Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Ἀλεξ

"Μιά στάση γιά ένα τσιγάρο" είπες. Κι αυτό, μές στον καπνό του, έκρυψε τα χέρια σου που τυλίχτηκαν γύρω μου. Κι η καύτρα του άρπαξε μέ γλώσσες κόκκινες, πυριφλεγείς τά ρούχα μου, και στάχτες τ' άφησε να χορεύουν στον αέρα, να σέρνονται νωχελικά πάνω στα καθίσματα και να τους κόβω την ανάσα εγώ, μ' ένα κορμί πού 'χε ήδη το βάρος δυό, βορά αφημένο στα χέρια σου, στ' αγριεμένο στόμα σου, καυτή, ελάχιστη, μικρότατη μπουκιά.
Να φαγωθούμε ήθελα! Να προλάβω τις κινήσεις σου! Να τις βουτήξω μέσα μου όλες, μή και μου ξέφευγε καμιά, και να σπρώχνεις όπου τεντώνομαι, σκοινί τό σώμα σου, κόμπους να δένομαι, ν' αρπάζομαι με νύχια και με δόντια, να τρέμω όπως σπαράζεσαι κι οι κραυγές σου νά 'ναι ο λώρος μου με το εδώ, για να επιστρέψω αφού εκραγώ.
Αστέρια κόκκινα, κύκλοι γαλάζιοι, κίτρινοι, πορτοκαλί κι οι ήχοι τεταμένοι, μακρινοί, κάτω απ' την αφή μου φλέβες που κοντεύουν ν' απογειωθούν απ' τη σάρκα που τις περιορίζει μέσα της - φέρε με πίσω, φέρε με, ξανά, πρίν πεθάνω πάρε με, μή και χορτάσω πιά και φύγω κορεσμένη!...
Τρεις ώρες μείναμε να καπνίζουμε τσιγάρα ακάπνιστα. Τρεις ώρες, με σημάδια δέκα αιώνων πάνω μας, μ' έρωτα βαθύ και πείνα χιλιετιών. Καί πάντα έτσι. Τους τελευταίους τέσσερις μήνες που σε ξέρω. Το μυαλό μου φράζει όταν σε βλέπω, κι όταν δέν σ' έχω, κολλημένο σε σένα πάλι είναι. Απ' την πρώτη ώρα που σ' είδα. 'Ετσι! Θα πρέπει να σου χρωστάω από προηγούμενη ζωή, νομίζω. Δεν γίνεται αλλιώς... Δεν εξηγείται, λέω, αλλιώς...
Σε γνώρισα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, περιμένοντας δυόμισι ώρες κοιμισμένη σχεδόν, να εγκριθεί η αίτηση για τη βίζα μου και τελικά ήσουν γιά ώρα δίπλα μου, χωρίς να σ' έχω πάρει είδηση. Με μια φευγαλέα μου κίνηση μονάχα, αδιόρατη θά 'λεγα, ψάχνοντας για στυλό, είδα να μου απλώνεις το δικό σου και σάστισα.
Τα δάχτυλα που άγγιξαν τυχαία, σαν να με διάταξαν να σε κοιτάξω. Και κάτι άλλο. Κάτι φευγάτο τριγύρω στον αέρα. "Μέ λένε Άλεξ" είπες, έτσι νομίζω απλά, για να πεις κάτι πιό πολύ κι όχι γι άλλο λόγο. Η προφορά σου απαλή, με φωνή βαθειά, ανακατεύεται μ' αυτό το κάτι άλλο, συγκρούεται με το κάτι που αναγνωρίζω ήδη, μα δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Προσέχω μόνο πως το στυλό ξέχασε να γράφει. Πως απλά κουβαριάζει σχέδια σ' ένα κομματάκι χαρτί. Κι είμαι σίγουρη πως τό 'χω ξανακάνει. Σάν να με βλέπω. Κι όταν γέρνεις με περιέργεια να δεις τις γραμμές που γεμίζουν με το μελάνι σου τα κουτάκια και τους κύκλους που στριμώχνονται στις περιορισμένες διαστάσεις των γραμμών, η μυρωδιά του δέρματός σου με συνεφέρνει.
Κι αυτό το "κάτι" που στριφογύρναγε τόση ώρα άπιαστο, τυλίχτηκε με το άχτι του στρόβιλου και γλίστρησε στο μυαλό μου, όπως το τζίνι μες στο λυχνάρι του Αλλαντίν.
Η μυρωδιά σου. Ναι. Η αίσθηση που σε ψηλάφησε πρίν σ' ακουμπήσω, η βεβαιότητα πως σε ξέρω πριν σε γνωρίσω, η ταχυπαλμία στην επιστροφή του οικείου. Έτσι, την ανάσα του δέρματος αφουγκράζομαι πάντα κι αναγνωρίζω. Και ξέρω, όλες οι σχέσεις-μαχαιριές μου έρωτα είχαν κυρίως. Αλλά εδώ συμβαίνει κάτι άλλο. Χρωστάω πράγματι, χωρίς αμφιβολία. Αλλιώς, ο συναγερμός δέν έχει εξήγηση. Ο συναγερμός που χτυπάει χιλιάδες καμπανάκια.
Το χέρι σου αναζητάει την παλάμη μου και νομίζω πως αυτήν ακριβώς την παλάμη έψαχνα χρόνια τώρα για να εγκαταλειφτώ μέσα της.
Ἐρχεσαι από Νέα Υόρκη, είπες. Είσ' εδώ ήδη δέκα μέρες κι ήρθες να τελειώσεις κάποιες διατυπώσεις και να γυρίσεις πίσω, για τα καλά πιά. Κι εγώ είμαι εδώ για να καταφέρω να πάω Νέα Υόρκη. Κι όλο έλεγα, μέρες τώρα, νά 'ρθω κι όλο το ανέβαλα. Και σήμερα ακόμη έτσι. Κι όλο τα βήματά μου αλλού με πήγαιναν κι εδώ με φέρναν. Κι όλο διατυπώσεις, που να φύγω έλεα, να τ' αφήσω γι άλλη μέρα, αλλά εδώ πάλι. Απ' το πρωΐ στις επτάμισι. Για να σε περιμένω ίσως... Για να σε βρω δίπλα μου...
Μου μιλάς γι άσχετα πράγματα. Για τη ζωή σου εκεί, για τις σπουδές σου, για τη δουλειά, για τους γονείς σου εδώ, κι όπως με τον ώμο σου γέρνεις δίπλα μου, ξέρω πως άλλα θες να μου πεις, νιώθω σαν τ' αγρίμι που κυνηγιέται από ένα άλλο αγρίμι, νιώθω το παιγνίδι που σχηματίζουν τα χέρια σου, που ζωγραφίζουν τα χείλια σου μιλώντας, τα μάτια σου κοιτώντας και δέν είμαι πιά εκεί, ό,τι ορίζω είναι πέρ' απ' αυτήν την αίθουσα, πέρ' απ' την ανθρώπινή της διακόσμηση, πέρ' απ' τους γκρίζους τοίχους και τίς γυάλινες θυρίδες.
Και βρίσκομαι να περπατάω δίπλα σου στην κεντρική αυλή, να σέρνομαι μάλλον γρήγορα, με την ερώτηση στο μυαλό και την απάντηση στην επιθυμία που δεν τολμάω ν' αρθρώσω. "Πάμε να βρούμε κάπου έναν καφέ", μου φάνηκε πως σ' άκουσα να λές, "δεν αντέχω το πρωΐ αν δεν πιώ τουλάχιστον δύο" "Μα η σειρά μασ;" σε ρωτάω "και να τη χάσουμε, θα την ξαναβρούμε" λές, "σημασία έχει να μη χαθούμ' εμείς!". Αλλά τελικά, πουθενά εκεί μέσα δεν υπήρχε κυλικείο. Κι όπως το χέρι σου παιγνιδιάρικα τόση ώρα ταξιδεύει στην πλάτη μου, το νιώθω τώρα να με σπρώχνει βιαστικά μέσα σε μιά βαρειά κρυστάλλινη πόρτα, να με στρίβει σ' ένα στενό διάδρομο και να με σταματάει μπροστά σε μιά δίφυλλη γκρίζα πόρτα που γράφει WC.
Αλλ' αντί το ελεύθερό σου χέρι ν' ανοίξει την πόρτα, με γυρίζει όλη προς το μέρος σου, με κολλάει πάνω σου κι ένα στόμ' απαιτητικό στριμώχνεται μες στο στόμα μου κι απ' όπου αρπάζομαι είναι το τεντωμένο σου κορμί, το βαρύ φιλί σου, η ανάσα που κρέμεται ανάμεσά μας και προσπαθεί να εισχωρήσει, μ' από πού να γλιστρήσει και πού να μπει;
Ούτε κατάλαβα το πότε βρεθήκαμε μέσα σε μιά απ' τις μικρές καμπίνες της τουαλέττας, ούτε κατάλαβα πότε βρέθηκα πάνω σου, πότε τυλίχτηκα γύρω σου, μόνο τό άγριό σου μπάσιμο στο κορμί μου ένιωσα, τις κινήσεις σου που μεθυσμένη με παίρναν και με πήγαιναν βαθειά, πολύ βαθειά, ψηλά, πολύ ψηλά κι ακόμα ψηλότερα, στον προορισμό νομίζω που από πάντοτε ανήκα.
Αλλά, όσο κι αν φώναξα κι όσο κι αν ούρλιαξ' ακόμα, δεν χόρτασα και σ' όποιο τέλος έφτασα, δεν τέλειωσα. Μόνο άρχισα! Όλα τ' άρχισα. Γιά όλα! Και για τον πόνο επίσης.
Γιατί ο έρωτας με πόνο αρχίζει, ο αβάσταγος έρωτας, ο πράγματι, και με πόνο τελειώνει. Έτσι, σαν τη ζωή. Με πόνο και με ουρλιαχτό. Και με χαρά μετά. Με βήματα μικρά κι αβέβαια, μα μ' ένστικτο πάντα και πέσιμο και γδάρσιμο και δάκρυ. Με την αγωνία να προλάβεις. Που δεν ξέρεις τι και τα θέλεις όλα! Όπως κι ο θάνατος. Που ξέρεις ότι εδώ είναι πιά κι εικόνες έρχονται όλα, σάν σε κανάλια υγρά, θολά ίσως και δέν σου φτάνει ό,τι πέρασε κι άς νιώθεις πλήρης, μα μαζί ό,τι είναι - ό,τι ήτανε πλέον - να μη σου αρκεί, κι ο πόνος να ξέρεις, η οδύνη να το προσπερνάς κι ό,τι πραγματικά σε καίει να 'ναι απροσπέραστο. Κι ο κύκλος να μη τελειώνει εκεί, ο δικός σου κύκλος να φαίνεται πως ό,τι χάραξε τ' ολοκληρώνει: το κυρίως ανολοκλήρωτο. Που ο πόνος με το διαβήτη του πάντα το πυρώνει. Αυτός ο κύκλος που πάει έτσι κι αλλιώς και κάνει οχτάρια και μηδενικά και όμικρον και μπρος και πίσω και ξανά μπροστά, ο κύκλος μου, ο φαύλος κύκλος μου, που ανοίγει και κλείνει και σαν τ' όστρακο μαζεύεται κι ό,τι προσπαθεί να τον ανοίξει με προεξοχές, πάνω του γδέρνεται και ματώνει και διπλώνεται και σμικραίνει κι αυτοκαταστρέφεται - σε κύκλους πάντα - κι η δίπλωση μιά καμπύλη ακόμα και τα "ωχ" με "ο" ακούγονται, με κύκλο δηλαδή, κι πόνος με κύκλους δυό στη λέξη του κι η ζωή κι έρωτας με "ο" στη μέση τους, με κύκλο πά' να πει. Κι ο θανατος, το τελευταίο "ο" στο τέλος του, στρογγυλεμένο, ωραίο, τέλειο στον κύκλο του, στο τέλος για το τέλος του, το τέλειωμα του κύκλου, του κύκλου του ενός και όλων μας, του κύκλου μου του φαύλου και του έκφαυλου, το τέλειωμα, λέω, στο σημείο ακριβώς που πιάνει κι η αρχή του.
Καπνίζοντας παίζω έτσι: ένα τσιγάρο που μικραίνει γρήγορα και στο ρούφηγμά του πολλές σκέψεις δεν χωράνε. Μόνο ο Κώστας τριγυρίζει στο μυαλό μου κολλημένα. Όχι βέβαια που υπάρχεις ξαφνικά εσύ, μα γιατί κολλημένος ήταν από παντα του. Απλά τώρα τον χωράω σε μια λέξη και τελειώνω.
Μα και πάλι αλαφιάζομαι. Τόσα χρόνια μαζί του, σε μια λέξη μόνο; Σαν να λέμε, μια ρουφηξιά τσιγάρου; Μα με το τσιγάρο ο καπνός τουλάχιστον γλιστράει μέσα σου, σε πνίγει ώρες-ώρες, σε μπουκώνει, σε γλυκαίνει, σ' αφομοιώνει κάποτε, θολός, στρογγυλός, σε σβούρες με κενά, ξαπλώνει μέσα σου, μέχρι τά σπλάγχνα σου τρυπώνει και διαρκεί για μιάν ανάσα έστω, έστω και για την εκπνοή. Για νά 'χει η εκπνοή σου περιεχόμενο, νά 'χει ένα χρώμα κι ας είναι και γκρίζο, μα κάτι ορατό τέλος πάντων, νά 'χει να το βλέπεις να ξετυλίγεται και να λες: να, κάτι υπάρχει!, να βλέπεις πως υπάρχεις σίγουρα, έστω και μ' ένα χρώμα γκρι, μιαν αχλύ. Κι ας το φτιάχνεις. Κι ας είναι τίποτα κανονικά αυτό που φτιάχνεις. Μα το παράγεις όμως. Ενώ η λέξη; Η λέξη σε χαρακτηρίζει μόνο κι είναι για πολλά. Όχι δική σου. Ποτέ δική σου! Για σένα μόνο, που να σου φέρει, να σου πάρει, κι αν σκαλώσει κάπου, μένει για ν' αναρριχηθεί, να φέρει κι άλλες, που σπαρμένες σε γράμματα είναι πλέον μι' άλλη συνοχή κι ανάμεσά μας δεν ζωγραφίζεται τίποτα, δεν μένει, και μέσα μας κατρακυλώντας τα γράμματα τι πράγματι στιγματισμένο αφήνουνε να βγει;, κι όσο και να λες πως ξέρεις ότι υπάρχεις, δεν αφήνει κάνα σχήμα κάπου αυτό, μόνο σαν νεράϊδες στις αισθήσεις ή σαν βρυκόλακες τριγυρίζουν όλα, κι εκεί δεν φαίνονται. Κι ό,τι δέν φαίνεται, προσωρινά μονάχα μου αρκεί.
Πώς λοιπόν σε χώνω σε μιά λέξη έτσι απλά και σε χαρακτηρίζω και μέσα της βουλιάζω κιόλας χρόνια και χρόνια' απ' τη ζωή μου; Κι έχω ήδη αποσώσει πακέτο τα τσιγάρα και τίποτε απλό δεν ξέφυγ' εκπνέοντας στον καπνό τους, παρά που μπερδεύτηκε.
Αλλ' ευτυχώς, ο Κώστας ξέρει για το ταξίδι μου στη Νέα Υόρκη κι έτσι δεν χρειάζεται προς το παρόν να επιστρατεύω πράγματα. Θα φύγουμε μαζί. Εσύ κι εγώ!
Μόνο το όσο μένω μαζί του μέχρι να φύγουμε μου είναι οδυνηρό, γιατί ο καιρός αργεί και γιατί ο Κώστας είναι πάντ' από πάνω μου, γύρω μου, δίπλα μου κι όσο αυτό με κάνει να νιώθω δυσφορία και ν' ασφυκτιώ, τόσο σε θέλω, τόσο εφευρίσκω όλο και νέα ραντεβού πελατών για να σ' έχω, να σε μοιράζομαι, - με το χρόνο κυρίως - σ' ένα παιγνίδι άνισο και να χάνω πάντα. Όσο τουλάχιστον νομίζω ακόμα πως ο χρόνος υπάρχει, έτσι σημαδεύοντας τη σύγκρουση του χτες και του αύριο μ' ένα τεράστιο "α", λέω το τώρα μ' ένα "α", τό "Α" του ονόματός σου, το "α" που λέει κι "αύριο", που λέει κι "ατέλειωτο" κι "αγαπάω" κι "ανασαίνω" κι "αγαπιέμα" κι "αναρωτιέμαι" κι "αμφισβητώ".
*
Το δεκαμισάωρο ταξίδι δεν μου φάνηκε καθόλου. Αντίθετα, νομίζω πως Αθήνα-Νέα Υόρκη είναι η πιό σύντομη απόσταση που θα μπορούσε να διανύσει κανείς. Κάτι σάν να λέμε Βάρκιζα-Λαγονήσι, ας πούμε. Αν και δεν πρόλαβα να προσέξω τα προνόμια της πρώτης θέσης ακριβώς πάνω στο καρούμπαλο του Μπόϊνγκ, αλλά κυρίως την πολυτέλεια και την απλοχωριά των wc του αεροπλάνου. Τόσο που σκέφτηκα πως στο τέλος θα μου γίνει βίτσιο να κάνω έρωτα σε τέτοιους χώρους μόνο. Όπως και κάτω απ' την κουβέρα, με τα μάτια να καταβροχθίζονται, με τα χείλια που ματώνουν, μ' όσο πιό λίγο ν' αγγίζονται, με τα χέρια βουλιαγμένα του ενός στο κορμί του αλλουνού, μ' ήχους πνιγμένους, σιωπηλούς, σχεδόν νεκρούς και μόνο τα σώματα να σφαδάζουν, να χτυπιούνται παράφορα στο μισόγερτο σκληρό κάθισμα και μιά παράδοξη ακινησία να ρουφάει όλους τους πιθανούς και τούς απίθανους κλυδωνισμούς.
Φτάνοντας πήγαμε κατ' ευθείαν στο ξενοδοχείο μου. Οι ατέλειωτες διατυπώσεις στο JFK, το τεράστιο Διεθνές Αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, η φοβερή κίνηση στους δρόμους, η ταλαιπωρία με τις αποσκευές και κυρίως το αναποδογύρισμα του χρόνου, κι η αποχή του σώματός σου απ' το σώμα μου τόσην ώρα, μ' έκαναν να παραπατάω ζαλισμένη. Αλλα ειδικά, αυτό το πισωγύρισμα του χρόνου. Το τώρα εδώ που είναι αύριο αλλού, κι αλλού χτές. Δηλαδή, το τώρα εδώ είναι αύριο στην Ελλάδα, δηλαδή απ' το τώρα της Αθήνας πού 'ρθαμε εδώ είναι χτες για κει, με τρελαίνει η ψευδαίσθηση πως σε κέρδισα για κάποιες ώρες κι ας μην είναι πράγματι παραπανίσιες έστω, μα το μυαλό μου παίζει, κι ο χρόνος παιγνίδι είναι και το μυαλό μου χρόνος κι ο χρόνος μυαλό, μα πώς ο ίδιος σκέφτεται δεν ξέρω, πως παίζει μόνο γνωρίζω κι όσο με κοροϊδεύει, τόσο προσπαθώ να τον γελάσω, πως πόσο ανελαστικός και σκληρός είναι το ξέρω ή δεν το ξέρω ακόμα, τό 'μαθα ή δέν τό 'χω μάθει πιά και μαδάω σαν τη μαργαρίτα τα πρώτα του και τα δεύτερά του και τις ώρες του ακόμα και το ποιός χάνει, τον μετράει δεν τον μετράει, αυτό, σίγουρα, μονάχα ξέρω κι ας νομίζει πως στο βάθος του με απατά.
Στη ρεσεψιόν με περιμένει ήδη ένας φάκελος. Σφραγισμένος. Μα μυρίζοντας, αναγνωρίζω τη μυρουδιά απ' το χαρτί του φάξ. Το μελάνι του γραφίτη πάνω του μυρίζει ιδιότροπα. Τ' αφήνω για μετά.
Κι όπως διαισθάνθηκα, βέβαια, ήτανε απ' τον Κώστα. Ατέλειωτες σειρές πως ήδη του έλειψα. Αλλά δεν νιώθω τύψεις κι αν προσπαθώ ακόμα. Ο Αλεξ δίπλα μου κοιμάται σαν μωρό. Αυτό με νοιάζει. Ο Άλεξ. Ο Άλεξ μου. Ο ανήλεος εραστής μου. Αυτός με νοιάζει και με κόφτει, κι όσο τον έχω δίπλα μου, είμαι ασφαλής. Νομίζω τουλάχιστον. Μα και που νομίζω, μου αρκεί. Να σ' έχω χωρίς όρια! Παντού! Αν σ' έχω, είμαι ασφαλής. Κι αν είμαι ασφαλής, και το παραμικρό μου αρκεί!
Οι πρώτες έξι μέρες της παραμονής μας κύλησαν μες στο καλλίτερ' όνειρο που θα μπορούσα ποτέ μου νά 'χω δει. Ψώνια, θέατρο, έρωτας. Η νύχτα μέρα κι η μέρα νύχτα, μέχρι ξανά να γίνει μέρα και πάλι απ΄την αρχή. Χωρίς σκέψη. Χωρίς άλλη ανθρώπινη επαφή, χωρίς τίποτ' άλλο, παρεκτός εμάς κι εντελώς μεταξύ μας.
Μόνο που τώρα κι αφού αφέθηκες ν' αποκολληθείς από μέσα μου επιτέλους, μού 'ρθε σαν έκλαμψη, έτσι, να σε ρωτήσω πότε επιτέλους θα με πας στο Greenwich village να δω το μαγαζί σου, πότε θα με πας κι από το σπίτι σου αλήθεια, που με τόση έκσταση μου το ζωγράφιζες στην Αθήνα. Κι ένιωσα να μου φεύγεις τότε. Σ' έχασα αμέσως. Κι ένα κενό άσφαιρο μου πήρε όλο το αίμα κι ούτε που ξέρω πού πήγε να τ' αδειάσει. Και τότε σαν καμπανάκι, χτύπησε στο μυαλό μου ο Κώστας. Από πού ανασυρμένος άραγε, ούτε που θυμάμαι. Κι όσο η σιωπή σου είναι σάν να μ' εκσφενδόνισε απ' τον εικοστό έβδομο στο κενό, κι όσο η παράτασή της καθυστερεί την έκρηξή μου στο έδαφος, όλο κι ανασύρω μνήμες, τη φωνή του Κώστα, το χέρι του που πάντ' απαλά -χωρίς σχεδόν να μ' ακουμπά - σεργιάνιζε πάνω μου, το κορμί του που δίχως βάρος με βάραινε πάντα, το στόμα του που σάν το κύμα μ' έγλειφε, χωρίς να μου χαράζει καμιά καινούργια αμμουδιά, χωρίς να με πετροβολάει με βότσαλα φερμέν' απ' το βυθό του, με δίχως φύκια να με τυλίγουν σε πλοκάμια απελπισμένα, σκοτεινά, ξάστερη ακροθαλασσιά πάντοτε, ο Κώστας, που το άλας του τα κρατούσε όλα στα ρηχά...
"Στό σπίτι είναι η γυναίκα μου", είπες, "με το γιό μου". Κι έσκασα επιτέλους κάτω, με κρότο, σαν να διαρρήχτηκαν οι ουρανοί με βία και σε χαράδρες άνοιξαν και με τ' αστέρια τους βεγγαλικά που ορμήσαν να σπαράξουνε τον κόσμο. "Ήθελα να στο πω, μα δεν βρήκα ως τώρα πως άξιζε τον κόπο. Μόνο το ψέμα μ' ενοχλούσε, πως δεν τό 'ξερες. Αλλιώς η Άντζελα είναι τελειωμένη γιά μέν' από καιρό. Αυτό που μας κρατάει μαζί είναι το παιδί. Ο γιός μου. Ο λατρεμένος μου Νίκυ και το ποιός από τους δυό μας στο τέλος θα τον πάρει... Αλλά εσύ, μωρό μου, δεν μπαίνεις πουθενά εδώ. Εσύ είσαι πάνω απ' όλα!..." Και μ' αγκάλιασες, μα ήξερα πως ήταν ψέμα. Με κράταγες χωρίς να με κρατάς. Μού 'κανες έρωτα με την απουσία του έρωτα από παντού, κι απ' το κορμί σου ακόμα. Μόνο και μόνο, νομίζω, για να μη μ' αφήσεις μ' απορίες κι αναπάντητα ερωτηματικά. Αλλά μου άφησες αδυσσώπητα κενά...
Λέω λοιπόν πως κι ο χρόνος δεν κρύβει άλλο από πόνο. Πόνο που έρχεται κι ό,τι θα 'ρθεί δεν ξέρεις. Πόνο που φεύγει κι ό,τι μαζί του μπλέκεται, χάνεται οριστικά. Ο χρόνος που μπαίνει μέσα μου κι ανάβει και σβήνει κι ό,τι μου δίνει πάμφορο, στο τέλος μ' απατά. Κι ό,τι κυρίως αφήνει, γραμμές. Γραμμές που χαράζονται σε χαρτιά και πλάθουν σχήματα, εικόνες, λέξεις και κενά. Γραμμές που βουλιάζουν στα πρόσωπα και φέρνουν οιμωγές. Με γραμμές-ρυτίδες παίζει παντού και μέσα μου κι έξω μου, κι αν κάπου σηματοδοτώ το πέρασμά του είναι, όταν μετράω τους χώρους των γραμμών.... όπου τις βλέπω, όπου τις πιάνω...
Έτσι πέρασαν κιόλας οι τέσσερεις μήνες. Με σένα που φεύγεις κι έρχεσαι σε ταξίδια αστραπή για εδώ, για εκεί, και μένα, πάντα εδώ, με το μυαλό μου σε σένα μόνο, με την αναμονη να ξεκαθαρίσεις τις υποθέσεις σου και να επιστρέψεις για πάντα στην Ελλάδα. Με μενα κλεισμένη στη διαρκή μου φαντασίωση, πως, όταν ο Κώστας μ' αγγίζει, ουσιαστικά, εσύ καθοδηγείς τις κινήσεις του, πως εσύ κρυφά ακροβατείς στο κορμί μου, δανεισμένος το σώμα του. Κι ας μη του μοιάζει με τίποτα.
Αλλά ακροβατείς ακριβώς, δεν με συνθλίβεις. Με βασανίζεις απλά με μιάν επώδυνη αναμονή μέχρι νά 'ρθεις. Με διατηρείς στην ψύξη. Ούτε νεκρή, ούτε ζωντανή. Απλά σε νάρκη. Εκτός απ' τις διάμεσες φορές που μου τηλεφωνείς και που μου κάνεις έρωτα απ' το τηλέφωνο, να συμμαζεύονται τότε οι ωκεανοί που μας χωρίζουν κι οι ουρανοί που μας χωροῦν δυναστικά και να ελέγχεις πάντα, αν οι φαντασιώσεις μου σου μένουν ακράδαντα πιστές, αν κι η σάρκα έχει διαρρήξει κάθε όριο απ' την αντοχή. Απ' την απαντοχή να λείπεις...
Ὀμως το σαράκωμα της ζωής μου δεν τραβιέται άλλο. Αποφάσισα λοιπόν νά 'ρθω Αμερική, χωρίς να το ξέρεις. Το αποφάσισα χωρίς να τό 'χω αποφασίσει. Σαν να τό 'χω ξανακάνει αυτό, τό ίδιο πράγμα - γι αυτόν ακριβώς τον ίδιο λόγο. Και σαν αυτό που θα δω να το ξέρω ήδη. Οδηγημένη δέν ξέρω από τί...
*
Η Νέα Υόρκη αυτή τη φορά, εντελώς διαφορετική, άχρωμη, μέσα εντούτοις απ' τα τόσα χρώματα. Των ανθρώπων και μόνο που πάνε τόσο γρήγορα, λες και μονίμως κυνηγάνε κάτι μπορς απ' το βήμα τους.
Το μαγαζί σου είναι στο καλλίτερο σημείο του Greenwich Village. Δυό μέρες τώρα τσεκάρω τις ώρες που έρχεσαι και φεύγεις, το πόσο μένεις, το τι κάνεις ακριβώς μένοντας, σε ποιούς μιλάς, σε ποιούς γελάς, με ποιούς αγκαλιάζεσαι, ποιούς αφήνεις πίσω στο πόδι σου φεύγοντας.
Κι είπα τώρα που μόλις έφυγες, να μπω να πιω μια μπύρα. Ξέρω πως δεν θα ξαναρθείς γι απόψε. Κι η μια μπύρα γίνηκε μπύρες. Μ' ένα χέρι να χώνουν τη χούφτα τους βαθειά μες στην ψυχή μου σε κάθε γουλιά και να μου βγάζουν, όλο να μου βγάζουν κραυγές πνιγμένες, έκβαθες, λεηλατημένες.
Η γκαρσόνα που με σέρβιρε τόση ώρα, με ρώτησε κάποια στιγμή, με γυάλινα μάτια, τι ν' αναπολώ. Αλλά στο τέλος, αυτό το κορίτσι των είκοσι τριών χρόνων που δούλευε ασταμάτητα από νύχτα σε νύχτα κι απο μέρα σε μέρα, κάθησε δίπλα μου στο συμπλήρωμα της βάρδιας της, λέγοντάς μου πως της θυμίζω τους αθρώπους της πατρίδας της. Η Ανχελίνα Μαρία Δελ Πέδρο θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια στη Μεξικάνικη συνοικία της πόλης των Αγγέλων και πώς στα δέκα πέντε της την ερωτεύτηκε παράφορα ένας μελαχρινός γεροδεμένος νεαρός που έμειν' έγκυος μαζί του τελικά κι είπε: "Να λοιπόν, θα ξεφύγω απ' τη μιζέρια και τις ανύπαρκτες ευκαιρίες των έγχρωμων μεταναστών εδώ" και κλέφτηκε μαζί του, μεγαλώνοντας άτσαλα, γρήγορα, μ' ένα παιδί στην αγκαλιά, προτού προλάβει να μη είναι πια παιδί κι η ίδια. Κι από τότε ζει εδώ στη Νέα Υόρκη, χωρίς νά 'χει πλέον καμία επαφή με τούς δικούς της. Ούτε ακόμα, κι όταν εδώ και δέκα μήνες περίπου ανακάλυψε πως ένα μικρό καβουράκι πού' μεινε κρυμμένο στο κορμί της -ίσως από τις περσινές της διακοπές ακόμα-, βαρέθηκε να παίζει στη στεριά και βγαίνοντας να φύγει, τή δάγκωσε στο στήθος. Κι όταν τό 'πιασε να το πετάξει, της πάτησε δυό δαγκωνιές στα κόκκαλα κι έγινε άφαντο. Χτυπάει και φεύγει από τότε, χτυπάει κι αφήνει τις φωλιές του άδειες. Όλο γι αλλού μετακομίζει. Όλο γι' αλλού...
Ψάξαν οι γιατροί, τα πάνω-κάτω φέραν, στο στήθος της ένα φάντασμα από πλαστικό της βάλαν, κι όσο κι αν κάψανε τις δαγκανιές του όπου αλλού, οι τρύπες χάσκουνε ακόμα. Γέλιο κομματιαστό το σώμα της. Καμμένα γέλια με χείλια ανοιχτά, ξεκαρδισμένα στο χρόνο που μετράει ανάποδα ίσως, μα που μετράει πάντως, κι όσο μετράει, ανασαίνει ακόμα. Και δουλεύει σαν το σκυλί, λέει, για να εξαγοράσει ό,τι της μένει στη ζωή, με ζωή λεπτό το λεπτό, εξαντλημένη, γραμμένη στα χέρια της, ζωή όμως. Ζωή!...
"Γι αυτό άφησα τον Άλεξ ελεύθερο". Τι; Τι είπε; Τον Άλεξ; Ποιόν Άλεξ, τον Άλεξ μου;... "Του είπα να γυρίσει στην πατρίδα του. Να τα πουλήσει όλα και να γυρίσει πίσω. Ο Αλεξ, ξέρεις, δεν μπορεί ακόμα να δεχτεί την προθεσμία του θανάτου στη ζωή μου... Προσπαθώ να τον πείσω. Πρέπει! Για το παιδί τουλάχιστον..."
Οι δρόμοι έξω βρεγμένοι, ποτάμια σχεδόν, είδηση δεν είχα πάρει απ' την καταιγίδα τόση ώρα και τώρα τσαλαβουτάω άσκοπα. Κι έχει ένα φόβο η πόλη τη νύχτα, μιαν απειλή που κρύβεται στις γωνιές απ' τα μεγάλα της μπλόκια, στα ισιώματα των πεζοδρομίων της που κόβουν στις εσοχές των μαγαζιών!
Δεν ξέρω πιά προς τα πού πέφτει το Μανχάτταν κι η Έβδομη Λεωφόρος. Έτσι σαν την άδικη κατάρα πάω, σαν τη ζωή που αντικρίζει το θάνατο και τα 'χουνε κι οι δυό χαμένα. Πώς χωράει μέσα σ' αυτόν τον περιορισμό η Ανχελίνα Μαρία, αναρωτιέμαι, κι εγώ από ποιά σκοπιμότητα βρέθηκα; Απ' το τυχαίο άραγε ή απ' το επιγεγμένα "μοιραίο" που ξοφλάει σ' όλους τους γύρους της ζωής με θάνατο κι εξόφληση δεν έχει;
Θά 'θελα νά 'χα τον Αλεξ δίπλα μου σαν το μωρό, ό,τι φοβάμαι κι ό,τι σταμάτησε η σκέψη μου να ορίζει να κουλουριάσει μες στο στέρνο του, να το βουλιάξει. Θά 'θελα νά 'χα τον Κώστα με τη σιωπή του, με την απόστασή του απ' όλα να τριγυρίζω στο απρόφταστο, σαν το χταπόδι να χτυπιέμαι στους τοίχους του πρίν από μενα επιλεγμένου, του αδιάλεχτού μου ουσιαστικά. Και λέω, ο ΄Αλεξ άραγε κι εγώ, τι ρόλο νά 'χουμε κρατήσει απ' τον σωρό των ρόλων που η Μοίρα ραίνοντας έστειλε να μας προϋπαντήσει;"
Ο ΄Αλεξ ήταν ήδη στην Ελλάδα, όταν έφτασα. Μ' έψαχνε τηλεφωνικά, πρίν ακόμα έρθει, κι απ' όταν πάτησε το πόδι του εδώ, έγινε ακόμα πιό επίμονος. Μέχρι και με τον Κώστα μίλησε αναζητώντας με, βρίσκοντας όποια δικαιολογία του φαινόταν πιστευτή αρκετά, προκειμένου να μάθει πού είχα εξαφανιστεί. Αλλ' από ένστικτο, θαρρώ, ο Κώστας με κάλυψε. Του είπε απλά πως έλειπα για δουλειές, χωρίς ν' αποκαλύψει το πού. Από ένστικτο αλήθεια μόνο;, αναρωτήθηκα. Ίσως τ' ότι δεν τον αγάπησα παράφορα μ' έκανε να μη τον διαισθάνομαι, να μη τον ψάχνω επισταμένα, να τον αναζητώ προσωρινά μόνο, να μη τον ξέρω. Να μη καταλαβαίνω πίσω απ' τα μάτια του τι βλέπει, πίσω απ' τα χείλια του, ποιές λέξεις ανείπωτες, ποιές σκέψεις σφηνώνονται σ' ειρμούς και ποιούς αλήθεια;...
*
Δέχτηκα να σε συναντήσω στο μικρό διαμέρισμα που κράταγες στη Γλυφάδα απ' το δεύτερό σου ταξίδι εδώ και μετά, αν και θα προτιμούσα έναν ουδέτερο χώρο, κάπου που θα μπορούσα να ελέγχω ό,τι αισθάνομαι κι ό,τι σκέπτομαι, απόλυτα. Κάπου που καμιά μεσολάβηση κοινής μας ζωής δεν θα μπορούσε να μ' αποσπά.
Δεν ξέρω αν είχα δίκιο ή άδικο, μα μόλις σε είδα-τα ξέχασα όλα. Και νομίζω το ίδιο θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς κι όπου αλλού. Γιατί παρ' όλο που τράβηξα το χρόνο της συνάντησής μας αρκετά -μιάμισι μέρα σχεδόν, (τριάντα δύο ολόκληρες ώρες) -μέχρι τη στιγμή που όρμησες πάνω μου ασυγκράτητος, είπα πως απ' το ανεξέλεγκτο και συνεχόμενο χτυποκάρδι δεν θα την έβγαζα καθαρή. Μέχρι την ώρα που στρίμωξες το κεφάλι σου στο στήθος μου κι ένιωσα τ' ο,τιδήποτε να μηδενίζει. Να σταματά! Μέχρι την ώρα που σερνάμενα τα κορμιά μας στα παγωμένα μάρμαρα προσπαθούσαν να σβήσουνε τις πυρκαγιές τους όλες, μέχρι τα χέρια να βρούνε τις κινήσεις τους, οι καυτές ανάσες το ρυθμό τους κοφτές, τα χείλια το δρόμο τους κι ο έρωτας την παγίδα του σώματος να συλληφθεί, ο λαβωμένος, κι ύστερα βιαστικά, ξέπνοα, ασυγκράτητα, να δούμε ότι είναι αλώβητος, βεβαιωμένος, να σ' ακούω να φωνάζεις: "σώσε με αγάπη μου" και νά 'μαι σίγουρη πως μόνο εγώ μπορώ, εγώ μόνο! καρδιά μου, έρωτά μου ακριβέ, εγώ, στα όπου να σε παίρνω, που ανήκω και πονώ.
Απελπισία είχεν ο έρωτας αυτός και ρίζα. Ρίζες να πω, που σαν παράσιτα γύρω του είμαστε φυτρωμένοι. Που ό,τι να κόψεις δεν είναι και σίγουρο πως τ' άλλο του θα σωθεί. Όπως κι από το θάνατο, η ζωή δεν είναι βέβαιο πως περιμένει να περισυλλεγεί.
Μου είπες πως αυτή τη φορά έφερες και το γιό σου μαζί. Να μείνει με τους γονείς σου. Ν' αρχίσει σχολείο εδώ. Και να τον έχω στο νου μου. Γιατί θα φεύγεις και θά 'ρχεσαι για καιρό ακόμα. Χωρίς να ξέρεις για πόσο. Κι είπα, δεν με νοιάζει, δεν θέλω να ξέρω. Κάνε μου έρωτα μόνο, να πάψω να μετρώ τις συλλαβές του χρόνου που περνά. Για να μη νιώθεις στο ένα πίσω σου τη βούλα του θανάτου που κοιμάται απαλά.
Κι ας σου πάρει χρόνια. Καλλίτερα! Κι οι ρυτίδες μου ακόμα τότε θά έχουνε φωτιά...
***********************************
15/5/1994 ("Κι ας με ταξιδεύεις όπου")