Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [ Μέρος 4ο ]






***
Ὁ Ζύλ ἦρθε στό σπίτι της. Οἱ δικοί της τόν γνώρισαν ἀλλά ἐπιφυλάχτηκαν. Δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν ἀπ' εὐθείας κι ὅλας μαζί του κι αὐτό καταντοῦσε ἰδιαιτέρως ἐκνευριστικό. Ἡ Μαρολύνα ἔκανε τή μετάφραση βέβαια, ἀλλά ὑπῆρχαν ἀρκετές δόσεις ἀμηχανίας ἀνάμεσά τους. Παρ' ὅλ' αὐτά, οἱ γονεῖς της τήν εἶδαν πού ἐπέμενε καί δέν τῆς ἀρνήθηκαν. Ὁ πατέρας της μόνο, "παπούτσι ἀπό τόν τόπο σου", τῆς θύμισε, καί δέν ξανασυζήτησε τό θέμα.
Ἔφτασε Φεβρουάριος. Ἐκεῖνος ἑτοιμαζότανε νά φύγει. Τό Πάσχα θά τήν περίμενε κι αὐτήν. Ἡ Μαρολύνα ἀνυπομονοῦσε. Ἡ προοπτική τοῦ ταξιδιοῦ της τήν ἀναστάτωνε. Πρώτη φορά θά 'φευγε ἔξω ἀπ' τήν Ἑλλάδα. Καί γιά τόσες μέρες κι ὄλας. Μά ἰδίως, μέ τήν ἔγκριση τῶν δικῶν της.
Ὁ Ζύλ δέν τῆς τηλεφωνοῦσε συχνά ὅλον αὐτόν τόν καιρό πού μεσολάβησε, ἀλλά ἐκείνη δέν ἔδωσε κι ἰδιαίτερη σημασία στό γεγονός. Ὁ Μάρτιος πέρασε γρήγορα σχετικά. Ἔτσι τῆς φάνηκε τοὐλάχιστον. Ἀρχές τοῦ Ἀπρίλη ἐπέστρεψε κι ἡ Εὔα ἀπό ἕνα ἐπαγγελματικό της ταξίδι, γιά νά μείνει καμιά δεκαριά μέρες ἐδῶ καί μετά νά ξαναφύγει. Συναντήθηκαν. Τῆς τά εἶπε ὅλα. Κι ἀκόμα ὅσα δέν εἶχε προλάβει νά τῆς γράψει, μέ τό νί καί μέ τό σίγμα τῆς τ' ἀράδιασε. Χαριτολόγησε κι ὅλας μαζί της ἡ Μαρολύνα: "Νά καί μιά φορά πού ἐσύ ἔρχεσαι, καί φεύγω ἐγώ", τῆς εἶπε, κι ὕστερα, "... πόσο ἀκόμα θ' ἀντέξουμε σ' αὐτό, τ' ὅλο νά χανόμαστε, βρέ Εὔα;..."
Ἡ Εὔα φοροῦσε ἕνα γαλάζιο φόρεμα πού εἶχε ἀγοράσει στό τελευταῖο της ταξίδι ἀπ' τό Παρίσι - περίεργο γι' αὐτήν, πρώτη φορά φοροῦσε τέτοιο χρῶμα! - πού φώτιζε γλυκά τό σταράτο δέρμα της. Πίνανε τά κονιάκ τους στό Quartier Latin στή Μασσαλίας-νά θυμηθοῦνε τά παλιά. "Πρόσεχε" τῆς εἶπε μόνο γι' αὐτόν, καί τῆς ἄλλαξε κουβέντα.
***
Τίς ἑπόμενες μέρες, μόλις τέλειωνε ἡ Μαρολύνα ἀπ' τή δουλειά της, ἔτρεχε γιά τίς ἑτοιμασίες τοῦ ταξιδιοῦ. Στίς δέκα Ἀπριλίου τό πρωΐ πετοῦσε γιά Ζυρίχη.
Ἔφτασε τό μεσημεράκι στό ἀεροδρόμιο, ὅπου δέν τήν πέρίμενε κανείς. Τηλεφώνησε στό γραφεῖο τοῦ Ζύλ καί πράγματι τόν βρῆκε κεῖ. Τῆς δικαιολογήθηκε πώς ἦταν πνιγμένος στή δουλειά καί τῆς εἶπε νά πάρει ταξί καί νά πάει σπίτι του. Θά τή συναντοῦσε τό μεσημέρι. Μέ τό πού ἔκλεισαν, ἔνιωσε ἀνακουφισμένο, ἄν κι ἤξερε πώς ἐκείνη σπάνια ἀντιδροῦσε. Ἡ Μαρολύνα τήν ἴδια στιγμή αἰσθάνθηκε ξαφνικά μιά κούραση νά τῆς ρίχνει τή διάθεση, πῆρε σέρνοντας τή βαλίτσα της ἀπό τό χῶρο τῶν ἀποσκευῶν καί κατευθύνθηκε πρός τήν ἔξοδο.
Ὁ οὐρανός ἦταν γκρίζος, βαρύς κι ἡ λίμνη μιά μολυβένια ἀντανάκλαση. Ἡ κίνηση στούς δρόμους περιορισμένη. Τό ταξί τράβηξε πρός τά προάστεια, ἀποφεύγοντας γιά πολύ ὥρα τίς κεντρικές λεωφόρους. Μετά ἀπό κάνα μισάωρο, φτάσανε στήν Lachenstrasse 38.
Τό διαμέρισμα τοῦ Ζύλ ἦταν στόν τέταρτο ὄροφο. Τῆς ἄνοιξε μιά μεσήλικη γυναίκα, μ' ἕνα χαμόγελο τόσο πλατύ, ὅσο κι ὁ ἥλιος πού δέν ἔλεγε μέ τίποτα, οὔτε ἔστω κι ἀπό μιά μικρή σχισμή τ' οὐρανοῦ, νά προβάλει. Συνεννοηθήκανε μέ νοήματα πιό πολύ. Ἡ Μαρολύνα μίλαγε ἀγγλικά, ἐκείνη γερμανικά. Τῆς πῆρε τή βαλίτσα καί τήν ὁδήγησε στό δωμάτιό της. Τό διαμέρισμα ἦταν ἀρκετά εὐρύχωρο, ἀλλά τόσο λιτό, ἀποκλειστικά ἐργένικο. Τό καλλίτερο σημεῖο του πάντως ἦταν τά μεγάλα παράθυρα στή μεσημβρινή του πλευρά, πού κοίταζαν κατευθείαν στή Λίμνη τῆς Ζυρίχης.
Ἡ φράου-Μάρτα πού ἦταν ἡ οἰκονόμος τοῦ Ζύλ, ὅπως συμπέρανε ἡ Μαρολύνα ἀπό τήν παντομίμα της, τήν πέρασε στό καθιστικό καί τῆς σέρβιρε μιά τεράστια κούπα γαλλικοῦ καφέ, μ' ἕνα δίσκο κέϊκ καί βουτήματα. Δέν κάθησε παρέα της. Τήν ἄφησε γιά νά συνεχίσει τίς δουλειές της. Ὁ Ζύλ ἐπέστρεφε κατά τίς ἕξι τό ἀπόγευμα κι ἐκείνη θά 'φευγε στίς τρεῖς. Ἔπρεπε λοιπόν μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα νά 'ναι ὅλα ἕτοιμα. Τή ρώτησε ἄν ἤθελε ἀργότερα νά τῆς φτιάξει κάτι νά τσιμπήσει κι ἡ Μαρολύνα ἀρνήθηκε. Ὕστερα πῆγε νά τακτοποιήσει τά πράγματά της. Βαριότανε. Ὅλος της ὁ ἐνθουσιασμός ἔπεσε, ἀλλά περίμενε μέ ἀγωνία τήν ἐπιστροφή τοῦ Ζύλ. Περίμενε πώς κάποια ἔκπληξη θά τῆς εἶχε ἑτοιμάσει. Δέν γινότανε νά 'ναι ὅλα τόσο ξερά κι ἀδιάφορα, σκέφτηκε, καί ξάπλωσε. Μέ τά ροῦχα. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἀπ' τό ταξίδι ἀκόμα. Δέν θέλησε οὔτ' ἕνα ντούς νά κάνει, δέν ἤξερε τί νά φορέσει μετά, τί ἔπρεπε νά κάνει γιά νά περάσει ἡ ὥρα της, πῶς νά τόν περιμένει. Καί τότε, σάν μιά σκιά τῆς πέρασε ἀπ' τό μυαλό ἡ ἀμφιβολία γιά τό ἄν ἔπρεπε νά εἶχε ἔρθει. Ἄν ἔκανε καλά. Θυμήθηκε καί τό "πρόσεχε" τῆς Εὔας. Ὕστερα εἶπε πώς μᾶλλον ἡ κούραση θά ἔφταιγε ἀπ' τό ταξίδι. Ἤ ὁ βαρύς καιρός. Ἡ βροχή πού εἶχε ἀρχίσει ἔξω νά πέφτει κι εἶχε κλείσει σάν ἀδιαφανής κουρτίνα τόν ὁρίζοντα.
***
Ὁ Ζύλ ἦταν πολύ ἀπασχολημένος σήμερα, ἀλλά ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶχε σκεφτεῖ πώς δέν θά πήγαινε στό ἀεροδρόμιο νά τήν πάρει, ὅπως τῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ἀθήνα στίς παλιές γνωστές συνθῆκες τῆς καθημερινότητάς του, κατάλαβε πώς εἶχε παρασυρθεῖ ἐκεῖ σέ ἀποφάσεις πού ἐδῶ, μέ τέτοιους ὅρους, δέν θά τίς ἔπαιρνε ποτέ. Γι' αὐτό καί φρόντισε νά κρατήσει ἀποστάσεις πιστεύοντας πώς ἐκείνη θά καταλάβαινε μᾶλλον ἤ πώς θά τό μετάνοιωνε καί δέν θά 'ρχόταν, ὅπως συνέβη καί τήν προηγούμενη φορά. Ἀλλά τελικά τά πράγματα κύλησαν ἀλλιῶς.
Ὅταν ἐπέστρεψε σπίτι του, ἡ Μαρολύνα κοιμόταν. Νυχοπατώντας μπῆκε στό δωμάτιό της. Ἔμεινε κάποιες στιγμές ἀκίνητος κοιτάζοντάς την. Ὕστερα τήν πλησίασε. Ἐκείνη ἔνιωσε ἕνα ἐλαφρύ σκούντημα πού τήν τρόμαξε καί πετάχτηκε. Τόν εἶδε ὄρθιο ἀπό πάνω της καί προσπάθησε νά θυμηθεῖ ποῦ βρισκόταν. "Ἔλα, ἔχω ἑτοιμάσει νά τσιμπήσουμε", τήν παρότρυνε καί δέν ἔκανε καμιά ἄλλη κίνηση πρός τό μέρος της. Ἅπλωσε τά χέρια της νά τόν ἀγκαλιάσει, ἀλλά αὐτός, σάν νά μή πρόσεξε τήν πρόσκληση, τήν ἄφησε νά πέσει στό κενό καί γύρισε πρός τήν πόρτα.
Ἡ Μαρολύνα συνῆλθε ἀπότομα. Θά 'ναι κουρασμένος, σκέφτηκε, κι ἁπλῶς τόν ρώτησε, πρίν βγεῖ, τήν ὥρα. "Ἑξίμισι", τῆς ἀπάντησε ἀδιάφορα κι ἔφυγε. Ὕστερα στό τραπέζι ἦταν σχεδόν ἀμίλητοι. Οὔτε γιά τό ταξίδι της καλά-καλά δέν τή ρώτησε, κι αὐτή περιορίστηκε νά κάνει διαπιστώσεις γιά τόν καιρό. Μετά τό φαγητό ἐκεῖνος ἔβαλε τά πιάτα στό πλυντήριο καί τῆς πρότεινε νά καθήσουν στό σαλόνι. Ἑτοίμασε τά ποτά τους κι ἄνοιξε τήν τηλεόραση. Ἤθελε νά δεῖ εἰδήσεις, ὅπως τῆς δήλωσε. Ὅλες οἱ ἐκπομπές ἦταν στά γερμανικά κι ἡ Μαρολύνα οὔτε πού καταλάβαινε. Μά δέν ἤθελε νά καταλάβει κι ὅλας. Τοῦ εἶπε πώς δέν εἶχε συνέλθει ἀκόμα καλά-καλά ἀπ' τό ταξίδι κι ὅτι εἶχε πονοκέφαλο. Τοῦ πρότεινε νά μή κοιμηθοῦνε μαζί ἐκεῖνο τό βράδυ κι αὐτός δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Μιά σκιά πέρασε ἀπ' τό βλέμμα του, καθώς τήν κοίταζε, πού ἐκείνη δέν μπόρεσε νά τήν ἀποκρυπτογραφήσει, ἐνῶ αὐτός πίστεψε πώς ὁ πόλεμος μέσα του, γιά τή συμπεριφορά του αὐτή, δέν φάνηκε. Τῆς ἀπάντησε βιαστικά προσπαθώντας νά διορθώσει τήν κατάσταση, τῆς ὑποσχέθηκε δηλαδή πώς αὔριο τά πράγματα θά 'ταν καλλίτερα καί τήν καληνύχτισε μέ μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ του. Παρακολουθοῦσε στό δέκτη τά οἰκονομικά. Κι ὅπως ἐκείνη βάδιζε στό διάδρομο πρός τό δωμάτιό της, χτύπησε τό τηλέφωνο. Ὁ Ζύλ πετάχτηκε σάν ἐλατήριο ἀπό τό κάθισμά του καί δέν τό ἄφησε νά χτυπήσει δεύτερη φορά. Ἡ Μαρολύνα κοντοστάθηκε. Τήν κοίταξε στιγμιαῖα ἀλλά ἐπίμονα. Μετά τήν πρώτη του κουβέντα περίμενε, ἀφήνοντας τόν συνομιλητή του νά μιλάει. Ὑστερα τῆς γύρισε τήν πλάτη του, κάτι ψιθύρισε, μετά χαιρέτησε δυνατά κι ἔκλεισε. Στράφηκε ξανά πρός αὐτήν, τήν εἶδε πού ἄνοιγε τήν πόρτα τοῦ δωματίου της, ἔκανε νά πάει πρός τό μέρος της, δίστασε, "κάτι ἀπρόοπτο καί πρέπει νά λείψω", τῆς εἶπε. Δέν τοῦ ἀπάντησε.
Τό πρωΐ βρῆκε ἕνα σημείωμα πάνω στό κομοδίνο της, πώς τήν περίμενε νά περάσει τό μεσημέρι στή μία, πού εἶχει διάλειμμα στή δουλειά του, νά τόν πάρει νά πᾶνε γιά φαγητό. Τῆς ἔγραφε τή διεύθυνση. Εἶχε ἕνα μικρό ἄσπρο τριαντάφυλλο καρφιτσωμένο στήν ἄκρη τοῦ χαρτιοῦ κι ἕνα φιλί ζωγραφισμένο μέ τό κραγιόν της, πού ἤτανε τόσο ἀχνό, λές καί θά πέταγε ἀπό στιγμή σέ στιγμή. Τό ἀκολούθησε μέ τό βλέμμα της καί τήν πῆρε μαζί του ἔξω ἀπ' τό δωμάτιο. Γλίστρησε πάνω στά σκοῦρα νερά τῆς λίμνης καί σκόνταψε σέ κάποια ἀπ' τίς μικρές νησίδες πού ἦταν στό κέντρο της. Σκάλωσε κεῖ. Ἡ καρδιά της πετάρισε ἀπ' τή βαρειά ὑγρασία. Ἔνιωσε τό περόνιασμα νά τή διαπερνᾶ. Κι ἀπ' τήν ἄλλη, αἰσθάνθηκε σάν ἠθοποιός πού παρακολουθοῦσε τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό νά ἐνσαρκώνει τό ρόλο της. Ποιό ρόλο ὅμως; Δέν ἤξερε ἀκριβῶς. Δηλαδή τό ρόλο τόν ἤξερε. Τό γιατί τῆς ξέφευγε ἀκόμα. Τό κλειδί πού ἀκούστηκε στήν ἐξώπορτα τή συνέφερε. "Ἡ φράου-Μάρτα", θυμήθηκε, καί σηκώθηκε γρήγορα-γρήγορα γιά νά κλειδωθεῖ στό μπάνιο.
***
Τό κέντρο τῆς Ζυρίχης ἦταν μοιρασμένο ἀνάμεσα στή σύγχρονη καί στήν ἀπό τό δέκατρο τρίτο αἰώνα καί δῶθε ἀρχιτεκτονική. Τό κτήριο πού δούλευε ὁ Ζύλ ἦταν ἕνα ἀπό τά παλιά, πού κουβαλοῦσε τοὐλάχιστον τριακόσια χρόνια ἱστορίας, ὅπως τήν πληροφόρησε ἀργότερα. Τεράστιο. Κάλυπτε ἕνα ὁλόκληρο οἰκοδομικό τετράγωνο. Πολυώροφο, μέ στέγες ἐπίκλινεῖς, κεραμοσκεπεῖς, μέ πυργίσκους σ' ὅλες τίς γωνίες του κι ἀμέτρητες, μεγαλοπρεπεῖς καμινάδες.
Τήν περίμενε στήν ἔξοδο. Τόν βάραιναν οἱ τύψεις. Καταλάβαινε πώς ἡ συμπεριφορά του ἀπέναντί της στεροῦνταν κι ἀπό τούς πιό βασικούς κανόνες τῆς εὐγένειας καί τῆς καλῆς φιλοξενίας. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἤτανε σίγουρος πιά πώς ἡ ἀπόφασή του γιά τό γάμο τους εἶχε παρθεῖ ἐπιπόλαια καί βιαστικά. Παρ' ὅλ' αὐτά, μόλις τόν πλησίασε, τήν τράβηξε ἀπό τό μπράτσο, λές κι ἦταν ἀφόρητα πολλύς ὁ καιρός τῆς ἔλλειψής της, καί τό στόμα του τήν ἅρπαξε. Σάν μοναχικό κανό ἐκείνη, ἀφέθηκε νά τήν παρασύρει τό καταρρακτώδικο ρεῦμα τῆς γεύσης του. Ὕστερα ἐκεῖνος ἀποσπάστηκε, μιά ὥρα ἦταν ὅλο κι ὅλο τό διάλειμμά του, τῆς εἶπε, καί δέν ἔπρεπε καθόλου νά χάνουν χρόνο.
Πῆγαν σ' ἕνα μπιστρό πού ἦταν παλιό πανδοχεῖο ἀνακαινισμένο. Ὁ Ζὐλ ἦταν ἀφόρητα περιποιητικός μαζί της, τόσό, πού ἄρχισε ν' ἀμφιβάλλει ἄν ἡ χτεσινή του συμπεριφορά ἦταν πραγματικότητα ἤ νυχτερινός ἐφιάλτης. Παρ' ὅλ' αὐτά, δέν τῆς ἔκανε καμιά κουβέντα γιά τήν οἰκογένειά του οὔτε καί γιά τόν ἐπικείμενο γάμο τους.
Ἡ ὥρα πού μοιράστηκαν μαζί χάθηκε σάν μιά σταγόνα στή βροχή. Τή ρώτησε ἄν ἤθελε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιο ἐμπορικό κέντρο καί νά τόν περιμένει νά τελειώσει ἀπ' τή δουλειά του ἤ, ἄν προτιμοῦσε, νά γυρίσει σπίτι. Δέν εἶχε ὄρεξη νά περιφέρεται μόνη της σέ μιάν ἄγνωστη πόλη. Δέν εἶχε κέφι γιά ψώνια. Δέν εἶχε διάθεση γιά τίποτα πέρα ἀπ' αὐτόν κι ἄς ἔνιωθε ἕνα μάγκωμα στήν καρδιά της νά πάλλει, κι ἄς ἀνάβλυζε στό μυαλό της ἕνα προαίσθημα συνέχεια σάν τό "πρόσεχε" τῆς Εὔας.
Τή βρῆκε νά διαβάζει τόν Οὐσπένσκυ της, "Ὁ κόσμος τοῦ θαυμαστοῦ", ὅταν γύρισε. Σηκώθηκε νά τόν ὑποδεχτεῖ ἀγκαλιάζοντάς τον ἀλλ' αὐτός κατευθύνθηκε στό μπάρ κι ἑτοίμασε ἕνα ποτό γιά τόν ἑαυτό του μόνο. Τόν ἀκολούθησε στή μεγάλη τζαμαρία καί τύλιξε τά χέρια της γύρω του, τοῦ ἔβγαλε τό σακκάκι καί προσπάθησε νά τοῦ λύσει τή γραββάτα. "Ἄσε", τήν ἔσπρωξε μαλακά, "θά κάνω ἕνα ντούς πρῶτα", εἶπε καί τήν παράτησε σύξυλη. Χτύπησε πάλι τό τηλέφωνο κι αὐτός ὅρμησε κατά πάνω του καί κατευθύνθηκε μέ τό ἀκουστικό στό μπάνιο. Ἡ βιασύνη του τήν ξένισε. Ἔμεινε μόνη στό κενό τοῦ χώρου. Ὁ μοναδικός θόρυβος πού ξαφνικά συνέβη στό δωμάτιο ἦταν ὁ ἦχος ἀπό τά φύλλα τοῦ βιβλίου της, πού ξεφυλλίστηκαν ἀπό μόνα τους ἀπ' τό βάρος τῶν σελίδων, κι ὁ Οὐσπένσκυ ἔκλεισε. Ἔκλεισε λές κι ἔκλεινε ἡ αὐλαία, ἀλλά τό χειροκρότημα ν' ἀκούστηκε πρίν. Οἱ θεατές ἦταν φαίνεται βιαστικοί. Ἤ εἶχαν πλήρη ἄγνοια τῶν γεγονότων πού ὑπογράμμιζαν κι ἀπό ἔνστικτο μόνο ἀντέδρασαν.
Κι ἐκεῖνος ἀργοῦσε ἐπίτηδες. Αὐτή μετροῦσε λεπτό τό λεπτό τά τρία τέταρτα πού κράτησε τό ντούς του. Κι ὅμως σκέφτηκε γιά μιά φορά ἀκόμα νά μή μιλήσει, νά περιμένει μιάν ἄλλη κίνηση ἀπ' αὐτόν, νά τοῦ δώσει χρόνο καί νά μή ἔχει πλέον ἐκεῖνος περιθώρια καθόλου νά τῆς ἀμφισβητήσει καί τό παραμικρό. Καί τό βασικότερο, νά μή ἔχει ἡ Μαρολύνα καμιάν ἀμφιβολία ὅτι κάτι τό διαφορετικό μποροῦσε νά πράξει καί δέν τό 'πραξε. Ἐξ ἄλλου ἐκκρεμοῦσαν ἀκόμη πέντε μέρες παραμονῆς της ἐκεῖ. Μποροῦσε νά περιμένει, ὅ,τι κι ἄν αὐτό τῆς κόστιζε στό νευρικό της σύστημα τοὐλάχιστον. Καί λοιπόν, θά περίμενε! Ἴσως καί νά τίς ἐξαντλοῦσε κι ὅλας.
Ἀλλά καί τίς ἑπόμενες τρεῖς μέρες τίποτα ἀπολύτως δέν ἄλλαξε. Μπορεῖ νά βρίσκονταν μαζί τήν ὥρα τοῦ μεσημεριανοῦ φαγητοῦ, μπορεῖ ἐκείνη νά περιφέρθηκε σέ κάποια ἀκρολίμνια καφέ, πάντως τά βράδια τά περνοῦσαν κλεισμένοι στό σπίτι, καί τό κρεβάτι του δέν τό μοιράστηκαν, παρά μόνο τό δικό της, τοῦ ξενώνα, μιά φορά, κι αὐτό ἀνάλατα καί ψυχρά, λές κι ὁ ἄνθρωπος πού ἡ Μαρολύνα εἶχε γνωρίσει στήν Ἑλλάδα ἦταν κάποιος ἄλλος. Οὔτε κἄν ἡ σκιά ἐκείνου δέν τῆς θύμιζε κάτι ἀπ' αὐτόν πού εἶχε δίπλα της, ἐδῶ, αὐτές τίς μέρες. Κι αὐτό πού ἔζησαν ἀπόψε, ἕνα μάγκωμα στήν πραγματικότητα ἤτανε, κι ὅ,τι ἀπ' αὐτό: ἕνας πόνος ὀξύς πού τῆς τρύπησε τά σωθικά, τήν ἔκοψε μέ τόν τρόπο ἐκεῖνο πού τρυπάει ὁ ἦχος τό κενό. Ἦταν σάν νά ἔκανε μιά παγωμένη βουτιά στά θολά καί βρώμικα νερά τῆς λίμνης καί κατευθείαν νά πάτωσε. Ἄκουγε φωνές ἀπό μακρυά κι ὅμως τίποτα ἤ μέ τίποτα δέν μποροῦσε ν' ἀνασυρθεῖ. Ἤθελε νά φύγει κι ὅμως καθόταν ἐκεῖ.
Κι ὁ Ζύλ ὅμως ἔνιωθε νά τοῦ λείπει κάποιο κομμάτι πολύ βασικό γιά τήν ἰσορροπία τῆς ψυχῆς του. Διάβασε στό πρόσωπό της τίς ἀλλαγές τῆς ψυχῆς της. Τό σίγουρο ἦτανπώς δέν ἤθελε νά τήν πληγώσει. Ὅπως κι ὅτι δέν ἤθελε κανένα κλείσιμο στή ζωή του πρός τό παρόν. Τόν πόνεσε ὁ πόνος πού ἔβλεπε νά τέμνει τά μάτια της. Θέλησε νά τήν κρατήσει τρυφερά ἀλλά τόν συγκράτησε τό κατοπινό ἀδιέξοδο. Τῆς πρότεινε μονάχα νά βγοῦν μιά βόλτα, "ἔτσι γι' ἀλλαγή, νά δεῖ κάτι ἔστω κι ἀπ' τή νυχτερινή Ζυρίχη".
Ἔφτασαν στήν Bannhofstrasse πού ἦταν κατακλυσμένη ἀπό μπάρ, ἑστιατόρια καί καφέ καί κατέληξαν στό club "Der Happen". Δέν ἄλλαξε τίποτα μεταξύ τους. Ὁ κόσμος μόνο μεσολάβησε κι ἡ μουσική. Καί κάτω ἀπ' τούς πολύχρωμους ἰριδισμούς τῶν πολυελαίων πού ἄστραφταν, ἔλαμπαν αὐτοί πιό ξένοι ἀπό ποτέ. Συζητοῦσαν γιά τούς ἄλλους κι ἤπιαν ἀρκετά. Αὐτός ἀπό ἐνοχές κι αὐτή πού ἦταν ἐγκλωβισμένη ἐκεῖ, ἐνῶ θά ἤθελε νά εἶναι μίλια μακρυά.
Στό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς δέν μιλοῦσε κανείς τους. Ὁ Ζύλ ὁδηγοῦσε νευρικά στούς βρεγμένους δρόμους. Ἡ Μαρολύνα πνιγόταν ἀπ' ὅσα εὕρισκε ανούσια νά τοῦ πεῖ καί σκεφτόταν τή μουγγή πού περνοῦσε, ὅταν ἦταν μικρή, κάτω ἀπ' τό σπίτι της, κι οἱ γονεῖς της τήν τρόμαζαν πώς, ἄν δέν ἦταν καλό παιδί, θά τήν ἔδιναν νά τῆς φάει τή γλώσσα. Κι εἶχε κολλήσει στήν κομμένη της γλώσσα, ὁ πόνος τήν ἔκαιγε, τό αἷμα χτυποῦσε σάν τήν τρικυμία πάνω στόν κυματοθραύστη τοῦ λάρυγγά της, ἔνιωθε τούς μῦς της νά κινοῦνται κι ὅμως δέν κουνιόταν τίποτα, κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν της διεσταλμένες, ἔμοιαζαν μ' ἀποσιωποιητικά πού γυάλιζαν μές στή νύχτα, πού κύλαγαν πάνω στά τζάμια σάν τίς σταγόνες τῆς βροχῆς, καί σάν τά ψίχουλα τοῦ παραμυθιοῦ σημάδευαν τόν κάθε πόντο τῆς μέχρι τότε διαδρομῆς τους, ὅλης.
***
Τό ἑπόμενο πρωΐ, μόλις ἐκεῖνος ἔφυγε γιά τή δουλειά του, ἀπό πίσω του ξεπόρτισε κι ἡ Μαρολύνα. Πῆγε στά γραφεῖα τῆς Ὀλυμπιακῆς γιά ν' ἀλλάξει τό εἰσιτήριό της. Ἡ ὑπάλληλος πού τήν ἐξυπηρέτησε ἦταν Ἑλληνίδα. Μέ τό πού τῆς χαμογέλασε ἦταν σάν νά βρέθηκε σέ λημέρια γνώριμα. Ἄκουσε νά τῆς μιλᾶνε στή γλώσσα της. Εἶδε τά γράμματα τῶν λέξεων νά πεταρίζουν μπρός της. Ζεστάθηκε. Ἡ Ζυρίχη ἔξω παγωμένη, ἔμοιαζε τόσο ἀπόμακρη, σάν κουκίδα πάνω σέ μουντζουρωμένο χάρτη. Ἔριξε μιά ματιά στή μπλέ στολή τῆς ὑπαλλήλου κι ἦταν σάν νά 'δε μπρός της τό βαθύ μπλέ τοῦ Αἰγαίου. Προφασίστηκε σοβαρούς οἰκογενειακούς λόγους, ὅταν ἡ ὑπάλληλος τῆς δήλωσε πώς δέν ὑπῆρχαν θέσεις σέ κανένα δρομολόγιο, πρίν ἀπό κεῖνο τῆς ἑπομένης Κυριακῆς πού κανονικά θά ταξίδευε. Δέν παρακάλεσε. Ἀπαίτησε τήν ἀλλαγή. Τήν ἔβαλαν λίστα ἀναμονῆς καί τῆς ὑποσχέθηκαν πώς θά φρόντιζαν ὁπωσδήποτε νά φύγει.
Γύρισε στό σπίτι τοῦ Ζύλ καί μάζεψε τά πράγματά της. Ἡ φράου-Μάρτα ἔλειπε κείνη τήν ὥρα γιά τά καθημερινά ψώνια. Ἔνιωσε ἀνακουφισμένη. Δέν εἶχε νά δώσει λογαριασμό σέ κανένα. Τηλεφώνησε στόν Ζύλ καί τοῦ εἶπε πώς θά τόν περίμενε κανονικά, ὅπως κάθε μέρα, στή μία, στό γνωστό μπιστρό.
Ὅταν ἐκεῖνος ἔφτασε, ἡ Μαρολύνα εἶχε ἤδη παραγγείλει τίς μπύρες καί τό φαγητό τους. Εἶπε ὅτι σήμερα κερνοῦσε αὐτή. Ὁ Ζύλ δέν ἔδειξε ἔκπληξη οὔτε κι ἀδιαφορία. Ἔπινε τή μπύρα του μέ μεγάλες ἀργές γουλιές. Συζητούσανε σάν φίλοι πού βρέθηκαν τυχαῖα. Ὅταν ἐκεῖνος σηκώθηκε γιά νά ἐπιστρέψει στό γραφεῖο του, τόν χάϊδεψε φευγαλέα στό πρόσωπο. Ὕστερα πῆρε ἀπ' τή γκαρνταρόμπα τοῦ μπιστρό τή βαλίτσα της καί σέ λιγότερο ἀπό μιά ὥρα πετοῦσε γι' Ἀθήνα.
***
Ἡ Εὔα τήν περίμενε στό ἀεροδρόμιο τοῦ Ἑλληνικοῦ, μιά καρδιά ὁλόκληρη, νά τήν ἀγκαλιάσει. Κούρνιασε μέσα της κι ἦταν σάν φωλιά πού δίπλωσε ὁ πλανήτης σύμπας, νά τήν περιφυλάξει. Τῆς εἶχε τηλεφωνήσει ἀπ' τό ἀεροδρόμιο τῆς Ζυρίχης ἡ Μαρολύνα, λίγο πρίν ἐπιβιβαστεῖ στό ἀεροπλάνο πού θά τήν ἔφερνε πίσω. Κι εὐτυχῶς, τήν πρόλαβε σπίτι της ἀκόμα. Μέ τό "Εὔα..." πού ξεστόμισε, "Γύρισες;" τή ρώτησε κείνη. "Ὄχι, σέ λίγο φεύγω..." τῆς ἀπάντησε, "Θά 'μαι ἐκεῖ καί θά σέ περιμένω" τή βεβαίωσε ἡ Εὔα καί κλείσανε.
Δέν χρειάστηκε νά ποῦνε τίποτα. Ἡ Εὔα τήν παράσυρε σ' ἕνα παραθαλάσσιο καφέ στή Βουλιαγμένη κι ἡ Μαρολύνα ἀφέθηκε νά γλιστρήσει σ' αὐτό τό χωρίς λόγια πού τίς βάραινε καί τίς ἔδενε καί τίς δυό, πού τίς φυλάκιζε καί τίς λευτέρωνε συγχρόνως. Ψηλαφοῦσε τήν τρυφερότητα στή φωνή τῆς Εὔας, στίς κινήσεις της, ἀναγνώριζε στιγμή-στιγμή, βῆμα-βῆμα τό ἀπωλεσμένο ἀγκάλιασμα τῆς μάνας της, ρουφοῦσε τή σιγουριά τῆς Εὔας, ἀνάσαινε τόν πόνο τῆς ἐπιβεβαίωσης, κι ὅ,τι ἀνέσυρε, ἡ ἀποδοχή τοῦ κόσμου ὁλάκερου πού τήν ἔδενε μέ τό σήμερα καί τό χτές της, πού τήν σιγούρευε στό ξεσκέπαστο καί τό μετέωρο αὔριο.
Ἡ Εὔα βεβαιώθηκε γιά τίς σπασμωδικές κινήσεις ἑνός μωροῦ κυνηγημένου ἀπό τό ἔνστικτο τῆς ἐπιβίωσης καί θέλησε νά τῆς μοιράσει ἁπλόχερα τίς παραμέτρους ὅλες μιᾶς πορείας ὑγιοῦς κι ἀναμφισβήτητης. Δέν ἤξερε τί ἀκριβῶς ἔπρεπε νά κάνει γιά νά τό πετύχει, ἀλλά ἤτανε σίγουρη πόσο μετροῦσε ἡ Μαρολύνα στή ζωή της, ἔνιωθε τή χαρακιά τοῦ πόνου ἀπ' τόν πόνο της βαθιά στήν ψυχή της, καί σάν τόν οὐρανό ἀγκάλιασε τό σύγνεφο τῆς Μαρολύνας, τό 'σφιξε μέσα της, καταιγίδα τό μεταμόρφωσε, βροχή χαρισάμενη, κι ἄφησε ἕναν εὐεργέτη ἥλιο μετά νά τίς στεγνώσει καί τίς δύο, νά τίς ζεστάνει.
VI
- Σέ ζητοῦν στό τηλέφωνο τῆς φώναξε ἡ Λίτσα, ἡ συνάδελφός της.
Ἦταν ἡ Λένα. "Δέν εἴπαμε νά τηλεφωνηθοῦμε τό μεσημέρι σήμερα;..." τή ρώτησε, "ποῦ βρίσκεσαι;..." Τί νά τῆς λέει τώρα;
- Τί ἔγινε χτές λοιπόν;... Τί ἤθελε τελικά ὁ δικηγόρος τοῦ Νικήτα;
- Τί νά θέλει ἄλλο; Ἐπιμένει νά πᾶμε μέ "ἀντιδικία". Δέν καταλαβαίνεις; Κι ἔχει πείσει καί τόν πελάτη του νά μή βάζει σέ τίποτα ὑπογραφή. Νομίζω πώς θά πρέπει νά συναντηθεῖτε μέ τόν ἄντρα σου καί νά τοῦ ἑξηγήσεις. Θά μποροῦσα νά τό κάνω κι ἐγώ βέβαια, ἀλλά εἶναι καλλίτερα, νομίζω, νά προσπαθήσεις ἐσύ. Ἄν ἔχουμε μιά πιθανότητα ἐπιτυχίας, τότε μόνο ἐσύ θά μποροῦσες νά τά καταφέρεις.
- Καλά, Λένα, θά τό σκεφτῶ καί τά ξαναλέμε.
Ἔκλεισε. Δέν ἤθελε νά μιλάει ἀπ' τό γραφεῖο της κι ὅλας. Δέν τῆς ἄρεσε νά δίνει δικαιώματα γιά τήν προσωπική της ζωή. Κι ἔνιωθε πώς ὅλοι περίμεναν μέ τό ἀκουστικό τους νεῦρο σ' ἑτοιμότητα. Κάποιες φορές φανταζόταν πώς ὁλόκληρο τό δωμάτιο μεταμορφωνόταν σ' ἕνα τεράστιο αὐτί, ἕτοιμο νά καταπιεῖ καί τόν πιό ὑπόγειο κι ἀνεπαίσθητο ψίθυρο τόν πιό ἀθόρυβο ἦχο. Μιά κουβέντα ἀκούγανε κάποιοι συνάδελφοι καί τό κάνανε σήριαλ μετά. Κι ἐξ ἄλλου δέν εἶχε μαζί τους πολλά-πολλά. Ποτέ της δέν τό θέλησε. Δέν τό ἐπιδίωξε ποτέ. Οὔτε καί μέ τούς παλιούς οὔτε καί μέ τούς καινούργιους πού κάποια στιγμή τούς ἀντικατέστησαν.
Μετά τήν κουβέντα της μέ τήν Λένα, ἡ ἐξέλιξη πού ἔπαιρνε ἡ ὑπόθεσή της τήν ἐκνεύριζε. Μά δέν ἤθελε νά 'χει πιά καμιά σχέση μέ τόν Νικήτα. Καμιά! Τίποτα κοινό νά μοιραστοῦν, τίποτα νά χωρίσουν. Κι ἄν γινόταν, θά 'θελε μέσα σέ μιά στιγμή, νά 'κλεινε τά μάτια της, νά κλείδωνε τό μυαλό της, ν' ἀσφάλιζε τήν ψυχή της κι ὕστερα ἀπό ἕνα δευτερόλεπτο, νά 'χαν τελειώσει ὅλα. Καμιά ἐκκρεμότητα ἀπό κεῖ καί μετά. Καμιάν ἐπαφή. Καί τώρα... Τώρα τῆς προέκυπτε νά πρέπει νά συναντηθεῖ μέ τόν Νικήτα. Νά πρέπει νά διαπραγματευτεῖ μαζί του κι ὅλας τήν ἀξιοπρέπειά τους. Κι ὄχι μόνο τή δική της ἀλλά καί τή δική του ἐπίσης. Αὐτή! Ἡ Μαρολύνα ἔπρεπε νά φροντίσει ξανά καί γιά τούς δυό τους. Τῆς ἀνέβαινε τό αἷμα στό κεφάλι ὅσο τό σκεφτόταν κι εὐτυχῶς πού ἡ ὥρα πῆγε τρεῖς κι ἔφτασε τό "σχόλασμα", ὅπως συνήθιζε ν' ἀστειεύεται.
Γύρισε σπίτι της ἀργά τό βράδυ. Μετά τό γραφεῖο πέρασε ἀπό τά μαγαζιά καί ψώνισε. Πάντα, ὅταν πιεζόταν, ψώνιζε. Κι ὔστερα ἀναρωτιόταν, ὅλα ἐκεῖνα πού ἀγόρασε, τί θά τά 'κανε. Ὅταν τά μαγαζιά ἔκλεισαν πῆγε σινεμά. Εἶδε Κισλόφσκι, τήν "Κόκκινη ταινία". Κατάκοπη κατόπιν ἐπέστρεψε. Ἀπό νωρίς τό ἀπόγευμα ἕνας τρομερός πονοκέφαλος τήν ταλαιπωροῦσε. Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, τόν ἔνιωθε νά τῆς διαβρώνει τό κεφάλι σάν νά 'ταν ὀξύ πού ἀπ' ὅπου πέρναγε γλιστρώντας μές στό αἷμα της τό δηλητηρίαζε. Ξάπλωσε προσπαθώντας νά χαλαρώσει. Κοίταξε πάνω. Τό ταβάνι. Ἄσπρο. Λευκό. Κατάλευκο. Νύχτα ἤ μέρα. Κενό. Λευκό τοῦ κενοῦ. Ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως γύριζε σπίτι της καί δέν μιλοῦσε, καί δέν εἶχε σέ κανέναν νά μιλήσει. Καί μερικές φορές σκεφτόταν πώς ἴσως καί νά 'ταν καλλίτερα ἔτσι. Χωρίς τήν παρουσία κανενός. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, πάντοτε ἀπ' ἔξω σου εἶναι οἱ ἄλλοι. Κι ἄν ἡ ἁρμονία κάπου μπορεῖ νά ὑπάρχει, ἴσως εἶναι στό νά μπορεῖς νά "τό βλέπεις" καί στό νά καταφέρνεις νά "τό δέχεσαι" συγχρόνως.
Σηκώνεται. Τίποτα πρός τό παρόν ἀνάμεσα στόν ὕπνο πού περιμένει κάι στόν ὕπνο πού δέν ἔρχεται δέν τή βολεύει. Κι ὁ πόνος τήν κατευθύνει σέ παράταιρες διεξόδους. Ἀνοίγει τήν τηλεόραση καί τήν ἀφήνει νά μιλάει, ὑποκατάστατο κουβέντας. Οἱ εἰκόνες της χάνονται, ἀλλάζουν μέ ἄλλες. Τά πρόσωπα, οἱ σκηνές, ὅλα ἀλλάζουν. Φεύγουν. Ταξιδεύουν σ' ἄλλες παραστάσεις, σέ χαρές ἄλλες, σέ δράματα ξένα. Φθίνουν. Ἔτσι ὅπως κάποτε φθίνουν κι οἱ ἄνθρωποι μές στήν ψυχή μας, σκάβοντας συγχρόνως λαγούμια δραπέτευσης καί, κάποιο πρωΐ, τό κελλί μας βρίσκεται ἄδειο.
Ἐπιτρέπει λοιπόν στήν τηλεόρασή της νά παίζει. Νά τῆς ἁρπάζει λέξεις, προτάσεις, σκέψεις. Λέξεις πού δέν ἔχει πεῖ καί πιθανόν ποτέ δέν θά τίς ἔλεγε. Σκέψεις πού ξεστρατίζουν τήν πορεία τῆς σκέψης της. Κι ἄλλο δέ συμβαίνει τελικά, παρά νά βιάζονται οἱ νύχτες της, ὅπως κι ἀπόψε, μέ παράσιτα μοναξιᾶς, ἰδιαζόντως ἐπώδυνα.
Παρ' ὅλ' αὐτά, δέν τήν ἐνοχλεῖ νά μένει μόνη. Κι ἴσως κυρίως τό ἐπιδιώκει κι ὅλας, τό θέλει.
Θυμήθηκε τό βράδυ ἐκεῖνο τοῦ περυσινοῦ χειμώνα πού ὁ Νικήτας ἔλειπε ἐκτός Ἀθηνῶν γιά δουλειές κι ἡ Εὔα μέ τόν Ἄλκη τήν εἴχανε παρακαλέσει νά μείνει μέ τά παιδιά τους, ἀφοῦ ἐκεῖνοι δέν κατάφεραν τελικά νά ξεφύγουν ἀπό μιάν ἀνειλημμένη κοινωνική τους ὑποχρέωση.
Τά παιδιά τους τήν ἀγαποῦσαν καί μερικές φορές τό ἐπιζητοῦσαν κι ὅλας νά μένουν μόνα τους μαζί της. Νόμιζαν πώς κάτι πέρα ἀπό τά συνηθισμένα τους ὅρια θά μοιράζονταν μέ τήν Μαρολύνα, πώς θά τό 'σκαγαν, πώς κάτι ἀπαγορευμένο θά σκάρωναν, ἀκόμα κι ἄν τό 'ξεραν πολύ καλά πώς καί τό παραμικρό δέν θ' ἄλλαζε ἀπ' τό καθημερινό τους πρόγραμμα. Τούς ἀρκοῦσε ἴσως καί μόνο τό διάβασμα ἑνός παραμυθιοῦ παραπάνω, τό βούλιαγμα σέ μιάν ἀγκαλιά ἄλλη ἀπό ἐκείνη τῆς μάνας ἤ τοῦ πατέρα τους, ἡ μυρωδιά τῆς ἀγάπης ἔστω ἀπό ἕνα σῶμα πού ἡ ζέστα του εἶχε ἐξ ἴσου, γι' αὐτούς, μιάν ἀποκλειστικότητα.
Τούς εἶχε βάλει γιά ὕπνο πιά καί μές στή γαλήνη τοῦ βιβλίου πού διάβαζε ἀφουγκραζόταν τίς ἀναταράξεις τοῦ ὕπνου τους, τά παιγνίδια τῆς ἀναπνοῆς τους πού ἄλλοτε σιγομουρμούριζε κι ἄλλοτε μούγκριζε σάν τραῖνο πού σκαρφάλωνε σ' ἀνηφοριές ἀπότομες.
Τήν τελευταία φορά πού κοίταξε τό ρολόϊ ἔδειχνε δύο τά χαράματα κι ἡ Εὔα μέ τόν Ἄλκη δέν εἶχαν ἐπιστρέψει ἀκόμα. Ὕστερα ἕνα χέρι ἁπαλό, ἕνα χέρι πού τρυφερά τή σκέπαζε μές στή νύχτα, ἕνα φτερό σάν ἀγγέλου πέρασε πάνω ἀπ' τά μαλλιά της, τήν ξύπνησε, τό βλέμμα τῆς Εὔας τή φώτισε, τύλιξε στό χνούδι του τήν καρδιά της, τήν ἀνάπαυσε...
Ἔτσι κι ἀπόψε, πού τό ρίγος τῆς σιωπῆς μέ τήν ἀνάσα του τήν πνίγει, ἡ σκιά τῆς Εὔας εἶναι πού τήν τέμνει καί τήν παρηγορεῖ προσωρινά, τήν παραδίνει...
[συνεχίζεται]

3 σχόλια:

Ο ψεύτικος Πέτρος είπε...

Βλεπωντας την φωτογρ. του Elliot διπλα θυμηθηκα οτι ειναι ο δημιουργος που με εχει δυσκολεψει περισσοτερο απο ολους...
Επεστρεψα...
Καλο φθινοπωρο...

Νατάσα Ζαχαροπούλου είπε...

Καλησπέρα,
μόλις τώρα εἶδα τό σχόλιό σου. Γι' αὐτό κι ἐγώ τόν "ἀπομάκρυνα", γιά νά μή σοῦ θυμίζει τίς δυσκολίες... Τυχαῖο ἦταν πού τόν εἶχε "ἀγαπημένο" ὁ Σεφέρης;

superior είπε...

balenciaga handbag
balenciaga handbags
balenciaga
balenciaga bags