Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

Καλυψώ

Ἡ Καλυψώ κοιτοῦσε σάν μαγνητισμένη ἔξω ἀπό τό παράθυρο τῆς κρεβατοκάμαράς της, παρ' ὅλο πού οἱ κουρτίνες ἦταν κλειστές ἀκόμη, ἐνῶ σκεφτόταν πώς δέν εἶχε, πραγματικά, καμιά διάθεση νά σηκωθεῖ, ἄν κι ἡ ὥρα ἦταν ἤδη δύο παρά εἴκοσι. Αἰσθανόταν μιά κούραση, μιά παράλυση σχεδόν σ' ὅλα της τά μέλη. "Οἱ χτεσινοβραδινές καταχρήσεις!;...", μονολόγησε καί τό στόμα της τσάκισε σέ μιά πικρή γκριμάτσα.
Ἅπλωσε τό χέρι της νωχελικά καί τράβηξε βαριεστημένα, ἀπό τό κομοδίνο δίπλα της, τό ἑβδομαδιαῖο περιοδικό μέ τήν τελευταία της συνέντευξη. Παρατήρησε τή φωτογραφία της στό ἐξώφυλλο. Ὁ Λάμπης, ὁ φωτογράφος, εἶχε κάνει, ὄντως, καταπληκτική δουλειά. Ὅπως κι ὁ Σῶζος, ὁ ψιμυθιολόγος.
Τό βλέμμα της σταμάτησε στή λάμψη, τή χαρά καί τή δύναμη πού ἀντανακλοῦσε ἡ ματιά της στή φωτογραφία. "Ἐγώ ἡ ἴδια εἶμαι ἄραγε;", ἀναρωτήθηκε προσπαθώντας, παράλληλα μέ τήν παραίτηση πού ἔνιωθε, ν' ἀνασυνθέσει καί μέσα της τήν ἴδια της τήν εἰκόνα.
Τῆς ἔλειπαν ὅμως κομμάτια. Σάν νά'ταν πάζλ. Ἡ Καλυψώ, ἡ ζωή της κι ὁ ἑαυτός της. Τόσο ἄσχετα μεταξύ τους ἤ τόσο ἀλληλένδετα κι ἐντούτοις ἀποδιοργανωμένα; Κι ὅμως ἐκείνη πίστευε πώς πάντα στό βάθος ἔλεγχε τίς κινήσεις της, τίς ἐπιλογές της, ἀλλά καί τό κόστος τους στήν ἕως τώρα ζωή καί καριέρα της. Ἀκόμη κι ὁ Τόνι, ὁ τελευταῖος ἐραστής της, τῆς ἔλεγε συχνά πώς τήν εὕρισκε ἀρκετά ἐγκεφαλική καί αὐτοελεγχόμενη.
"Βεβαίως", ἀναθυμήθηκε, "τότε πού ἔκανα αὐτή τή φωτογράφιση, βρισκόμουν στήν καλλίτερη φάση μου. Ὅτι εἶχα κλείσει τό πρῶτο μου καλό συμβόλαιο γιά φέτος τό καλοκαίρι κι ὁ Τόνι, ἐπί πλέον, μέ πολιορκοῦσε ἀσφυκτικά κάθε βράδυ, στό μαγαζί, μέ κήπους ὁλόκληρους ἀπό λουλούδια καί μέ κοσμήματα πού 'στελνε μέ τή σέσουλα στό καμαρίνι μου. Γιατί νά μή λάμπω;..."
Ξεφύλλιζε ἀφηρημένα τίς σελίδες τοῦ περιοδικοῦ συνεχίζοντας νά κοιτάζει ἔξω ἀπό τό παράθυρο, ἄν κι οἱ κουρτίνες τοῦ περέμεναν κλειστές. Δέν ἄντεχε τό πρωϊνό φῶς μέ τίποτα. Πρωϊνό, τρόπος τοῦ λέγειν, ἐφ' ὅσον πιά τήν εἶχαν προλάβει τά καταμεσήμερα. Ἀλλά γενικῶς, ὥς τώρα στή ζωή της, τό μόνο φῶς πού τά πήγαινε καλά μαζί του, ἦταν τό πρῶτο πρωϊνό, τό χάραμα κι ὕστερα τό ἁπαλό κι ὠχρό φῶς τοῦ δειλινοῦ.
Αὐτός ἄλλωστε ἦταν ὁ βασικότερος λόγος πού λάτρευε τό χειμώνα, ἐνῶ ἀντιπαθοῦσε μέ πάθος τό καλοκαίρι, πού ἔπρεπε νά περιμένει ἀτέλειωτες ὧρες ὥσπου ν' ἀρχίσει νά σκοτεινιάζει. Ἴσως γιατί μπερδευόταν, ἴσως καί γιατί περίσσευε ἤ τῆς περίσσευαν ὧρες, πιθανόν καί νά φοβόταν, μή γνωρίζοντας ἐν τέλει ποῦ νά σκοτώσει τόσο χρόνο. Τόσο χαμένο -ὅπως τόν θεωροῦσε- ἄν καί λάμποντα χρόνο.
Γύρισε πλάϊ ξανακλείνοντας τά βλέφαρα. Ὁ Τόνι τήν κούραζε πλέον. Κυρίως μέ τίς ἀπαιτήσεις καί τίς ἰδιοτροπίες του, πού ἄγγιζαν συνήθως τό ὅριο τοῦ βίτσιου. Ἡ Καλυψώ εἶχε ἀρχίσει νά μπερδεύεται. Διέκρινε ἐντελῶς ἀμυδρά σέ κάποιο ἀπροσδιόριστο βάθος νά ξεχωρίζει τό "θέλω" καί τό "παίρνω" γιά τή ζωή της.
Σίγουρα βέβαια τήν ἐνδιέφερε ἡ καριέρα της. Ὅπως τήν ἔκαιγε κι ὁ πυρεττός τῆς δημοσιότητας. Κι ἄλλο τόσο, σίγουρα, ἐπίσης, ἤθελε πάντοτε ἔνα δυνατό, ἀπ' ὅλες τίς ἀπόψεις, ἄντρα στή ζωή της. Κι εἶχε, ἡ ἀλήθεια, κάνει πολλές παραχωρήσεις ὥς τώρα, προκειμένου γιά κάτι ἤ καί γιά ὅλα τοῦτα, πού πρός τό παρόν κατεῖχε, ὅσο κι ἄν περιστασιακά ἤ καί προσωρινά.
Εἶχε καταφέρει ν' ἀποκτήσει ἕνα σπίτι πλήρως ἐξοπλισμένο, ἐδῶ στήν Καλλιτεχνούπολη, καί μάλιστα μέ πράγματα φερμένα ἀπ' ὅλα τά μέρη τοῦ πλανήτη, ὅσο κι ἄν ἀκριβοπληρωμένα, κι ἦταν, ὁπωσδήποτε, ἄκρως ὑπερήφανη γι αὐτό, ὅπως καί γιά τά μετρητά μέ τ' ἀρκετά μηδενικά πού εἶχε ὁ λογαριασμός της στήν Τράπεζα. Στήν καινούριγα, μικρή ἀκόμη, ἰδιωτική Τράπεζα τοῦ καλοῦ της.
Εὐτυχῶς μάλιστα, πού ὅταν κάηκε ἡ Πεντέλη, πρίν κάνα χρόνο, τό Κράτος φρόντισε νά σώσει τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς καί τίς περιουσίες τους. Τό 'πε κι ὁ τότε ὑπουργός ἄλλωστε, "ὅλα φτιάχνονται. Οἱ ἄνθρωποι δέν ξαναφτιάχνονται μονάχα".
Πῶς νά ξαναξεκινήσεις ἀπό τήν ἀρχή; Κι ἄν κάηκε κάτι, πού οἱ γηραιές ἀντλίες τῆς Πυροσβεστικῆς καί τά , κατόπιν εἰδικῶν συνθηκῶν πτήσεων, πυροσβεστικά ἀεροπλάνα, δέν πρόλαβαν νά περισώσουν, ἤτανε δέντρα ἤ ζῶα καί πουλιά ἤ κάποια αὐθαίρετα, ἐκεῖνα τά πλινθόκτιστα, τά ἐλλενιτοσκεπῆ, πού ἄν καί μετριόνταν στά δάχτυλα, ἀσχήμαιναν ὅσο καί νά 'ναι τήν περιοχή μέ τίς ὡραῖες βίλες, τά δεκάδες ἀνάκτορα.
Ὁ ἐν λόγω ὑπουργός μάλιστα, ἦταν ἀδιαφιλονίκητος θαυμαστής της. Τήν γνώριζε ἀπό τότε, πού νέος κι αὐτός ἀκόμη, στό ξεκίνημα τῆς πολιτικῆς του σταδιοδρομίας, ἐπισκεπτόταν μέ τούς συντρόφους του τό μαγαζί πού ἡ Καλυψώ δούλευε τότε, κοριτσάκι στά δέκα ὀχτώ της, στή Βάρη.
Κι ἐκείνη τόν ψήφιζε. Ἔνιωθε δεμένη μαζί του. Ὄχι μ' αὐτόν δηλαδή-μέ τά ὁράματά του. Καθαρός δημοκράτης ὁ ἄνθρωπος. Καί ποιητής. Αὐτή, ἀδιαφιλονίκητα, ὁ κλίση του τήν ἔκανε νά τόν νιώθει ἀκόμη πιό κοντά της. Μιλοῦσε ὡραῖα. Τούς λόγους, εἰδικῶς, δέν τούς ἐκφωνοῦσε-τούς ἀπήγγειλε.
Ἀλλά τό βασικότερο-βοηθοῦσε. Ὅλον τόν κόσμο. Ἔτσι κι αὐτήν. Τήν εἶχε στείλει στούς κατάλληλους ἀνθρώπους πού εἶχαν τ' ἀντίστοιχα πόστα νά νομιμοποιήσει τό οἰκόπεδό της, νά βγάλει τήν ἄδεια οἰκοδομήσεως -γι' ἀποθήκη ἀρχικῶς- νά μή τῆς κάνουν ἔλεγχο ποτέ, κι ὕστερα, ἡ ἁρμόδια τεχνική ἑταιρεία -στήν ὁποία ἦταν μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καί κάποια σόϊα τοῦ ὑπουργοῦ - ν' ἀνεγείρει τό τρίπατό της. Ἄν ὁ πολιτικός, σκεφτόταν κι ἐπικροτοῦσε ἡ Καλυψώ, δέν καταλαβαίνει τά προβλήματα τοῦ λαοῦ, τί πολιτικός εἶναι;
Τό μόνο πού τῆς ἔλειπε-μιά γερή φυσηξιά στή δουλειά της, νά τήν ἀνεβάσει στόν ψηλότερο οὐρανό τῆς δημοσιότητας, μιά καλή νεράϊδα πού μέ τό μαγικό ραβδάκι της θ' ἄλλαζε τό σκηνικό στή δισκογραφική της ἑταιρεία καί τήν καριέρα της καί θά τήν ἔστελνε στήν κορυφή.
Σαφῶς δέν εἶχε αὐταπάτες. Καί πῶς ἀλλιῶς δηλαδή; Στά εἴκοσι ὀχτώ της χρόνια τώρα, ἔχοντας περάσει ἀπό τήν ἐφηβεία της σχεδόν διά πυρός καί σιδήρου, πῶς νά 'χει ἀκόμη αὐταπάτες;
Ὅταν ἀκόμη πήγαινε στό Γυμνάσιο, τῆς εἶχε φουσκώσει τά μυαλά ὁ φίλος τῆς Μαριέττας, τῆς φίλης καί συμμαθήτριάς της, γιά τό ἁρμονικά θηλυκό της κορμί καί τίς σαγηνευτικά ἔντονες γωνίες τοῦ προσώπου της καί τήν εἶχε στείλει ἀπό ἕνα πρακτορεῖο μοντέλων, προκειμένου νά μπεῖ κι ἡ Καλυψώ στό δυναμικό του.
Ἐκεῖνοι μέ τή σειρά τους τῆς ὑποσχέθηκαν μιά καταπληκτική καριέρα, μοναδικές ἐμπειρίες καί φοβερές γνωριμίες. Τῆς ἄνοιξαν, μάλιστα, διάπλατα πόρτες καί παράθυρα φαντασίας σ' ἕναν κόσμο ἐντελῶς ἄγνωστό της ὥς τότε, ὅπως κι ἀπλησίαστο.
**
Χτύπησε τό τηλέφωνο. Ὁ ἦχος του διαπέρασε τή μεσημεριάτικη ἡσυχία τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλά δέν ἔκανε καμιά προσπάθεια ἐκείνη ν' ἀπαντήσει. Τῆς ἦταν παντελῶς ἀδιάφορο ποιός πιθανόν τή γύρευε. Κι ἄν τελικῶς, ἔστω καί γιά ἀμιγῶς ἐπαγγελματικούς λόγους, τῆς ἦταν ἀπαραίτητος ἕνας τηλεφωνητής, ἀνέκαθεν ἀντιδροῦσε στήν τοποθέτησή του. Ἴσως προσπαθοῦσε μ' αὐτή της τήν ἐπιμονή νά δοκιμάσει κι ὅλας, πόσο ἰσχυρό ἦταν τό ἐνδιαφέρον ἐκείνων, πού μέ χιλιαδες λόγια τήν διαβεβαίωναν πώς τήν ἀγαποῦσαν καί πάντα τήν ἐπιθυμοῦσαν.
Τό τηλέφωνο σταμάτησε κι ὕστερα ἀπό λίγο ξαναχτύπησε πέντ'-ἕξι φορές. Ἡ Καλυψώ χαμήλωσε τόν ἦχο τοῦ κουδουνιοῦ του τότε καί γύρισε πλευρό.
Οἱ γονεῖς της ἀρνήθηκαν στήν ἀρχή, στόν πατέρα της μάλιστα οὔτε πού τόλμησε νά τό ἐκστομίσει, ἔτσι κι ἀλλιῶς κρυφά εἶχε πάει στήν πρώτης της συνέντευξη, ἀλλά ἡ μάνα της ἐν τέλει, μετά ἀπό ἀρκετές συζητήσεις καί καυγάδες πείστηκε, στά μαθήματα ἄλλωστε δέν ἔδειχνε καί καμιάν ἔφεση ἰδιαίτερη καί πρόοδο, ἀντίθετα, ἕνα μέλλον φαινόταν τώρα νά ξεχωρίζει γιά τήν κόρη της, ἕνα μέλλον μάλιστα ἀρκετά φωτεινό κι εὐοίωνο, τουλάχιστον ξεκινοῦσε μιά δουλειά -τά οἰκονομικά τῆς οἰκογένειας ἦταν ἐντελῶς περιορισμένα μ' ἄλλα δυό παιδιά κι ὅλας- πιθανῶς κι ἕνας καλός γάμος νά ἦταν γιά τήν κόρη της ἡ εὐτυχέστερη τῶν ἐξελίξεων, ὁπότε ἀνέλαβε νά ἑξηγήσει καί στόν πατέρα τῆς Καλυψῶς τά καθέκαστα καί νά τόν πείσει, ἔστω κι ἄν, μετά ἀπό τόσα χρόνια τώρα πιά, ἡ ἴδια ἡ Καλυψώ ἀναγνωρίζει πώς, ἤ αὐτή δέν ἔπρεπε τόσο νά ἔχει ἐπιμείνει ἤ ἡ μάνα της νά 'χει μέ κάποιο τρόπο καταφέρει νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά. Κανείς δέν χάνεται βέβαια, εἶναι ἀλήθεια, μά σίγουρα θά μποροῦσε νά 'χει ἀποφύγει πολλά πράγματα πού, κι ἄν δέν τά 'ξερε κέρδος θά 'χε παρά ζημιά.
Πολλές συμμαθήτριές της τότε τήν ζήλευαν. Πού εἶχε ἀρχίσει νά εἰσχωρεῖ στά μεγάλα σαλόνια, νά γνωρίζεται μέ κόσμο ἄλλου ἐπιπέδου καί, τό σπουδαιότερο, νά βγάζει χρήματα. Τά χρήματα, πραγματικά, τήν εἶχαν γλυκάνει τόσο ὅσο καί τήν εἶχαν παραμυθιάσει. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, κατά ἕνα περίεργο τρόπο, γιά τήν ἡλικία της, τῆς αὔξησαν τήν ἀνασφάλεια.
Ἀντελήφθη πολύ γρήγορα πώς, ψάχνοντας ὅλο καί γιά καινούργια πρόσωπα, ὅλο καί γιά καινούργια σώματα τά διάφορα Πρακτορεῖα, δέν θά 'χε γιά πολλά χρόνια ψωμί σ' αὐτή τή δουλειά. Ἔπρεπε λοιπόν, ἀφ' ἑνός ν' ἀποταμιεύει κι ἀφ' ἑτέρου νά 'χει τό νοῦ της, νά βρεῖ κάτι καλλίτερο. Μιά δουλειά χωρίς ἡμερομηνία λήξεως.
Τ' ὄνειρό της ἦταν τό τραγούδι. Καί πράγματι, γνώρισε πολλούς μέντορες πού τούς ἐκμεταλλεύτηκε, ὅπως ἄλλωστε τήν ἐκμεταλλεύτηκαν κι ἐκεῖνοι. Ἀπό νεαρότατο μοντέλο ἀκόμη, ἐκτός ἀπό τίς ἐπιδείξεις ρούχων καί τά συναφῆ, ἦταν ἀναγκασμένη, μέ βάση ἕναν ὅρο τοῦ συμβολαίου της -πού δέν τόν εἶχε οὔτε ἡ Καλυψώ οὔτε κι οἱ γονεῖς της ἀντιληφθεῖ - νά προσφέρει τή συντροφιά της ἐπ' ἀμοιβῆ σέ μοναχικούς κυρίους, ἐπιχειρηματίες τό πλεῖστον, κατά τή διάρκεια δεξιώσεων καί παρομοίων κοινωνικῶν ἐκδηλώσεων.
Ἔτσι ἦταν κι ὅλας πού γνώρισε πολλούς καί μή ἐξαιρετέους ἀπό τήν ἀφρόκρεμα τῆς πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς δύναμης τοῦ τόπου. Κι ὄχι μόνο Ἕλληνες, ἀλλά καί ξένους. Ἀναγκαιότης, ὅμως, τοὐλάχιστον, ἐπικερδής. Ἔμαθε πολύ καλά νά σερβίρει τόν ἑαυτό της καί ν' ἀποκομίζει μικρά βηματάκια γιά τήν καριέρα της. Ἡ συλλογή της, παρεμπιπτόντως, διέθετε δεκάδες δεκανίκια. Ὅλων τῶν εἰδῶν, ἀπό πλευρᾶς κατασκευαστικῆς, ὅπως κι ὅλων τῶν ἀποχρώσεων καί τῶν ἡλικιῶν ἐπίσης.
**
Σηκώθηκε μέ τά χίλια ζόρια νά φτιάξει ἕναν καφέ, ἀλλά τό βάρος ἀπό τό κεφάλι της δέν ἔλεγε νά ὑποχωρήσει. Καί τό σῶμα της τό 'νιωθε νά 'χει τήν πυκνότητα σούπας. Κάθε βῆμα της καί μιά σταγόνα πού ξέφευγε ἀπό τό πιάτο λές κι ἦταν τρύπιο καί πού σέ λίγο θά γινόταν ἀτμός.
Τό χτεσινοβραδινό πάρτυ στό σπίτι τοῦ Τόνι, ἀμέσως μετά τή δουλειά κι ὅλας, τήν εἶχε ἀποδιοργανώσει ἐντελῶς. Ἴσως ἔπρεπε νά τόν παρατήσει, ξανασκέφτηκε. Ἀλλά πάλι, δέν ἦταν ἀκόμη καιρός. Ὁ Τόνι ἦταν ὁ ἰδιοκτήτης μιᾶς ἁλυσσίδας ξενυχτάδικων μέ καλλίτερό του τό "Moonlight", τό τεράστιο κέντρο τῆς Παραλιακῆς πού ἡ Καλυψώ τραγουδοῦσε πέρυσι τό χειμώνα κάι πού, γιά τή νέα σαιζόν, τῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι θά ἦταν ἐπικεφαλής τοῦ ὅλου σχήματος.
Τό σπουδαιότερο εἶναι ὅμως, ὅτι αὐτός, ὁ Τόνι, εὐθυνόταν κυρίως καί γιά τό πολύ καλό καλοκαιρινό της συμβόλαιο μέ τόν Τρέκλα γιά τό "Sands" τῆς Βάρκιζας, ὅπως ἐπίσης καί γιά τόν καινούργιο προσωπικό της δίσκο πού τῆς ἔγραψε ὁ Ἥφαιστος, ὁ πολύ ταλαντοῦχος αὐτός νέος στιχουργός κάι μουσικοσυνθέτης, πού μ' ὅποιον καλλιτέχνη καί νά συνεργαζόταν τά τραγούδια του ἔκαναν θραύση, τά ταμεῖα τῶν μαγαζιῶν ἔσπαζαν καί στίς συναυλίες, ἀπό τήν κατά δεκάδες χιλιάδες συρροή τοῦ κόσμου -τῆς νεολαίας κυρίως- γινόταν σφαγή χριστιανῶν.
Ὅσο γιά κείνην, τελευταίως, ὅλοι οἱ σταθμοί τοῦ ραδιοφώνου καί τῆς τηλεόρασης -κι εἰδικά τῆς τηλεόρασης- ἔπαιζαν τό διαφημιστικό τοῦ δίσκου της κι ὅλοι οἱ παραγωγοί τῶν ἀντίστοιχων ραδιοφωνικῶν ἐκπομπῶν, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, τήν καλοῦσαν καί τήν παρουσίαζαν ὡς τό νέο ἀστέρι, ὡς τό μεγάλο ταλέντο τῆς δεκαετίας πού διανύουμε.
Ἤδη δηλαδή, ὅπως τῆς ἐκμυστηρεύτηκε χτές βράδυ ὁ ὑπεύθυνος δημοσίων σχέσεων τῆς δισκογραφικῆς της ἑταιρείας, μέσα σέ δυό μῆνες, ἀπό τό Πάσχα κάι δῶθε, ὁ δίσκος της εἶχε φτάσει σέ ρεκόρ πωλήσεων ἀγγίζοντας τά εἴκοσι πέντε χιλιάδες κομμάτια, ἔγινε πλέον χρυσός, κι ἐξακολουθοῦσε νά πουλάει σάν τρελός. Πῶς λοιπόν ν' ἀφήσει τόν Τόνι; Ἦταν πολύ νωρίς ἀκόμη... Ἔπρεπε, ὁπωσδήποτε, νά περιμένει...
**
Ἔνιωσε τόν δυνατό καφέ νά γλιστράει στόν οἰσοφάγο της, νά πέφτει ὁρμητικά στό ἄδειο της στομάχι, νά τό καίει κι ἀπό ἀντίδραση τό σῶμα της, προκειμένου ν' ἀμυνθεῖ, ν' ἀνασκουμπώνεται καί νά ξυπνάει. Παρ' ὅλ' αὐτά δέν ἤθελε νά βάλει οὔτε μιά μπουκιά στό στόμα της.
Τελευταίως κι ἡ παραμικρή ἔστω μυρουδιά ἤ ἀναφορά σκέψης ἤ κουβέντας σέ φαγητό τήν ἀνακάτωνε. Αἰσθανόταν τό στομάχι της νά γυρίζει τό μέσα-ἔξω. Τό χειρότερό της ἦταν ὅταν βρισκόταν στό σπίτι τοῦ ἐραστῆ της, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστός γιά τά παροιμιώδη πάρτυ του μέ τά ἑκατοντάδες ἐδέσματα ἐκτεθειμένα στίς ἀτέλειωτες σειρές τῶν μπουφέδων.
Ἐκείνη οὔτε πού πλησίαζε. Ἀντίθετα-ἐξαφανιζόταν. Μάταια προσπαθοῦσαν οἱ διάφοροι φίλοι κι εἰδικῶς ὁ Τόνι νά τήν πείσουν νά καθήσει μαζί τους. Προτιμοῦσε νά κρατάει μονίμως ἕνα γεμάτο ποτήρι οὑΐσκι στό ἕνα της χέρι, καί στό ἄλλο, ἀνελλιπῶς, ἕνα τσιγάρο.
Τήν ἐκνεύριζαν τά πάρτυ καί γενικότερα οἱ κάθε εἴδους κοσμικές συγκεντρώσεις. Ἀπό πολύ παλιά ἀκόμη, ἀπό τότε πού ὑποδυόταν τήν ὡραία καί μοιραία συνοδό τῶν ἀντρῶν τοῦ "καλοῦ κόσμου", εἶχε ἀνακαλύψει ἕναν τρόπο, ὥστε τό μυαλό της νά λείπει καί νά εἶναι παρούσα-ἀπούσα. Ἔτσι ἀπέφευγε καί τίς διάφορες συζητήσεις, στίς ὁποῖες ἦταν ἀναγκασμένη νά μετέχει, πράγμα πού ἄρεσε ἰδιαιτέρως στούς κατά καιρούς συνοδούς της καί τήν ἔκανε περιζήτητη, μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ν' ἀνεβαίνει καί τό κασέ της.
Ἐδῶ καί λίγο καιρό ὅμως δέν τά κατάφερνε πλέον, ὅσους τρόπους καί νά 'χε δοκιμάσει. Ἴσως καί νά 'χε κουραστεῖ. Τώρα πού τό σκεπτόταν μάλιστα, διακοπές δέν εἶχε πάει σχεδόν ποτέ. Δούλευε ἀσταμάτητα καί τά δέκα αὐτά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της.
Ὄχι, ἄλλον κενό χρόνο, κι εἰδικά διακοπῶν, δέν χρειαζόταν. Ἔφτανε πού ἔρχονταν στιγμές, πού περίσσευε τῆς Καλυψῶς, τοῦ ἑαυτοῦ της τοῦ ἴδιου. Μά μήπως εἶχε καί φίλους; Γιά φίλοι της λογαριάζονταν μονάχα οἱ κατά καιρούς ἐραστές της κι οἱ διάφοροι γνωστοί τούς ὁποίους εἶχε ἀποκτήσει ἀπό τή δουλειά της.
Ἀλλά ὁ δεσμός της μέ τόν Τόνι τῆς εἶχε ἀνοίξει κι ἄλλους δρόμους, ὤφειλε τοὐλάχιστον νά τό πεῖ. Δρόμους καινούργιους γιά νἀ 'ναι παρούσα-ἀπούσα καί μάλιστα νά 'χει βελτιώσει καί τίς φυσικές της ἀντοχές. Γιατί βεβαίως, μ' ἄλλο τρόπο, ἤτανε σίγουρη, δέν θά τά 'βγαζε πέρα. Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ἦταν ἡ μοναδική. Ὅλοι τό ἴδιο κάναν. Ἄνθρωποι συνηθισμένοι πού τούς ἤξερες ἤ κι ἄλλοι πού κἄν δέν τούς μέτραγε τό μάτι σου.
Ὅλοι τους μ' ἕνα ὑποκατάστατο ἤ μ' ἕνα "ἐνισχυτικό", γιά ν' ἀντέξουν τούς ρυθμούς πού ὑπαγόρευαν οἱ ἐπιλογές τους. Γιά νά 'ναι σέ φόρμα τό μυαλό κάι τό σῶμα τους, μά κυρίως γιά ν' ἀντέξουν τούς ἄλλους. Γιά ν' ἀντέξουν τίς σχέσεις τους καί τό ἀσήκωτο φορτίο τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀπέναντι στούς ἴδιους τους τούς ἑαυτούς. Γιά νά φωτίζουν πάντοτε μιά καταπληκτική εἰκόνα μ' ἕνα εἴδωλο ἀναντικατάστατο στούς ἀφανέρωτους καί μυστικούς καθρέφτες τους. Αὐτή λοιπόν γιατί νά διαφέρει; Ἐξ ἄλλου, μιά φωτεινή στιγμή μές στό θολό καί παραπαῖον σήμερα, μέ ἀστραπή ἀθανασίας μοιάζει...
**
Σηκώθηκε νά κάνει μιά βόλτα, ἔκλεισε τό κλιματιστικό πού δούλευε συνεχῶς ἀπό τήν ὥρα πού εἶχε ἐπιστρέψει σπίτι της κι ἄνοιξε τή μεγάλη μπαλκονόπορτα τοῦ σαλονιοῦ νά μπεῖ φρέσκος ἀέρας, ἔστω κι ὁ πυρωμένος καλοκαιρινός λίβας πού φυσοῦσε ἔξω, μήπως κι αἰσθανθεῖ καλλίτερα. Τί νά τῆς κάνει βέβαια, μέσα στήν τόση ἀποφορά πού αἰσθανόταν νά τήν πνίγει, μιά, ὅσο κι ἄν βαθειά, εἰσπνοή ἀέρα; Ἀνίσχυρη, προσωρινά ἐπαρκής κι ἐλλιπής σάν πρέζα.
Κι ἡ ζωή της, ἀναλογίστηκε, εἶχε πάμπολλες ἀπαιτήσεις. Ὅπως κι ἡ δουλειά της ἐπίσης. Ἡ δημοσιότητα, οἱ κύκλοι τῶν ἀνθρώπων πού τήν περιστοίχιζαν καί πού κρεμόταν ἀπ' αὐτούς, ἀκόμα κι οἱ γονεῖς της καί τ' ἀδέλφια της, κι αὐτός ἐπί πλέον ὁ Τόνι, ὅλοι κι ὅλα εἶχαν ἀπαιτήσεις. Καί κυρίως ὁ ἑαυτός της. Ἔπρεπε νά στέκεται ὄρθιος καί νά 'ναι παντοῦ ἐντάξει. Καί τό σημαντικότερο νά μή φοβᾶται. Νά 'ναι πάντοτε κεφάτος, ἀτρόμητος κι ἀκμαῖος.
Πῶς νά τά καταφέρει λοιπῶν ἀλλιῶς; Γέμιζε τό ρεζερβουάρ της μέ τό καύσιμο πού σνίφαρε -μιά γερή ρουφηξιά, μιά εἰσπνοή ὥσπου τά πνευμόνια της νά πάρουνε φωτιά, ν' ἀναστενάξουν - ἔλυνε τό χειρόφρενο λές κι ἦταν ὁ ἰσχυρότερός της γόρδιος δεσμός, γκάζωνε κι ἔφευγε σάν ἀστραπή. Ποιός τήν ἔπιανε μετά, ποιός τήν κοίταζε, ποιόν ἔβλεπε κάι τί;...
Ἔπρεπε ἄλλωστε νά τά βγάζει πέρα καί μέ τίς παραξενιές τοῦ Τόνι. Τοῦ χρώσταγε, σαφῶς, δέν λέει, κι ἡ ἀνταπόδωση εἶναι νόμος. Ἐκείνη γύρευε τήν κορυφή κι ἐκεῖνος, τοὐλάχιστον, ἐρωτικά παιγνίδια μέ πολυποίκιλα ἀξεσσουάρ ἤ καί πέντ'- ἕξι συγχρόνως παρόντες ἐρωμένους κι ἐρωμένες. Ποιός ἄντεχε ἔτσι ἁπλᾶ;
Ὁ καφές δέν τήν συνέφερε ἀρκετά, ὅπως κι ὅλας τῆς ἦταν ἤδη ἀναμενόμενο. Ἀνέτρεξε στό ὑπνοδωμάτιο νά βρεῖ τό τσαντάκι της, νά βγάλει τό μικρό κουτάκι μέ τή θαυματουργή σκονίτσα, τό πραγματικό της ἐλιξήριο, νά εἰσπνεύσει καί νά στηλωθεῖ.
Ἔψαχνε, ἔψαχνε ἀλλά δέν τήν εὕρισκε πουθενά. Ἄρχισε νά τρέμει. Θρόμβοι ἱδρώτα τήν περιέλουσαν σύγκορμη. Οἱ κινήσεις της μπερδεύονταν, τό μυαλό της θόλωσε, σάν νά ἵδρωσε κι αὐτό, γέμισε παγωμένους ὑδρατμούς κι ἐνῶ ἕνα ρίγος τό περιέτρεχε, μιά ἀκινησία συγχρόνως τό μούδιαζε. Ὀρδές φόβων τήν κατακεραύνωσαν κι ἐκείνη ἔστεκε ἀδύναμη σάν παράλυτη καί τούς παρακολουθοῦσε. Καμιά σκέψη, καμιά λογική σκέψη, τοὐλάχιστον, δέν ἦταν ἱκανή νά ἐπιστρατεύσει καί νά ἐπιβάλλει στόν ἑαυτό της τήν τάξη.
Μιά κλαυθμωδία κι ἕνας πόνος τήν τάραξαν συθέμελα. Προσπάθησε νά τηλεφωνήσει στόν Τόνι. Αὐτός μέ τό πού τήν ἄκουσε ἀναλύθηκε σέ γέλια κι ἡ Καλυψώ, στό σημεῖο ἀκριβῶς πού ἔνιωσε νά τήν ἐξεγείρει ἕνας θυμός, ἐκεῖ ἀκριβῶς κατάλαβε πώς ἦταν ἐντελῶς ἀνίσχυρη. "Στό 'χα πεῖ, μωρό μου, χωρίς ἐμένα θά πεθάνεις... Ἔρχομαι σέ λίγο".
Δέν τοῦ ἀπάντησε τίποτα, μόνο κατέβασε τό ἀκουστικό, ἐνῶ ὁ ἀπόηχος τοῦ γέλιου του ἀκόμη ἔξυνε τήν ἀκοή της βίαια. Κι αὐτό τῆς ἀνέσκαπτε κι ἄλλους φόβους, πού τούς ἔκανε ν' ἀναβλύζουν ἀπό μιάν ἔκβαθη πηγή λές, πού δέν στείρευε ποτέ.
Πρώτη φορά συνειδητοποιοῦσε, μ' ὅσες δυνάμεις τῆς περίσσευαν βεβαίως γιά νά συνειδητοποιήσει, πώς εἶχε φτάσει σ' αὐτό τό σημεῖο ἐξάρτησης. Κι ὄχι γιατί δέν τῆς εἶχε ξανασυμβεῖ ἁπλῶς, μά γιατί συνήθως φρόντιζε νά μή μένει "ρέστη". - Μήπως ἔκρουε τή θύρα της τώρα, τάχατες, κάποιος Θεός;-
**
Ὁ Τόνι τή βρῆκε στό κρεβάτι της σ' ἐμβρυακή στάση ὅταν μπῆκε σπίτι της. Ἔκοψε μιά δόση καί τῆς τήν ἔδωσε. Εἰσέπνευσε κι ἐκεῖνος ἄλλη μία. Ξάπλωσε δίπλα της καί τήν ἀγκάλιασε.
Ἐκείνη ἄκουγε ἀκόμη τό γέλιο του. Δέν σάλεψε. Αὐτός προσπάθησε νά εἰσχωρήσει στόν ἐλάχιστο μικρότατο χῶρο, πού ἄφηνε κενό τό μισοφέγγαρο τοῦ κορμιοῦ της.
Δέν τόν ἀπώθησε-δέν τόν δέχτηκε. Οἱ κρύσταλλοι πού τήν περιέβαλλαν ἄρχισαν νά τήκονται, ὁμοίως μέ τό νερό πού κυλάει ζεστό στήν ἐπιφάνεια ἑνός ὡραίου, κατάλευκου μαρμάρου.
Ὁ ἐραστής προσπάθησε νά τανύσει τή δύσκαμπτη ἡμισέληνο. Πῶς νά βολέψεις στίς κινήσεις σου ὅμως τήν ἀκινησία ἑνός ἀγάλματος;
Κι ἤτανε δέκα χρόνια ἤδη ὅμηρος ἡ Καλυψώ σ' ἕναν κόσμο πού τήν περιχαράκωνε-ὠκεανός.
Τό ἄγαλμα σάν ν' ἄστραψε ξάφνου καί ν' ἀναδύθηκε μιά Νύμφη. Ἕνα τραγούδι ἀκούστηκε...
... Περιαυγής ἦταν, ὅταν γιά τελευταῖα φορά τήν κοίταξε ὁ Τόνι, δέν τοῦ μιλοῦσε πιά, λές καί δέν τοῦ 'χε ποτέ μιλήσει... Ἦταν λές καί ποτέ νά μή τήν εἶχε ἀγγίξει...

1 σχόλιο:

maicher είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.