χρειάστηκε κάποια στιγμή νά πάρουν τή μεγάλη ἀπόφαση γιά τίς ζωές τους. Κι ὄχι βέβαια πώς... ἁπλῶς δέν ἔτυχε ὥς τώρα ν' ἀποκτήσουν, ἀφοῦ τό 'χανε προσπαθήσει, ἀπό τόν τρίτο χρόνο τοῦ γάμου τους κι ὅλας.

Ἀπό κοινοῦ σκέφτηκαν κάποια στιγμή νά τό ψάξουν τό θέμα, νά βροῦν τί ἔφταιγε, τί δέν πήγαινε καλά καί νά τό διορθώσουν, ἄν γινόταν. Τό ἀποφάσισαν, ἀλλά μᾶλλον σάν παιγνίδι πάρθηκε ἡ ἀπόφασή τους. Μέ τήν Μαρολύνα νά προτείνει καί τόν Νικήτα νά λέει "ναί" σέ ὅλα, ἀλλά νά μή συμμετέχει, οὐσιαστικά, πουθενά. Φρόντιζε βέβαια νά γεμίζει τό μπουκαλάκι μέ τό σπέρμα του, γιά ὅλες τίς φορές πού χρειάστηκε, καί ὥς ἐκεῖ. Ὕστερα, ἐκείνη στεκόταν πάνω στούς ἀναβολεῖς - σάν ἀναβάτης πού ἀγκάλιαζε μέ τά πόδια του τό ἄτι τοῦ κενοῦ - καί περίμενε τό γιατρό πού κρατοῦσε τήν τεράστια σύριγγα ἀνάμεσα στά σκέλια της, γιά νά ὁλοκληρώσει τήν "πράξη".
Ὁ Νικήτας δέν τήν ρώτησε ποτέ πῶς αἰσθανόταν, δέν τήν βοήθησε οὔτε μιά φορά νά κρατήσει ζεστό τό μικρό ταπωμένο σωλήνα μέ τό δικό του ὑγρό, ὅταν ὁ γιατρός τούς παράγγελνε: "πρέπει νά μοῦ τό φέρετε σέ θερμοκρασία σώματος ἀπό τό ἐργαστήριο", κι αὐτή τό κουβάλαγε τρυπωμένο μές στό στῆθος της, λές καί μποροῦσαν οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς της νά παρατείνουν καί νά ἰσχυροποιήσουν τή ζωή μέσα του, τή ζωή πού θ' ἀνακατευόταν μέ τή δική της μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἐνῶ ἔπρεπε νά ὁδηγεῖ κι ὅλας, νά καλύπτει μέσα στίς ὁρισμένες, μικρές χρονικές προθεσμίες, τίς τεράστιες ἀποστάσεις ἀπ' τό Μαρούσι ὥς τόν Πειραιά καί πάλι πίσω, ὥστε νά προλάβει ἀκριβῶς τήν προκαθορισμένη ὥρα τῆς "σύλληψης".
Ὁ Νικήτας δέν τῆς εἶπε ποτέ τί σκεφτότανε ὅλην ἐκείνη τήν ὥρα ἤ πρίν ἔστω ἀπ' αὐτήν, οὔτε μέ μιά λέξη, ἤ μ' ἕνα ἄγγιγμα δέν τῆς ψιθύρισε ποτέ: "εἶμαι κι ἐγώ ἐδῶ" ἤ, ἔστω, δέν χαράκωσε τή μοναξιά της, τό κενό τῆς παράταιρης εἰσβολῆς μ' ἕνα "ἐδῶ μαζί σου εἶμαι" καί ποτέ δέν γεφύρωσε τήν ἀπογοήτευση τοῦ ἀρνητικοῦ ἀποτελέσματος κάθε φορά, μέ τήν ἑπόμενη καινούργια προσπάθεια.
Δέν τῆς μίλησε ποτέ γι' αὐτά πού ἐκεῖνος ἔνιωθε, γιά ὅ,τι ἐκεῖνος περίμενε, κι ἔπρεπε, ἀντίθετα, ἡ Μαρολύνα μονίμως νά φαντάζεται τί συνέβαινε μές στό μυαλό του, τούς κύκλους πού ἡ ψυχή του διέγραφε. Κι οὔτε ποτέ τῆς εἶπε κάτι γιά τό ἔμβρυο πού κάθε φορά μετάνοιωνε καί δέν ἔλεγε νά τούς ἐπισκεφτεῖ. Κι ἐκείνη τίποτα δέν τοῦ ἀποκάλυψε γι' αὐτό, ποτέ. Μόνο ὅτι οἱ δικοί του ἤθελαν ἐπιτέλους ἕνα ἐγγόνι, καμιά φορά τῆς ἔλεγε, καί τί ἤθελε ἐκεῖνος τῆς τό κρατοῦσε μυστικό. Ἐκτός δηλαδή, ἀπ' τ' ὅ,τι ὥς ἐκεῖ ἤ κι ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθυμίας τῶν δικῶν του, ἕνα παιδί τό ἤθελε κι αὐτός.
Κι ἔτσι τ' ἀντιμετώπιζε ὅλα. Ποτέ του δέν εἶχε ἀνησυχήσει γιά τίποτα. Ὅλα του βιωμένα μέ ἀπόλυτο τρόπο, ὅπως τό μεθυσμένο ἐκκλησίασμα βιώνει ὥς καί τά ἔσχατα τῆς Λειτουργίας, καθηλωμένο, καί πιστεύει χωρίς νά ἐρευνᾶ. Ἤ πιστεύεις λένε, ἤ ψάχνεις...
Ὁ Νικήτας, λοιπόν, εἶχε ἕνα διάλογο πάντα μέ τ' ἀπερίγραπτα κι ὅλο ἀναμενόμενα θαύματα. Ποιά καί τί καί γιατί δέν ἔμαθε ἡ Μαρολύνα ποτέ, καί ποτέ ὥς τώρα τελικά δέν κατάλαβε. Τό γεγονός ὅμως εἶναι πώς μονίμως ἐκεῖνος κάτι περίμενε πώς θά 'ρθει σάν μυστηριακό κεραυνοβόλημα, ἔτσι τό ἀνέμενε τό "θαῦμα", ὡς τό "μάννα ἐξ οὐρανοῦ", ἄς ποῦμε.
Κι ἀπό τήν ἀρχή πού τόν γνώρισε ἀντιδροῦσε τό ἴδιο. Ἀλλ' αὐτή δέν ἤθελε νά πιστέψει πώς τ' ὅλο κι ὅλο του ἦταν αὐτό. Νόμιζε πώς βαθιά μέσα του κρυβόταν μιά μεγάλη ἐπανάσταση. Μιά κραυγή. Ἕνα οὐρλιαχτό. Ἕνα μεγάλο "ἄχ", πού θ' ἅρπαζε τούς σφετεριστές τῆς ζωῆς του καί θά τούς ξαπόστελνε ἀπό κεῖ πού ἦρθαν. Ἀλλά, ὡς φαίνεται, δέν ὑπῆρχε τίποτα. Μόνο τό ἀπλανές ἐπίπεδο. Κι ἡ σιωπηλή του ἀποδοχή ἀπάναντι στά πάντα.
Κι ἔτσι ὁ Νικήτας ἔμοιαζε κυρίως μ' ἕνα μακρινό ὄνειρο, πού βέβαια ἡ Μαρολύνα δέν εἶναι καί σίγουρη ἄν τά ὄνειρα ἔχουν ὑφή συνήθως ἤ ἄν παραζαλισμένα κινοῦνται καί σχηματίζονται, ἤ ἀκόμα, ἄν βεβαιώνονται μονάχα μέσα στήν ἀχλύ. Προσπαθεῖ ὅμως, παρά πού δέν θυμᾶται, ἐκτός κι ἄν δέν ἔχει τό κουράγιο πράγματι νά θυμηθεῖ. Τά μονοπάτια πάντως αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου τήν ὁδηγοῦσαν συνεχῶς σέ κάτι πού ἔμοιαζε μέ φυλακή...
Γιατί μόνη της ἤτανε πάντα, ἐνῶ ὁ Νικήτας κοιμότανε κι ὀνειρευόταν κι ἤξερε μόνο πῶς νά βυθίζεται στό βαθύ του ὕπνο, κι ἐκείνη πνιγμένη μές στό κενό συναίσθημα, στό ἀνύπαρκτο συναίσθημα, στίς λάθος βεβαιότητες, στίς ἀνύπαρκτες ἐπιβεβαιώσεις - ἔστω ἀκόμα καί γιά τά λάθος πράγματα - μέ τόν πόνο λοιπόν, νά 'ναι μόνη καί νά 'ναι καί μαζί του, καί νά 'ναι μόνη της μαζί του καί χωρίς του, κι ὁ πόνος αὐτός νά μή μοιράζεται, νά μή τή μοιράζεται, νά μή τούς διανέμεται ἐξ ἴσου, νά τήν ἀπορρίπτει, νά 'ναι χαμένη καί νά πρέπει νά σκέφτεται καί γιά λογαριασμό του, νά καλύπτει τά κενά του, τίς ἀνασφάλειές του, ν' ἀπαντάει στούς φόβους του, νά ἐκμεταλλεύεται τά κενά του καί νά προσπαθεῖ ν' ἀποφορτίσει τό βάρος τῶν ἡμερῶν του, πού τό μεγαλύτερο μερίδιό τους τῆς ἀνῆκε κι ὅλας, νά φορτώνεται τίς ἄλεχτες ἐνοχές πού τῆς προσῆπτε, τίς ἀνείπωτες, νά προσπαθεῖ νά μή βλέπει στά μάτια του, νά ὑπερπηδᾶ τίς φωνές του, νά στέκει ἐκεῖ κουβαλώντας τό σφάλμα της καί νά μή ξέρει τί νά κάνει γιά νά ταξινομήσει ὅλες τίς εὐθύνες στήν ψυχή της, νά μή ξέρει πῶς νά βολέψει ὅλο τό βάρος τῶν πραγμάτων, πού δέν μποροῦσε νά τά βγάλει ἐκεῖνος πέρα μαζί τους, στό μυαλό της. Καί νά ξέρει πώς δέν τήν ἀγαποῦσε, νά νιώθει πώς ἁπλᾶ τήν ἐκμεταλλευότανε, κυρίως γιά νά καταφέρει νά πορευτεῖ ὅσο τό δυνατόν ἀσφαλέστερα, κι ἄν γινόταν ἀκόμη, καί τελείως ἀνώδυνα. Καί νά ψάχνει ἡ Μαρολύνα, παρ' ὅλ' αὐτά, τό ἀόρατο καλώδιο πού ἕνωνε τήν ψυχή της μέ τήν ψυχή του. Ἔψαχνε καί γιά τόν πιό ἀπόμακρο ἀπό τούς ἴσκιους του ἔστω. Μήπως καί κατάφερνε νά ξεφορτώσει κάποια κομμάτια πόνου πού σάν βράχοι δεμένοι πάνω της τή βούλιαζαν.
Κι ἔγινε ἡ ζωή τους μιά βαριεστημάρα πού βαριοῦνταν καί νά τή μοιράζονται ἀκόμα. Κι αὐτό τήν ἔσπρωχνε κάποιες φορές ν' ἀναρωτιέται ἄν κι ἀπ' τήν ἀρχή ἀκόμα ὑπῆρξε ἔρωτας ἤ μήπως, σκεφτόταν, ἡ λυσσασμένη καταφυγή της σέ μιάν ἀκίνδυνη τρυφερότητα, συνδυασμένη κι ὅλας μέ τή μανιώδη της αὐτοκαταστροφή, παραπλάνησε, κι ὅ,τι τό ἀνύπαρκτο τό ἔκανε νά φαίνεται ὅτι τάχα ὑπῆρχε παραπίσω, ἤ κι ὅτι κάποτε θά ξεμυτίσει κι αὐτό κι ἐκεῖνο καί τό ἄλλο, κι ὅλα τότε θ' ἄλλαζαν... Σκεφτόταν λοιπόν, μήπως παραποιημένες αἰσθήσεις ἤτανε τότε - στήν ἀρχή - κι ὄχι ἔρωτας καθαυτός, κι ἔτσι κατέληξε ν' ἀποφασίσει, ἀφοῦ τό ἔνστικτό της, ἀπό τότε, προσπαθοῦσε νά τήν προειδοποιήσει᾿ ἀλλά γιατί δέν τό ἄκουγε; γιατί ἐπέμενε; κι ἄραγε, τελικά, ποιός τήν πλήρωσε; Κι οἱ δυό τους, βέβαια, ὅμως βαθύτερα ποιός; Καί ποιός ἦταν πράγματι τό θύμα;...
Καί σάν σφήνα γλίστρησε στό μυαλό της ξαφνικά ἡ κουβέντα τῆς Εὔας, ὅταν τῆς εἶπε πώς σάν τό φάντασμα πέρασε ὁ Νικήτας ἀπ' τή ζωή της. Κι αὐτός κι ἡ οἰκογένειά του ὅλη. Καί τί εὐθύνες, λοιπόν, μπορεῖ νά γυρέψει κανείς ἀπ' τά φαντάσματα; Τί νά τούς καταλογίσει ἄλλο, ἐκτός ἀπό τό βάρος τῆς σκιᾶς τους καί μόνο;
Κατέβαινε μέ τό τρόλλεϋ τήν Πανεπιστημίου, ὅταν τά σκεφτόταν ὅλα αὐτά, πηγαίνοντας στό γραφεῖο τῆς Λένας. Ἦταν ὄρθια στό πίσω μεγάλο παράθυρο κοιτάζοντας ἀφηρημένα ἔξω κι οὔτε πού εἶδε τίποτα σ' ὁλόκληρη τή διαδρομή. Ξαφνιά, συνειδητοποίησε πώς ἔπρεπε νά κατέβει κι ὅρμησε στήν πόρτα πατώντας τό κουμπί γιά τή στάση. Μόλις τό τρόλλεϋ σταμάτησε, πετάχτηκε μέ δύναμη ἔξω, σάν νά ἐκσφενδονίστηκε ἐντελῶς!
Ὁ δρόμος ἦταν γεμάτος κόσμο, παρά πού ἦταν ντάλα καλοκαίρι, καί νωρίς ἀπόγευμα, κι εἰδικά Τετάρτη. Τό Κέντρο τῆς πόλης-μιά κόλαση. Τά ἔργα γιά τό Μετρό ἀποκορύφωναν τήν ἤδη ἀφόρητη κατάσταση τοῦ κυκλοφοριακοῦ. Τά πεζοδρόμια εἶχαν μικρύνει γιά νά ἐξυπηρετηθοῦν τά ἐργοτάξια. Αὐτοκίνητα καί πεζοί-ἕνας κόλαφος, κι ὁ θόρυβος ὑπερβολικός. Θόρυβος ζωῆς στό Κέντρο τῆς πόλης... Ἡ ζέστη ἀφόρητη καί τό καυσαέριο πύκνωνε τόν ἀέρα, τόν κόλλαγε πάνω της καί νόμιζε πώς δέρμα καί πνευμόνια θά 'σκαγαν ἀπό ἀσφυξία. Περπατοῦσε γρήγορα σκοντάφτοντας πάνω σ' ἄλλους διαβάτες, ὅταν ξαφνικά ἡ εἰκόνα τοῦ Κώστα διαπέρασε τό μυαλό της.
Ὁ Κώστας. Πᾶνε καμιά εἰκοσαριά χρόνια ἀπό τότε. Ποῦ τόν ξέθαψε ἡ μνήμη της ἄραγε τώρα; Κι ὅμως, τώρα πού θυμᾶται, τό ἴδιο ἐγκλωβισμένη ἔνιωθε καί μ' αὐτόν, ἀλλά γι' ἄλλους λόγους.
Ἤτανε φίλος φιλης της. Εἴχανε βγεῖ κάνα δυό φορές ὅλοι μαζί παρέα. Ἡ Νίκη, ὁ Ἀλέκος, ὁ Κώστας κι ἡ Μαρολύνα. Τῆς εἶχε φανεῖ σίγουρος γιά τόν ἑαυτό του, ἦταν ἐξ ἄλλου καί γύρω στά τριάντα ἐκεῖνος τότε, δούλευε σάν βοηθός διευθυντῆ πωλήσεων σέ μιά μεγάλη εἰσαγωγική ἑταιρεία, κι ἔδειχνε τρυφερός ἀπέναντί της κι ὅλο ἐνδιαφέρον. Δέν τούς πῆρε καί πολύ καιρό γιά ν' ἀρχίσουνε νά βγαίνουν οἱ δυό τους μόνοι. Ἦταν ὁ πρῶτος της. Καί τοῦ τό εἶπε. Κι αὐτός γινότανε κάθε στιγμή καί πιό τρυφερός, ἄν καί πιό ἀνυπόμονος.
Κάποιο ἀπόγευμα βρεθήκανε σπίτι του. Τήν περίμενε αὐτή τήν ὥρα, λές καί κάτι μαγικό θά συνέβαινε. Ἀλλ' αὐτός, σέ μιά στιγμή πού τή φίλησε, τῆς εἶπε κι ὅλας νά γδυθεῖ κι ἐκείνη ἔνιωσε ἄξαφνα ξένη καί παράταιρη μές στό χῶρο του. "Μή φοβᾶσαι, εἶσαι μεγάλο κορίτσι πιά!..." τῆς ψιθύρισε μισογελώντας πονηρά, ἐνῶ ξέλυνε τή ζώνη τοῦ παντελονιοῦ του. Ἡ Μαρολύνα γδύθηκε γρήγορα-γρήγορα καί χώθηκε κάτω ἀπ' τά σκεπάσματα τοῦ κρεβατιοῦ του. Αὐτός τά πέταξε στήν ἄκρη, ἔπεσε πάνω της, τήν κοίταξε, τραβήχτηκε στό πλάϊ, ἄνοιξε τό συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, ξανάπεσε πάνω της, κι αὐτή περίμενε σφιγμένη, ἀπόμακρη, παρατηρώντας τή διαδικασία, ξένη, νά φύγει ἤθελε, ἀλλά δέν ἤξερε τό πῶς καί ἀπό ποῦ. Ὕστερα αὐτός σηκώθηκε καί πῆγε στό μπάνιο χωρίς νά τῆς πεῖ τίποτα. Κι ἐκείνη ἔμεινε κεῖ μετέωρη, παγωμένη, χωρίς νά καταλαβαίνει ἀκριβῶς τί εἶχε συμβεῖ, κι αὐτός γύρισε ἀπ' τό μπάνιο φορώντας τό μπουρνούζι του, "ὅλες οἱ γυναῖκες πουτάνες ἀπό κούνια!" τῆς εἶπε - αἷμα!, δέν βγῆκε αἷμα! - "ἀφοῦ θά μοῦ καθόσουν τελικά, πρός τί τό ψέμα;...", τήν ἔφτυνε μιλώντας, τήν ἔφτυσε, ὅπως κι ὁ πατέρας της τότε, ἔξω ἀπό τό Ἐξεταστικό Κέντρο γιά τίς εἰσαγωγικές στό Πανεπιστήμιο, πού ἔμαθε τυχαῖα ὅτι εἶχε δηλώσει κι ἄλλες πόλεις ἐκτός ἀπό Ἀθήνα, ἐνῶ αὐτός τῆς τό 'χε ἀπαγορεύσει.
Ντύθηκε ὅπως-ὅπως καί τό 'βαλε στά πόδια. Οὔτε πού γύρισε νά κοιτάξει πίσω της. Τρία-τρία τά κατέβαινε τά σκαλιά ἀπ' τόν πέμπτο ὄροφο πού ἦταν τό διαμέρισμά του ὥς τό ἰσόγειο. Νά βγεῖ ἔξω. Ν' ἀναπνεύσει. Νά τρέξει. Κι ὕστερα σταμάτησε σέ μιά πλατεία. Βρῆκε ἕνα παγκάκι ἄδειο καί κάθησε. Πέρ' ἀπ' τή σκιά. Κάτω ἀπ' τόν ἥλιο. Κι ἦταν ἀπόγευμα, καρδιά καλοκαιριοῦ, ὅπως καί τώρα, ἡ ζέστη ἄχνιζε πάνω στήν ἄσφαλτο, κι αὐτή ἐκεῖ, κάτω ἀπ' τό φῶς, μή καί κατάφερνε νά τή ζεστάνει ὁ ἥλιος, πού ἄν εἶχε κι ἄλλα ροῦχα, θά τά φόραγε κι αὐτά, ἔστω κι ἄν ἐκεῖνο πού πράγματι τῆς ἔλειπε, τό σακκάκι τοῦ πατέρα της ἦταν, τό κάποτε ἴσως χάδι του, μά ἡ σκιά του πιό πολύ, ὁ ἴσκιος του, κι ὄχι ἀκριβῶς αὐτός ὁ ἴδιος...
ΙΙ
Ἀνέβηκε τούς τέσσερις ὀρόφους τοῦ γραφείου τῆς Λένας μέ τά πόδια. Εἶχε μιάν ἀπέχθεια γιά τούς κλειστούς χώρους γενικά καί τούς ἀνελκυστῆρες εἰδικότερα, ἀπό κεῖνο τό Πάσχα πού 'χε κλειστεῖ σ' ἕναν ἀπ' αὐτούς μέ τόν παπποῦ της, στό Λαμπρόπουλο, ὅπου εἶχαν πάει γιά νά τῆς ψωνίσει τά δῶρα της.
Ἡ πόρτα τοῦ γραφείου τῆς δικηγόρου ἦταν ἀνοιχτή, ἀλλά μιά ἔκπληξη τήν περίμενε, ὅταν μπῆκε μέσα. Στή μιά ἀπό τίς δύο πολυθρόνες, μπροστά ἀπό τό παλιό σκαλιστό ἔπιπλο τοῦ μεγάλου γραφείου, ἦταν καθισμένος φαρδύς πλατύς ἕνας ἄγνωστος ἄντρας μέ τό χαρτοφύλακά του ἀνοιγμένο πάνω στά γόνατά του, κι ἔψαχνε κάτι νά βρεῖ στό βάθος του. Ἡ φωνή τῆς Λένας ἀνέκοψε τό βαρύ της βῆμα καί τίς σκέψεις της.
- Νά σοῦ συστήσω τόν κύριο Γεωργιάδη... Εἶναι ὁ δικηγόρος τοῦ ἄντρα σου, τῆς εἶπε. Ἦρθε γιά νά κανονίσουμε κάποιες λεπτομέρειες γιά τά περιουσιακά σας κυρίως...
Ἡ Μαρολύνα δέν ἤθελε νά καταλήξουν στά δικαστήρια γιά νά λύσουν τίς διαφορές τους. Ἤθελε νά τελειώνουν ὅσο τό δυνατόν γρηγορότερα καί πολιτισμένα. Καί τό κυριότερο, νά μή χάσει κανείς ἀπ' τούς δυό τους τήν ἀξιοπρέπειά του μέ τό ν' ἀναγκαστεῖ νά λέει ἱστορίες καί ψέματα, νά κουβαλάει κάθε τρεῖς καί λίγο συγγενεῖς καί φίλους καί ψευδομάρτυρες πιθανόν ἀκόμα, κι ὅλοι νά ἐμπλακοῦν σέ μιά περιπέτεια πού δέν θά 'χει καθόλου εὐχάριστο ἀποτέλεσμα γιά κανέναν. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἡ ἀπόφαση καί μόνο γιά τό διαζύγιο ἦταν ἐξουθενωτική, πόσο μᾶλλον κι ὅλα τά ὑπόλοιπα. Κι ἐξ ἄλλου, ὅ,τι συνέβαινε ἦταν δική τους ὑπόθεση καί μόνο. Τί δουλειά εἶχε ὁ κάθε παραέξω τοῦ σπιτιοῦ τους σέ κεῖνα πού τούς ἀφοροῦσαν;
Ἡ παρουσία τοῦ δικηγόρου τοῦ Νικήτα τήν ἀναστάτωσε. Τί εἶχαν νά μοιράσουν; Ἐκτός ἀπ' τίς ζωές τους εἶχαν νά χωρίσουν τί; Κι ἐκείνη δέν θά 'χε ἀντίρρηση γιά τίποτα. Θά συμφωνοῦσε σέ ὅλα. Ἡ Λένα ἔδειχνε τυπική καί ἀπόμακρη.
- Σέ πῆρα στό τηλέφωνο νά σέ εἰδοποιήσω γιά τόν ἐρχομό τοῦ κυρίου Γεωργιάδη, ἀλλά δέν σέ πρόλαβα... Ἀπαντοῦσε ὁ τηλεφωνητής. Δέν ἄφησα μήνυμα...
Ὁ Γεωργιάδης καθάρισε τό λαιμό του ξεροβήχοντας. Τήν κοίταξε γιά μιά στιγμή κι ὕστερα ξανάσκυψε στά χαρτιά του. "Ο πελάτης μου ἀποφάσισε γιά τό διαζύγιό σας πώς..." ἄρχισε νά τῆς λέει, μέ φωνή σιγανή καί σέ τόνο διακριτικό εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλλά ἐκείνη ἔνιωσε τό νευρικό της σύστημα νά τσιτώνει. "Ὁ πελάτης του;" Μά ποιός τόν διόρισε αὐτόν συνήγορο τοῦ Νικήτα; Ἀπό πότε; Καί τῆς Μαρολύνας, γιατί δέν τῆς εἶχε πεῖ τίποτα ὥς τώρα; Γιατί τήν ἄφησε νά τό μάθει μ' αὐτόν τόν τρόπο; "Κι ἀποφάσισε"; Ἤ μήπως ὁ δικηγόρος τοῦ Νικήτα ἀποφάσισε γιά τόν πελάτη του; Μά ποιός ἀποφασίζει τέλος πάντων γιά τούς ἑαυτούς μας; Σίγουρα ὁ δυνατός ἀποφασίζει πάντα κι ὁ ἀδύναμος ἀκολουθεῖ, μπορεῖ κι ὥς ἔρμαιο νά σέρνεται δηλαδή, ὅμως, ποιός ὁ δυνατός καί ὁ ἀδύναμος ποιός ἀνάμεσά τους τελικά; Κι ἄραγε, ὁ δυνατός εἶναι αὐτός πού παίρνει τήν ἀπόφαση καί τήν τραβάει ὥς τό τέλος, ἤ τάχα ἐκεῖνος πού τήν ὑποδαυλίζει καί τήν κατευθύνει ὅλον τόν καιρό, ἔστω καί σιωπηλά, καί δίχως κανένα ἔλεος;
Ἀλλά αὐτό πού τήν νευρίασε κυρίως ἦταν πού ὁ Νικήτας δέν τήν εἶχε κἄν προετοιμάσει γιά κανένα δικηγόρο. Κι ὥς προχτές ἀκόμα, μένανε μαζί κάτω ἀπ' τήν ἴδια στέγη. Κι ἤθελε νά μοιράζονται καί τό κρεβάτι. Ἔστω κι ἄν ἐκείνη ἦταν ἀνένδοτη καί ὅλο σχεδόν τόν τελευταῖο μήνα εἶχε μετακομίσει στό στενό καί ἄβολο καναπέ τοῦ σαλονιοῦ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, μά τῆς ἔλεγε κι ὅλας πώς αὐτός δέν ἤθελε νά χωρίσει. Πώς αὐτός καί στήν ἄκρη τοῦ κόσμου ἀκόμα θά πήγαινε, ἄν τοῦ τό ζήταγε, ἀρκεῖ νά μή χωρίζανε. Ἀρκεῖ νά γύρναγε κάποια στιγμή κοντά του. Μά τί παιγνίδι τελικά τῆς ἔπαιζε; Κι ὄχι μόνο τώρα, ἀλλά ἀπό πάντα, τί παιγνίδια μαζί της ἔπαιζε; Τό κλάμα πού δέν τῆς ἔβγαινε-μιά προσπάθεια αἱματηρή. Κι ὄχι ἀπό τόν πόνο γιά κάτι πού θά 'χανε, γιά κάτι βέβαια πού δέν τό 'χε ποτέ, μά ἀπό τόν πόνο γιά τόν ἐφιάλτη της πού εἶχε ἀνέκαθεν μιάν ἐντελῶς ἀπρόσωπη μορφή.
Θυμήθηκε τούς φίλους της, τήν Εὔα καί τόν ἄντρα της, τόν Ἄλκη, πού τῆς ἔλεγαν πώς δέν θά 'χει οὔτε γρήγορα οὔτε κι εὔκολα ξεμπερδέματα μ' αὐτήν τήν ὑπόθεση. Μᾶλλον δηλαδή πώς θά 'χει μπλεξίματα τήν προετοίμαζαν. "Θά φύγω", εἶπε στή Λένα, "κανονίστε τα οἱ δυό σας. Δέ μέ χρειάζεστε ἐμένα... Θυμήθηκα καί κάτι πού εἶχα κανονίσει καί τό προλαβαίνω δέν τό προλαβαίνω τώρα..." ψέλλισε καί σηκώθηκε βιαστικά. "Τηλεφώνησέ μου αὔριο τό μεσημέρι νά μοῦ πεῖς", συμπλήρωσε καί βγῆκε στό διάδρομο, χωρίς νά ξαναρίξει οὔτε κἄν μιά ματιά πίσω της.
****
[συνεχίζεται]