Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Σταγών


Εἶχε μείνει γιά ὥρα νά κοιτάζει μιά σταγόνα βροχής πού λαμπύριζε πάνω σ' ἕνα γερμένο ἀγριόχορτο κι ἔμενε ἀκίνητη ἐκεῖ, λές κι ἦταν σταγόνα ρητίνης πού 'χε πλέον ὁλοσχερῶς παγώσει.

Ἀνέμεναν κι οἱ δυό. Μιά ἀδιάπτωτη ἀναμονή ὅπου, τόσο ἡ σταγόνα ὅσο κι αὐτός, προσπαθοῦσαν νά διερευνήσουν, νά κατορθώσουν νά παρεμβληθοῦν μέ τό παρόν τους στόν ἀδυσώπητο χρόνο καί ν' ἀποκαλύψουν τήν αἰτία αὐτῆς καθαυτῆς τῆς ἀναμονῆς.

Ἀνέκαθεν τοῦ ἄρεσε νά φαντάζεται πώς θ' ἀσχολιόταν μέ τή γῆ. Ἴσως γι αὐτό καί τοῦτο τό χόρτο τόν μάγευε τώρα. Τά μυστήρια τοῦ χώματος τόν ἔθελγαν μέ δύναμη ἀπίστευτη, τόν παρέσυραν σέ φαντασιώσεις ἰσχυρές, ὅπου αὐτός τάχα μονάχος τους-καταμόναχος τό πιλάτευε ἤ τό μάλαζε κι ἀνάσταινε ἀπό μέσα του καρπούς μοναδικούς καί πάντα ἔμοιαζε νά 'ναι αὐτή ἡ πλέον ἐρωτική του προοπτική.

Εἶχε φτάσει στό σημεῖο μάλιστα νά ἐτυμολογεῖ τ' ὄνομά του λέγοντας πώς: Γιῶργος-Γεώργιος-γεωργός. Καί πίστευε πώς ἐτοῦτο ἦταν ἕνα ἐπί πλέον ἀδιαφιλονίκητο σημάδι γιά τόν ἐδῶ προορισμό του.

Καθόταν γιά ὥρα λοιπόν παρατηρώντας τό ἀτίθασο χόρτο πού ξεπρόβαλλε στό παρτέρι, μά ἐπικεντρωνόταν οὐσιαστικά στήν ἀνεξάτμιστη σταγόνα. Ἦταν σάν νά διέκρινε κάποιο πρόσωπο στό κέντρο της, λές κι ἦταν καθρέφτης πού τοῦ ἀνακλοῦσε τά χαρακτηριστικά μιᾶς ὕπαρξης, ἀδιευκρίνιστης ἀρχικῶς, ὅλο καί καλλίτερα προσδιορισμένης ὅμως μέ τό κύλισμα τοῦ χρόνου.

Ἡ ζωή ὥς τώρα, ὅπερ σημαίνει, κυριότερα, οἱ γονεῖς του, τόν εἶχαν ἀναγκάσει νά σπουδάσει μέ τό ζόρι, κι ὄχι δηλαδή ἀκριβῶς νά σπουδάσει, νά δώσει εἰσαγωγικές ἐξετάσεις σ' ἕνα Ἀνώτατο Ἵδρυμα, ν' ἀποτύχει τρεῖς-τέσσερις φορές κι ὕστερα τόν φόρτωσαν μέ διάφορα δικαιολογητικά πάνω σ' ἕνα ἀεροπλάνο, πού τόν μετέφερε σέ μιάν ἀπό τίς μεγαλύτερες εὐρωπαϊκές πρωτεύουσες, τοῦ ἐνοικίασαν μάλιστα κι ἕνα σπίτι σέ ἀριστοκρατικό προάστειο, προκειμένου νά φοιτήσει ἀπερίσπαστος κι ἐν μέσω τῶν ἰδανικότερων συνθηκῶν σέ κάποιο ἀπό τά καλλίτερα Κολλέγια πού ἕδρευαν ἐκεῖ.

Οὐδεμία, ἐκ μέρους του, ἀντίδρασις. Τό συνάλλαγμα ἔρρεε ἄφθονο κάθε μήνα, ὁ δέ λογαριασμός του στήν Τράπεζα, ἀντί νά μειώνεται ἀπό τά ἔξοδα τῆς διαβίωσής του, αὔξανε, ἐνῶ ἐκεῖνος κυκλοφοροῦσε ρακένδυτος σχεδόν, κι ἄν κι εἶχε βρεῖ κάποιαν ὀλιγόωρη ἀπασχόληση ἐν τῶ μεταξύ στό ἑστιατόριο τοῦ Κολλεγίου, δανειζόταν τά βιβλία ἀπό τούς συμφοιτητές του. Ὄχι βεβαίως γιά νά τά διαβάζει, ἁπλῶς γιά νά τά στοιβάζει πάνω στό κομψότατο, στύλ ἀγγλέ, γραφειάκι του, νά περιεργάζεται τούς τίτλους, τά ὀνόματα τῶν συγγραφέων τους, τούς συνδυασμούς τῶν χρωμάτων τῶν ἐξωφύλλων τους καί τίς τυπογραφικές γραμματοσειρές τῶν σελίδων τους, δίχως νά παρασύρεται ἔστω καί στό ἐλάχιστο ἀπό τήν αἴγλη καί τούς πολύφερνους γνωστικά κόσμους τους, ὅσον ἀφορᾶ δέ τό φαγητό - ἴσα-ἴσα τρεφόταν γιά νά συντηρεῖται.

Ἐκεῖνο πού τοῦ ἄρεσε ὅμως περισσότερο καί τόν παίδευε ἀρκετά συχνά ἦταν νά φαντάζεται τίς σελίδες τους σάν ἀτέλειωτες ἐκτάσεις γῆς πού τίς κοίταζε καί τίς θαύμαζε ἀπό ψηλά, ὡς ἀπό ἀεροπλάνο ἄς ποῦμε. Τίς ἔβλεπε ν' ἁπλώνονται λές κι ἦταν βέβαιος πώς οἱ ἀράδες μέ τά ἐνδιάμεσά τους κενά ἀποτελοῦσαν τά πλέον ἄρτια ὀργωμένα καί δουλεμένα χωράφια, χωρισμένα μάλιστα σέ τελείως τετραγωνισμένα ἤ στενόμακρα κτήματα.

Πέρναγε μέ δέος καί πάθος τά δάχτυλα ἤ κι ὁλόκληρη τή χούφτα του πάνω ἀπό τό φύλλο τοῦ χαρτιοῦ ἀγγίζοντας τίς γραμμές κι ἔνιωθε σάν αὐτός νά 'πλαθε τή χάρη τους, διοχέτευε ὅλη τήν ἅψη τῆς ψυχῆς του μέσα τους καί περίμενε νά εὐδοκιμήσουν κάποτε, νά δρέψει τότε τούς περίφημους καρπούς τους.


**


Ὁ ἥλιος πού προοδευτικά ἀνηφόριζε ἀπό τό βάθος τῆς θάλασσας ἀπέναντί του ὅλο καί πιό ἀκμαῖος καί λαμπρός, τόν ἀνάγκασε νά κλείσει τά βλέφαρά του. Φοβήθηκε ὅμως μή χάσει ἀπό τ' ὀπτικό του πεδίο τή σταγόνα καί τά ξανάνοιξε βιαστικά. Ἦταν ἐκεῖ ἀκόμα. Ὕστερα μετακίνησε τήν καρέκλα του στό πλάϊ ἐλαφρῶς κι ἔβαλε στό μέτωπο τό χέρι του σάν σκίαστρο, συνεχίζοντας νά τήν κοιτάζει εὐθεία του μπροστά.

Δέν εἶχε ἀσχοληθεῖ οὔτε καί κἄν γιά νά μάθει τή γλώσσα τῆς χώρας ὅπου βρέθηκε ὡς σπουδαστής, παρά φρόντισε νά συνεννοεῖται γιά τά ἐντελῶς ἀπαραίτητα καί καθημερινά χρησιμοποιώντας τή σύνταξη τῆς μητρικῆς του γλώσσας, ἀποτυπώνοντας στό μυαλό του ἐλάχιστες λέξεις - ἀρκετές ἀπ' αὐτές μάλιστα μιᾶς ἰδιότυπης ἀργκό - λές κι εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ ὡς καταδιωκόμενος μετανάστης μετά ἀπό ἕνα τραγικό στριφογύρισμα τῆς μοίρας του, πού τόν ξεσπίτωσε καί τόν ταξίδευσε μ' ἐνάντιο καιρό.

Μέ τούς γονεῖς του ἀρνιόταν κατάφωρα νά ἐπικοινωνεῖ καί μόνο ὅταν τά παράπονα τῆς σπιτονοικοκυρᾶς του γιά τ' ἀπλήρωτα μισθώματα - ἀπό τήν ἀδιαφορία του κυρίως - ἔφτασαν ἄγρια κι ἀπειλητικά στήν τηλεφωνική τους συσκευή, ἐκεῖνοι κινητοποιήθηκαν κι ἡ μάνα του εἰδικῶς προγραμμάτισε τό πρῶτο της διερευνητικό ταξίδι στό καταφύγιο τοῦ γιοῦ της.

Τόν εἶχε εἰδοποιήσει ὅτι θά πήγαινε, ἀλλά μέ τό πού ἔφτασε στό ἀεροδρόμιο διαπίστωσε πώς δέντ τήν περίμενε κανείς. Τό ἴδιο συνέβη ἐπίσης κι ἀφοῦ τό ταξί ἄδειασε τίς ἀποσκευές της στήν εἴσοδο τῆς τριώροφης οἰκοδομῆς κι ἐκείνη ἀπογοητευμένη ἐν τέλει κι ἐνῶ περίμενε πάνω ἀπό μισή ὥρα νά ἐμφανιστεῖ ὁ μονάκριβός της, μπῆκε στό διαμέρισμά του μέ τά κλειδιά πού τῆς δάνεισε ἡ ἰδιοκτήτριά του.

Τίς πρῶτες τρεῖς μέρες δέν φάνηκε κανείς. Οὔτε καί τό τηλέφωνο χτύπησε. Μίλησε μέ τόν πατέρα του θορυβημένη κι ἐκεῖνος τῆς ἔδωσε ἐν λευκῶ ἐντολή νά τόν ἀναζητήσει σ' ὁλόκληρη τήν πόλη, δίχως νά ταρακουνηθεῖ ἀπό τό γεγονός. Ἦταν ἄλλωστε συνηθισμένος σέ παρόμοια τερτίπια τοῦ Γεωργίου. Κι ἄν ἡ γυναίκα του δέν ἐπέμενε, κι ἄν δέν εἶχε νά δώσει ἕναν κάποιο στοιχειώδη λόγο στή συνείδησή του καί τόν κοινωνικό περίγυρο, θά εἶχε πρό πολλοῦ γιά τήν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ ἀδιαφορήσει ἐντελῶς.

Τέλος πάντων, ἡ μάνα του δέν χρειάστηκε ἤ μᾶλλον δέν πρόλαβε νά κάνει τίποτα, ἐφ' ὅσον ὁ μονογενής της υἱός ἐμφανίστηκε πρός τό ἀπόγευμα τῆς τρίτης ἡμέρας διά μαγείας ἐμπρός της, κουρελής, γενειοφόρος, ἄπλυτος κι ἀπεριποίητος, ὡς φάντασμα ἐπί σκηνῆς.

Ἐκείνη τά 'χασε, ἀλλά τό βλέμμα πού εἰσέπραξε τῆς ἔκοψε κάθε διάθεση νά τόν ρωτήσει ὁ,τιδήποτε. Ἔτσι κι ἀλλιῶς καί στό σπίτι τους δέν εἶχαν ποτέ ἰδιαίτερα πάρε-δῶσε, ποτέ δέν συζητοῦσαν τίποτα, παρά μόνο ἀνακοίνωναν ἀποφάσεις ὁ ἕνας στόν ἄλλον, οἱ γονεῖς κυρίως δηλαδή σ' αὐτόν καί κανείς ἐκ τῶν τριῶν τους δέν γνώριζε ἐκ τῶν προτέρων τί πιθανόν τοῦ ἐπιφυλασσόταν.

Ἔτσι καί τώρα, οὔτε καί τό παραμικρό "γιατί" δέν μετεωρίστηκε ἀνάμεσά τους. Εἰδικῶς μάλιστα πού ἡ μάνα του εἶχε ξεψαχνίσει τίς στοῖβες τῶν βιβλίων στό γραφεῖο του κι ὁπωσδήποτε ἀντελήφθη τίς δεινότατες μελετητικές προσπάθειες τοῦ Γεώργιου.

Ἔκανε νά τόν πλησιάσει ἀλλ' αὐτός τεχνηέντως τήν ἀπέφυγε, πηγαίνοντας βιαστικά πρός τή μικρή τουαλέττα τοῦ λιλιπούτειου διαμερίσματός του. Ἐκείνη φόρεσε βιαστικά τό παλτό της καί βγῆκε γιά ψώνια. Τοὐλάχιστον αὐτή τή φορά δέν θά γύριζε πίσω μ' ἄδειες τίς βαλίτσες της ἀπό τήν καταπληκτική καί μοναδική ἀγορά τούτης τῆς πρωτεύουσας, σκέφτηκε, ὅπως συνέβη τότε πού μαζί μέ τόν ἄντρα της εἶχαν πρωτόρθει ἐδῶ γιά νά κανονίσουν τή διαμονή καί τίς σπουδές τοῦ γιοῦ τους.


**


Ἕνα τεράστιο μερμήγκι σκαρφάλωσε πάνω στό ἀγριόχορτο κι αὐτός ἔνιωσε ὡς ὁ ἴδιος ν' ἀνηφόρισε στό γερτό σάν ἔλασμα πράσινο σῶμα, γιά νά καταλάβει τήν ἄγνωστη κορυφή του, πού τόν μάγευε καί τόν καθήλωνε συνάμα. Ὅπως ἀκριβῶς τόν καθήλωνε κι ἐκεῖνο τό χρονικό διάστημα τῶν σπουδῶν του. Κανένα ἄλλο γεγονός ἀπό πιό πρίν, κανένα ἀπό πιό μετά. Ἴσως γιατί ἦταν τά μόνα χρόνια πού αἰσθάνθηκε ἐλεύθερος. Ποτέ προηγουμένως, ποτέ ξανά σ' ὅ,τι ἕως τώρα ἀκολούθησε.

Καμιά ἔκπληξη δέν τόν περίμενε. Μιά εὐθεία ὁ δρόμος τους καί τοῖχοι-μαντρότοιχοι ὑψωμένοι σ' ὅλο τό μῆκος του, συνεχῶς, δεξιά κι ἀριστερά. Ὥς σήμερα πάλι τό πρωΐ!

Ἡ γυναίκα του εἶχε πεταχτεῖ μές στόν ὕπνο της κατά τίς ἕξι τά χαράματα, τόν σκούντησε ἄγαρμπα, τόν κοίταξε γιά μιά στιγμή τελείως σκοτεινή, καθώς ἔξω ἤδη ἄρχιζε νά κινεῖται ἁπαλά τό λυκαυγές, ὕστερα γύρισε ἀπό τήν ἄλλη τινάζοντας τό χέρι της πρός τόν διακόπτη τοῦ φωτός, αὐτός ξαφνιασμένος - ἀπό τήν κίνησή της καί μόνο - τήν ἐμπόδισε, "θέλω διαζύγιο" τοῦ εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας γιά τό μπάνιο, ὅπου ξεχάστηκε γι' ἀρκετή ὥρα μάλιστα ἤ ὡσότου τήν ξέχασε αὐτός, πού σηκώθηκε ἀργά, τράβηξε τήν κουρτίνα τελείως στήν ἄκρη, ἄνοιξε τήν μπαλκονόπορτα, περιεργάστηκε γιά λίγο, ἀφηρημένα, ὄρθιος, τήν πάχνη πού στόλιζε σάν ἀχνό μεταξωτό τά λουλούδια στά παρτέρια, καί μόλις, αἰφνίδια, παρατήρησε τό ψιλόλιγνο χορταράκι μπρός του μέ τήν ὁλοστρόγγυλη σταγόνα νά ἰσορροπεῖ στ' ὄρθιο κορμί του, τράβηξε τήν πρώτη καρέκλα πού ἔπιασε τό χέρι του, κι ἔμεινε 'κεῖ ἀπό κείνη τή στιγμή, στό ἴδιο μέρος, μές στήν πλέον οἰκεία τους σιωπή.

Κι ὅμως, δέν θά μποροῦσε νά ἰσχυριστεῖ, ὅσο παράξενο κι ἄν ἀκούγεται αὐτό, πώς ἡ ἐπιθυμία-ἀπαίτηση τῆς Ἐλπίδας τόν ταραξε ἤ τόν ξένισε τάχα. Κι ὄχι βέβαια πώς τό περίμενε. Εἶχε ἄλλωστε πάψει πρό πολλοῦ καιροῦ νά περιμένει στιγμές, γεγονότα ἤ πράγματα ἀπό τή ζωή του. Πιθανόν μάλιστα ἄν εὕρισκε πράγματι τό κουράγιο νά τό παραδεχτεῖ, θά 'λεγε πώς χάρηκε κι ὅλας. Ἐπιτέλους μιά λάμψη. Μπορεῖ πραγματική, μπορεῖ κι ἀπατηλή. Μά μιά λάμψη τέλος πάντων!...

Ὥς τώρα ὑπέμενε σιωπηλά. Ἀπό ἔνστικτο ἀρκετές φορές ἤ κι ἀπό χαρακτήρα. Ἀπό μιά βαθύτερη αἰτία πού ποτέ δέν εἶχε αἰσθανθεῖ τήν ἀνάγκη, οὔτε καί κατά τό ἔλαττον, νά τήν διερευνήσει. Ἀρκεῖτο πάντως κι αὐτό ἦταν τό βασικότερό του προτέρημα ἤ καί τό σημαντικότερό του ἐλάττωμα.

Κι ἴσως ἀπό τότε κι ὅλας πού 'χε ξεκινήσει ἡ πρόταση ἐκείνη τῆς ζωῆς του πού μιά παράγραφος ἦταν ὅλη κι ὅλη, μιά περίοδος, ἕνα κῶλον περιόδου δηλαδή, πού ἕως τώρα προσπαθοῦσε ἀλλά δέν εἶχε φτάσει ἀκόμη στήν ἄνω τελεία. Ἄνω τελεία! Τρόπος τοῦ λέγει μᾶλλον, γιατί ποιός ἄραγε εἶναι ἐκεῖνος πού καθορίζει τό ἄν καί ποιά θά εἶναι, ἐν τέλει, ἡ στίξη στή ζωή μας;

Τοῦ 'χε γράψει πρό καιροῦ ἕνα γράμμα ἡ γυναίκα του, πού ἐπ' οὐδενί αὐτός εἶχε καταδεχτεῖ ν' ἀνοίξει. Καί γιατί ἄλλωστε; Νά διαβάσει τί; Ἔτσι κι ἀλλιῶς στή γραπτή ἤ τήν προφορική ἔκφραση ἐκείνη ἦταν σαφέστατα καλλίτερή του. Τῆς τό ἀναγνώριζε ἀνέκαθεν ἀπερίφραστα κι ὑποκλινόταν μπρός της, ὄχι μόνο σ' αὐτό, μά καί στά πάμπολλα ἕτερα χαρίσματά της. Τί ν' ἀνοίξει καί νά διαβάσει λοιπόν; Μήπως κι ἐπρόκειτο νά διαφωνήσει σέ τίποτα; Ἤ τάχα προκειμένου ν' ἀναγνωρίσει γι' ἄλλη μιά φορά στή ζωή του πώς, παρά πού 'θελε γεωργός ἀπό πάντα του νά 'ναι, παρέμενε ἀνίσχυρος, ἀνάπηρος δηλαδή, ὥστε νά ὀργώσει μιά ψυχή, νά ποτίσει μιά καρδιά ἤ ἔστω κι ἁπλᾶ νά μαλάξει ἕνα σῶμα πού ἁπλωνόταν δίπλα του καί νά τό κάνει νά καρποφορήσει;


**


Ἡ λαμπυρίς τῆς σταγόνος εἶχε κεραυνοβοληθεῖ ἀπό τήν ἔνταση τοῦ βλέμματός του καί παρέμενε στό κέντρο αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ματιᾶς, σάν νά 'ταν ἐκεῖ τό μαγικότερο καταφύγιό της. Ἀλλά καί τό ἴδιο του τό βλέμμα λάμπον, ἐπίσης, τριγυρνοῦσε στήν ἀσπρόμαυρη ταινία τῆς μέχρι τοῦδε ζωῆς του, τήν κοίταζε δίχως τίποτα ν' ἀγγίζει, περνοῦσε πάνω ἀπό τά καρέ μέ τήν ταχύτητα τοῦ χρόνου πού βιάζεται πάντοτε καί σκοντάφτει καί τραυματίζεται καί γερνάει καί δέν σ' ἀφήνει τό περιθώριο νά δεῖς ὅτι ἐσύ μονάχα ἐπιλέγεις κι ἄς φαίνεται ὡς τυχαῖο συμβάν ἡ ἐπιλογή, κι ἄς μοιάζει μ' ἕνα φαινόμενο πού σέ παραμυθιάζει ἤ καί σέ τρελαίνει ἀκόμα.

Ἀναρωτιόταν πάντα τί ὁδήγησε τήν Ἐλπίδα νά τόν παντρευτεῖ. Δέν τῆς ἔκρυψε ποτέ πώς ἦταν ἄβουλος κι ἀνασφαλής, ὡς ἐκ γενετῆς ἐγκαταλελειμμένος. Καί δέν τῆς ἔκρυψε οὔτε γιά μιά στιγμή πώς ἐκεῖνος τή διάλεξε γιατί ἦταν τό ἀκριβῶς ἀντίθετο τῆς μάνας του: Μιά γυναίκα μέ θάρρος καί θράσος ἀμιγῶς ἀρσενικό ἀρκετές φορές, μιά νέα γυναίκα πού στό κέντρο τῶν ἐνδιαφερόντων της φαινόταν πώς τοποθέτησε ἀπό ἀρχῆς τῆς γνωριμίας τους αὐτόν.

Ἔπαιξε μέ τ' ὄνομά της καί τή σημασία του οὐσιαστικά, τοὐλάχιστον αὐτό μποροῦσε νά βρεῖ τό κουραγιο καί νά τό παραδεχτεῖ τώρα, πού σχεδόν κι ὁ ἴδιος του ὁ ἑαυτός ἦταν ἀπών ἤ μᾶλλον ἀπασχολημένος παρακολουθώντας τή ροή ἑνός φίλμ πού, λόγω ὅτι ἀναγνώριζε τά περιστατικά καί τήν ἀνύπαρκτη πλοκή της, χάζευε περισσότερο παρά συμμετεῖχε. Δέν θά τήν παντρευόταν ἀλλιῶς. Ὄχι μονάχα αὐτήν-ἀλλά καί καμιάν ἄλλη! Δέν πίστευε στό γάμο οὔτε καί στή συμβίωση ὡς θεσμούς καί, βασικά, ἀναγνώριζε στόν ἑαυτό του ὡς μοναδική διέξοδο ἐπιβίωσης καί σωτηρίας ἕνα βίο μονήρη καί παρθενικό.

Θά μποροῦσε μάλιστα ἐκτός ἀπό γεωργός νά 'χε γίνει καί ἱερωμένος. Τίς φορές, θυμήθηκε ἐπ' εὐκαιρία, πού ἐρωτικῶς τήν ἐπιθύμησε σφορδρότερα καί καταλυτικά, τήν γεύτηκε τελείως παρθενικά καί δίχως κἄν νά τήν ἀγγίξει. Μυστικά! Κι ἦταν τότε πού φαινόταν παντελῶς ἀδιάφορος, ἀπολαμβάνοντας νοερά κι ἐντελῶς κρυφά κι ἀπό τό πλέον μικρότατο κομμάτι του ἕναν ἔρωτα-μέλι, θυμό, φόβο, χορό, χρῶμα, σωτηρία, ψέμα, ἐνοχή.

Κι ἐκείνη, τίποτα, ποτέ της, τέτοιες στιγμές, δέν κατάφερε ν' ἀντιληφθεῖ, κι αὐτός ποτέ του δέν ἀφέθηκε νά τήν προσεγγίσει. Ἀντίθετα, κάτι ἀόρατο συνήθως ὠθοῦσε τήν Ἐλπίδα ν' ἀπομακρύνεται ἀπό κοντά του, νά ἐφευρίσει ὅλο καινούργια ἐνδιαφέροντα ὥστε νά τόν ἐγκαταλείπει. Καί τόν κοιτοῦσε, ἡ ἀλήθεια, κάτι τέτοιες μικρές κι ἀπαρατήρητες στιγμές, λές κι ἕνας φόβος ξεπηδοῦσε ἀπό τήν ψυχή της, ἕνας φόβος ἀκραιφνής ἀλλ' ἀνεξήγητος, πράγματι, καί βουβός, πού τῆς ἔδινε τήν ἐντύπωση πώς εἶχε τόσο τίς ρίζες ὅσο καί τά ἔσχατα ὅριά του σ' ἕνα δέος ἐξώκοσμο καί καθοριστικό.

Κι ἔτσι, ἔξαφνα, θυμήθηκε ὁ Γεώργιος μιά παρόμοια ἔκφραση καί στό βλέμμα τῆς μάνας του σ' ἕνα ἀπό τά πάμπολλα ταξίδια-ἐπισκέψεις-ψώνια της στήν πρωτεύουσα πού σπούδαζε. Ὄχι, δέν ἦταν παρόμοια, ἤτανε ἴδια. Ἀκριβῶς ἡ ἴδια!...

Τό γεγονός εἶναι πάντως ὅτι τελικῶς δέν τά κατάφερε νά σπουδάσει. Κι ὄχι δηλαδή πώς δέν τά κατάφερε αὐτός, δέν τά κατάφεραν οἱ γονεῖς του, παρ' ὅλες τίς ἐφιαλτικά καταπιεστικές τους προσπάθειες, νά τόν πείσουν καί νά τοῦ ἐπιβάλλουν νά σπουδάσει. Ἡ ἀδιαφορία του μάλιστα ἀπέβη ἐντελῶς σωτήρια, ὅπως ἐξακολουθεῖ νά πιστεύει. Γιατί κράτησε ἀποστάσεις ἔτσι κι ἀπό ἄλλα δεινά ἐπακόλουθα, πού θά μποροῦσαν ἀπό τότε καί μετά νά τοῦ 'χουν ἐπιβληθεῖ.

Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦταν πού γνώρισε καί τήν μετέπειτα γυναίκα του. Στήν πρωτεύουσα πού φυτοζωοῦσε. Κι εἰδικότερα σέ κάπόια του βόλτα σ' ἕνα τετράγωνο συνοικίας πού σύχναζαν συνήθως καλλιτέχνες. Ὥς τότε εἶχε ἐπιμελῶς ἀποφύγει τήν ὁποιαδήποτε σχέση, τόσο μέ ἄλλες συμφοιτήτριές του ὅσο καί μέ τυχαῖες διερχόμενες ἀπό τό δρόμο του, παρά πού ἀρκετές ἀπό αὐτές τόν εἶχαν ἐπισημάνει καί κάποιες τόν εἶχαν, ἐπισταμένως, κι ὅλας γιά καιρό κυνηγήσει.

Τήν εἶχε δεῖ ἀπό μακρυά νά περπατάει ἀργά, λές καί δέν ἀνῆκε σέ κεῖνον τόν κόσμο, καί μιά κίνηση τοῦ κεφαλιοῦ της πού ἔγειρε μέ νωχέλεια δεξιά, νά, ὅπως τώρα ἀκριβῶς γέρνει μπροστά του ἡ ἀκιδοειδής κεφαλή τούτου τοῦ χόρτου, τόν τράβηξε ἀνεξήγητα πρός τό μέρος της κι ἐντελῶς αὐθόρμητα, αὐτός πού ποτέ δέν ἄνοιγε κανενός εἴδους συζήτηση μέ κανέναν, τήν ρώτησε, καί μάλιστα στή μητρική του γλώσσα, ἄν εἶχε διάθεση νά τῆς δείξει τ' ἀξιοθέατα.

Ἐκείνη ἐξεπλάγη πού κάποιος γνώρισε τήν καταγωγή της κι ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἀπεδέχθη τή συντροφιά του, ἀποδίδοντάς του ἰδιότητες - λόγω τῶν παρατεταμένων σιωπῶν του κυρίως - πού ἡ ἕως τώρα συμβίωση μαζί του δέν ἐπιβεβαίωσε τήν ὕπαρξή τους. Κι αὐτό τήν προβλημάτιζε. Διότι, ἄν καί γενικῶς ἀπέρριπτε τό τυχαῖο ἤ καί τή μοίρα, ἡ ἐν τέλει γνωριμία της μέ τόν Γεώργιο σάν ἀποτέλεσμα μοιραίας κλήρωσης τῆς ἀπεδείχθη, ὡς ἀπαραίτητό της μάθημα δηλαδή τῆς μή τυχαίας ἐπιλογῆς.

Σήμερα λοιπόν τοῦ ζήτησε νά χωρίσουν κι αὐτός καθόταν σ' αὐτή τήν καρέκλα μή κάνοντας τίποτα γιά νά τήν ἐμποδίσει, ἐντελῶς μή ἀντιδρώντας, λές καί τό γεγονός ἦταν σάν τ' ὁποιοδήποτε ἄλλο, ἴδιο κι ἐλάχιστο, τῆς συνήθους καθημερινότητάς του.

Τό ἴδιο πιθανόν, τήν ὅποια ἤ, κι ἔστω, τή μία ἀντίδρασή του δηλαδή, ἐπιζητοῦσε κι ὁ πατέρας του ὅταν τότε, πρίν χρόνια, τόν εἶχε σχεδόν ἀποκληρώσει. Ἀποφάσισε ὅμως νά τοῦ μεταβιβάσει τοὐλάχιστον ἕνα μεγάλο χρηματικό ποσόν σέ κάποιον Τραπεζικό Λογαριασμό, τό ὕψος τοῦ ὁποίου δέν ἦταν, ἀκριβῶς, σέ θέση νά γνωρίζει, ἀλλά πραγματικά δέν τόν ἐνδιέφερε κι ὄλας νά τό ξέρει οὔτε ἐπακριβῶς οὔτε καί κατά προσέγγισιν. Ἁπλῶς, ὅποτε χρειαζόταν χρήματα, περιοριζόταν νά εἰδοποιήσει τόν Διευθυντή τοῦ Ὑποκαταστήματος προκειμένου νά τόν διευκολύνει στήν ἀνάληψη, ὥστε νά μή στέκεται σέ οὐρές καί μπερδεύεται στόν κυκεώνα τῶν σχετικῶν διατυπώσεων καί δικαιολογητικῶν.


**


Ὁ ἥλιος εἶχε ἀνέβει τελείως κάθετα στόν οὐρανό. Τόν ἔκαιγε, ἀλλ' αὐτός δέν ἔδειχνε καμιά διάθεση νά παραμερίσει, νά τραβηχτεῖ στή σκιά. ῎Εμενε ἀκίνητος στό ἴδιο σημεῖο, ὅπως ἀκριβῶς κι ἐκείνη ἡ μικρή σταγόνα πάνω στό γερμένο ἀγριόχορτο, ἀπό τ' ὁποῖο ὅλα τ' ἄλλα ἴχνη τῆς πρωϊνῆς πάχνης εἶχαν ἐξατμιστεῖ.

Θά πραγματοποιοῦσε τ' ὄνειρό του ἐπιτέλους, σκέφτηκε. Θ' ἀγόραζε ἕνα μικρό κτῆμα σ' ὅποια περιοχή εὕρισκε μιάν εὐκαιρία καί θά μετακόμιζε ἐκεῖ. Θ' ἀσχολιόταν πλέον μέ τήν ἀγαπημένη του γῆ. Θά μποροῦσε νά συντηρηθεῖ κι ὅλας ἔτσι. Γιατί, ὁπωσδήποτε, δέν τόν ἐνδιέφερε τό ἐμπόριο. Μονάχα ν' ἀνακατεύεται μέ τό χῶμα ἤθελε, νά τ' ὀργώνει, νά τό σπέρνει, νά νιώθει πώς φυτεύεται, πώς ἀνθίζει καί καρποφορεῖ αὐτός ὁ ἴδιος. Καί συγχρόνως θά μόναζε. Χαμογέλασε ἀλλά συγκαταβατικά. Σάν τόν ἅγιο-προστάτη του, ὑποσχέθηκε, θά καθάριζε τή ζωή του ἀπ' ὅλους τούς δράκους πού τόν ἀπειλοῦσαν καί τόν τρόμαζαν.

Μ' αὐτό δέν ἦταν ὄνειρο λοιπόν, περί ἐλπίδας ἐπρόκειτο. Τάχα, λάθος Ἐλπίδα παντρεύτηκε; Μέ λάθος ἐλπίδα συμβιοῦσε τόσα χρόνια; Αὐτή ἡ σταγόνα, πού ἔξω του διαθλοῦσε τό φῶς καί μέσα του σάν ἥλιος ἔλαμπε, τόν φώτισε ἐπιτέλους-τόν ξεδιάλυνε.

Γι αὐτό κι ἀδυνατοῦσε ἀνέκαθεν νά συγκεντρωθεῖ σ' αὐτά πού ἀσχολιόνταν καί μ' αὐτά πού κυνηγιόνταν ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ἐκεῖνος κοιτοῦσε ἕνα λουλούδι πάντα, καί τό πιό μικράκι ἔστω, καί προσπαθοῦσε μαλακά νά εἰσδύσει ἐντός του. Νά φτάσει στήν καρδιά του. Νά γίνουν ἕνα. Γλιστροῦσε ἁπαλά στίς διακλαδώσεις τῶν νεύρων του, προσαρμοζόταν στό ρυθμό τους, διψοῦσε γιά τό φῶς ὅπως κι ἡ χλωροφύλλη του, ἄνθιζε μαζί του καί μαραινόταν ὅταν κάποιος θαυμαστής τοῦ κόσμου ἐτούτου ἔκοβε τό ἄνθος γιά νά στολίσει ἕνα βάζο τοῦ σπιτιοῦ του. Κι ἀρκοῦσε μιά δροσοσταλιά μονάχα, μιά σταγόνα σάν κι αὐτή τώρα δά στό χορταράκι ἀπέναντί του, γιά νά τοῦ προκαλέσει τό ἰσχυρότερό του ρίγος. Νά τόν ἀναπέμψει.


**


Εἶδε τήν Ἐλπίδα ξαφνικά νά στέκει ἀπέναντί του βαστώντας τή μικρότερη βαλίτσα ἀπ' ὅσες εἶχαν καί τό κομψό μαῦρο τσαντάκι, πού τῆς εἶχε δωρίσει στά τελευταῖα της γενέθλια, ἀνά χείρας.

Ἴσως καί νά βρισκόταν ἀπό ὥρα ἐκεῖ, γιατί παρατήρησε πώς κουνοῦσε νευρικά τό δεξί της πόδι. Πάντοτε πρίν ξεσπάσει σέ φωνές καί καυγάδες, ἕνα παρόμοιο τρέμουλο σέ κάποιο ἀπό τά ἄκρα τοῦ σώματός της τήν πρόδιδε. Καί κυρίως μετά ἀπό σιωπές ἡμερῶν. Ἀγεφύρωτες σιωπές. Μήπως λοιπόν οἱ πρόσφατες δύο ἑβδομάδες σιωπῆς της θά 'πρεπε ἐν τέλει νά τόν ἔχουν προϊδεάσει καί προειδοποιήσει; Ἔ καί; Τί παραπάνω θά 'κανε; Θά τήν κρατοῦσε μήπως;

Ἀκούμπησε τό βαλιτσάκι της στό ἔδαφος, πάνω ἀκριβῶς στό χόρτο πού αὐτός κοιτοῦσε. Λές κι εἶχε μαντέψει, λές κι ἤθελε, γιά τελευταῖα ἴσως φορά, κάτι πολύτιμο τσακίζοντάς του νά τόν ταρακουνήσει. Τήν ἀγαποῦσε, σκέφτηκε. Σάν ἕνα ἀγριολούλουδο ὀμόρφαινε τή ζωή του τόσα χρόνια, δέν ἔπρεπε, ὁπωσδήποτε, τόσο ἐγωϊστικά, ἀπό τό φυσικό της χῶρο μακρυά νά τήν εἶχε ἔτσι ἀπαιτητικά κρατήσει... Μιάν ἀναίτια κι ὅλας δίνοντας παράταση, σ' ἕνα φαινόμενο ζωῆς πού, ὡραῖα, ἀρκετοί τό λέν συμβίωση...

Ἔνιωσε τό βάρος τῆς ἀποσκευῆς πάνω στή σπονδυλική του στήλη κι ἔγειρε. Λίγο ἀκόμη καί θά 'σπαζε...

Αἰσθάνθηκε τά μόρια τοῦ χώματος κάτω ἀπό τά πλευρά τοῦ χόρτου πού σχεδόν τσάκιζαν, στίς ρίζες του ἐκεῖ, νά μετακινοῦνται, νά συνθλίβονται, τήν ὥρα πού τό βῆμα της πάτησε σταθερά στό ἄλλο του πλαϊνό.

Τόν κοιτοῦσε. Ἀκίνητη στεκόταν μπρός του. Λές καί προσπαθοῦσε νά τοῦ καταλύσει τό πλέον ἀδιαφιλονίκητό του θαῦμα. Κι ὄχι ἴσως τό μικρότερο-τό μεγαλύτερο ἴσως ὄχι. Μά πάντως τοῦτο τό ἕνα, τό μικρό, τρυφερό, ἀπαρατήρητα καθημερινό θαῦμα, πού τόν ξημέρωσε σήμερα τόν φώτιζε καί τόν ζέσταινε.

Κι ὅμως ἡ σταγόνα ἔμενε ἀπείραχτη, παρ' ὅλο τό βάρος πού προσγειώθηκε πάνω της. Λές κι αὐτός, μέ τή σκέψη του ἤ καί μέ τήν ἐπιθυμία του καί μόνο, τήν ἀσφάλισε στίς διαστάσεις της, τήν μαρμάρωσε καί τήν ἀνάγκασε νά διατηρήσει τό σχῆμα καί τόν ὄγκο της.

Συνέχιζε νά τή βλέπει-μαγνητισμένος. Ἡ σταγών στό χόρτο κι ἐκεῖνος μέσα της. Αὐτός σταγών δακρύου ἐντός του-ἐντός της. Ἡ ἴδια ἀκριβῶς σταγόνα στήν ψυχή του, μικρή κι ἐλάχιστη ὡς τίποτα, μά κι ἀπροσμέτρητη συγχρόνως, μέσα του κι ἔξω του, σάν νά τήν ἔβλεπε πρώτη φορά, παντοῦ τριγύρω του, παντοῦ ἐντός του, βάρος καί σύννεφο, διάφανη-διάφανος, τόν περικλείει-τήν περιέχει.

Τοῦ γύρισε τήν πλάτη. Δέν τοῦ 'πε οὔτε "γειά"... Πονοῦσε μόνο πού τήν εἶχε γιά τόσο πού κρατήσει...

Κι ὕστερα κύλησε ἡ σταγόνα πιά. Κύλησε-δέν ἐξατμίστηκε! Ὅ,τι ἐλλιπές, ἐνοχικό καί φοβισμένο τό ἀγκάλιασε-κι ὅ,τι τό διψασμένο, ἁπλῶς, τό πότισε κυλώντας... - ... Σάν τήν ἀγάπη.


[Κεφαλονιά]

8 σχόλια:

gde_x είπε...

Κατ' αρχήν ευχαριστώ για τη φιλοξενία του "πολιτισμικού ημερολογίου".

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα που έχω έως τώρα αναρτήσει είναι: "Τα είδη της νοημοσύνης".
Οι σκέψεις και οι αντιδράσεις του συνωνόματου ήρωα της "Σταγόνας" χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό νατουραλιστικής και ενδοπροσωπικής νοημοσύνης.
Δεν ξέρω σε ποιό βαθμό θα σε ενδιέφερε η έρευνα των χαρακτήρων πριν από τη συγγραφή των έργων σου.
Πάντως, αν θα σε ενδιέφερε, πιστεύω πως τα έργα σου πέρα από τις άλλες αρετές τους θα είχαν και μυστήριο (αλά Πόε).

Νατάσα Ζαχαροπούλου είπε...

Καλησπέρα σου. Νά σοῦ πῶ ὄτι φιλοξενῶ τό "Π.Η." ἐπειδή τό βρῆκα ἐνδιαφέρον. Θά μέ ἐνδιέφερε πράγματι τό "μυστήριο", καί μοῦ ἀρέσει ἡ ἰδέα σου περί ἔρευνας, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς, βέβαια, μέχρι ἕνα σημεῖο γίνεται. Ἀλλά, κάθε "κομμάτι", ἀποτελεῖ συγχρόνως καί μιάν ἄσκηση γιά ὅλο καί κάτι καλλίτερο πάντα. Σ' εὐχαριστῶ.

Ανώνυμος είπε...

Προσπάθησα να μεταφράσω "στη δική μου γλώσσα" ένα μέρος από το κείμενο που δημοσιεύεις.
Φαίνεται ότι τα έργα σου γράφονται "εν θερμώ" και έπειτα στις πρώτες αναγνώσεις, επεμβαίνεις με ορθολογικό τρόπο στη διόρθωσή τους.
Δεν έχω γράψει ως τώρα πεζά κείμενα, (μόνο ποιήματα) εκτός από σύντομα σχόλια σε άρθρα και επομένως δεν είμαι σε θέση να κρίνω ή να προτείνω. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως θα προτιμούσα να διαβάζω κείμενα που να έχουν την ακόλουθη μορφή....

Η Σταγόνα
Είχε μείνει γιά ώρα νά κοιτάζει μιά σταγόνα βροχής πού λαμπύριζε πάνω σ' ένα γερμένο αγριόχορτο κι έμενε ακίνητη εκεί, λές κι ήταν δάκρυ ρητίνης πού 'χε πλέον μόνιμα παγώσει.

Ανέμεναν κι οι δυό. Μιά ατέλειωτη αναμονή όπου, πρόσωπο με πρόσωπο αυτός και η σταγόνα, προσπαθούσαν νά διερευνήσουν τις διαθέσεις τους, νά παρεμβάλουν τό παρόν τους στόν αδυσώπητο χρόνο καί ν' αποκαλύψουν τη φύση αυτής της αναμονής.

Ανέκαθεν του άρεσε νά φαντάζεται πώς εισχωρεί στην ασχολία μέ τή γη. Ίσως γι αυτό καί τούτο τό χόρτο τόν μάγευε τόσο. Τά μυστήρια του χώματος τόν έθελγαν μέ δύναμη ακατανίκητη, τόν παρέσυραν σέ φαντασιώσεις ανείπωτες, όπου αυτός καταμόναχος το έπλαθε, του έδινε μορφή κι ανάσταινε από το σώμα του καρπούς μοναδικούς έτοιμους να δεχθούν την πλέον ανυπόμονη ερωτική του προοπτική.

Είχε φτάσει στό σημείο μάλιστα νά ετυμολογεί τ' όνομά του λέγοντας πώς: Γιώργος-Γεώργιος-γεωργός. Είχε τις ρίζες του στη γη . Αδιαφιλονίκητο σημάδι γιά τόν ίδιο προορισμό του.

Καθόταν γιά ώρα λοιπόν παρατηρώντας τό ατίθασο χόρτο πού ξεπρόβαλλε στό παρτέρι, μά επικεντρωνόταν ουσιαστικά στήν αναλλοίωτη σταγόνα. Ήταν σάν μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα γριάς μάγισσας νά διέκρινε κάποιο πρόσωπο στό κέντρο της, υγρά χαρακτηριστικά μιας ύπαρξης, αδιευκρίνιστης αρχικά, που όλο καί ξεκαθάριζε μέ τό κύλισμα του χρόνου.

Η ζωή ως τώρα, ή μάλλον, οι γονείς του ως τώρα, τόν είχαν αναγκάσει ν’ αρχίσει να σπουδάζει. Έδωσε λοιπόν εισαγωγικές εξετάσεις σ' ένα Ανώτατο Ίδρυμα και αφού απέτυχε τρείς-τέσσερις φορές, τόν φόρτωσαν μέ διάφορα δικαιολογητικά πάνω σ' ένα αεροπλάνο, πού τόν μετέφερε σέ μιάν από τίς μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες . του ενοικίασαν μάλιστα κι ένα σπίτι σέ αριστοκρατικό προάστειο, προκειμένου νά φοιτήσει απερίσπαστος κι εν μέσω των ιδανικότερων συνθηκών σέ κάποιο από τά καλλίτερα Κολλέγια πού έδρευαν εκεί.

Εκ μέρους του, δεν σημειώθηκε «ουδεμία αντίδρασις». Τό συνάλλαγμα έρρεε άφθονο κάθε μήνα, ο δέ λογαριασμός του στήν Τράπεζα, αντί νά μειώνεται από τά έξοδα της διαβίωσής του, αύξανε, ενώ εκείνος κυκλοφορούσε σχεδόν ρακένδυτος. Αν κι είχε βρει κάποιαν ολιγόωρη ἀπασχόληση εν τω μεταξύ στό εστιατόριο του Κολλεγίου, δανειζόταν τά βιβλία από τούς συμφοιτητές του. Όχι βέβαια γιά νά τά διαβάζει, απλά γιά νά τά στοιβάζει πάνω στό κομψότατο, στυλ-αγγλέ, γραφειάκι του, νά περιεργάζεται τούς τίτλους, τά ονόματα των συγγραφέων τους, τούς συνδυασμούς των χρωμάτων των εξωφύλλων τους καί τίς τυπογραφικές γραμματοσειρές των σελίδων τους, δίχως νά παρα-σύρεται έστω καί στό ελάχιστο από τήν αίγλη καί τούς πολύφερνους γνωστικά κόσμους τους. Όσον αφορά δέ τό φαγητό, τρεφόταν ίσα-ίσα γιά νά συντηρείται.

Εκείνο όμως πού τον ερέθιζε περισσότερο ήταν νά φαντάζεται τίς σελίδες των βιβλίων σάν ατέλειωτες εκτάσεις γης πού τίς ατένιζε από ψηλά, ας να πούμε ως από αεροπλάνο. ΄Εβλεπε τίς αράδες και τα ενδιάμεσά τους κενά με βεβαιότη-τα ν' απλώνονται . ίδια οργωμένα, τετραγωνισμένα στενόμακρα χωράφια και άρτια κτήματα.

Διέτρεχε μέ δέος καί πάθος τα δάχτυλα ή κι ολόκληρη τή χούφτα του πάνω από τό φύλλο του χαρτιού αγγίζοντας τίς γραμμές κι ένιωθε σάν αυτός νά 'πλαθε τή χάρη τους. Διοχέτευε όλη τήν άψη της ψυχής του μέσα τους καί περίμενε νά ευδοκιμήσουν κάποτε, για νά δρέψει τότε τούς περίφημους καρπούς τους.

Ευχαριστώ
(ένας Γιώργος)

Νατάσα Ζαχαροπούλου είπε...

Κατ' ἀρχήν καλησπέρα ἀγαπητέ Γιῶργο (ἕνας Γιῶργος). Σοῦ ἐξομολογοῦμαι ὅτι ἐντυπωσιάστηκα μέ τόν κόπο πού κατέβαλες γιά νά "μεταφράσεις" μέρος τοῦ κειμένου μου "στή γλώσσα" σου. Καί σ' εὐχαριστῶ πού ἀσχολήθηκες τόσο, ὥστε νά μοῦ κάνεις ἁπτό καί κατανοητό αὐτό πού ἐννοεῖς. Διαφωνῶ βέβαια μέ τή φράση πού χρησιμοποιεῖς: "νά φαντάζεται πώς εἰσχωρεῖ στήν ἀσχολία μέ τή γῆ". Ἀφοῦ κι ὅλας ἀσχολεῖσαι μέ τήν ποίηση θά ξέρεις πόσο δύσκολος καί ἐπίπονος εἶναι ὁ ἀγώνας γιά νά βρεθεῖ ἡ κατάλληλη ἔκφραση, ἡ πιό κατάλληλη λέξη, ἔστω καί ἡ πιό μικρή ἀλλά ἀπαραίτητη λεξούλα. Τέλος πάντων, πταῖσμα ὁμολογῶ. Καί σ' εὐχαριστῶ καί γιά τήν ἐπίσκεψη. Ὅπως, ἐπίσης, θά ξέρεις, ὁ καθένας ἔχει τόν τρόπο ἔκφρασής του. Ἐλπίζω νά μή σοῦ φανεῖ ἀλαζονικό αὐτό σάν ἀπάντηση, γιατί δέν εἶναι, ἔστω κι ἄν ἔτσι ἀκούγεται. Πιό τελευταῖα μου γραπτά εἶναι περισσότερο ἁπλοποιημένα. Δέν γράφω πάντως "ἐν θερμῶ". Ἄλλωστε αὐτό τό διήγημα ἀφορᾶ στοιχεῖα ἀπό κάποιο πρόσωπο μέ τό ὁποῖο μέ χωρίζουν ἀρκετά χρόνια ἀπόστασης καί ὅσον ἀφορᾶ τή γνωριμία μου μαζί του, ἀλλά καί τά γεγονότα τῆς ζωῆς του. Ἀκούω καί διαβάζω πάντως τήν ἐκδοχή σου μέ πολύ ἐνδιαφέρον. Θά ἤθελα, ἐπίσης, νά ξέρω ἄν ἔχεις κι ἐσύ κάποιο μπλόγκ ὅπου ἀναρτᾶς δουλειά σου, καί θά μ' ἐνδιέφερε νά σέ "ἐπισκεφτῶ". Θά χαρῶ πολύ. Καί πάλι, πολλές εὐχαριστίες.

Ανώνυμος είπε...

Ο ένας Γιώργος και ο άλλος Γιώργος είναι ο ίδιος Γιώργος, δηλαδή η ταπεινότητά μου.
Πραγματικά, τα τελευταία έργα σου, όπως διαπίστωσα, είναι γραμμένα με απλότητα, όχι τόσο επειδή το παρατήρησε ο κ. Φωκάς αλλά γιατί φαίνεται πως προκύπτει ως εσωτερική σου ανάγκη.
Τα λάθη που κάνω στη γραφή κειμένων είναι για μένα ένδειξη πως είμαι ζωντανός σε ένα παιχνίδι με τις λέξεις όπου ευτυχώς δεν είμαι αήττητος. Όταν ολοκληρώσω κάτι πολύ καλό που δεν έχει ψεγάδια, αισθάνομαι μια βαθιά λύπη. Δεν είμαι καθόλου περήφανος για το αποτέλεσμα. Μάλιστα αισθάνομαι πως εξαπάτησα όλους τους γνωστούς κριτικούς που κρίνουν κατ' επάγγελμα επειδή ουσιαστικά αδυνατούν να δημιουργήσουν πρωτότυπα κείμενα και προτιμούν την ασφάλεια της αποστασιοποίησης απέναντι στο έργο νέων συγγραφέων.
Θα με ενδιέφερε να δημοσιεύσω κείμενά μου με λάθη και αβλεψίες, ώστε όλοι να με διορθώνουν και να τους δίνω τη χαρά να αισθάνονται σημαντικοί. Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο θα δέχονταν οι εκδότες να συμμετάσχουν σε αυτό το παιχνίδι! Μάλλον δεν θα δέχονταν, γιατί είναι πολύ σοβαροί, ενώ εγώ, ευτυχώς, δεν είμαι!
Ευχαριστώ που παρακολουθείς το Π.Η.
gde_x
(για να μην μπερδευόμαστε με τους Γιώργους)

Ανώνυμος είπε...

Α! Για να μην το ξεχάσω. Σχετικά με την ώρα ανάρτησης των κειμένων, των σχολίων κτλ. αν δεν θέλεις ενσυνείδητα να κάνεις ένα δίωρο άλμα στο μέλλον, τότε απέχεις 5 κλικ από την εναρμόνισή σου με το παρόν:
Ρυθμίσεις
Διαμόρφωση
Ζώνη ώρας
(GMT+02.00)Αθήνα
Δεν γνωρίζω πολλά πράγματα από ιστολόγια, αλλά με ενδιαφέρει η καταγραφή της στιγμής που συμβαίνει κάτι γιατί είναι μοναδική και έχει, κατά τη γνώμη μου, προσωπική αξία.
gde_x

Νατάσα Ζαχαροπούλου είπε...

ναί, ἔχεις δίκιο μέ τήν ὥρα, τό ἔχω παρατηρήσει κι ἐγώ, ἀλλά μή νομίζεις ὅτι ἁπλῶς δέν ξέρω καί πολλά ἀπό τά ἱστολόγια, εἶναι πού εἶμαι, γενικῶς, καί ἄσχετη μέ τή βαρειά τεχνολογία... (χάχαχα) Παρ' ὅλ' αὐτά, ἀκολουθώντας σάν τυφλοσούρτη τήν συμβουλή σου, θά μπῶ προσπαθώντας νά τή διορθώσω.
Εὐχαριστίες.

splendid είπε...

Some of the content is very worthy of my drawing, I like your information!
costume jewelry