Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Ἄχθος Ἀρούρης


Ἄχθος εἶχε δεῖ ἕνα ὄνειρο χτές τή νύχτα, πώς ἑτοιμαζόταν τάχα γιά ἕνα μεγάλο ταξίδι κι εἶχε ἤδη προδιατεθεῖ, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὥς τώρα στή ζωή του, δέν εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπό κανένα του ὄνειρο στόν ὕπνο του ἤ καί στόν ξύπνιο του.

Σηκώθηκε λοιπόν τό πρωΐ, πιό νωρίς σήμερα ἀπ' ὅσο συνήθως τίς ἄλλες μέρες, πάτησε τόν διακόπτη τῆς καφετιέρας, προσπάθησε νά κινεῖται στίς μύτες μή καί ξυπνήσει τή νευρόσπαστη γυναίκα του, μπῆκε στό μπάνιο νά κάνει ἕνα παγωμένο ντούς, ὑπολογίζοντας τήν ὥρα πού θά χρειαζόταν νά βράσει, συγχρόνως, καί τό νερό, κι ὕστερα, πρίν ξεκινήσει γιά τό γραφεῖο του, νά καθίσει τοὐλάχιστον γιά ἕνα τέταρτο μ' ἕνα εἰκοσάλεπτο στό τραπέζι κάτω ἀπό τήν ὀμπρελάτη τέντα, πού ἦταν στημένη στό μεγάλο κῆπο τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ σπιτιοῦ του, ν' ἀπολαύσει τόν φρεσκοκομμένο πάντα βραζιλιάνικο βαρύ καφέ του.

Κι ἦταν αὐτή σχεδόν ἡ μοναδική του διασκέδαση. Εἶχε ἐπενδύσει πολλούς κόπους, χρόνο καί χρήματα γιά νά φτιάξει αὐτό τό σπίτι, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τό 'χε φανταστεῖ ἀπό τά νεανικά του χρόνια, ὅταν οἰκογενειακῶς σχεδόν μετακόμισαν στήνπρωτεύουσα, μετά τίς ἐκκαθαρίσεις πού 'κανε στίς ἐπαρχίες ὁ ἐθνικός στρατός, οὕτως ὥστε ν' ἀπελευθερωθοῦν οἱ ὀρεινές περιοχές ἀπό τά σμάρια τῶν ἀνταρτῶν καί νά ἐκκενωθοῦν πλήρως ὥς κι οἱ ἔσχατες σφηκοφωλιές-κρησφύγετά τους.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς βέβαια, ἀργότερα, ἀνδρώθηκε μέ τό Χόλλυγουντ. Μέ τά καουμπόϋκα, τίς κομεντί ἤ τά μελό καί φαντασιωνόταν μέ τίς φάρμες ἤ καί τίς ἐπαύλεις τοῦ τρυφηλοῦ Ἀμερικάνικου Νότου, στά τέλη τοῦ περασμένου καί τίς ἀρχές τοῦ δικοῦ μας αἰώνα.

Τί νά τοῦ κάνει στήν ψυχή του ἔπειτα ἡ Ψωροκώσταινα μέ τό σχέδιο Μάρσαλ, τήν Ἀστέρω, τήν Γκόλφω, τήν, κατά ὀρδές ἀνεξέλεγκτες σχεδόν, μετανάστευση, τούς διωγμούς καί τίς ὑστερίες μέ τά πολιτικά; Τί προσδοκίες καί ποιά ὄνειρα νά τοῦ προσφέρει ὁ Καραγκιόζης μελόδραμα;

Τό σπίτι του ἦταν σκαρφαλωμένο στόν ψηλότερο λόφο τῆς περιοχῆς κι εἶχε τήν πλέον μαγευτική θέα. Εἶχε μάλιστα, πρίν καμιά δεκαριά χρόνια περίπου, πουλήσει μιάν ἀπό τίς ἐπιχειρήσεις του σ' ἐξευτελιστική, γιά τήν πραγματική της ἀξία καί τίς δυνατότητες ἀνάπτυξής της τιμή, προκειμένου νά βρεῖ τό ἀπαιτούμενο κεφάλαιο καί ν' ἀγοράσει δεκάδες στρέμματα ἀπό τήν κορυφή ἕως καί τή μέση σχεδόν τοῦ ἐν λόγω λόφου, ὥστε νά καταφέρει ν' ἀποκλείσει τόν ὁποιονδήποτε ἄλλο μνηστήρα κι ἀπό τήν παραμικρότερη πιθανότητα γιά οἰκοδόμηση τῆς περιοχῆς.

Εὐτυχῶς πού 'χε γνωστούς μ' ὅλες τίς "καταστάσεις" στά πράγματα πάντοτε κι ἔτσι μπόρεσε, ἄν καί πληρώνοντας ἁλμυρότατα, εἶν' ἡ ἀλήθεια, νά περάσει μέ Νομοσχέδιο στή Βουλή ὁ ἀποχαρακτηρισμός τῆς περιοχῆς ἀπό Δασική Ἔκταση σέ οἰκοδομήσιμη, ἔστω κι ἄν Β' κατηγορίας, δηλαδή γιά Νοσοκομεῖα, Σχολεῖα ἤ καί παρόμοιες συναφεῖς χρήσεις, κι ἔβγαλε, ἐν κατακλείδι, δόξα νά 'χει ὁ Θεός, καί τήν ἄδεια.

Ὁ Ἄχθος δέν εἶχε καταφέρει ποτέ νά ξεπεράσει τό ἕνα κι ἑξήντα πέντε, ἀλλά μ' ὅ,τι κι ἄν καταπιανόταν, ὅ,τι κι ἄν ἔφτιαχνε, ἦταν πάντοτε μεγαλειῶδες κι ὅλα του τά σχέδια κι οἱ ἰδέες ἦταν ἀκραιφνῶς μεγαλεπήβολα. Εἶχε πάντως μιά λατρεία ἕως καί καταλυτική ἀδυναμία ὥς τώρα στή ζωή του ἐπιδείξει γιά τίς λεπτές καί θεόψηλες γυναῖκες.

Κι οἱ δύο πού παντρεύτηκε, ἀλλά καί οἱ κατά καιρούς ἐρωμένες του - εἴτε ἦταν παντρεμένος εἴτε ὄχι - ἦταν, ὅταν πατοῦσαν ἐν Ἀδαμιαῖα περιβολῆ τά ποδαράκια τους στή γῆ, τοὐλάχιστον ἕνα κι ἑβδομήντα ὀκτώ ἡ κοντύτερη. Τίς ἄλλες οὔτε πού καταδεχόταν νά τίς κοιτάξει, τίς δέ κοντύτερες ἀπ' αὐτόν τίς ἔλεγε "τάπες μπουκαλιῶν" κι οὔτε στίς ἐπιχειρήσεις του δεχόταν να τίς προσλάβει. Τά ὑπόλοιπα προσόντα τους οὐδόλως τόν ἐνδιέφεραν. Εἰμή μόνον τό ὕψος.

Χαιρόταν μάλιστα πού καί τά τρία του ἀγόρια - ἀντίθετα μέ τή μία καί μοναδική του κόρη, πού τοῦ 'μοιαζε κι ἦταν κοντή σάν ἀπόρριμα (ἔτσι ὅπως ἐκεῖνος τή θεωροῦσε καί τῆς τό πέταγε συνήθως πάνω στά νεῦρα του) τή μισοῦσε σχεδόν, ἀρκεῖ καί μόνο νά τή σκεφτόταν - εἶχαν πάρει ἀπό τίς μανάδες τους κι ἦταν πανύψηλα. Ἀντί νά τά κοιτάζει αὐτός ἀφ' ὑψηλοῦ-τόν κοίταζαν ἐκεῖνα.

Κι ὅσο γιά τήν παρακάτω κληρονομικότητα-ποσῶς τόν ἐνδιέφερε. Πίστευε πάντοτε πώς ὅλα, καλά ἤ κακά, ἀρχίζουν καί τελειώνουν σ' ὅ,τι αὐτός ἀγγίζει, σκέφτεται, βλέπει. Καί τό μόνο δικαίωμα τό ὁποῖο ἐν τέλει ἀναγνώριζε στά παιδιά του, ἦταν νά τόν ἐκλιπαροῦν μονίμως γιά τήν πραγματοποίηση τῆς ὅποιας τους ἐπιθυμίας, πέρα ἀπό τίς δικές τους ἐπιλογές γιά τίς ζωές τους, διότι, ὅπως ὁ Ἄχθος διατεινόταν, "κάνει κάποιος ὅσα παιδιά μπορεῖ, προκειμένου πάντα καί γιά κάτι κάποιο ἀπ' ὅλα τους νά τόν ἔχει ἀνάγκη καί νά μή τόν ἐγκαταλείπουν, ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ποτέ!"


*

Κάθισε ὅσο πιό ἀναπαυτικά μποροῦσε στή μπαμπού πολυθρόνα τοῦ κήπου κι ἀναλογίστηκε τό χθεσινοβραδινό του ὄνειρο. Ἀνέτρεξε στό πρόγραμμα τῆς τρέχουσας ἑβδομάδας του καί, σίγουρα, κατέληξε, δέν εἶχε κανένα ταξίδι προγραμματιστεῖ. Οὔτε γιά δουλειές οὔτε καί γιά διακοπές.

Ρούφηξε τόν καφέ μέ θόρυβο. Ποτέ δέν εἶχε καταφέρει ν' ἀποδεσμευτεῖ ἀπ' αὐτή τή συνήθεια, τήν ὁποία κουβαλοῦσε ἀπό τά μακρινά πρῶτα ἐφηβικά του χρόνια, ὅταν καθόταν μέ τόν πατέρα του καί τούς ἄλλους γέρους στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ τους, ἀρκετά βορειότερα τῶν κεντρικῶν δασωδῶν περιοχῶν τῆς χώρας, κάτω ἀπό τόν διακοσιοντούτη πλάτανο καί μαζί μέ τόν καφέ του ρουφοῦσε συγχρόνως κι ὅλο τ' ὀξυγόνο κι ὅλες τίς μυρωδιές καί τά χρώματα τῆς φύσης τριγύρω, χωρίς βεβαίως τότε νά μπορεῖ κἄν νά φανταστεῖ τήν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς του καί πόσο, κάποια μέρα, ὅλ' αὐτά θά τοῦ 'λειπαν καί δέν θά 'χε ἀκόμη κι ἕνα λεπτό καιρό ν' ἀκολουθήσει κάποια τους ἴχνη μέσ' ἀπ' τίς βαθύτερες μνῆμες του, νά ξανανηφορίσει στό χωριουδάκι του καί νά τίς ξαναβρεῖ.

Κι ὅμως, ἕνα βάρος ἔνιωθε ἀπό παιδί. Ἔνιωθε νά τόν πνίγει, νά τόν βαστάει γερά στή γῆ, πίστεψε μάλιστα, ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, πώς καί γι' αὐτό δέν ψήλωσε, πώς ἦταν δεμένος μέ τό χῶμα, ἔστω κι ἄν ἀνέκαθέν του προσπαθοῦσε ν' ἀποδεσμευτεῖ, νά ξεφύγει, νά πετάξει ἄν ἦταν δυνατόν, ξόδευε καί ξόδευε ἀλόγιστα σ' ὅλη τήν ἕως τώρα του ζωή νά φτιάξει φτερά, νά φύγει, νά φύγει, μέ ἐδῶ ἦταν πάντα, στό ἕνα κι ἑξήντα πέντε, καρφωμένος στή γῆ.

Ἤθελε νά ταξιδεύσει. Ἀπό πάντα του λάτρευε τά ταξίδια. Μέ ἀεροπλάνο, καράβι ἤ κι αὐτοκίνητο. Μονάχα τό τραῖνο ἀπεχθανόταν, τί τό ἀπεχθανόταν δηλαδή;-τό μισοῦσε! Κυριολεκτικῶς τό μισοῦσε! Ἅμα ἄκουγε γι' ἁμαξοστοιχίες, φούσκωνε σάν θάλασσα πρίν ἀπό τρικυμία ἡ καρδιά του κι ὕστερα ξεσποῦσε θαρρεῖς μέ μίσος ἐναντίον τῶν σιδηροτροχιῶν κι ὅλων ἐκείνων, ὄχι ἁπλῶς πού τά χρησιμοποιοῦσαν ὡς μεταφορικό μέσο, ἀλλά κι ἐκείνων πού δούλευαν σ' ὅλα τά κλιμάκια τῶν σιδηροδρόμων.

Κι ὄχι μόνο γιατί εἶχε ὑπ' ὄψιν του τά βαριά καί δυσκίνητα τραῖνα τοῦ ΟΣΕ, εἶχε μάλιστα γιά τό λόγο αὐτό, ἐπίτηδες, ἐπιχειρήσει νά ταξιδεύσει καί μέ τίς ὑπερταχεῖες τοῦ Γαλλικοῦ TGV, ἀλλά καί μέ τά Ἰαπωνικά τραῖνα, τά πραγματικά ἐπιτεύγματα τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καί τεχνικῆς. Ὅμως κανένα ταξίδι του δέν εἶχε καταφέρει νά τόν μεταπείσει. Καί νά τά συμπαθήσει, ἔστω καί λίγο, νά τ' ἀντιμετωπίζει τοὐλάχιστον πιό συγκαταβατικά.

Μά ἐκεῖνο πού κυριολεκτικῶς τόν πάθιαζε καί τόν ἡδόνιζε καταλυτικῶς, ἦταν τό αὐτοκίνητο. Εἶχε δύο ὁδηγούς, ἀλλά ἐκεῖνος ποτέ δέν τούς χρησιμοποιοῦσε. Ὁδηγοῦσε πάντοτε ὁ ἴδιος. Ἔχωνε τό πόδι του βαθιά στό πεντάλ τοῦ γκαζιοῦ κι ἔνιωθε τό ἴδιο σχεδόν μεθυσμένα μέ τότε πού 'χωνε τίς γυμνές του πατοῦσες - πού ἦταν σκληρές ἀπό τό περπάτημα ἤ τό τρέξιμο πάνω στίς πέτρες καί τ' ἀγκωνάρια τῶν μονοπατιῶν τοῦ χωριοῦ του, λές κι ἦταν παπούτσι δίσολο - στήν κοιλιά τοῦ ἀλόγου του καί τό ἀνάγκαζε νά τιναχτεῖ μπροστά, νά ἐκσφενδονιστεῖ σχεδόν, νά κοντραριστεῖ μέ τόν ἄνεμο-νά τόν ἐκμηδενίσει.

Μιά φορά μάλιστα, ταλαιπώρησε τόσο πολύ τό ζωντανό, τόν φτωχό τόν Μήτσουρα, ὥστε μόλις ἐπέστρεψαν στό σπίτι, τό ἄλογο πού ἤδη ἔβγαζε ἀφορύς ἀπό στόμα, ρουθούνια κι αὐτιά, σωριάστηκε στό χῶμα σάν τσουβάλι καί δέν ξανασηκώθηκε ποτέ.

Ἴσως λοιπόν κάπως παρόμοια νά 'νιωθε καί μέ τίς γυναῖκες. "Ἀλόγες" χαρακτήριζαν τίς ἐπιλογές του οἰ φίλοι του. "Οἱ σύζυγοι", τοῦ 'λεγαν, "ἄς εἶναι ὅπως νά 'ναι. Οἱ γκόμενες ὅμως, πρέπει νά 'ναι ἀέρινες, λεπτεπίλεπτες κι εὐθραυστες σάν τά μπιμπλώ. Τί νά τίς κάνεις τίς φοράδες;"

Ἀλλ' αὐτός τό χούϊ του. Ἀνέβαινε πάνω τους καί τούς ἔδινε νά καταλάβουν. Τούς τράβαγε τά χέρια σάν νά 'ταν γκέμια. Μπρούμυτα κι ἀνάσκελα. Γιά μιά ξέφρενη κούρσα δευτερολέπτων κι ὕστερα τίς παράταγε. Εὐτυχῶς πού, ὥς τώρα βέβαια, στά χέρια του δέν εἶχε ἀφρίσει καμιά. Συνήθως ἔφριτταν, τοῦ "τά παίρνανε" κι ἔφευγαν. Αὐτός πίστευε πώς τούς ἔδινε πάντοτε τό καλλίτερο μάθημα σέξ καί ἀντρικῆς γαλαντομίας κι ὅταν τίς βαριόταν τίς παράταγε.

Ἀλλά τόσην ὥρα στό μυαλό του, παράλληλα μ' ὅλες τίς ἄλλες σκέψεις, τριγυρνοῦσε καί τό χθεσινοβραδινό του ὄνειρο. Πιό πολύ ἀπ' ὅλα ὅμως τοῦ 'κανε ἐντύπωση ἡ θάλασσα πού εἶχε δεῖ. Γιατί τό νερό, κι ἡ θάλασσα εἰδικότερα, ἦταν ἐκεῖνο τό στοιχεῖο ἀπ' ὅλα πού, ἐντελῶς, ἀπεχθανόταν.

Κι ὅμως, θυμᾶται πολύ ἔντονα τήν αἴσθηση πού εἶχε, ὅτι αὐτή ἡ θάλασσα τοῦ ἀνῆκε. Ἤ μᾶλλον, πώς αὐτός τῆς ἀνῆκε. Κι ὄχι ὡς ἰδιοκτησία, ἀλλά, ναί, λές καί σάν ἀπό πάντα, ἐδῶ ἦταν τό σημεῖο ὅπου θά 'πρεπε αὐτός νά βρίσκεται. Δέν ἦταν ἡ τυχαία ὁποιαδήποτε θάλασσα, ἦταν ἡ δική του, ἡ μονάκριβή του, ἀκριβῶς!

Γαλανογκριζοβαθυπράσινη-σμαραγδί, μέ μιά διαφάνεια πού δέν εἶχε ποτέ καί πουθενά ὥς τώρα συναντήσει σέ κανένα μέρος τοῦ κόσμου, στήν πραγματικότητα, μέ τά νερά της οἰκεῖα, ζεστά, βαθύτατη κι ἀνάβαθη, συγχρόνως, βρισκόταν ἐκεῖ, ἐδῶ, σάν ὁλόκληρο τ' ὄνειρο νά 'ταν ἐτούτη ἡ θάλασσα ἀκριβέστατα κι αὐτός κομμάτι της, κύμα της, παφλασμός της. Δέν τήν τσαλάκωνε ρυτίδα. Δέν τήν ἐτάραζε παρά ἡ σιωπή. Κοίταζε στό βάθος, νά βρεῖ ὁρίζοντα καί δέν διέκρινε τίποτα. Μονάχα ὑπῆρχε ἡ θάλασσα κι αὐτός. Ἀπό Πάντα.

Θά 'λεγε μάλιστα μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα πώς, γιά πρώτη φορά στή ζωή του, κατάφερε νά μή νιώθει οὔτε γιά τήν παραμικρή στιγμή τό βάρος πού τόν κυνηγοῦσε ἀπό παιδί. Ποιός καί τί ἄραγε τό εἶχε διώξει;

Δέν καταλάβαινε τίποτα. Κι ἦταν ἀπολύτως σίγουρος πώς, γιά πρώτη, ἐπίσης, φορά, ἐπιβαλλόταν νά καταλάβει ἐτοῦτο τ' ὄνειρο. Γιατί δέν κρατοῦσε οὔτε ἀποσκευές οὔτε τίποτα, δέν θυμᾶται καί καταλεπτῶς ὅσο νά 'ναι, μά νομίζει κι ὅλας πώς, ἴσως νά μή φοροῦσε καί τίποτα... Πάντως ἐπρόκειτο γιά ταξίδι. Μόνο γι' αὐτό ἦταν βέβαιος. Καί τώρα πού τό ξανασκέφτεται, ναί, αὐτό, ἀναμφιβόλως αὐτό ἦταν: Δέν θά 'φευγε ταξίδι-ἤδη ταξίδευε. Ναί, ἔνιωθε νά ταξιδεύει. Πῶς ὅμως; Πεζός-πεζότατος στό κέντρο τῆς θαλάσσης; Τί σοῦ εἶναι κι αὐτά τά ὄνειρα τελικά!... Σκέτη παραλογία ὧρες-ὧρες...

Δέν ἔβγαζε ἄκρη. Ὁ καφές του μιά γουλιά εἶχε μείνει ὅλος κι ὅλος. Τόν ρούφηξε ἀπότομα καί σηκώθηκε νά φύγει. Εἶδε τήν Φλορίτα, τή γυναίκα του, ὄρθια στήν πόρτα νά τεντώνεται νυσταγμένη ἀκόμη. Τά μακρυά της χέρια ἀνέβηκαν πίσω ἀπό τό κεφάλι της, ἔμειναν ἐκεῖ γιά λίγα δευτερόλεπτα νά τό βοηθήσουν νά σταθεῖ ὄρθιο, ὅσο ἐκείνη εἶχε κλειστά τά μάτια, κι ὕστερα τυλίχτηκαν γύρω ἀπό τό λεπτό κορμί ἀγκαλιάζοντάς το. "Δέν σέ κατάλαβα πού σηκώθηκες...", τοῦ εἶπε. "Μήπως καταλαβαίνεις καί τίποτα ποτέ σου;", ψιθύρισε μέσ' ἀπ' τά δόντια του ὁ Ἄχθος, παραμέρισε τήν πολυθρόνα πού καθόταν, πέρασε δίπλα της προσέχοντας μή καί τήν ἀκουμπήσει, πῆρε τό χαρτοφύλακα καί τά κλειδιά τοῦ πάνω ἀπό τό μασίφ τριανταφυλλένιο κομό μέ τά σκαλίσματα καί τήν ἐπικάλυψη ἀπό φύλλο χρυσοῦ στά πόδια καί τίς γωνίες του, πού βρισκόταν στό πλάϊ τῆς λευκῆς μαρμάρινης - ἀπό Πεντελικό - ἀψίδας στήν ἔξοδο τοῦ τεραστίου λίβινγκ-ρούμ καί, πρίν τήν πόρτα τῆς κυρίως εἰσόδου, μίλησε-ἁπλῶς γιά νά πεῖ κάτι, δίχως οὐσιαστικά ν' ἀπευθύνεται σέ κανέναν ἤ καί νά περιμένει ἀπάντηση, πώς θά 'ρθει ἀργά τό βράδυ, καί βγῆκε.


**


Χώθηκε μ' ἀπόλαυση βαθιά στό δερμάτινο κάθισμα τοῦ αὐτοκινήτου του, γύρισε τή μίζα κι ἔβαλε μπροστά τόν κλιματισμό. Ἄγγιξε μαλακά τό ὑδραυλικό τιμόνι καί τό αὐτοκίνητο ὑπάκουσε κι ἔστριψε ἀθόρυβα ἀπό τό γκαράζ, ἀκολουθώντας τό φιδίσιο δρομάκι τῆς ἀλέας, πρός τήν ἔξοδο τοῦ κήπου τῆς βίλας. Πάτησε τό κουμπί τοῦ σί-ντί πλέϊερ κι ἡ καμπίνα πλημμύρισε ἀπό τούς ἤχους τοῦ πιάνου κάποιου κλασσικοῦ κομματιοῦ.

Ὅταν κόντευε πιά νά φτάσει στή μεγάλη σιδερένια πόρτα, ἐκείνη ἄρχισε σιγά-σιγά ν' ἀνοίγει αὐτόματα καί μόλις τό ὄχημα πέρασε, μέ τόν ἴδιο ἀργό ρυθμό ξανάκλεισε. Πάντα ὅταν περνοῦσε ἀπό κεῖ ἔνιωθε σάν τόν Ἀλῆ-Μπαμπά μπροστά ἀπό τόν Σουσάμι. Ἔστω καί χωρίς τούς Σαράντα Κλέφτες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια πώς φοβόταν. Μ' ὅσες κάμερες καί μέτρα προστασίας κι ἄν εἶχε ἐξοπλίσει τό σπίτι του, ὅσο κι ἄν τό 'χε κάνει σάν ἀστακό, ὅσο κι ἄν φαινόταν σάν φρούριο ἀπόρθητο καί μόνο πού 'βλεπε κανείς τούς τεράστιους μαντρότοιχους ὕψους πέντε μέτρων καί τή σιδερένια περίφραξη τοῦ ἐνάμισι μέτρου ἀπό κεῖ καί πάνω, μέ σίδερα σάν λόγχες, ἐκεῖνος φοβόταν.

Τό πρῶτο ἄγχος μάλιστα τῆς μέρας του ἤτανε καθημερινά αὐτό: Νά περάσει τήν κεντρική εἴσοδο τῆς βίλας, νά κατηφορίσει τό σχετικά στενό ἑλικοειδές δρομάκι, πού δεξιά κι ἀριστερά του εἶχε θάμνους καί δέντρα, καί νά φτάσει στόν κεντρικό δρόμο τοῦ προαστείου, πρός τήν παραλιακή λεωφόρο.

Εἶχε φροντίσει, ἡ ἀλήθεια, νά κάνει τίς δουλειές του πάντα μέ προσοχή, νά κλείνει καλά τά στόματα καί νά μή ἀφήνει κανένα δυσαρεστημένο, κι εἶχε, ὥς τώρα, περιβάλλει καί διατηρήσει τήν ὕπαρξή του στή σκιά τῆς ἀνωνυμίας. Ἀλλά ποτέ κανείς δέν ξέρει... "Εἶναι κι αὐτές οἱ τρομοκρατικές ὀργανώσεις, πανάθεμά τες!", σκεφτόταν ὁ Ἄχθος, "πού δέν κάνουν ἀστεῖα. Σέ μελετοῦν ἐξονυχιστικά κι ἐσύ χαμπάρι..., κι ὕστερα σοῦ βαρᾶν μιά μπαταριά καί... καληνύχτα... Τάχαμου-δῆθεν ὅτι ἐπιτελοῦν κοινωνικό ἔργο καί λοιπές μπαροῦφες!..."

"Μ' ἄν, πράγματι, ἔτσι ἤθελαν, θά χτύπαγαν τούς ἐμπόρους ναρκωτικῶν, τούς παιδεραστές καί τ' ἄλλα παρόμοια ἀποβράσματα... Ἀλλά παίρνουν μιά ψυχρή ἐντολή καί τρῶν τούς "καρχαρίες". Γιά ποιούς "καρχαρίες" μιλᾶμε; Ἀθῶοι ἄνθρωποι, νά παίξουμε θέλουμε μόνο... Ἀντί γιά σκάκι ἤ μονόπολη, ἁπλώνουμε στό τραπέζι τούς χάρτες μέ τίς ἐπιχειρήσεις καί παίζουμε μ' ἀληθινά λεφτά. Λεφτά... Κουραφέξαλα! Λές κι ἔχει νόημα τό χρῆμα... Τό παιγνίδι εἶναι πού μετράει πάντα. Τό παιγνίδι κι ἡ ταχύτητα τῆς σκέψης καί τῆς κίνησης. Ἐκεῖ βρίσκεται στήν πραγματικότητα ἡ μαγεία. Τά λεφτά-ἕνα μονάχα ἀπό τ' ἀποτελέσματα. Κι ὄχι τό κυριότερο πάντα..."

"Ἐξ ἄλλου, ὅσο καί νά προσθέτεις, τί παραπάνω νά κάνεις; Ὅλα γιά τήν ἀρχή εἶναι. Κι ἡ συγκίνηση-ὅσο διαρκεῖ τό πρωτόγνωρο. Πῆρες καί κόττερο κι ἀεροπλάνο, τά 'χεις νά περιμένουνε νά ἐξυπηρετήσουν καί τήν πιό παρανοϊκή καί βιαστική σου ἐπιθυμία: Ἕναν καφέ στή Νέα Ὑόρκη, ἄς ποῦμε, ἕνα πέταγμα πάνω ἀπό τό Κιλιμάντζαρο καί ν' ἀκοῦς καί τόν Pascal Danel νά σοῦ τό τραγουδάει, νά θυμᾶσαι κάποιες στιγμές ἀπό τά νειᾶτα σου ἤ καί μιά κρουαζιέρα μ' ὅλους τούς φίλους σου σέ παραλίες ἀπάτητες, σέ νερά ἄγνωστα, πού ἀμέσως μόλις περάσεις σοῦ γίνονται γνωστά, ἔ, καί;... Κι ἔρχονται κατόπιν οἱ πιστολέρος καί σοῦ τήν ἀνάβουν. Γιατί ρέ κύριοι; Στό κάτω-κάτω, τρῶμε ἐμεῖς, ταΐζουμε καί δέκα στόματα... Ἐτοῦτο τό κοινωνικό χρέος πού ἐπιτελοῦμε, ποῦ τό πᾶτε;..."

Αὐτό φοβόταν πάντα. Καί περισσότερο ἀπό τότε, ἐδῶ καί δυό χρόνια, πού μετακόμισαν στή νέα βίλα. Μή καί τόν παραφυλάξουν σέ καμιά γωνιά καί τοῦ ἀδειάσουν καμιά γεμιστήρα κατάστηθα καί δέν προλάβει νά κάνει οὔτε κίχ. Καί μετά; Ἡ ἄχρηστη ἡ Φλορίτα καί τά παιδιά του θά τά κάνουν ὅλα-νά! Ἅμα λείψει αὐτός, τί μποροῦνε νά διαχειριστοῦν αὐτοί πού τούς ἔχει, ἡ ἀλήθεια, καλομαθημένους καί μέ τό νά μή τούς λείψει τίποτα; Θά μείνουν κάποια στιγμή στόν ἄσσο κι οὔτε πού θά 'χουν πάρει εἴδηση τό πῶς...

Ὅλο ἀλήθειες, σκέφτεται, ἔχει ἡ μέρα του ἀπό τό πρωΐ σήμερα... Κι αὐτή τή γυναίκα του δέν μπορεῖ νά τήν ἀντέξει πιά... Ψἀχνει νά βρεῖ ἕνα σοβαρό λόγο γιά τόν ὁποῖο τήν παντρεύτηκε καί, τελικῶς, δέν βρίσκει μήτε καί μισό.

Ἀφοῦ κι ἐκείνη, ἡ δόλια, ἡ πρώτη του, σέ τίποτα δέν τοῦ ἀντιμιλοῦσε, δέν ἀντιδροῦσε, ἀποδεχόταν τή ζωή του ἔτσι ὅπως τῆς τήν εἶχε ἐπιβάλλει, μέ τίς ἐξαιρέσεις καί τίς μικρές ἤ μεγάλες παρασπονδίες του, τί ἤθελε κάι τή χώρισε καί ξαναπαντρεύτηκε κι ὄχι μόνο αὐτό, τά παιδιά, τ' ἄλλα του δυό παιδιά, τί τά 'θελε; Μήπως, καί πότε πρόλαβε νά τά ζήσει ἀπό κοντά; Τί ξέρει ἄραγε γι' αὐτά;

Ὅσο ἦταν μικρά τά συναντοῦσε τοὐλάχιστον κάποιες φορές τό βράδυ πρίν κοιμηθοῦν, ἄν τύχαινε κεῖνος νά ἐπιστρέψει νωρίς. Ὕστερα, μέ τά χρόνια, ἡ Φλορίτα ἔπαθε τόν πρῶτο της νευρικό κλονισμό, αὐτός δέν ἤξερε πῶς ν' ἀντιδράσει, πλήρωνε ἔτσι κι ἀλλιῶς τούς καλλίτερους εἰδικούς... Τί νά 'κανε αὐτός; Εἶχε καί τίς δουλειές του, καί τοῦ λόγου τους ποτέ δέν περιμένουν. Ἔρχεται μιά στιγμή, ἀντιθέτως, πού περιμένεις ἐσύ καί τίς κοιτᾶς σάν χάνος νά περνοῦν δίπλα σου, πηγαίνοντας σάν κακιασμένες ἐρωμένες σ' ἄλλους, καί σοῦ βγάζουν μάλιστα τότε κι ὅλας καί τή γλώσσα κοροϊδευτικά... Πῶς ν' ἄφηνε τίς δουλειές του;

Καί τά παιδιά του χαμένα μέ τά σχολεῖα, τίς ἱππασίες, τίς ἱστιοπλοΐες, τά μπαλέτα, τίς ἐπί πλέον ξένες γλῶσσες, τά ἰδιαίτερα, μέ τίς σπουδές τους στό ἐξωτερικό μετά, ἄλλο στήν Ἑλβετία, ἄλλο στήν Ἀγγλία, τ' ἄλλα δύο στήν Ἀμερική, σέ διαφορετικές Πολιτεῖες, ποῦ νά τά προλάβει;

Καμιά φορά μάλιστα, ἀναρωτιέται τί εἴδους σπουδές πλήρωνε τόσα χρόνια. Πού τά 'χει βάλει στίς ἐπιχειρήσεις του, κι ἅμα δέν ἦταν συνεχῶς ἀπό πάνω τους αὐτός νά τά ἐλέγχει, νά τά συμβουλεύει καί νά 'χει τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο πάντα λόγο, δέν θά 'ταν ἱκανά ἀκόμη νά ξέρουνε, ὄχι μόνο ποῦ πᾶν, ἀλλά οὔτε καί ποῦ καί πῶς μπουσουλᾶν τά τέσσερα...


**


Κόντευε νά φτάσει στό Ἀεροδρόμιο. Ἡ κίνηση μπροστά του εἶχε ἀρχίσει νά πυκνώνει. Τόν ἐκνεύριζαν ὅλ' αὐτά τ' αὐτοκίνητα. Δεκάδες-χιλιάδες αὐτοκίνητα. Δέν ὑπῆρχε κανένας δρόμος πλέον γιά νά μπορεῖ νά κινηθεῖ ἄνετα κάποιος. Κι ἦταν γι' αὐτόν φοβερό χάσιμο χρόνου. Ὅσο κι ἄν διέθετε τηλέφωνο, φάξ κι ἕνα σωρό ἄλλες ἀνέσεις στό αὐτοκίνητό του, ἐπρόκειτο, ὁπωσδήποτε, γιά ἕνα ἀδυσσώπητο χάσιμο χρόνου.

Ἀλλά καί μέ τόν δεύτερο γάμο του, τελικῶς, ἔχανε χρόνο. Θυμήθηκε τή στιγμή ἐκείνη, πρίν ἕνα-ἑνάμισι χρόνο, πού ἦρθε ὁ δεύτερος κλονισμός τῆς Φλορίτας κι ἀποξενώθηκαν τελείως. Τελευταῖα, μάλιστα, κάποιος τοῦ 'χε σφυρίξει ἀπ' ἔξω-ἀπ' ἔξω πώς τήν εἶχαν δεῖ ἀρκετές φορές νά γευματίζει μέ κάποιον νεαρό κι ὄχι μόνο σέ ἀπόμερα, μά καί σέ πιό γνωστά στέκια.

Τό νά τή χωρίσει, σκέφτηκε, ἦταν γι' αὐτόν τό πιό εὔκολο καί τό πιό γρήγορο πράγμα στόν κόσμο. Καί γι' αὐτήν, ἴσως, πιό συμφέρον ἀπό τό νά πέθαινε κεῖνος καί νά χήρευε. Θά τήν ἐξασφάλιζε καλλίτερα καί μέ τέτοιον τρόπο, ἀσφαλῶς, πού θά ζοῦσε ἄνετα γιά τήν ὑπόλοιπη ζωή της. Τό πρῶτο μάλιστα πού θά τῆς ἔδινε, θά 'ταν αὐτό τό σπίτι. Τό σπίτι-ἐφιάλτη του.

Τώρα λοιπόν πού τό ἀναλογιζόταν, πράγματι, δέν εἶχε ποτέ του νοιαστεῖ νά κάνει μιά διαθήκη. Οὔτε καί σάν πιθανότητα ἤ σάν ἀστεῖο ἔστω δέν τοῦ 'χε ὥς σήμερα, ξαναπεράσει ἀπό τό μυαλό. Κι ἄραγε, αὐτή τή στιγμμή, γιατί νά 'χει τέτοιους συνειρμούς; Κι εἰδικά πού ἔνιωθε περισσότερο ἀπό ποτέ καλά κι ὑγιέστατος. Ἀκμαιότατος. Οὔτε στήν ἐφηβεία του, τρόπος τοῦ λέγειν, ἔτσι... Τί κόλπα τοῦ 'στηνε τό μυαλό του μέ διαθῆκες καί σχετικές βλακεῖες;

Ἴσως καί νά γερνοῦσε, σκέφτηκε, κι ἀπόρησε. Κόντευε τά ἑβδομήντα, ἀλλά δέν τοῦ φαινόταν. Τά μαλλιά του παρέμεναν πυκνά καί διατηροῦσαν τό χρῶμα ἐκεῖνο πού 'χαν καί στά σαράντα του, ἔστω κι ἄν κάνα-δυό φορές τό χρόνο χρησιμοποιοῦσε στό λούσιμό τους τό παπαζωτό, ἕνα μαντζούνι πού τοῦ 'χε μάθει ἡ μάνα του, ἀπ' ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδί - τό χρησιμοποιοῦσε ἄλλωστε κι ἐκείνη - κι ἄν τοῦ ζητοῦσε κάποιος ἀπό τούς οἰκείους του, τοὐλάχιστον, τή συνταγή μέ τήν ἀκριβῆ δοσολογία, ὁ Ἄχθος τήν κρατοῦσε ζηλότυπα ἀποκλειστική.

Κι ἄν κανείς τύχαινε νά τόν ρωτήσει γιά τήν ἡλικία του, δέν τήν ἔκρυβε ποτέ. Ἀντίθετα, τόνιζε τό ἀκριβές της νούμερο μέ μιά χαιρεκακία στή φωνή, καί πάντοτε περίμενε τήν ἴδια στερεότυπη ἀπάντηση-ἔκπληξη: "Ἀδύνατον! Δέν σᾶς ἔκανα οὔτε μιά μέρα παραπάνω ἀπό πενήντα!" Πενήντα, τριάντα, δέκα ὀχτώ... Πότε ἦταν; Σήμερα;... Χτές;...


**


Ἅπλωσε τό χέρι του νευρικά κι ἔκλεισε τή μουσική. Κάποιες της φράσεις τόν πονοῦσαν. Περνοῦσαν μέσα του κι ἔνιωθε σάν νά τόν φίλτραραν, σάν νά τόν ἔκοβαν, ἀλλά εἶχε, ἀπό ἀρκετά νέος ἀκόμη, ἀποφασίσει νά διαφεύγει ἀπ' ὅ,τι τόν πονᾶ. Πολλές φορές, μάλιστα, ἀπό ἕνα ἔνστικτο ἴσως, στό κρισιμότερο σημεῖο μιᾶς κουβέντας, ἄς ποῦμε, ἔπαυε ν' ἀκούει. Ἄλλες φορές σταματοῦσε νά μιλᾶ καί νά νιώθει. Λές καί μιά τεράστια, πάνβαρεια μπουκαπόρτα ἔπεφτε ξαφνικά κι ἀπομόνωνε τό ἔξω ἀπό τό μέσα του κι ἐκεῖνο τό μέσα του ἀπό ἕνα ἄλλο πιό βαθύτερο μέσα του.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ἄξιζε γιά κανέναν καί γιά τίποτα νά στενοχωριέται. Ἔπρεπε ὅμως νά ἐπιβιώσει. Δυό ἀδέλφια του εἶχαν πεθάνει στόν πόλεμο, μωρά ἀκόμη, ἀπό θέρμες. Ἔπειτα αὐτός ἔγινε, ἀναγκαστικά, τό πρῶτο παιδί, τό μεγαλύτερο ἀπὀ τ' ἄλλα τρία πού ἦρθαν ἀργότερα, κι ἐπιβαλλόταν, μαζί μέ τόν πατέρα καί τή μάνα του, νά φροντίσει, ἐκτός άπό τόν ἑαυτό του κάι γιά τή δική τους ἐπιβίωση.

Ὁ πατέρας τόν ἔπαιρνε μαζί του στά χωράφια καί τά πρόβατα. Ποῦ καιρός γιά σχολεῖα καί ἄλλα; Ὥς τή δευτέρα δημοτικοῦ πῆγε κι αὐτό μέ τά χίλια ζόρια. Ἴσα πού νά μάθει νά γράφει τ' ὄνομά του, νά διαβάζει τήν Ἄλφα-Βήτα καί νά διδαχτεῖ τίς τέσσερις πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς. Μόνο στή διαίρεση κόλλαγε ἀπό πάντα. Στή μοιρασιά.

Πάντως φρόντισε τ' ἀδέλφια του καί δέν θά 'πρεπε νά τοῦ 'χουν κανένα παράπονο. Ἀρσενικά καί θηλυκά, τά 'βαλε ὅλα στίς δουλειές του, καί τά προίκισε μέ τό παραπάνω. Ὥς καί τ' ἀνήψια του, αὐτός τά σπούδασε. Μαζί μέ τά παιδιά του. Κάποια μάλιστα ἀπ' αὐτά καί καλλίτερα ἀπό τά δικά του. Κι ἐτοῦτα μέ τίς δουλειές του τά 'χει κι ἀνακατεύονται.

Κι ὄχι βεβαίως ἐπειδή ἔχει τάχα στούς συγγενεῖς περισσότερη ἐμπιστοσύνη. Πιστεύει ἄλλωστε ἀκράδαντα πώς "μέ συγγενή φάε καί πιέ κι ἀλισβερισι μή ἔχεις" καί προτιμάει ἀσύγκριτα τούς ξένους. Αὐτοί στό κάτω-κάτω τῆς γραφῆς ἀναγνωρίζουν τούς κόπους καί τήν προσφορά σου. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, οἱ συγγενεῖς, ὅλο παράπονα εἶναι κι ὅλο κατεβασμένα μοῦτρα. Δέν χορταίνουν μέ ποτέ. Ὅλο "δῶσε καί δῶσε". Ἀνικανοποίητοι καί μέ τίς ἀμοιβές τους καί μέ τίς θέσεις. Ἴσως γιατί δέν ἀφήνει κανένα τους νά κάνει πουθενά στίς δουλειές του κουμάντο... Τί νά ὑποθέσει ἄλλο;...

Τήν καλή κουβέντα πάντως καί τό χάδι τους -τό χάδι τους!; τρόπος τοῦ λέγειν - δέν τά γνώρισε ποτέ. Οὔτε ἀπό τόν πατέρα ἤ κι ἀπό τή μάνα του. Κι εἰδικά ἀπό τή μάνα του, πού τό στόμα της κόλλαγε ὅταν μιλοῦσε γιά τά παιδιά πού τῆς πεθάναν, καί στ' ἄλλα, τά μικρότερά του. Εὐχή της καί κατάρα της στόν Ἄχθο νά τά φροντίζει ὅσο ζεῖ. Αὐτά καί τά παιδιά τους καί τά παιδιά τῶν παιδιῶν τους, ἄν ἦταν δυνατόν.

Εἶχε φτάσει ἐπιτέλους στή μεγάλη διχάλα τῆς παραλιακῆς. Σέ λίγο, μετά τόν ἀνισόπεδο κόμβο, θ' ἄνοιγε ὁ δρόμος καί θά 'φτανε στό γραφεῖο του. Ἴσως θά 'πρεπε νά συνεννοηθεῖ μέ τή γραμματέα του ν' ἀκυρώσει ὅλα του τά ραντεβού, ὄχι μόνο αὐτῆς, ἀλλά καί τῆς ἑπόμενης ἑβδομάδας, καί νά 'φευγε γιά ἕνα ταξίδι. Ἔπρεπε κάποια στιγμή στή ζωή του νά σταματήσει πλέον αὐτόν τόν τρελό ρυθμό δουλειᾶς. Τῆς δουλειᾶς-καταδίωξης.

Σταμάτησε μαλακά στό κόκκινο φανάρι καί κατέβασε τό παράθυρο. Ἡ θάλασσα στήν ἀντικρινή μεριά τῆς Λεωφόρου εἶχε - πράγμα περίεργο ὅσο καί σπάνιο - ἕνα βαθύ μπλέ, πού τοῦ φάνηκε, πρώτη φορά, νά τόν καλοῦσε, νά τόν προκαλοῦσε, νά τόν φώναζε - ἤτανε σίγουρος πώς ἄκουσε τή φωνή της - σάν νά τόν ἤθελε, τοῦ φάνηκε, νά τοῦ παραδινότανε σάν χάρις. Πῆρε βαθειάν ἀνάσα.

Καί τότε νόμισε σάν κάτι αἴφνης νά γλίστρησε ἐντός τοῦ αὐτοκινήτου. Κάτι ὡς χέρι, ἄς ποῦμε, πού φευγαλέα τεντώθηκε νά τόν ἀγγίξει. Ἀνατρίχιασε. Κι ἔνιωσε, συγχρόνως, μιάν ἀκατάσχετη ταχυπαλμία. "Τί διάβολο!...", μονολόγησε, δίχως καί νά τά καταφέρει νά ἐπιβληθεῖ στόν ἑαυτό του.

Τό φανάρι εἶχε ἀνάψει πράσινο ἐν τῶ μεταξύ κι ὅλα τά ὀχήματα πού στέκονταν στήν οὐρά πίσω του, ἄρχισαν τρελό κορνάρισμα, καθώς καθυστεροῦσε τήν ἐκκίνηση τοῦ δικοῦ του.

Ἀσυναίσθητα κι αὐτόματα πάτησε τό γκάζι ὥς τό τέρμα, οἱ τροχοί σπίνιαραν, τό αὐτοκίνητο, λές κι αἰφνίδια τό κλώτσησε κάποιος ἀόρατος γίγαντας, τινάχτηκε μπροστά, τό χέρι - ἐκεῖνο πού τοῦ 'χε φανεῖ σάν χάδι ὅτι τόν ἄγγιξε - ὅπως ξερόφυλλο, ὁ ἀγέρας πού σηκώθηκε τό βούτηξε, τό ξαναπέταξε ἔξω κι ὁ Ἄχθος τό 'χασε.


**


Ὅταν μπῆκε στό γραφεῖο του ἦταν ἄσπρος σάν τό χαρτί. Ἡ γραμματεύς του μέ τό πού τόν εἶδε-τρόμαξε. Τοῦ εἶπε ἁπλῶς ὅτι ὁ καφές του τόν περίμενε σερβιρισμένος ἤδη κι ἀπέφυγε νά τοῦ ἀναφέρει τ' ὁτιδήποτε ἄλλο γιά τό πρόγραμμα τῆς σημερινῆς του μέρας.

Σωριάστηκε στή δερμάτινη πολυθρόνα του, μή μπορώντας νά συνέλθει ἀκόμα ἀπό τήν ἔκβαθη ταραχή κι ἀδυνατώντας ἐπίσης νά ἑξηγήσει τό γιατί ὅλης αὐτῆς τῆς ὑπερβολικῆς ἀντίδρασής του.

"Πάρε μου τόν Μικρόπουλος, τόν δικηγόρο", ψέλλισε μονάχα, ἀφηρημένα σχεδόν, "καί πέρασέ μου τή γραμμή, μόλις τόν βρεῖς. Ἐπειγόντως!... Ἄ, καί ποῦ εἶσαι...", σταμάτησε τή γραμματέα του λίγο πρίν βγεῖ ἀπό τήν πόρτα, "δέν εἶμ' ἐδῶ γιά κανέναν ἅλλον, ἄκουσες;", συμπλήρωσε ἀπότομα κι ἀρκετά πιό ζωηρά αὐτή τή φορά.

Δέν ἄφηνε ποτέ του καμιά σκέψη ἤ καί τήν παραμικρή του ἰδέα σ' ἐκκρεμότητα. Παρά μόνο γιά πολύ προσωρινά, τοὐλάχιστον ἕως νά προλάβει νά προλειάνει κατάλληλα τό ἔδαφος γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ἀποφάσιζε-σκόπευε-ἐκτελοῦσε. Μέ ταχύτητα ὁπλοπολυβόλου. Πιθανόν, ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐπιτυχιῶν του νά τ' ὤφειλε σ' αὐτό: Αἰφνιδίαζε τούς πάντες καί τά πάντα κι ὅλοι ἀντιδροῦσαν τό ἴδιο μέ τό σῶμα πού δέχεται μιάν ὁλόκληρη γεμιστήρα στό κλίκ τοῦ χρόνου μιᾶς ριπῆς.

Κι ἀπό τό πρωΐ σήμερα τοῦ 'χε σφηνωθεῖ ἡ ἰδέα τῆς διαθήκης του κι ἔπρεπε νά ξοφλήσει καί μ' ἀυτό. Τί νά μοιράσει βέβαια καί σέ ποιούς; Καί πῶς; Σάν τή ζωή του ἄραγε, πού μοιρασμένη δῶθε-κεῖθε κι ὅλο ἀμοίραστη παρέμενε τελικά, πού ὅλο τήν περιφύλαγε σάν περιούσιο φυλαχτό;...

Ἔπρεπε νά ξεμπερδεύει, σκέφτηκε, καί νά τελειώνει! Μ' ἐκεῖνο ὅμως πού ἀκόμα δέν εἶχε τελειώσει, ἦταν ἕνα βάρος ἀσήκωτο σάν πόνος ὀξύτατος καί, συγχρόνως, διάχυτος στήν ὕπαρξή του σύμπασα, ὅπως ἐπίσης καί μέ τό συνεχές κι ἀδιάλειπτο φτεροκόπημα τῆς καρδιᾶς του.

Κοίταξε τό στέρνο του καί τοῦ φάνηκε στό ἄσπρο του πουκάμισο σάν νά 'χε ἀποτυπωθεῖ ἕνα χνάρι. Σάν νά 'δε ξανά κεῖνο τό χέρι πού 'χε παραβιάσει τήν ἰδιωτικότητα τοῦ χώρου τοῦ αὐτοκινήτου του. Τόν ζέσταινε. Τόν ἔκαιγε. Ὅπως σέ ζεματάει καί σέ λιώνει τό πιό ἀφόρητα λαχταρισμένο χάδι. Ἕνα κράκ. Θέ μου..., μάνα μου...

Κύμα παλιρροϊκό σηκώθηκε σάν ἀπό τό πουθενά. Οὐδείς κυματοθραύστης ἀντιστάθηκε. Τόσο τσιμέντο ξόδεψε... Μ' ἀρραγές μπετόν τούς ἔχτιζε καί τούς ὕψωνε τόσα χρόνια... Καί τώρα σάν νά 'ταν τίποτα ἐθραύσθησαν...

Ἕνα κράκ ἀθόρυβο, βαθύτερο. Σάν ἀπό δάκρυα τό πέλαγος πού ἀνοίχτηκε. Ποιός Θεός, ποιά μάνα θάλασσα τόν βαστάει ἀγκαλιά; Ποιός ἄνεμος πῆρε τό βάρος του, τό φύσηξε καί φούσκωσε μ' αὐτό λευκά πανιά;...

Γαλήνη. Καί τό χτεσινοβραδινό του ὄνειρο κομμάτι ἀπό τό τώρα. Δέν πρόφτασε νά πάρει ἀποσκευές, ν' ἀφήσει ὁδηγίες. Καί τό εἰσιτήριο θά τό 'παιρνε στό δρόμο. Δέν πρόλαβε παρά ἕν' ἄγγιγμα κι ἐκεῖνο ἀπό τύχη...

... Λευκά φτερά -τόσο τό βάρος- πετοῦν σ' ἕνα διάδρομο πού βλέπει φῶς, περιστέρι ὁ Ἄχθος πλέον-ταξιδεύει...