Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Μερικά ποιήματα

Οσο λείπεις
***********

Καμιά δύναμη
Όσο λείπεις.
Κι ο Έρωτας αφύπνιση σκότους.
Καμιά φωνή.
Ούτ' ένας οίστρος θαλάσσης
Ούτε καν μιά ρηχή σιωπή.
Ο πυρεττός μόνο της γεύσης σου.


*****************************


Η εντολή
********

Στο δρόμο
κάτω απ' τις σκιές των νεραντζιών
πέρασε πρώτο τ' άρωμά σου:
η προσταγή στον Έρωτα!

*****************************

Όταν λείπεις
************

Τ' αντικείμενα
ν' ακουμπάνε στο βάρος τους,
στη σκιά σου που λείπει...
Όπου να κινηθῶ
σκοντάφτω στο σώμα σου
κι όταν διψάω,
το νερό έχει τη γεύση απ' το στόμα σου.
Κι ο πόνος να μη με χορταίνει με τίποτα,
να μη μ' ευχαριστιέται που μ' έχει ολόκληρη,
να μή μ' αποτελειώνει...

******************************

Και συ άλλαζες
**************

Γδύνεσαι.
Στο γέρμα του φωτός
γεύομαι το φως σου,
ό,τι άφαντο φυλάς αγγίζω
κι ό,τι κρυφό δεν έχεις.
Σε κάθε σάρωμα βουτώ
όπου μ' ορίζει το κορμί σου,
κι ανήκω σ' όποιο πρόσταγμα
μου γνέφ' η ηδονή σου.
Μα όλο κι όλο άλλαζες,
απλούστατα, να φύγεις!...

*************************

Εκεί
****

Καθημερινά
κάτι πεθαίνει
εκεί που σ' άφησα
το προηγούμενο βράδυ.

*************************

Η ζωή και το έργο του Διονυσίου Σολωμού - Μιά σύγχρονη προσέγγιση στον "Υμνον εις την Ελευθερίαν"

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε το 1798 στην Ζάκυνθο και πέθανε το 1857 στην Κέρκυρα. Ήταν γιός του κόντε Νικολάου Σολωμού και της Αγγελικής Νίκλη, κόρης λαϊκής καταγωγής, που δούλευε στο σπίτι του κόντε.
Ο Νικόλαος Σολωμός, πατέρας του ποιητή, που καταγόταν από την Κρήτη, είχε καταφέρει να κατοχυρώσει τον τίτλο του στο Λίμπρο ντ' Όρο της Ζακύνθου το έτος 1785 και μόλις μιά μέρα πρίν το θάνατό του την 27η Φεβρουαρίου 1807, νομιμοποίησε το δεσμό του με την Αγγελική Νίκλη κι αποκατέστησε ως "φυσικά του τέκνα" τον Διονύσιο και τον μικρότερο αδελφό του Δημήτριο, που μετέπειτα ανεδείχθη ως πρόεδρος της Ιονίου Γερουσίας.
Στα παιδικά του χρόνια ο ποιητής είχε ως δάσκαλό του τον Ιταλό αββά Σάντο Μπόσι, που τον δίδαξε την Ιταλική γλώσσα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο κηδεμόνας του κόμης Νικόλαος Μεσσαλάς τον έστειλε μαζί με τον δάσκαλό του στην Ιταλία (1808). Πρώτα στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης κι αργότερα στο Γυμνάσιο της Κρεμόνας, όπου είχε καθηγητές τον Πίνι και τον ελληνιστή Μπελίνι.
Ο Σολωμός σπούδασε Ιταλική και Λατινική φιλολογία, ενώ μετά την αποφοίτησή του (1815), γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου παρακολούθησε μαθήματα της Νομικής γιά τρία χρόνια κι έλαβε παμψηφεί το πτυχίο του δόκιμου, το έτος 1817.
Παράλληλα με τις σπουδές της Νομικής, για την οποία όμως ουδέποτε, πράγματι, ενδιαφέρθηκε, ο Σολωμός παρακολούθησε κι ελληνική φιλολογία, άκουσε διαπρεπείς φιλοσόφους και φιλολόγους και γνώρισε αξιόλογους λογοτέχνες, εκπροσώπους της εποχής, π.χ. τους Μόντι, Τόρτι, Μαντσόνι κ.α., κι έτσι διαμόρφωσε την προσωπικότητά του κάτω από την επίδραση του νεοκλασσικισμού και του ρομαντισμού, καθώς και των δημοκρατικών ιδεών του αναγεννητικού φελελεύθερου πνεύματος, που επικρατούσε τότε μεταξύ των Ιταλών λογίων.
Το 1818 ο Σολωμός επέστρεψε στην Ζάκυνθο, όπου κι έγινε η ψυχή μιάς φιλολογικής συντροφιάς, που την αποτελούσαν ο κόμης Παύλος Μαρκάτης, ο ποιητής και μετέπειτα συγγραφέας του "Βασιλικού" Αντώνης Μάτεσις, ο ποιητής και συγγραφέας Γεώργιος Τερτσέτης, ο γιατρός Διονύσιος Ταγιαπιέρας, ο ιατροφιλόσοφος πολιτικός και ποιητής Δημήτριος Πελεκάσης, ο γιατρός και λόγιος Διονύσιος Ροΐδης, που κέντριζε, μάλιστα, τη σατιρική φλέβα του Σολωμού, ο Ιταλός καθηγητής Γκρασέτι κ.α.
Σημαντική όμως για την όλη πνευματική εξέλιξη του Σολωμού, υπήρξε η συνάντησή του με τον Σπύρο Τρικούπη (τέλη του 1822), ο οποίος τον έστρεψε οριστικά προς την ελληνική ποίηση και τον βοήθησε στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.
Από το Δεκέμβριο του 1828 ο Σολωμός εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, όπου γνώρισε σημαντικότατα κείμενα της Γερμανικής φιλοσοφίας καί ποίησης, τα οποία του μετέφραζαν οι φίλοι του Νικ. Λούντζης και Ιάκωβος Πολυλάς.
Στις 3-2-1849 ο Σολωμός παρασημοφορήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος από τον Βασιλιά Όθωνα, για τα ελληνικά του αισθήματα, που εκφράστηκαν, σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα, "εις πολλάς ποιήσεις, αίτινες διήγειραν ενθουσιασμόν κατά τον υπέρ της Εθνικής Ανεξαρτησίας Αγώνα".
Ο θάνατός του επήλθε στην Κέρκυρα στις 9-21 Φεβρουαρίου 1857, ύστερα από επανειλημμένες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του, τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν σε μαυσωλείο, στην Ιστορική Πλατεία Αγίου Μάρκου, ενώ από τον Ιανουάριο του 1968 έλαβαν την οριστική τους πλέον θέση στο Μαυσωλείο Σολωμού και Κάλβου.
Μετά τα πρώτα του Ιταλικά ποιήματα, θρησκευτικού, κυρίως, περιεχομένου, που τυπώθηκαν το 1822, ο Σολωμός έγραψε τα πρώτα του λυρικά στιχουργήματα στην ελληνική γλώσσα, ειδυλλιακής ή ελεγειακής μορφής, όπως: Ανθούλα, Το όνειρο, Ωδή εις την Σελήνη, η Ψυχούλα, Η αναγνώριση, Η Ξανθούλα, Ο θάνατος του βοσκού κ.α.
Στην ίδια περίοδο εντάσσονται τα ποιήματα: "Τα δύο αδέλφια" και "η τρελλή μάνα", που ο ποιητής θά συμπεριλάβει στη μεταγενέστερη σύνθεσή του "Λάμπρου", καθώς κι οι μεταφραστικές του απόπειρες λυρικών κειμένων του Μεταστασίου, του Πετράρχη και του Σαίξπηρ.
Η δεκαετία 1823-1833, που χαρακτηρίζεται ως η δημιουργική περίοδος του Σολωμού, διακρίνεται για την ωριμότητα που διαπιστώνεται από την πνευματική του συγκρότηση, καθώς, επίσης, από τη γονιμότητα της εργασίας του και την βασανιστική επεξεργασία του στίχου, που αντικαθιστά την αυθόρμητη έμπνευση.
Όπως, άλλωστε, κι ο ίδιος λέει: "Η δυσκολία τήν οποία αισθάνεται ο συγγραφέας... δέν στέκει εις το να δείξη φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δύο πράγματα με τον καιρό και με κόπο, εις το νόημα της τέχνης".
Η περίοδος αυτή αρχίζει με τον "Ύμνον εις την Ελευθερίαν", ο οποίος δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Συλλογή Δημοτικών Τραγουδιών του Φωριέλ στο Παρίσι το 1825, και τον ίδιο χρόνο τυπώθηκε στο Μεσολόγγι από τον Γκρασέτι, με το ελληνικό κείμενο και τη μετάφραση στα Ιταλικά, σε πεζό λόγο, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ τον Ιούλιο του 1865 οι δύο πρώτες στροφές του καθιερώθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα και με την μελοποίηση του Νικολάου Μάντζαρου ως "Ύμνος του Έθνους και του Βασιλέως".
Μετά τον Ύμνο ο Σολωμός έγραψε το αποσπασματικό ελεγειακό ποίημα "Εις Μάρκον Μπότσαρην" (εμπνευσμένο από το θάνατο του ήρωα 10-8-1823) και το λυρικό ποίημα "Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάϋρον" (1824), το εξαίσιο επίγραμμα "Η καταστροφή των Ψαρών" (1824), το πρώτο σχεδίασμα των "Ελεύθερων Πολιοκρημένων" και το λυρικό ποίημα "Η φαρμακωμένη", που, επίσης, μελοποιήθηκε από τον Νικ. Μάντζαρο.
Παράλληλα με τα λυρικά ο Σολωμός έγραφε και σατιρικά ποιήματα, όπως "Η Πρωτοχρονιά" (1824), "Το Ιατροσυμβούλιο", "Το όνειρο" (1826). Σ' αυτήν την περίοδο, επίσης, κατατάσσονται οι αποσπασματικοί στίχοι της "Νεκρικής Ωδής ΙΙ ή Εις θάνατον της Κυρίας Αγγλίδας" και το ολοκληρωμένο ποίημα "Εις Μοναχήν" (1829).
Από το 1824 έως και το 1833 ο Σολωμός επεξεργάζεται τον "Λάμπρο", έργο το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, περιέχονται όμως τελειοποιημένα αποσπάσματα πού διακρίνονται για την εξαιρετική τεχνική τους επεξεργασία, όπως: "Η ημέρα της Λαμπρής" (21) και η "Δέηση της Μαρίας και το όραμα του Λάμπρου" (25).
Η τελευταία περίοδος της Σολωμικής δημιουργίας αρχίζει με τον "Κρητικό" (έργο το οποίο ξεκίνησε να πρωτοδουλεύει το 1833), ενώ, παράλληλα, καταγίνεται και με τη σατιρική ποίηση, γράφοντας και το ανολοκλήρωτο ποίημα "Η τρίχα".
Το σημαντικότερο επίτευγμα της Σολωμικής δημιουργίας αυτής της περιόδου είναι "Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι", πού, παρά που δέν ολοκληρώθηκε, μας δίνει το μέτρο στο οποίο υψώθηκε η ποιητική ιδιοφυΐα του.
Στην ίδια περίοδο ανήκουν και τ' αποσπάσματα του ποιήματος "Νικηφόρος Βρυένιος", όπως και τ επίσης αποσπασματικό "Ο Πόρφυρας", το ελεγειακό "Εις τον θάνατον της Αιμιλίας Ροδόσταμο"(1847-1848), το "Carmen Seculare" (1849), το ολοκληρωμένο επίγραμμα "Εις Φραγκίσκα Φραίζερ" (1849), το τετράστιχο επίγραμμα "Πρός τον Βασιλέα της Ελλάδας", γραμμένο για τον Όθωνα, (1850 ή λίγο αργότερα).
Στην τελευταία περίοδο της ζωής του ο Σολωμός κουρασμένος από τον αδιάκοπο αγώνα του νά δώσει εκφραστική τελειότητα στους ελληνικούς στίχους του, στρέφεται και πάλι στις ιταλικές συνθέσεις και γράφει τα εξής: "Το ελληνικό καράβι", "Σαπφώ", τα σονέτα "Orfeo", "Στον θάνατο του Στυλ. Μαρκορά" και ορισμένα πεζά ιταλικά σχεδιάσματα, που σκόπευε να μεταφέρει σ' ελληνικούς στίχους. Στα τελευταία περιλαμβάνονται: "Η ελληνίδα μητέρα", "Η Γυναίκα με το μαγνάδι", "Το αηδόνι και το Γεράκι".
Στα ελληνόγλωσσα πεζά του περιλαμβάνονται, επίσης, ο "Διάλογος" (1824 ή 1825) και η "Γυναίκα της Ζάκυνθος", που γράφηκε μεταξύ των ετών 1826 και 1829, για να καταλήξει εν τέλει κι αυτό ανολοκλήρωτο.
**************************
Ο "Ύμνος εις την Ελευθερίαν" είναι ένα μεγάλο ποίημα 158 στροφών με οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους τροχαϊκούς ομοιοκατάληκτους στίχους, που αποτελεί, σύμφωνα με τον Πολυλά, "τον πρώτο γνήσιο καρπό της ελληνικής φαντασίας, ύστερ' από είκοσι αιώνες του μαρασμού της".
Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, σε ολόκληρο το έργο δεσπόζει η Ελευθερία ως κυρίαρχη μορφή, που ταυτίζεται προς την πατρίδα Ελλάδα, ενώ, παράλληλα, περιγράφονται σημαντικά γεγονότα του μεγάλου Αγώνα, όπως: η Πολιορκία και η Αλωση της Τριπολιτσάς, η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια και στους κάμπους της Κορίνθου, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (1822), η απόκρουση τη επίθεσης και η πανωλεθρία των Τούρκων στον Αχελώο ποταμό, δεν παραλείπονται, οπωσδήποτε, τα θαλασσινά κατορθώματα και, επίσης, γίνεται αναφορά ακόμη και στο θάνατο του Πατριάρχη. Στις τελευταίες, μάλιστα, στροφές δίνονται παραινέσεις προς τους Ελληνες για ομόνοια και καλούνται οι ισχυροί της Δύσης να ενισχύσουν την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Σολωμός, λοιπόν, με την έναρξη της Εθνεγερσίας, αντιλαμβάνεται τη σημασία που έχει η αφύπνιση των ηθικών και ηρωϊκών δυνάμεων του Εθνους και θέτει αμέσως τον εαυτό του στην υπηρεσία της Πατρίδας, γράφοντας τον Ύμνο και διακηρύσσοντας έτσι τη συνέχεια του Ελληνισμού από τους αρχαίους χρόνους ως και το 1821.
Εξαίρει τον ηρωϊσμό, τό θάρρος και την ευψυχία, χωρίς όμως την ονομαστική μνεία κανενός ήρωα από τους αγωνιζόμενους. Και είναι χαρακτηριστικό, ακριβώς, τ' ότι ο ποιητής δεν υπόταξε την έμπνευσή του στην προσωποληψία, αλλά υπηρέτησε ανώνυμα την Ιδέα του Μεγάλου Εθνικού Αγώνα, τοποθετώντας τον στα ευρέα πλαίσια της μάχης μεταξύ Καθήκοντος και της Βίας, ή μεταξύ της Αρετής και του Δικαίου με το μή Ηθικό, υψώνοντας, έτσι, με τη δύναμη της τέχνης του σε σύμβολα ορισμένα γεγονότα και προβάλλοντας συνεχώς το τρίπτυχο Ελευθερία - Ελλάδα - Θρησκεία.
Και η αλήθεια είναι πώς, η ζέση και η φλόγα που ξεπηδάει από τους στίχους μέσα από τη γοργή και παραστατικότατη εναλλαγή των εικόνων, καθώς κι οι λυρικές του περιγραφές, που σ' άλλες στροφές φρενάρουν τη φρίκη των αιματηρών περιστατικών, φτερωμένες από την απολύτως άξια και άρρηκτα δεμένη μουσική του Νικολάου Μάντζαρου, μας δονούν ακόμη και σήμερα.
Είναι άραγε και μόνον επειδή λειτουργεί η μνήμη μ' έναν τρόπο καθοριστικό στο κέντρο, ακριβώς, της ψυχής μας, όπου κατοικεί κι επαγρυπνά το κύτταρο της φυλής; 'Η, μήπως οφείλεται στο γεγονός πώς, όπως και σ' όλα του σχεδόν τα έργα, ο Δ. Σολωμός ασχολήθηκε κι εδώ μ' έναν από τους Υψηλότερους Νόμους: Αυτόν της Ελευθερίας! Που είναι Εθνικός -Ελληνικός, μα, κυρίως, Συμπαντικός. Δηλαδή Θεϊκός. "Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα ανδρειωμένη χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά!".
Αλλά, πίσω από τη μεγάλη ιδέα περί Ελευθερίας, που είναι πανανθρώπινη, δέν κρύβεται άραγε και δεν φεγγίζει η σπίθα κι έν τέλει η άσβεστη πυρά της προσωπικής μας ελευθερίας, που είναι απολύτως συνυφασμένη με την ηθική ελευθερία του ατόμου; Γιατί, αν κάτι δεν λειτουργεί μέσα μας πρωτίστως, πώς γίνεται να ισχύει κι έξω μας; Κι έφ' όσον κινούμαστε μέσα σ' ένα Σύμπαν που μας περιέχει και το περιέχουμε, η οποιαδήποτε Ιδέα ή Κατάσταση, λειτουργεί τότε αμφίδρομα. Έτσι υπάρχει η Ενότητα. Και μες στην Ενότητα εμπεριέχεται η Αρμονία.
Ίσως και γι αυτό, κάτω από το πρίσμα μιας άλλης, πιό σύγχρονης ανάγνωσης, μιάς ανάγνωσης δηλαδή εντελώς προσαρμοσμένης στις καταστάσεις της καθημερινότητάς μας, αποδεικνύεται πόσο σημαντικό είναι και, συγχρόνως, πόσο εύκολο καθίσταται το ν' ανακαλύπτουμε το ρόλο της διαχρονικής τέχνης, αφού μας βοηθάει να προσδιορίζουμε, κι ειδικώς σε τέτοιους καιρούς, τα ζητούμενά μας και τη θέση μας ως άτομα ή, επιπλέον, κι ως φυλής.
Θα δανειστώ και πάλι τα λόγια του ίδιου του ποιητή από τους "Στοχασμούς" του, αναφορικά με την εν λόγω προσέγγιση, όπου το πανανθρώπινο γίνεται ατομικό και το αντίστροφο, μιά που, η μία έννοια του τρίπτυχου που διαπραγματεύεται στον Ύμνο του, η Ελευθερία, δηλαδή, πέρα από Ιδέα, είναι, τελικώς, μια διαδικασία καθημερινή σε χώρο και χρόνο απτό, και σημαίνει ότι πρέπει να διαθέτεις τη δύναμη ν' αναγνωρίζεις, παρατηρώντας την κάθε στιγμή, τον εαυτό σου. Κι έτσι η όλη παρατήρηση ανάγεται σε "... Μια μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίες να παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις τες αίσθησες αόρατο Μονάρχη... που είναι έξω από την περιφέρεια του καιρού᾿ αλλά μιά δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του καιρού".
Πού κατοικεί λοιπόν σήμερα η "δημοκρατία των ιδεών" κι η ελευθερία που αυτή επιβάλλει και προϋποθέτει;
Σίγουρα όχι στην έλλειψη παιδείας, όχι στην αργή αλλά ουσιαστική αφαίρεση της ιστορικής μνήμης, οπωσδήποτε όχι στην υποδούλωσή μας σ' ένα οικονομικό σύστημα χάους, όπου η ανθρώπινη μονάδα ολοένα αποδυναμώνεται κι εξευτελίζεται, όχι στα παιγνίδια των ατέλειωτων "θέλω" μέσα σ' έναν απροκάλυπτα υποκινούμενο και διαρκώς άκριτα αυξανόμενο καταναλωτισμό, βεβαίως όχι στη γεμάτη φόβους αποξένωση κι απομόνωσή μας, στη στείρα κι εγκλωβιστική καθημερινότητα, όχι στους διακαώς αναζητούμενους τεχνητούς παραδείσους, όχι στο επιμένον ανικανοποίητο και το συνεχώς αναζητούμενο "καινούργιο", που ποτέ δεν ανακαλύπτεται και δεν παράγεται εγκεφαλικά, όχι στους καθημερινούς βιασμούς και της πλέον στοιχειώδους ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όχι, οπωσδήποτε όχι, δεν κατοικεί η ελευθερία μέσα στη μόνιμη ανοχή που αγγίζει, αλλά, συχνά, ξεπερνάει κιόλας, τα όρια της πλήρους αδιαφορίας, δεν κατοικεί στους φόβους, στους μονίμως ανανεούμενους φόβους που ορθώνουμε γύρω και μέσα μας, δεν κατοικεί στην ανυπαρξία ορίων της προσωπικής, ιδιωτικής ή κοινωνικής μας ζωής, ούτε, βεβαίως, στην έλλειψη σεβασμού των όποιων επιλογών των συνανθρώπων μας ή στον υπέρμετρο εγωϊσμό που εύκοα και αμέσως εκδηλώνουμε ως και τις πλέον μικρές στιγμές της ζωής μας, ή και στην καταστρατήγηση όλων των αξιών και στην ασυδοσία. Σίγουρα δεν κατοικεί στον τρόπο ζωής που αδιαλλείπτως προβλάλλεται από τά "μήντια" ή στην έλλειψη, στην ανυπαρξία, σχεδόν, της πνευματικότητας. Δεν κατοικεί στους μικροσυμβιβασμούς της πολιτικής ή και στους μεγάλους συμβιβασμούς της μικροπολιτικής.
Εκεί-εδώ-κι έτσι εδρεύει η ανελευθερία. Κι είναι ακριβώς σαν τις ορδές των Τούρκων που περιγράφει ο ποιητής, κι οι οποίες κάποτε μας κράτησαν τετρακόσια χρόνια στη σκλαβιά. "Το θηρίο π' ανανογιέται, πως του λείπουν τα μικρά, περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά".
Τι περιμένουμε; Αλήθεια, τι ή ποιόν; Ή από ποιόν, τη βοήθεια; Ως κράτος από τις "Μεγάλες Δυνάμεις" -την Ευρώπη των άνισων ταχυτήτων, της ισοπέδωσης των ανθρώπινων ιδιαιτεροτήτων και του Μάαστριχτ;
Κι ως ανθρώπινες μονάδες αναμένουμε από το Κράτος; Μα από ποιό Κράτος άραγε; Αυτό γιά του οποίου την αποσυντονισμένη λειτουργία των μηχανισμών του είμαστε πλήρως υπεύθυνοι;
Μ' ακόμα και η Εκκλησία επιβάλλεται ν' αναστήσει τον "Πατριάρχη" της, να ξεχορταριάσει τα μονοπάτια που οδηγούν στο Θεό και να συντονίσει τον άνθρωπο με το Θείο. Γιατί πλέον, "Η καρδιά αχνοσπαράζει... Πλήν τι βλέπω; σοβαρά Να σωπάσω με προστάζει Με το δάχτυλο η Θεά. Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φορές μ' ανησυχιά᾿ Προσηλώνεται κατόπι Στην Ελλάδα κι αρχινά: "Παλλικάρια μου! οι πολέμοι Για σας όλοι είναι χαρά, και τό γόνα σας δεν τρέμει Στους κινδύνους εμπροστά -... - Από στόμα όπου φθονάει, Παλληκάρια ας μη 'πωθή, Πως το χέρι σας κτυπάει Του αδελφού την κεφαλή. Μην ειπούν στο στοχασμό τους Τα ξένα έθνη αληθινά: Εάν μισούνται ανάμεσό τους Δεν τους πρέπει ελευθεριά".
Ο αγώνας είναι πλέον σιωπηλός και προσωπικός. Κι είναι εξ ίσου Μεγάλος, καταπώς τον περιγράφει κι ο Σολωμός. Άλλωστε στις μέρες μας το σώμα περισσεύει. Ο νούς φτιάχνει όλο και καινούργια παιγνίδια, στήνει κανόνες και δεν λογαριάζει, προκειμένου για την ικανοποίησή του, τίποτα.
Κι όσο για την ψυχή - φυσάει ένας αγέρας απαλός κι όμως την κάνει να κρυώνει τόσο που, εν τέλει, να πονάει. Κι έτσι αρχίζει η κόλαση μιας μάχης πού 'χει ως σύνηθες φαινόμενο την υποχώρηση - φαίνεται ευκολότερη έτσι - και που μοιάζει ποτέ να μή τελειώνει. Η επανάσταση λοιπόν καθίσταται επιτακτική κι είναι ανάγκη, οπωσδήποτε, προσωπική.
Γι αυτό, αν και ζώντας, έστω σ' ένα φυσικό περιβάλλον που θυμίζει κατά πολύ τις περιγραφές του Σολωμού στον "΄Υμνο εις την Ελευθερίαν", για τα πεδία των μαχών, από τις επεμβάσεις και τις παρεκτροπές που του επιβάλλουμε προσπαθώντας να το υποτάξουμε, πρέπει να σκύψουμε και ν' αφουγκραστούμε τον ποιητή, πρέπει εν τέλει να σκύψουμε μέσα μας και να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας. Μη και τότε ξαναευθυγραμμιστούμε με το Ελληνικό Μέγεθος.
Πρέπει ν' ανοίξουμε διαδρόμους να βρεί διέξοδο το φως. Γιατί το φως υπάρχει μέσα μας. Δεν είναι μονάχα το αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης μας ανά τους αιώνες -της ελληνικής φύσης, είναι το κύριο ουσιαστικό του κυττάρου μας: Απ' τα κοκκαλα βγαλμένο των Ελλήνων τα ιερά. "... Λάμψιν έχει όλη η φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός᾿ Φως το χέρι, φως το πόδι, Κι όλα γύρω σου είναι φως..."
Κι η ελευθερία είναι φως. Ελληνικό Φως! Η Ελευθερία κι η Αγάπη. Όπως κι η Ιδέα - Άνθρωπος. Κύτταρό μας και Πολιτισμός. Το Φως μας! Το δικό μας Ελληνικότατο και Παγκόσμιο, συγχρόνως, αδιαμφισβήτητο Φως!
******************************************
Η εργασία παρουσιάστηκε με αφορμή εκδήλωση που έγινε για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Δ. Σολωμού στο Μορφωτικό Εξωραϊστικό Όμιλο Νέου Ψυχικού την 27 - 5 - 1998.\
Στην εκδήλωση, επίσης, συμμετείχε και η Φιλόλογος και ποιήτρια Μαρία Μαρκαντωνάτου.

Διαβάζουμε καθημερινά για τις αυξήσεις στις τιμές του σταριού, του καλαμποκιού, της σόγιας, του ρυζιού. Όπως όλοι γνωρίζουμε τα προϊόντα αυτά αφορούν τη βασική τροφή για εκατομμύρια συνανθρώπους μας, που κατοικούν κυρίως σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Και είναι, μάλιστα, προϊόντα, που χάριν της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας οι τιμές τους πλέον διαπραγματεύονται και καθορίζονται χρηματιστηριακά.

Και είναι, επίσης, γεγονός πώς η όλο και αυξανόμενη ζήτηση αυξάνει τις τιμές τους, εφ’ όσον η παραγωγή δεν επαρκεί, για πολλούς και διάφορους λόγους, οι οποίοι είναι ήδη γνωστοί (καταστροφή καλλιεργειών χάριν αύξησης παραγωγής βιοκαυσίμων κ.α.).

Αναρωτιέμαι, παρά που για μας τους Ελληνες αποτελούν βασικά συστατικά της μεσογειακής μας διατροφής, αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι συνεχίζοντας την χρήση τους στα καθημερινά μας γεύματα, παρ’ όλη την οικονομική επιβάρυνση που υφίσταται και το δικό μας πιάτο, ότι συνεχίζοντας να τα καταναλώνουμε, στερούμε απο κάποιον άλλον συνάνθρωπό μας την δυνατότητά του ν’ αποκτήσει ακόμα και το ένα κουπάκι κάποιου απ’ αυτά τα αγαθά, πού χρειάζεται γιά τη στοιχειώδη επιβίωσή του.

Καί, ίσως, βέβαια, ο καθένας από μας δεν έχει τη δυνατότητα, ατομικά, να επέμβει και να επηρεάσει τον καθορισμό των τιμών τους στά παγκόσμια χρηματιστήρια.

Έχουμε όμως τη δυνατότητα να τα αφαιρέσουμε απο την καθημερινή μας διατροφή, για τόσον καιρό ώστε να επηρεάσουμε σημαντικά την παγκόσμια ζήτηση. Ειδικά αν το πράξουμε συλλογικά.

Δεν είναι εύκολο να νιώθεις ότι κάθε μιά μπουκιά πού εσύ τρώς κουβαλάει το θάνατο ενός ανθρώπου, επειδή διαθέτεις το προνόμιο μέσα απο την ασφάλεια του παραδείσου σου, να μή αντιλαμβάνεσαι τον αριθμό των θυμάτων που, κάπου πολύ μακρυά σου, ήδη λιμοκτονούν.

Αν πιστεύετε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι, κατ’ αρχήν ατομικά και κατ’ επέκτασιν συλλογικά, τότε ας αλλάξουμε τις καθημερινές διατροφικές μας συνήθειες, ας υπογράψουμε και ας προωθήσουμε αυτό το μήνυμα, προκειμένου η ελάχιστη αυτή προσπάθεια να βρει κι άλλους μιμητές.

Καί ας ελπίσουμε ότι κάποιος επίσημος φορέας, που μπορεί και να βρεθεί στη διαδρομή αυτού του μηνύματος, θα στηρίξει την προσπάθεια με περισσότερο δυναμικό και αποτελεσματικό τρόπο.

23/4/2008



Χρησιμοποιώ την δωρεάν έκδοση του SPAMfighter για ιδιωτικούς χρήστες.
Έχει αφαιρέσει 198 spam email μέχρι σήμερα.
Χρήστες που πληρώνουν δεν έχουν αυτό το μήνυμα στα email τους.
Δοκιμάστε SPAMfighter δωρεάν τώρα!