Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Η στάχτη


Πρίν ήταν σκοτάδι᾿ και σαν κραυγή ευτυχισμένη μια λάμψη έπειτα άστραψε, να, εδώ! ένα κλασματάκι χρόνου τοσοδούλι! έτσι όπως χάραζε το Μετά - και νά 'μαι!
Ενα φύλλο μικρή, σαν άφτερη, μα γεννημένη οπωσδήποτε, και σαν νά 'μοιαζα μπορεί με πεταλούδα, θά 'λεγα γκρίζα, με μαύρες κάπου-κάπου πάνω μου πινελιές. Έτσι ξεπετάχτηκα απ' τη φωλιά της μάνας μου Φωτιάς και του πατέρα μου Καπνού.
Κι η γνωριμία τους - προξένεμα κατάλαβα πως ήταν. Ένα Χέρι κι ένα Στόμα τους σπρώξανε να γνωριστούν. Που αν δεν γινόταν, ίσως και να μην ήξερε κανείς τους γι' αυτό το πάθος.
Που ήταν συνεννοημένοι από πριν αυτοί. Και το Χέρι οδήγησε στο Στόμα κι ύστερα έβαλε στον Καπνό Φωτιά, που μιαν αχλύ πυκνή να πιεί το Στόμα. Ρουφηξιά βαθειά κι ακριβώς μ' απόλαυση. Και που η μάνα μου, αχόρταγη πάντα, όρμησε στον πατέρα μου απολυταρχικά και τον αγκάλιασε με τα μέλη της όλα, και με τον έρωτα που καίγοντας τρώει τα πάντα, τον πήρε μέσα της, όσο δεν πάει άλλο βαθειά κι έκαναν έρωτα με παραφορά, μέχρι που εντελώς καήκαν - και βγήκα!
Σ' ένα χωράφι προσγειώθηκα στρογγυλό και μαύρο. Με τοίχους ψηλούς ολόγυρα, ασφυκτικούς. Μα διαπίστωσα: η κοινωνία μας δεν είχε βάρος. Παρ' όλο που είμαστε πολλοί - ορδές να πω από δαύτες. Όμως γιατί μας περικλείνουν; Δεν ήξερα τίποτε από φόβο ακόμα. Όπως κι ότι, μια συγκέντρωση να κάνουμε όλοι μαζί, σκεπάζουμε τα πάντα. Ίσως γι αυτό -όπως στην πορεία μου ανακάλυψα - μας κρατάνε χώρια. Μυριάδες απ' τα γκέττο μας υπάρχουνε στον κόσμο. Που μιά ζωή δεν φτάνει, σίγουρα, να τα μετρήσω όλα. Διάφανα, μικρά, μεγάλα, μονόχρωμα, χρωματιστά᾿ κι όλα στα τείχη τους ψηλά έχουνε πολεμίστρες, έτσι για να νομίζεις ότι μπορείς να φτάσεις για να βγεις᾿ μα δεν υπάρχουν σκάλες ούτε κοψίματα στους τοίχους ή τίποτα προεξοχές για να πιαστείς, έστω και ν' ακουμπήσεις. Ίσιοι, κατάϊσιοι, απότομοι, ολισθηροί, με μιά καμπύλη απατηλή εκεί που αρχίζει η επίπεδη επιφάνειά τους ν' ανεβαίνει. Μέχρι που φτάνοντας εκεί, λές "θ' ανέβω!"... και να πέφτεις.
Ούτε από εχθρούς ήξερα ακόμη. Μα έμαθα, εχθροί μας τουλάχιστον το νερό κι ο αέρας. Το νερό μας πνίγει κι ο αέρας μας σκορπίζει. Γιατί, αν δούνε οι κατασκευαστές μας, -αν υπάρχουν ή αν από μόνοι μας είναι που φτιαχνόμαστε - μια διάθεση με τον αέρα η φυλή μας να συμμαζευτεί ή να επιβιβαστεί στις πλάτες του και να μετακομίσει, ανοίγουνε τις κάνουλες ή μια βροχή διατάζουνε να πέσει κι όλους μας πνίγουνε στο βούρκο και στη λάσπη. Κι είδα πως ανοχύρωτοι είμαστε, έρμαια σ' οποιανού τη θέληση. Γιά ό,τι!
Βέβαια, ο αέρας, πολλές είναι και φίλος μας. Το εισιτήριό μας γι' άλλους κόσμους, για γνωριμίες άλλες. Γι αυτό και τη μέρα που γεννήθηκα -και φύσαγε- γι άλλους ήταν χαρά και γι άλλους λύπη.
Για μένα ή δεν ξέρω πράγματι... ή δε θυμαμαι. Κι οι γονείς μου, που κάηκαν την ώρα που με γέννησαν, δεν ξέρω αν πρόλαβαν να καταλάβουν, αν πρόλαβαν να σκεφτούν, μα έμεινα μόνη εξ αρχής, όπως, βέβαια, τόσα και τόσα χιλιάδες άλλα παιδιά-Στάχτες.
Κι οπωσδήποτε δεν ξέρω αν οι γονείς μου πρόλαβαν να σκεφτούνε κι άλλα... Γιατί μπορεί να γνώριζαν, κι από μόνοι τους να μην είχαν πρόθεση να 'ρθούνε σ' επαφή. Γιατί μπορεί κι απ' άλλους νά 'χαν δει τι πρόκειται να πάθουν. Και δεν είμαι σίγουρη πως από μόνοι τους θα επέλεγαν το θάνατο προκειμένου ν' αφήσουν μιά ζωή άλλη να υπάρξει, έστω και μένανε - τη Στάχτη, δεν ξέρω αν ήταν βέβαιοι πως κι ο έρωτας άξιζε να δοκιμαστεί, κι ας ήτανε, μετά απ' αυτόν, το τέλος.
Και δεν είμαι σίγουρη ακόμα τι ρόλο σ' όλα παίζει η Μοίρα. Αν επιλέχτηκαν απλά για μένα ή για να καούν απλώς, έστω και την ώρα που μαθαίνοντας, κάτι θα είχαν καταλάβει. Μα που δεν πρόλαβαν και να το πούνε σε κανέναν. Σαν μυστικό, που απαγορεύεται στους αιώνες να διαρρεύσει.
Ούτε είμαι και σίγουρη, αν για τη δική μου μοίρα τελικά, να παίξουν έπρεπε και να καούν. Ούτε κι αν από περιέργεια για κάτι που δεν ξέρανε απλά ή μόνο και μόνο, αν για τον έρωτα αυτόν καθαυτόν ή κι απ' αδυναμία για τό όχι, ή και για να νομίζουνε τελικά πως κάτι υπάρχει παραπάνω ή παρακάτω -που μπορεί και τίποτα να μην υπάρχει- ή μόνο και γιατί, παιγνίδια κι οι ίδιοι εκείνων που τους φτιάξανε, για να τους βλέπουνε, να τους χαζεύουν και πράγματι να μη νοιάζονται για τα παιγνίδια τους ποτέ, γιατί απλά, οι δρόμοι που μας δίνουνε πάντοτε είναι προδιαγεγραμμένοι.
Έτσι λέω, κι επειδή δεν είμαι σίγουρη τελικά πως έπρεπε κάποιος να καεί για να υπάρξω... Κι ειδικά αν ήτανε, για να μάθαινε τον έρωτα απλά και μόνο. Ακόμα κι αν εγώ γι αυτόν δεν ξέρω να μιλήσω.
Έστω κι αν με πήρε ο αέρας απ' τη μέρα που γεννήθηκα και με ταξίδεψε τριγύρω και σ' άλλα χωράφια πέταξα, προσγειώθηκα κι έμεινα λίγο να γνωρίσω. Κι αν τον έρωτα τον μύρισα παντού ένα γύρω. Κι ας μη τον γεύτηκε το γένος μου ποτέ, που και το πιό ερωτικό απ' όλα είναι, ό,τι και να λεν τα άλλα. Γιατί το γένος μου ανέραστο είναι πράγματι. Αλλά ό,τι το ερωτικότατο, το πλέον στερημένο είναι. Κι ανέραστο, γιατί απ' όπου να το πιάσεις διαλύεται.
Κι ας κουβαλάει ό,τι σφοδρά επιθυμεί και που ποτέ δεν θα γνωρίσει. Γιατί ποιός μιά Στάχτη σαν και μένα - την κάθε Στάχτη, αλήθεια - ποιός λέω και πού να την αγγίξει ή να την κρύψει έστω, και πόσο άραγε κι από το πλέον τρυφερά, με τρυφερότητα σε κάποια να την ακουμπήσει αγκαλιά, που και με την επαφή μονάχα -και σίγουρα άθελά του - μπορεί και να την κάνει λιώμα;
Έτσι έμεινα ελεύθερη. Χωρίς να νιώθω περισσότερο απ' όσο να μου φαίνεται πως μου αρκεί. Κουβαλώντας πάντως. Ναι, κουβαλώντας κι όλα που θα 'πρεπε νά 'χω ξεφορτωθεί. Κι ίσως αυτό είναι που μου δίνει λίγο βάρος... Βάρος για να πατάω κιόλας, να μην υψώνομαι συνέχεια, να μην πετάω όλο, προσωρινά να δείχνω ότι ριζώνω, μα να καθυστερώ αλήθεια, να μένω λίγο παραπάνω, τόσο λίγο, να, ίσα που να μη προλάβει τ' όποιο να μου αφαιρέσει απ' το βάρος μου και το ελάχιστο έστω᾿ τόσο ακριβώς να μένω.
Γιατί είμαι μικρή σαν σφαίρα κι ας μη τυλίγει μέταλλο κανένα το κορμί μου. Κι όλο από λίγο στο κάθε μου ταξίδι χάνω. Ἀπ' το κορμί μου περισσότερο, μα κι από την ψυχή μου ακόμα. Έτσι᾿ νιώθοντας άπρακτα πως λιγοστεύω κι αναίτια. Και με τα βάρη, απ' ό,τι δεν ολοκληρώνω να γίνονται συχνά αφόρητα. Ὠστε, αν με ρώταγαν, θά 'λεγα πως γερνάω. Πως απ' αυτό ακριβώς γερνάω: που βαραίνω. Κι ας μου λένε πως όσο το βάρος και η γνώση. Ξέρω πως αμάθητος γερνάει κανείς, αλλά μαθημένος και νέος για πάντα κανείς δεν μένει.
Κι αυτό που πιό πολύ κατάλβα με τ' όνομά μου έχει να κάνει. Με τ' όνομά μου κι όλων μας. Που μας φωνάζουν "Στάχτες". Ούτε καν "Στάχτη 1" ή "Υποστάχτη" ή όπως τέλος πάντων. Στάχτες μας λέν απλά, χωρίς διακριτικό. Έτσι όπως το Ποίμνιο δηλαδή. Που μιά λέξη-εικόνα είναι κι αυτό. Και που, πάντως, πάει όλο μαζί. Το Ποίμνιο αδιαίρετο!
Κι άν ξεχωρίζουν κάποιοι, από τυχαία μεσολάβηση θά 'γινε ορισμένων παραγόντων. Έτσι μας το πουλάνε και τ' αγοράζουμε έτσι. Μα το πιστεύουμε κιόλας. Ώσπου κι αυτοί, σ' ένα σωρό άλλο, παραπέρα ν' ανακατευτούν για το ίδιο τέλος, αναπόφευκτα.
Γι αυτό πετάω και πάω. Και λίγο μένω. Μ' ένα ταξίδι που σ' άλλα φεύγει και στα ίδια τελικά γυρίζει. Κι όποιος, κι ό,τι τυχαία μ' ακούμπησε, ή όποιον κι ό,τι τυχαία το αγγίζω, μου πήρε και κομμάτι. Μα, λέω, κι αν τό 'χα τι να τό 'κανα; Καλλίτερα που τό 'δωσα. Έτσι κι αλλιώς για κείνον που δεν ένιωσε και που δεν οίδε ακόμα, και το απότμημα απ' τη Στάχτη, στάχτη πάντοτε θα μένει.
Κι αν υποθέσω πως μια εφεύρεση το γένος μου, σαν τόσες άλλες είναι, και που από αιώνες έρχεται και σε αιώνες πάει, χωρίς με κάποια επανάσταση να σηκωθεί καμιά, απλώς μ' ένα τρόπο μυστικό μονάχα η λέξη-εικόνα μας, που πεταμένη μόνιμα είναι, μπορεί στο τέλος φτάνοντας -και που πράγματι το τέλος θά 'ναι- εκείνη να τα λέει και να τα δείχνει όλα.
Κι αν κάποιος παραπέρα ή παραπίσω μείνει για να πει, νά 'χει μιά λέξη μόνο που θα γράψει ή που θα συλλαβίσει έστω στα μουγγά και νά 'ναι τ' όνομά μας: Στάχτες.

1 σχόλιο:

alerts είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.