Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Seamus Heanny: Απόδοση στα ελληνικά τεσσάρων ποιημάτων του

Valediction
**********

Lady with the frilled blouse
And simple tartan skirt,
Since you left the house
Its emptiness has hurt
All thought. In your presence
Time rode easy, anchored
On a smile; but absence
Rocked love's balance, unmoored
The days. They buck and bound
Across the calendar,
Pitched from the quiet sound
Of your flower-tender
Voice. Need breaks on my strand;
You've gone, I am at sea.
Until you resume command,
Self is in mutiny.

*****************************

Αποχαιρετισμός
***************

Γυναίκα με τη ζαρωμένη μπλούζα
και την απλή παρδαλή φούστα,
απ' όταν άφησες το σπίτι
το κενό του έχει πληγώσει
κάθε σκέψη. Με την παρουσία σου
ο χρόνος ίππευε ήσυχα, αγκυροβολούσε
σ' ένα χαμόγελο αλλά η απουσία
τάραξε του έρωτα την ισορροπία, ξεβάλτωσε
τις μέρες. Κλωτσοπήδησαν
στο ημερολόγιο,
υψώθηκαν απ' τον ήσυχο ήχο
της λουλούδινης
φωνής σου. Πρέπει να σταματήσει ο ξεπεσμός μου᾿
έφυγες, έχω πελαγώσει.
Ως να ξαναπροστάξεις,
είμαι σε ανταρσία.

Waterfall
*********

The burn drowns steadily in its own downpour,
A helter-skelter of muslin and glass
That skids to a halt, crashing up suds.

Simultaneous acceleration
And sadden braking; water goes over
Like villains dropped screaming to justice.

It appears an athletic glacier
Has reared into revearse: is swallowed up
And regurgitated through this long throat.

My eye rides over and downwards, falls with
Hurtling tons that slabber and spill,
Falls, yet records the tumult thus standing still.

*****************************************

Καταρράκτης
*************

Η καύτρα πνίγεται οπωσδήποτε στη δική της καταιγίδα,
σύνθεση γυαλιού και μουσελίνας
που γλιστράει σε μιά παύση, σπάζει τον αφρό.

Ταυτόχρονη επιτάχυνση
και ξαφνικό σταμάτημα᾿ ξεχειλίζει το νερό
όπως οι φαύλοι ουρλιάζοντας ρίχτηκαν στη δικαιοσύνη.

Εμφανίζεται ένας πάγος σάν αθλητής ογκώδης
που έχει υψωθεί μες στην αντιστροφή: καταπίνεται
κι εξεμείται από τούτον τον μακρύ λαιμό.

Τό βλέμμα μου ιππεύει πάνω και κάτω, πέφτει με
τόνους που κινούνται βίαια, που σιαλίζουν καί χύνονται,
πέφτει, ακόμα καταγράφει τη βοή, έτσι μένοντας ακόμη.

******************************************************


Lovers on Aran

The timeless waves, bright, sifting, brokeen glass,
Came dazzling arround, into the rocks,
Came glinting, sifting from the Americas

To possess Aran. Or did Aran rush
To throw wide arms of rock around a tide
That yielded with an ebb, with a soft crash?

Did sea define the land or the land the sea?
Each drew new meaning from the waves' collision
Sea broke on land to full identity

**********************************************

Εραστές στο Άραν
*****************

Τα αιώνια κύματα, φωτεινά, κοσκινισμένα, σπασμένο γυαλί,
ήρθαν θαμβώνοντας τα γύρω, εισχώρησαν στους βράχους,
ήρθανε λάμποντας, κοσκινισμένα απ' την Αμερική

να κατακτήσουν το Άραν. Ή μήπως το Άραν όρμησε
να ρίξει την ανοιχτή βραχώδη του αγκαλιά απ' την παλίρροια γύρω
που με την άμπωτη τραβήχτηκε, σε σύγκρουση απαλή;

Προσδιόρισε η θάλασσα τη στεριά ή η στεριά τη θάλασσα;
Κάθε καινούργιο νόημα πήρε από τη θραύση των κυμάτων.
Θάλασσα και στεριά ενώθηκαν τη φύση τους κρατώντας.

*****************************************************

Synge on Aran
*************

Salt off the sea whets
the blades of four winds.
They peel acres
of locked rock, pare down
a rind of shrivelled ground;
bull -noses are chiselled
on cliffs.
Islanders too
are for sculpting. Note
the pointed scowl, the mouth
carved as upturned head
full of drownings.
There
he comes now, a hard pen
scraping in his head;
the nib filed on a salt wind
and dipped in the keeping sea.

*****************************

Ο Synge στο Άραν
*****************

Μακρυά από τη θάλασσα η αρμύρα τροχίζει
τις λεπίδες των τέσσερων ανέμων.
Ξεφλουδίζουν στρέμματα
από κλειδωμένους βράχους, κόβουν
τη φλούδα της ζαρωμένης γης᾿
μύτες μοσχαριών λαξεύονται
στις πλαγιές.
Οι νησιώτες επίσης
είναι για γλυπτική. Πρόσεξε
το οξύ βλοσυρό ύφος, το στόμα
το χαραγμένο σαν άγκυρα στημένη ανάποδα
και το ευγενικό κεφάλι
γεμάτο πνιγμούς.
Ιδού,
έρχεται τώρα αυτός, ξύνοντας το κεφάλι του
μ' ένα σκληρό μολύβι
η μύτη πλήρης αρμυρού αέρα
βυθισμένη στη θάλασσα που μοιρολοεί.

*****************************************

Ο Seamus Heanney γεννήθηκε στο County Derry της Βόρειας Ιρλανδίας. Σπούδασε στο Queen's University στο Μπέλφαστ και μετά δίδαξε στο St Josef 's College of Education πριν αναλάβει τη θέση του Λέκτορα στο Queen's University από το 1966 μέχρι το 1972. Τον ίδιο χρόνο μετακόμισε με τη γυναίκα του και την οικογένειά του στο County Wicklow όπου εργάστηκε σαν συγγραφέας και ραδιοφωνητής, πριν αναλάβει να διδάξει στο Carysfort College, στο Δουβλίνο. Εργάζεται για ένα τρίμηνο του χρόνου στο Harvard University και από το 1989 είναι καθηγητής της Ποίησης στην Οξφόρδη. Είναι επίσης Διευθυντής στο Field Day Theatre Company στην Ιρλανδία. Ζει στο Δουβλίνο με την γυναίκα και τα τρία παιδιά τους.

Η Ποιητική Συλλογή Death of a Naturalist είναι η πρώτη του Ποιητική Συλλογή κι εκδόθηκε στο Λονδίνο κι εκδόθηκε στο Λονδίνο για πρώτη φορά το 1966 απο τον Εκδοτικό Οίκο Faber και Faber Ltd και επανεκδόθηκε το 1973, 1976, 1978, 1980, 1985, 1986, 1987, 1988 και το 1989. Επανεκδόθηκε με τροποποιήσεις το 1991.

John Millington Synge (1871-1909)

Ιρλανδός Συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της σύγχρονης Ιρλανδικής Λογοτεχνίας. Τα έργα του εμπνέονται απο τη σύγχρονη Ιρλανδική ζωή κι είναι πολύ ρεαλιστικά, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις στο κοινό του Δουβλίνου. Κυριώτερα έραγα του είναι: "Καβαλλάρηδες στη θάλασσα" (1905), "Το πηγάδι των αγίων" (1905), "Το λεβεντόπαιδο από τη Δύση" (1907) κ.α. Έγραψε και το ταξιδιωτικό "Το νησί του Άραν".

Άραν.

Δυό ομάδες νησιών του Ατλαντικού, κοντά στις Δυτικές ακτές της Ιρλανδίας.


*********************************

Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ύφος, τεύχος 2, Χειμώνας 1996
Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 32
Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Περίπλους, τεύχος 42

Πέντε ποιήματα

Οφειλή
*******

Η ιδέα
ότι επιστρέφεις τάχα,
αφού μιάν ἐλπίδ' ακόμα
μου χρωστάς

*********************

Δεν είναι
*********

Να λείπεις
δεν είναι τίποτα.
Να περνάς απ' έξω,
να μη μου χτυπάς
κι αυτό δεν είναι.
Να είσαι απέναντί μου
να μη μου μιλάς
κι ούτε να με κοιτάς
εγώ δεν είμαι!

*********************

Παιγνίδια
*********

Γραμμές ασταθείς,
που θέση γυρεύουν
στην άπειρη γεωμετρία των σχημάτων:
η οικονομία της ψυχής μου.

***********************************

Απάντηση
**********

Όσο μου λένς να μείνω
θέλω να φεύγω.
Να εκφυλίσω το σκοτάδι
που με κυνηγά.
Να το ισοσκελίσω με το σώμα μου
που όλο γυρεύει αφορμές
σε μιαν έκρηξη ταχύτητας,
ας πούμε,
φτερούγες πύρινες
να σκορπίσει τις στάχτες του.

*********************************


Κατοικία
********

Πούδρα το σώμα μου -
φυσάει ένας αέρας -
τη σκορπάει.
Σε κόκκο όποιο,
η άπνοια της μνήμης σου
αν πρόλαβε και μου αρπαξε,
θα κατοικώ...

**************************


Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Ανατολικός, τεύχος 7, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1998

Τρία Ποιήματα

Να σ' έχω
*********
Ἐχει μια τολμηρή συννεφιά έξω
με τ' άρωμα της αγγελικής
να κόπτει
ό,τι δεν μπορώ να τινάξω
στων ουρανών τα μήκη.
Και να σ' αποτινάξω!
Στην εκκένωση του φιλιού
να σ' έχω μόνο,
με τα κλειδιά του σώματος
να σε κλειδώνω!
******************************

Και συ άλλαζες
**************
Γδύνεσαι.
Στο γέρμα του φωτός
γεύομαι το φως σου,
ό,τι άφαντο φυλάς αγγίζω
κι ό,τι κρυφό δεν έχεις.
Σε κάθε άρωμα βουτώ
όπου μ' ορίζει το κορμί σου
κι ανήκω σ' όποιο πρόσταγμα
μου γνέφ' η ηδονή σου.
Μα όλο κι όλο άλλαζες,
απλούστατα να φύγεις!...
******************************

Αίμα
*****

Ὀλες οι ταχύτητες σβήνουν στο μελάνι,
σ' ό,τι όνομα ξεχνιούνται που δεν έχει,
στα χείλια που πισωγυρίζουν πάντοτ' εδώ,
-που όλο χρώμα είναι-
μα που ποτέ δεν έχουν αίμα!
************************************

Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Περίπλους, τεύχος 45, Μάρτιος-Ιούνιος 1998
Περιλαμβάνονται στην Ποιητική Συλλογή "Να σ' έχω", Εκδόσεις Λύχνος, 1995

Ενα σχόλιο για το "Κράτος Κεραιών" της Βίκυς Γεωργοπούλου

Μου φαίνεται πώς, σάν την ψυχή κάποιου ανθρώπου, ένα βιβλίο ή σε κερδίζει με τήν πρώτη ανάγνωση ή σε απωθεί. Λειτουργεί, λοιπόν, κι αυτή η αίσθηση σαν μια εξίσωση αμφίσημη, στο σημείο εκείνο που η ψυχή και το βιβλίο ταυτίζονται.
Κάπως έτσι δηλαδή, όπως συμβαίνει και στο διήγημα "Η εξίσωση" της Βίκυς Γεωργοπούλου, όπου ο ήρωας Σιακατράπα ψάχνει χρησιμοποιώντας άγνωστους x, y, z να λύσει το από καταβολής κόσμου αίνιγμα της γνώσης της ανθρώπινης ψυχής, ώσπου ανακαλύπτει πως πρέπει να κοιτάξει μέσα του, για να βρει πρώτα τον εαυτό του, ώστε ν' αναγνωρίσει κατόπιν και τους άλλους.
Η Βίκυ Γεωργοπούλου έκανε το πρώτο της βήμα στον αδηφάγο κόσμο των εκδόσεων με μιά συλλογή δέκα πέντε διηγημάτων, που τιτλοφορείται "Κράτος Κεραιών", (Δεκέμβριος 1995, Κάκτος, 14Χ21).
Τα διηγήματα της συλλογής ευσύνοπτα, παρουσιάζουν πρωτοτυπία στή σύλληψη της ιδέας, η οποία υπηρετείται με γλώσσα λιτή και υπαινικτική, χωρίς όμως να γίνεται στεγνή.
Από τα διηγήματα της συλλογής ξεχωρίζουν τα εξής: Ο κύριος Επαμεινώνδας, Η ανάταση, Στον ήλιο, Η ψυχή, Οι τρίχες, Οι κουρούνες, Η τυφλόμυγα, Κράτος κεραιών.
Ἐχω την εντύπωση πως σ' αυτά η Βίκυ Γεωργοπούλου εισχωρεί βαθύτερα στα βιώματά της και, με τον ιδιόμορφο τρόπο που δύναται να κατασκευάζει τους μύθους της, κατορθώνει να μας κάνει κοινωνούς μιας λεπταίσθητης αντίληψης του κόσμου και της ζωής.
Το φιλί, το χάδι, τα πουλιά, τα ελατήρια, τ' αεροπλάνα, οι πλανήτες, τα ρούχα του συζύγου, οι τρίχες στο κέντημα της γιαγιάς είναι τα κλειδιά της συγγραφέως, τα κλειδιά ενός χώρου βασανιστικών εμπειριών, που μεταστοιχειώνονται σε αισθητική απόλαυση.
Όλα μοιάζουν να ταξιδεύουν, ν' ανεβοκατεβαίνουν στο σύμπαν, έχοντας τη δική τους ελαφριά βαρύτητα με σκοπό ν' ακουμπήσουν, ν' αγγίξουν, να επικοινωνήσουν.
Δεν ξέρω κατά πόσον η Βίκυ Γεωργοπούλου με τη συλλογή διηγημάτων της Κράτος Κεραιών έχει κάτι καινούργιο να μας πει, εκείνο που αντιλαμβάνομαι είναι ο καθαρά δικός της τρόπος - παράδοξος αρκετά συχνά - που καταφέρνει να βλέπει τα πάντα γύρω της.
Νομίζω πως κι η ίδια η Β.Γ., ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιεί, μιλάει καλλίτερα απ' όλους για τά διηγήματά της, για την τέχνη, για τις ανάγκες του ανθρώπου διαχρονικά στο διήγημά της "Η ανάταση".
Σ' αυτό η ηρωΐδα εκθέτει τα έργα της με τις περίεργες συλλήψεις της, ένας όμως πίνακάς της έχει κάτι ξεχωριστό: "... Όλα τ' άλλα της είχαν αναρτηθεί σαν να γεννήθηκαν απ' αυτόν. Δύσκολα ανακάλυπτε κανείς ότι το έργο απεικόνιζε ένα σμήνος μικρών και μεγάλων πουλιών. Τά πουλιά που βρίσκονταν στο κάτω μέρος του πετούσαν σχεδόν κατακόρυφα, κοιτάζοντας προς τα πάνω, σαν κάτι να τα τράβαγε. Τα πουλιά στο κέντρο, και γύρω απ' αυτό, πετούσαν με κάποια κλίση ως προς τον οριζόντιο επίπεδο, πάντα όμως με τάσεις ανυψωτικές. Το πάνω μέρος διασκίζονταν απ' τα πουλιά οριζόντια, που μοιάζαν ν' ανεβαίνουν μένοντας, όμως παράλληλα με το έδαφος. Το σμήνος φαινόταν να μεταναστεύει προς τα πάνω! Σα νά 'θελε να τρυπήσει τη στέγη να περάσει την ατμόσφαιρα, να γλιτώσει τη βαρύτητα..." Τα πουλιά, η ψυχή μας, το γλυπτό - η ζωή μας, η έκθεση - ο χώρος μας, τα όριά μας, το πιό πάνω και το πιό πέρα απ' αυτό που είμαστε, που έχουμε, που θέλουμε.
Αυτόν τον καιρό που οι προθήκες των βιβλιοπωλείων βρίθουν από βιβλία με τα ίδια και τα ίδια θέματα, η Βίκυ Γεωργοπούλου έρχεται να μας ξεκουράσει με το Κράτος Κεραιών, να μας ανανεώσει και να μας προσφέρει μιά θέα αλλοιώτικη, όμοια, ας πούμε, με τη θέα του "χελιδονιού", - όπως μας την περιγράφει στο διήγημα που χάρισε τον τίτλο του στη συλλογή -, ν' αρπάξει τον καθένα από την ερημιά του και σάν το "ραδιοφωνάκι με τη μικρή κεραία" που εκπέμπει τα σήματά του στο τίποτα, στο πουθενά, να μας δηλώσει, παρ' όλα αυτά, πως ακούγεται, πως στο Σύμπαν, τουλάχιστον, ακούγεται οπωσδήποτε και, ιδιαίτερα, από κείνους που θέλουν, πράγματι, ν' ακούσουν.
Κι έτσι, σαν βέλος που πετάγεται, σφυρίζει μέσα μας, ένα ρίγος μεταφυσικής. Και κατακυρώνει το βιβλίο.
************
Περιοδικό Ανατολικός Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι παρεμβάσεις στη γλώσσα του

Βρέθηκε στα χέρια μου τυχαία, μιά έκδοση που τυπώθηκε το 1995, σε σχήμα 29Χ22, με σκληρό εξώφυλλο και με τίτλο: "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα" Στό κάτω μέρος του εξωφύλλου διαβάζω: "Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για παιδιά και νέους".
Το αγόρασε μιά φίλη μου, παρασυρμένη απ' αυτό ἀκριβώς το εξώφυλλο, που θυμίζει έκδοση παραμυθιών. Και όταν μου το είπε, αντέδρασα παραξενεμένη: Πώς θα μπορούσαν τα παιδιά της να καταλάβουν τον Παπαδιαμάντη; Κι εκεί μου αντέταξε πως τα κείμενα ήταν στην καθομιλουμένη.
Ζήτησα να δω το βιβλίο, και διαβάζω στο εισαγωγικό σημείωμα: "... Σ' αυτό το σημείο οι ευλογημένοι εκδότες... γίνονται, πραγματικά, ευεργέτες της ελληνικής οικογένειας με την προσφορά και της δεύτερης επιλογής Παπαδιαμαντικών διηγημάτων, των "Χριστουγεννιάτικων"... Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη μας πως στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ζει ένας κόσμος ολόκληρος με τα έθιμά του, τις προλήψεις του, τις λύπες του και τίς χαρές του, τότε η προσφορά των εκδοτών στην παρούσα μορφή, γίνεται και μιά κιβωτός λαογραφικού πλούτου του εθνους μας, που ενώνει το παρελθόν με το παρόν στην ψυχή του αναγνώστη..."
Και εγένετο λοιπόν "απλούστευση" η μεταγλώττιση από τα ελληνικά στα ελληνικά! Από τα ελληνικά του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, στα ελληνικά του 1995.
Ιδού λοιπόν το πρόβλημα, το οποίο ανακύπτει απ' τα γραφόμενα στο εισαγωγικό σημείωμα και αφορά στο στόχο της εν λόγω έκδοσης: Πώς δηλαδή τα παιδιά θα κατανοήσουν και θα μαγευτούν απ' τον Παπαδιαμάντη; Γιατί, άραγε, μόνο η γλώσσα των κειμένων του είναι το "πρόβλημα";
Όσο προωθημένη από πολλές απόψεις κι αν είναι η εποχή μας, αναρωτιέμαι τι, πράγματι, μπορεί να μαγέψει την παιδική ψυχή από το διήγημα π.χ. "Το χριστόψωμο", όπου η πεθερά θέλει να δηλητηριάσει τη "μαρμάρα" νύφη της και τελικά σκοτώνει τον ίδιο το γιό της ή, από το διήγημα "Οι φιλόστοργοι", που έτσι κι αλλιώς δεν θεωρείται και απο τα πετυχημένα του συγγραφέα, "... είναι ένα σύμφυρμα διαφορετικών αφηγηματικών υλών, που με κανένα τρόπο δεν συγχωνεύονται σε ενιαίο διήγημα. Λείπει ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας με αποτέλεσμα δευτερεύοντες άξονες να παίζουν στιγμιαία και χωρίς πειστικότητα το ρόλο του κεντρικού..."(1).
Βέβαια η έκδοση αυτή, έχει κι έναν άλλο στόχο, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή: "... Ο Παπαδιαμάντης σκέφτεται κι ενεργεί σαν πιστός χριστιανός. Ακόμα κι όταν λατρεύει τη φύση, δεν ξεπέφτει στο επίπεδο ενός ειδωλολάτρη, ενός πανθεϊστή. Τη βλέπει σαν έργο του Θεού..."
Αλλά εδώ βρίσκεται και η δύναμη του Παπαδιαμάντη ως συγγραφέα κι αυτή, ακριβώς, η δυνατότητά του είναι μιά τουλάχιστον πτυχή, πού τον κάνει πανανθρώπινο και τον χαρακτηρίζει ως μεγάλο λογοτέχνη. ΄Οχι γιατί "σκέφτεται κι ενεργεί σαν πιστός χριστιανός", αλλά γιατί είναι, πράγματι, πιστός. Κι όχι γιατί "όταν λατρεύει τη φύση δέν ξεπέφτει στο επίπεδο ενός ειδωλολάτρη", αλλά γιατί λατρεύει, ακριβώς, τη φύση και τους ανθρώπους που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης, μ' έναν έρωτα που αποτελεί την πεμπτουσία αυτού καθαυτού του έρωτα και που είναι ό,τι ακριβώς θεωρούσε ο Πλάτων ως Έρωτα.
Προϋποτίθεται λοιπόν μιά παιδεία τέτοια, πού, ίσως, η ελληνική οικογένεια -έτσι όπως την εννοεί κι απευθύνεται η εν λόγω εκδοτική προσπάθεια- δεν τη διαθέτει. Γιατί εκείνοι που τη διαθέτουν γνωρίζουν αφ' ενός πως η παιδική ηλικία δεν δείχνει ενδιαφέρον για τέτοια αναγνώσματα, μιά που, σίγουρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν παραμύθια, κι αφ' ετέρου, δέν είναι καθόλου βέβαιο πως η γλωσσική "απλούστευση", που τα διαφοροποιεί από το πρωτότυπο εγγυάται την προσέγγισή τους.
Γι αυτό κι όταν η εισαγωγή αναφέρει ότι η ελληνική οικογένεια "...ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ν' αποχτήσει, ν' απολαύσει, να ρουφήξει μέχρι και την τελευταία σταγόνα ένα τέτοιο κείμενο...", ουσιαστικά μας παραπλανά.
Κι ειδικά στο σημείο που τελειώνοντας, γράφει: "... κι αυτήν την απαίτηση έχει απ' το ελληνικό κοινό το Παπαδιαμαντικό κείμενο", αποτελεί το επιστέγασμα αυτής της παραπλάνησης.
Μα για ποιό "Παπαδιαμαντικό κείμενο" μας μιλάει; Γι αυτό που ο συγκεκριμένος εκδότης κατασκεύασε; Γιατί, αν εννοεί το πρωτότυπο, τότε γιατί μας καταθέτει κείμενα που έχουν υποστεί αυθαιρεσίες στη σύνταξη, στη στίξη, στις εγκλίσεις και στις εκθλίψεις;
Και μιλάει γιά την απαίτηση του "Παπαδιαμαντικού κειμένου" από το αναγνωστικό κοινό, αλλά παραβλέπει - κι ίσως σκόπιμα - ποιά μπορεί να είναι άραγε η απαίτηση του αναγνωστικού κοινού από τους εκδότες κι απ' όλους εκείνους που παίζουν με τη γλώσσα του, όταν η γλώσσα ενός λαού δείχνει τη συνέχειά του μες στο διάβα της Ιστορίας κι αποτελεί την ουσιαστική του ταυτότητα.
Δεν μας λέει λοιπόν ο κ. εκδότης γιατί ή πώς ή από πού κι από τι ορμώμενος μπήκε σ' αυτό το παιγνίδι. Στο παιγνίδι του ευρύτερου γλωσσικού μας προβλήματος, πού "... δεν ήταν ποτέ τόσο απλό, όσο μιά ευθεία επιλογή ανάμεσα σε μιά λόγια διάλεκτο, όπως η καθαρεύουσα, κι ένα λαϊκό-αγροτικό ιδίωμα, όπως η δημοτική. Οπωσδήποτε η πολλαπλότητά του είναι πιό εμφανής στίς μέρες μας και... αντανακλά τη βαθύτερη εθνική μας κρίση..." (2)
Κι εδώ μιλάμε σαφώς για "Παπαδιαμαντικό κείμενο", που η δύναμή του τα πλείστα οφείλει και στή "γλώσσα του". Διότι ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε από μιάν άψογη καθαρεύουσα γιά να απλουστεύσει ολοένα και περισσότερο το γλωσσικό του όργανο, χωρίς να πολυπροσέχει τύπους και καταλήξεις.
Διαμαρτυρήθηκε τόσο για την εισαγωγή ξενισμών στή γλώσσα μας όσο και για τη χρησιμοποίηση από τους καθαρευουσιάνους αδόκιμων τύπων, όπως αρνήθηκε και τις ακρότητες των Ψυχαρικών.
Ήταν, κυρίως, επηρεασμένος από τη γλώσσα των εκκλησιαστικώνκειμένων, που μ' αυτά μεγάλωσε και τ' αγαπούσε. Εξ άλλου τα κείμενά του διανθίζονται και με διαλόγους στή γλώσσα του λαού, ενώ στην ωριμότητά του χρησιμοποίησε βασικά τη δημοτική με καταλήξεις της καθαρεύουσας, λέξεις παρμένες, κυρίως, από την εκκλησιαστική φιλολογία.
Ο ίδιος, στη μελέτη του "Γλώσσα και Κοινωνία", που δημοσιεύτηκε το 1907, γράφει: "Όπως έν ζωντανόν σώμα δέν δύναται να ζήση δι' ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσον δέν δύναται να ζήση ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσιά και κονσέρβας ευρωπαϊκάς. Έχει πολλάς ανάγκας και αδυναμίας η γλώσσα. Έχει την δεσπόζουσαν ανάγκην και την αδυναμίαν του νεωτερισμού. Φοβερά είναι του ξενισμού η επίδρασις..."
Ήδη λοιπόν από τότε ο Παπαδιαμάντης συνειδητοποιεί το πρόβλημα της γλώσσας μας, πού, ιδιαίτερα, βέβαια, οξύνεται σήμερα, εφ' όσον η όλο και σε μεγαλύτερη έκταση χρησιμοποίηση ξένων όρων, γιά να συγκεκριμενοποιούνται οι έννοιες, δείχνει αυτή καθαυτή την αδυναμία τόσο, όσο και τις ελλείψεις της ζωντανής τρέχουσας ελληνικής.
Παραθέτω ως παράδειγμα μερικά αποσπάσματα από την "ευλογημένη" έκδοση που μας απασχολεί, με τα αντίστοιχα κομμάτια των πρωτότυπων κειμένων:
α) "... Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φώς μικρόν, ως λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κι επαρέδερνεν εκεί, εις το μαύρον πελαγος..." (3)
"... Ανάμεσα στα κύματα, που χοροπηδάγανε μέσα στη μαύρη σκοτεινιά της νύχτας και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν άξαφνα ένα μικρό φωτάκι, σαν κολοφωτιά, να κουνιέται, να χάνεται, και πάλι να ξαναφαίνεται. Κάποιο πλοίο αγωνιούσε και παράδερνε εκεί, στο μαύρο πέλαγος..."
β) "... Ο προβλεπτικός κάπηλος διά να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, διά να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωΐ και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμέναι γυναίκες φέρουσαι την μίαν χείραν υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δέν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις..."
"... Ο ταβερνιάρης, προβλεπτικός για νά 'ρχονται ανυποψίαστα να ψωνίζουνε οι καλές νοικοκυράδες, οι γειτόνισσες, είχε βάλει κοντά στα βαρέλια και μπουκάλες, για τα μάτια του κόσμου, λίγο σαπούνι, κόλλα, ρύζι και ζάχαρη, είχε κι ένα μύλο για νά κόβει καφέ. Αλλά παρ' όλα αυτά έβλεπε κανείς, πρωΐ και βράδυ, να βγαίνουνε απ' το μαγαζί διάφορες γυναίκες, μισοχτενισμένες, απεριποίητες, πού 'χανε τό 'να τους χέρι χωμένο στο δίπλωμα της φούστας, κοντά στή μέση, πράγμα πού 'δειχνε, πως το ψώνιο τους δεν ήταν σαπούνι, ούτε ρύζι ή ζάχαρη..."
Βέβαια εκδοτική αυθαιρεσία δεν αποτελεί μόνον η παραπάνω έκδοση, αλλά κι εκείνη ενός άλλου εκδοτικού οίκου, που κυκλοφόρησε το 1994, ως σειρά με το γενικό τίτλο: "Η Νεοελληνική Λογοτεχνία εικονογραφημένη" και περιλαμβάνονται ανάμεσα σε πολλά άλλα: το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη "΄Ονειρο στο κύμα", του Γ. Βιζυηνού "Το αμάρτημα της μητρός μου", του Εμμ. Ροΐδη "Ψυχολογία Συριανού Συζύγου", του Κ. Καβάφη "Εις το φως της ημέρας" και του Δ. Σολωμού "Η γυναίκα της Ζάκυνθος" κ.λ.π.
Σε εισαγωγικές σημειώσεις της σειράς αυτής, διευκρινίζεται πως: "... περιλαμβάνονται αυτούσια τα πρωτότυπα κείμενα χωρίς περικοπές" και πως: "... το τονικό σύστημα που ακολουθείται είναι το μονοτονικό, ενώ κατά τα άλλα τηρείται η ορθογραφία του κάθε συγγραφέα -όπως στα επίσημα σχολικά βιβλία".
Σίγουρα, λοιπόν, ο εν λόγω εκδότης δεν ευθύνεται, γιατί αυθαιρεταί στα κείμενα με την έγκριση για αυθαιρεσία από το ίδιο το Κράτος. Όταν λοιπόν επεμβαίνουμε στο τονικό σύστημα του συγγραφέα, γιατί να μη είναι "νόμιμη" η "απλούστευση", που ο προηγούμενος εκδότης επιχείρησε;
Έτσι κι αλλιώς ο καθένας μιλάει τη γλώσσα που του αρέσει. Διαβάζει τη γλώσσα που καταλαβαίνει. Διδάσκεται τη γλώσσα που προσπαθεί ν' αναγνωρίζει. Γράφει στην εκδοχή της γλώσσας που νομίζει ότι είναι η σωστή.
Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά, σαν το φίδι σέρνεται η φθορά, που ό,τι της αντιστέκεται το τυλίγει και το πνίγει. Κι ύστερα το καταπίνει αμάσητο και προσπαθεί να το χωνέψει. Ακόμα κι αν του προκαλεί δυσπεψία. Αρκεί απ' έξω να φαίνεται υγιές και γερό. Κι οι φολίδες του να κροταλίζουν. ΄Υστερα, μπορεί κάθε άνοιξη ν' αλλάζει πουκάμισο. Να πετάει το παλιό και να φοράει το καινούργιο. Τόσα πουκάμισα στη ζωή του όλη και πού να θυμάται τι έχει πρωτοαλλάξει;
Θεριεύει το Φίδι σε μιάν Ελλάδα που χαμηλώνει τα φώτα της πνευματικότητάς της, σ' ένα σήμερα που η δύναμή του φθίνει, σ' έναν κόσμο που ό,τι δεν της σβήνει αυτός, θέλει η ίδια να το σβήνει -περιμένοντας την "απλούστευση" του Βιζυηνού, του Ροΐδη, του Κάλβου ίσως...
************
Σημειώσεις
1. Νίκος Φωκάς, Επιχειρήματα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία
2. Νίκος Φωκάς, Το γλωσσικό μας πρόβλημα είναι εξωγλωσσικό
3. Α. Παπαδιαμάντης, Ο Χαραμάδος
4. Α. Παπαδιαμάντης Τα χριστούγεννα του τεμπέλη
Υ.Γ.
Η ορθογραφία και η στίξη που τηρείται είναι εκείνη που υπάρχει και στα κείμενα, έτσι όπως έχουν εκδοθεί.
**************
Δημοσιεύσεις:
Περιοδικό Ύφος
Περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Οδυσσέας Ελύτης "Ιδιωτική Οδός"

Ο τίτλος: Ιδιωτική Οδός. Η πρώτη φράση του κειμένου: "Αυτά πού μ' αρέσουν είναι και η μοναξιά μου". Έτσι ξεκινάει ο ποιητής στο βιβλίο του, που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Υψιλον, το 1990. Κι άλλο δεν κάνει, παρά να μας βάζει αμέσως σ' ό,τι με συνέπεια ακολούθησε σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Ιδιωτικός κατά το λεξικό σημαίνει: ο του ιδιώτου, ο μη έχων δημόσιον ή επίσημον χαρακτήρα. Δηλαδή στό βιβλίο του αυτό ο Ελύτης μας ορίζει παρατηρητές της οδοιπορίας του σ' ό,τι μή δημόσιο, στο κομμάτι εκείνο του βίου του, που τρεμοπαίζοντας ένα "φωτάκι", τον οδήγησε να το ακολουθήσει, τον όρισε: δηλαδή στη μοναξιά του και σ' ό,τι απ' αυτήν ή δι' αυτής του προέκυψε.
Καί, πράγματι, η Ιδιωτική Οδός είναι σαν το Κυκλαδίτικο εκείνο καλντερίμι θα λέγαμε -ξέροντας πόσο τις Κυκλάδες αγάπησε και τραγούδησε ο ποιητής - πού ξεκινώντας απ' την άκρη της θάλασσας, μας οδηγεί κατευθείαν στο σπίτι του ποιητή: στην καρδιά του.
Ενας μικρός δρόμος κοσμημένος με τριάντα τρείς τέμπερες, μιά υδατογραφία και δώδεκα σχέδιά του ανάμεσα στις πέργκολες των στίχων του - γιατί παρ' όλο που φαίνεται ως πεζογράφημα το κείμενο, δεν παύει νά 'ναι ποίηση - και συγκεντρώνοντας ίσως όλο το γαλανό φέγγος και τη διαφάνεια του ελληνικού ουρανού πάνω του.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Την "Ιδιωτική Οδό" και τό "Πρόσω ηρέμα". Το πρώτο μέρος αποτελείται από επτά ενότητες και το δεύτερο από τρεις. Και, πάντως, κι αυτό ακόμη το δεύτερο μέρος, το "Πρόσω ηρέμα", δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά τό σύνθημα για την πορεία -επιστροφή στην ιδιωτική οδό, κι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο, ολοκληρώνει και το βιβλίο τον κύκλο του, όπως, ακριβώς, η ζωή κι η σκέψη του ποιητή.
Ό,τι αναζήτησε και η πορεία που διέγραψε στη ζωή του βρίσκονται εδώ. Ο δρόμος του ξεκίνησε από τους φυσικούς φιλοσόφους και κυρίως τον Ηράκλειτο κι έφτασε στην παραδοσιακή ποίηση, συναντήθηκε με τους κυβιστές και τους προσπέρασε για να συγκατοικήσει, τέλος, αν κι όχι ακριβώς, με τους υπερρεαλιστές.
Το κυριότερο ερώτημα που τον βασανίζει και το θέτει είναι περί σταθερής, οριστικής και μη ακρυρώσιμης πραγματικότητας, "της φαίνουσας και μη θολούμενης" - όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος - και μέσω ποιάς αίσθησης αυτή προσδιορίζεται.
Αναζητάει το σπόρο, μονοπάτι, το "φωτάκι" - όπως το ονομάζει - που οδηγεί σ' αυτήν. Και αναγνωρίζει την ύπαρξη της γνώσης ως απαραίτητη προϋπόθεση γιά τον προσδιορισμό των ορίων, που μέσα τους περικλείονται οι ιδέες και τα πράγματα, αλλά, τελικά, ανακαλύπτει κι επιβεβαιώνει ότι η πραγματική σύλληψη επιτυγχάνεται με το ένστικτο, δηλαδή, είναι το "φωτάκι" που τον βασανίζει. Εκείνο που τον οδηγεί στη βαθύτερη αιτία των πραγμάτων, στην ουσία τους.
Γι αυτό κι είναι απαραίτητος ο "μύθος". Γιατί, όπως, βέβαια, παραδέχεται κι ο ίδιος, η ζωή μας είναι γεμάτη από μύθους. Γιά το κάθε τι που μας αφορά. Από την πιό ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινότητάς μας, ως ακόμα και τα μεγάλα και αιώνια προβλήματα, που από καταβολής απασχολούν τον άνθρωπο.
Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, όχι μόνο η πλειάδα των μύθων, αλλά και η πολλαπλότητα, καθώς και η πολυπλοκότητα των εννοιών τους γίνεται αιτία διαφορετικών ερμηνειών, αποπροσανατολισμών και, ίσως, παραπλανήσεων.
Αυτό, λοιπόν, οδηγεί τον Ελύτη στο να προσπαθήσει να ερευνήσει τη βαθύτερη ουσία, τον πυρήνα δηλαδή των μύθων - αν υπάρχει -και την πραγματική, κατ' επέκτασιν, ως ουσίας πλέον, χρησιμότητάς τους στη ζωή μας.
Και αναρωτιέται: "Τί δηλοί ο μύθος;", απαντώντας ο ίδιος: "Πρώτον, εμπιστοσύνη στο φωτάκι, που παρακάμπτει μέ άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον, ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμμία σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον, ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν "καθένας όπως νιώθει" εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ' έναν φαινομενικά (επιμένω στον όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Ετσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται".
Γίνεται λοιπόν κι ο ίδιος στη ζωή και την τέχνη του τι άλλο παρά "μύστης αισθήσεων"και υμνεί "αυθεντικό" αυτό ακριβώς το προϊόν της αίσθησης. Δεν εννοεί, βέβαια, "αίσθηση" ό,τι παράγει "αίσθημα", αλλά ό,τι παράγεται από το "πνεύμα", και αφού παραδέχεται αφ' ενός ότι: "δυστυχώς η ανθρωπότητα παράγει πολύ αίσθημα και ολίγο πνεύμα. Και το πολύ τρώει το λίγο", κατόπιν μας επεξηγεί τι προσδιορίζει ως πνεύμα, γράφοντας: Πνεύμα που για να το εισδεχτείς πρέπει να κάνεις αλμα πάνω από τη συγκίνηση. Και νά 'χεις την ψυχή σου στά δάχτυλα, στα μάτια, στα ρουθούνια, στά χείλη. Από 'κει μιλάει ο κόσμος. Από 'κει βρίσκεις την ιδιωτική σου οδό... Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ".
Και επανέρχεται στη δεύτερη ενότητα της "Πρόσω ηρέμα" γράφοντας πώς: "Η ακριβολογία στη σκέψη δεν συμπίπτει πάντοτε με την ακριβολογία στα αισθήματα, πόσο μάλλον στα οράματα ή στους διασκελισμούς που απαιτούνται για να κινηθείς σ' ένα επίπεδο υπεράνω της χρηστικής πραγματικότητας".
Χρειάζεται γι αυτό λοιπόν, όπως λέει ο ποιητής, "η αφέλεια και η χάρις". Αρχής γενομένης από την άναζήτηση της ύπαρξης, του Θεού, της ζωής και της τέχνης, ακόμα και μέχρι την επεξήγησή τους. Δηλαδή ν' ακούς και νά βλέπεις. Να συλλαμβάνεις τα πράγματα που συγκρούονται μέσα μας ή, πιό σωστά, και με άκρα προσοχή τα μηνύματα που εκπέμπονται από την κρούση των μυστικών της ζωής στην ψυχή μας.
Σε τι άλλο δηλαδή μας παραπέμπει ο Ελύτης, παρά στο νά 'μαστε ερωτευμένοι. Διαρκώς κι απαρεγκλίτως. Με τα πάντα και για τα πάντα. Γιά κάθε στιγμή της μέρας, της ζωής μας. "Μερικές φορές οι ερωτευμένοι", λέει, "αντιλαμβάνονται. Επειδή ο έρωτας απελευθερώνει το ένστικτο από τη λογική, προσπαθείς να οσμίζεσαι, να βλέπεις παραπίσω, εισπράττεις την αίσθηση, λειτουργούν οι αισθήσεις, η ψυχή αναταράσσεται σάν πέλαγος".
Γιατί αυτό που παρατηρούμε τότε είναι το κάθε τι απλό, το καθημερινό, το φευγαλέο, ένα μικρό αγριολούλουδο ίσως, μιά ανεπαίσθητη βούλα χρώματος, μιά αχτίδα φωτός, ένα νεύμα, ίσως ακόμα κι ένα λειψό χαμόγελο, το "υπέροχο άσκοπο", λοιπόν, που υμνεί και ο Γιάννης Ρίτσος, "το ακριβό μύρο του ασήμαντου".
"Το ασήμαντο" που κι οι πιό ανεπαίσθητες αποκλίσεις του αποκτούν τεράστιες διαστάσεις και δείχνουν πόσο βάρος έχει και στις πράξεις μας και στο νού μας κι ίσως δεν είναι παράξενο, που οι μεγάλες και συνεχείς αποτυχίες μας, εκεί να οφείλονται: Στην παράλειψη, δηλαδή, αυτού, ακριβώς, που θεωρούμε κάθε φορά "ασήμαντο". "Και το πιό ταπεινό πράγμα", γράφει ο ποιητής, "τ' ονειρεύομαι να φτάνει την τελειότητα ενός κιονόκρανου".
Και, πάντως, αυτό που έχει σημασία, είναι πως ένα από τα ζητούμενα του ποιητή σέ όλη τη ζωή του, ήταν η προσπάθειά του να κάμει πράξη την "πραγματικά ποιητική ζωή", να την εφαρμόσει στην καθημερινότητα της κάθε στιγμής του, γιατί, όπως έγραψε κι ο ίδιος, "είναι αλήθεια, σ' ένα τέτοιου είδους πείραμα συνιστάται το μυστικό: να δημιουργείται και στον έξω κόσμο, από τις πράξεις ή τις ενέργειές σου, ένας πυρήνας ταυτόσημος μ' αυτόν που διαμορφώνεται από τις συγκινήσεις σου και τα ιδανικά σου σε όσα γράφεις. Έχει σημασία η συνέπεια και όχι μόνον. Είναι η λειτουργία των συγκοινωνούντων δοχείων που ενδιαφέρει. Να κυκλοφορεί το μυστήριο και στους δύο χώρους με την ίδια ευλογοφάνεια... Τα χέρια στο τιμόνι..." λοιπόν.
Γιατί όλοι έχουμε την "ιδιωτική μας οδό", λέγει ο ποιητής, φτάνει μόνο να το αντιληφθούμε, να συλλάβουμε τη στιγμή επακριβώς, που πρωτοχαράζεται έστω κι αχνά το περίγραμμά της εμπρός μας. Και να την ακολουθήσουμε.
"... Προσοχή. Θάρρος". Μας προτρέπει. "Ἔφτασεν ο καιρός να επαληθευτούμε. Τα χέρια στο τιμόνι. Πρόσω ηρέμα προς το μη θολούμενον, το έτρεπτον, το γυμνόν, το φαίνον, το αυτώ καταληπτόν, το αναλλοίωτον".
*************************
Το κείμενο γράφηκε για το αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη που παρουσίασε ο Μορφωτικός Εξωραϊστικός Ομιλος Νέου Ψυχικού, την 15η Μαΐου 1996.
Στην εκδήλωση συμμετείχε, επίσης, η Μαρία Μαρκαντωνάτου.
*************************
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Ενα σχόλιο στόν Ορέστη του Γιάννη Ρίτσου

Ο Ορέστης ξεκίνησε να γράφεται από τον Γιάννη Ρίτσο το 1962 και ολοκληρώθηκε το 1966, οπότε πρωτοδημοσιεύθηκε. Στο έργο πρωταγωνιστούν "δυό νέοι ως είκοσι χρονώ", όπως μας δηλώνει στον πρόλογο ο ποιητής, ο Ορέστης κι ένας φίλος του, πιθανόν ο Πυλάδης.
Ο θεατρικός αυτός μονόλογος διαδραματίζεται στο χρονικό εκείνο σημείο που ο Ορέστης βρίσκεται στα Προπύλαια των Μυκηνών, αλλά δέν έχει διαπράξει ακόμα τους προδιαγεγραμμένους φόνους, της Κλυταιμνήστρας και του εραστή της Αίγισθου, έχει δε τη μορφή της βαθύτερης εξομολόγησης προς τον αφοσιωμένο του φίλο, καθώς η τρυφερότητα της σχέσης τους δεν του προκαλεί καμιάν αναστολή και, ίσα-ίσα, τον προτρέπει κιόλας, ώστε να του εκθέσει τα εσώψυχά του και, κυρίως, τις αμφισβητήσεις του.
Γιατί αυτές οι αμφισβητήσεις του Ορέστη είναι ακριβώς ο κεντρικός ιστός του έργου, αφού από την αρχή, σχεδόν, του κειμένου, διαβάζουμε: "Παράξενο/μιά ολόκληρη ζωή με ετοίμαζαν και ετοιμαζόμουνα γι αυτό. Καί τώρα/μπροστά στην πόλη αυτή, νιώθω ολότελα ανέτοιμος-/".../..."΄-ανέτοιμος/μπροστά στό κατώφλι της πράξης, ολότελα ξένος/μπροστά στον προορισμό που οι άλλοι μου έταξαν." ή αλλού: "Δύο έλξεις αντίρροπες μου φαίνεται ν' αντιστοιχούν στά δυό μας πόδια,/και η μιά έλξη απομακρύνεται όλο και πιό πολύ απ' την άλλη/φαρδαίνοντας το διασκελισμό μας ως τον διαμελισμό".
Ο κεντρικός πυρήνας της αμφισβήτησης, λοιπόν, αρχίζει να χτίζεται από το σημείο που ο Ορέστης συνειδητοποιεί το ρόλο του, πως έχει γαλουχηθεί, δηλαδή, για να πραγματοποιήσει αυτήν την περιβόητη εκδίκηση, χωρίς κανείς νά 'χει ποτέ ενδιαφερθεί για τή δική του άποψη και θέση καί θέληση σε σχέση με τα πράγματα.
Ετσι αναρωτιέται για τη σημασία αυτών των ίδιων των πραγμάτων, για την εξουσία που έχουν στη ζωή μας τα μεγάλα λόγια και οι μεγάλες ιδέες, μα και γι αυτούς τους εμπνευστές τους ακόμα, ψάχνει να βρει το σημείο εκείνο, πού σ' αυτό, πράγματι, βρίσκεται το νόημα της ζωής, στα μικρά δηλαδή τ' απαρατήρητα, τα συνήθη, τα καθημερινά και τα όντως αξιοθαύμαστα, και, προκειμένου γι αυτά, αμφισβητεί κυρίως αυτήν την ίδια την πράξη της εκδίκησης.
Κι όταν φέρνει στο μυαλό του την αδελφή του Ηλέκτρα, που έχει καταληφθεί από το πάθος της εκδίκησης και μισεί και μαίνεται, αναρωτιέται: "πώς μπορεί, και με τι/ν' ανανεώνει αυτό το πάθος της εκδίκησης και τη φωνή του πάθους/όταν όλοι οι αντίλαλοι τη διαψεύδουν, τη χλευάζουν μάλιστα..." καί φοβάται... "Φοβούμαι. Δεν δύναμαι/ν' αποκριθώ στο κάλεσμά της -τόσο υπέρογκο και τόσο αστείο συνάμα-/σ' αυτά τα στομφώδη της λόγια, παλιωμένα, σάμπως ξεθαμμένα/από σεντούκια "καλών εποχών" (έτσι που λένε οι γέροντες), /σαν μεγάλες σημαίες, ασιδέρωτες, που μέσα στις ραφές τους/έχει εισδύσει η ναφθαλίνη, η διάψευση, η σιωπή, -τόσο πιά γερασμένες/όσο καθόλου δεν υποψιάζονται τα γηρατειά τους, κ' επιμένουν να πλαταγίζουν μ' αρχαιόπρεπες χειρονομίες πάνω από ανύποπτους διαβάτες..."
Εξ άλλου ξέρει πως κι αυτοί που δημιούργησαν τον μύθο, -όπως άλλωστε συμβαίνει μ' όλους τους εμπνευστές όλων των μύθων - φοβούνται, άν όχι πιό πολύ, τουλάχιστον το ίδιο μ' αυτούς που στη συνέχεια αναλαμβάνουν να τους κάμουν πράξη και υφίστανται τις συνέπειες, ή μ' εκείνους που, απλά, μπορεί μόνο νά παρακολουθούν τα δρώμενα.
Σκέφτεται λοιπόν για την Ηλέκτρα πως: "Συντηρεί την οργή της με την ένταση της ίδιας της φωνής της-/(αν θα την έχανε κι αυτή τι θα της έμενε;)- θαρρώ πως φοβάται την εκπλήρωση/ της τιμωρίας, μη και δεν της μείνει τίποτα".
Κι εδώ είναι που η αμφισβήτηση κορυφώνει την τραγικότητα. Κι όχι, βέβαια, στο σημείο που ο Ορέστης αναγνωρίζει το ρόλο του, αλλά στο σημείο, ουσιαστικά, που συνειδητοποιεί πώς η επαλήθευση του Μύθου προϋποθέτει την εκδίκηση, αρα την καταστροφή της ζωής του, προκειμένου, ακριβώς, να συντηρηθεί αυτός ο ίδιος ο Μύθος.
Και θέλει ν' αντισταθεί: "Εχω κι εγώ μιά δική μου ζωή και πρέπει να τη ζήσω. Όχι εκδίκηση -/ τι θά μπορούσε ν' αφαιρέσει απ' το θάνατο, ένας θάνατος ακόμη/ και μάλιστα βίαιος; - στη ζωή τι να προσθέσει; Πέρασαν τα χρόνια./ Δεν νιώθω μίσος πιά -ξέχασα μήπως; κουράστηκα; Δεν ξέρω. /Κάποια συμπάθεια μάλιστα μ' αγγίζει γιά τη φόνισσα - μεγάλους/ γκρεμούς αναμέτρησε, /μεγάλη γνώση μεγάλωσε τα μάτια της μες στο σκοτάδι/και βλέπει, -βλέπει το ανεξέντλητο, το ανέφικτο και το αμετάβλητο. Με βλέπει" κι αλλού: "... Τούτη η νύχτα με δίδαξε/την αθωότητα όλων των σφετεριστών."
Γυρεύει λοιπόν "την ελπίδα ενός αμφίβολου αυτεξούσιου", γιά ν' ανατρέψει τη μοίρα του ή και να την αποτρέψει ακόμα. Μα ποιός τον εμποδίζει; Γνωρίζει την αξία του μάταιου, αναγνωρίζει ακόμη πως και η επαλήθευση του Μύθου θ' αφήσει μετέωρο πίσω της το τίποτα: "Θυσίες, λέει, και ηρωϊσμοί, -ποιά η αλλαγή; Χρόνια και χρόνια. Ίσως/νά'ρθαμε/για τούτες τις μικρές ανακαλύψεις του μεγάλου θαύματος/που δεν έχει μικρό και μεγάλο μήτε φόνο κι αμάρτημα/"
Ωστε μας ελευθερώνει η γνώση ή μήπως είτε "ξέρουμε" είτε όχι, είναι το ίδιο; Μήπως είμαστε "εντειχισμένοι στη στενή μας δικαιοσύνη"; Μήπως το δικό μας εαυτό και τα δικά μας όρια είναι που δέν μπορούμε να υπερβούμε; Μήπως "μονάχα το δικό μας αίμα να μας ξεδιψάει";, οπότε σαν τον Ορέστη στό τέλος του θεατρικού μονολόγου, έτσι κι ο καθένας μας μ' ένα "Αναγνωρίζω τη μοίρα μου. Πάμε." βαυκαλίζεται τελικά με την εύκολη δικαιολογία ενός π.χ. "εκ του άνωθεν", του "προδιαγεγραμμένου" κι έτσι εφησυχάζει και σφετερίζεται την ψυχή του και την ουσία της, αιτιολογώντας τις πράξεις ή τις προφάσεις του, τις παραχωρήσεις και τους συμβιβασμούς του;
Πάντως ο Ορέστης του Γ. Ρίτσου δέν έχει κορύφωση ή λύση, εκτός κι άν η μη ανατροπή του καθ' αυτού μύθου αποτελεί τη λύση κι εδώ. Η αξία, βέβαια, και η κατοχύρωσή του ως έργου βρίσκεται στα επιμέρους, νομίζω, εκεί που ανακαλύπτει κανείς πως το υποσυνείδητο του ποιητή κυριευμένο από την πράγματι έμπνευση, διαισθάνθηκε, συνέβαλε και κατέγραψε ό,τι συνειδητά και αυτός ο ίδιος, πιθανόν, θ' αδυνατούσε ν' αντιληφθεί.
Δηλαδή ο Ρίτσος, παρ' ότι στρατευμένος, αντιτίθεται προς αυτήν την ίδια τη στράτευση κι ετούτο είναι, νομίζω, που κατακυρώνει τα έργα του και σήμερα, τριάντα χρόνια περίπου αργότερα από τους καιρούς πού γράφηκαν και δημοσιεύθηκαν.
Οι παρακάτω στίχοι στο στόμα της Ηλέκτρας είναι εύγλωττοι:
"... Κι αυτή επιμένει να ετοιμάζει υδρομέλι και τροφές γιά πεθαμένους
που πιά δεν διψούν και δεν πεινούν κι ούτε έχουν στόμα
κι ούτε ονειρεύονται αποκαταστάσεις ή εκδικήσεις. Ολο επικαλείται το
αλάθητό τους (-ποιό αλάθητητο τάχα;) ίσως για να γλιτώσει
απ' την ευθύνη μιας δικής της εκλογής κι απόφασης -
όταν τα δόντια των νεκρών, ολόγυμνα, σκόρπια στο χώμα,
είναι η λευκή σπορά σε μιάν απέραντη μαύρη κοιλάδα
βλασταίνοντας τα μόνα αλάθητα, αόρατα, πάλλευκα δέντρα
που φωσφορίζουνε στο φεγγαρόφωτο, ως το τέλος του χρόνου..."
*****************************************************************
(Παρουσιάστηκε στην αίθουσα Τελετών του Πολυτεχνείου, στο διήμερο μνήμης για τον Ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που οργανώθηκε από την Ενωτική Πορεία Συγγραφέων με τη συνεργασία του περιοδικού Ομπρέλα, υπό την αιγίδα του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, στις 22 και 23/1/1996
Συμμετείχαν επίσης: Σόνια Ιλίνσκαγια, Ρούλα Κακλαμανάκη, Θεόφιλος Φραγκόπουλος, Κώστας Καραχάλιος, Φερεϊντούν Φαριάτ, Δημήτρης Καράμβαλης, Καίτη Παπανίκα, Πίτσα Μπουρνόζου, Γιώτα Βέη, Νίκος Γρηγοριάδης, Σοφιανός Χρυσοστομίδης, Αντρέας Παγουλάτος, Θανάσης Κουδούνης, Μαρία Μαρκαντωνάτου, Ιωάννα Καρατζαφέρη, Καίτη Ιμπροχώρη, Ειρήνη Μαρκογιάννη, Ειρήνη Σταμάτη.
******************************************************************
Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 31, Δεκέμβριος 1995)