Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Ἐνα μεσημέρι


Σκέφτομαι το κρεβάτι μου πού 'γινε ξένο τελικά. Έτσι όπως ήρθες κι είπες κάποια στιγμή "νυστάζω" -και πού καλλίτερα να σού 'στρωνα;- και σού 'φτιαξα εκεί να πέσεις. Κι έγινε ξένο ολωσδιόλου!
Μα λέω, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς το σώμα σου αγκαλιάζει, των αισθήσεών σου περιφρουρεί τήν άψη, βάρκα σου γίνεται σε πέλαγα σε πηγαίνει νέα, το κρεββάτι μου-καρυδότσουφλό σου, το κρεββάτι μου-ορμητήριό σου για ξέφρενα πάθη και πειρατικά, με τ' άρμπουρα ξεσηκωμένα ν' αρμενίζουν στους ανέμους που δεν έχουν κρατημό και που προορισμό, οπωσδήποτε, δεν έχουν. Για τα πάθη όλα και τα βάθη. Μέχρι εκεί, που να χτυπήσουν σ' όρμους εξαίρετους πηγαίνουν και μετά ν' ανακυλήσουν.
Τη γούβα που θα σκάψει το κορμί σου σκέφτομαι, μα λέω πάλι, πως μπορεί κι εκεί που η δική μου κιόλας έχει σκαφτεί να βουλιάξεις, και θέλω νά 'ρθω δίπλα σου. Στο κρεββάτι μου είσαι, λέω, και θέλω και δεν μπορώ κι αναρωτιέμαι πώς, με τρόπο άραγε ποιόν να γραπωθώ απ' αυτό που σε περιφυλάγει και να κουρνιάσω δίπλα σου, στου σώματός σου τη φωλιά και στο ελάχιστό μου να συρρικνωθώ, να φτάσω στων παραμυθιών τα πέρατα...
Λέω, θέλω! κι αναιρούμαι. Μα, θέλω! Κι ας μου θυμώσεις που θα με δεις, κι ας αγριέψεις που σε ξυπνάω τελικά, κι ας με σκουντήσεις μ' όση δύναμη να πέσω, να χαθώ σε πέλαγο αδυσσώπητο, να εγκαταλειφτώ, ν' αδειάσω. Και με τα χέρια σου κουπιά μετά, να δώσεις μιά και να χαθείς σε τρικυμίες άλλες, επώδυνες κι απόμακρές μου, που να τις βλέπω να περνούν και να σ' αρπάζουν στους φλοιούς του κύματος τους ψηλούς περιφραγμένος, στους πιό ακράτητους και βιαστικούς. Αρκεί που θα σε πάρουν. Που να σε πάρουν μονάχ' από μένα θέλουνε και τίποτ' άλλο...
Μα σκέφτομαι, μπορώ να μας γλιτώσω. Μ' ένα δίχτυ θά 'ρθω κι από τον ύπνο θα σ' αρπάξω! Δεν μπορεί αυτός, λέω, όλα, κι εγώ τίποτα... Κι εγώ στην αναμονή απλά που να μη ξέρω γιά πόσο και για τι.
Ν' ανοίξω την πόρτα σου λοιπόν ή μη; Μα κι αν αλήθεια, μιά πρόφαση η σιέστα σου όλη κι όλη, κι αν με περιμένεις κι ήδη έχω αργήσει, πώς να σου δικαιολογηθώ που δεν κατάλαβα αμέσως, κι αφήνω το χρόνο να χάνεται, που σ' αφήνω τόση ώρα κιόλας να διψάς στην τόση αρμύρα, κι ακόμα να μην έρχομαι;
Θά 'ρθω! λέω λοιπόν. Μα μένω ακίνητη, να στριφογυρίζω μόνο στην καρέκλα, που τρίζει κιόλας -και μου σπάει τα νεύρα που μαρτυράει τις σκέψεις του κορμιού μου-, π' ουρλιάζει τους ψιθύρους του και θα με πάρουν είδηση, σκέφτομαι, κι οι άλλοι, και πετάγομαι "να φτιάξω έναν καφέ", λέω, "μπά, θα πάω να δω αν δρόσισε πίσω στο μπαλκόνι", αλλά εδώ μένω καρφωμένη, να βλέπω το κορμί σου στο κρεββάτι μου πάνω χαλαρό, τα χείλη σου μισάνοιχτα να πνίγουν του ύπνου σου ίσως τ' άλεχτα στο μαξιλάρι μου, -ναι, στο μαξιλάρι μου ακριβώς, σ' είδα πού ξάπλωσες- λέω "θα πάω να δώ πως στέκεται το κλήμα που στην περικοκλάδα του πνίγεται μα γι' αλλού δεν φεύγει, σαν και μένα που πνίγομαι εδώ" και πού να πάω;, που σ' έχω δίπλα και δεν ξέρω νά 'ρθω, πώς, κι αυτό το βήμα μου δεν έμαθε ποτέ να περπατάει, μα και μπουσουλώντας έρχομαι, αλλά δεν ξέρω τον τρόπο, κι όσο σε σκέφτομαι να ψαύεις στο σεντόνι, γύρω του, κάτω του, κι εγώ να μη σου είμαι, κι όσο σε σκέφτομαι με τα χέρια σου άδεια από εμένα...
Μα λέω, να, θ' ανοίξω σιγά, θα πω πως ν' αλλάξω θέλω ρούχα, κι άμα κοιμάσαι δεν θα μιλήσω, θα πέσω δίπλα σου απλά, έτσι αθόρυβα θα πέσω, σάν να μην είμαι εντελώς, κι η κίνησή μου σαν ελατήριο απ' το στρώμα θά 'ναι, τόσο ελαφριά, κι ακίνητη όλως!
Και θά 'μαι εκεί! Και θα βρω το μονοπάτι να εισχωρήσω κάτω από το χέρι σου, ν' αποπλανήσω την ανάσα σου και μέσα μου να κλείσω την εισπνοή σου και την εκπνοή, θα σ' αγγίξω, λέω, θα σ' ακουμπήσω επιτέλους, κι ας κοιμάσαι, θα σ' έχω πάντως, και πού θα πάει;, θα σε ξυπνήσω κιόλας, θα σε ξυπνήσω απαραιτήτως, θα σε γευτώ επειγόντως -κι είδηση ας μας πάρει όποιος θέλει- θα σε πάρω στα όπου μου και θα σ' αφομοιώσω εντέλει!
Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα. Ούτε κι ο χάρτης για το δρόμο που μας χώριζε χρειάστηκε στο τέλος, ούτε ρόδες, γρύλλοι, γερανοί, ούτε να σηκωθούν γέφυρες, να πέσουν άλλες, ούτε σιδερένια ή κέρινα φτερά, ούτε το βήμα μου ακόμη, ούτε κι αυτό δεν ήταν απαραίτητο να ξέρει πού να πάει. Τίποτα δεν χρειάστηκε. Τίποτ' απολύτως!
Την πόρτα που ανάμεσά μας ήταν άνοιξες και ήρθες και με πρόλαβες μ' ένα φιλί στο στόμα.

3 σχόλια:

giorgos είπε...

αν δεν κανω λαθως που δεν κανω μερικες φορες δεν χρειαζεται τιποτα απολυτος,μονο ενα ισος φιλι(πριν η μετα)αν ειναι δικα σου που μαλλον ειναι(γραφεις ομορφα):)αυτα κ αλλα πολλα προσεχως οταν τα διαβασω:)

Νατάσα Ζαχαροπούλου είπε...

Ενα φιλί χρειάζεται, έχεις δίκιο, αρκεί να μπορείς να το δώσεις, εκεί που βρίσκεσαι και μαζί με τους υπόλοιπους που μπορεί να βρίσκεσαι παρέα, και που μπορεί αυτό το φιλί να 'ναι "παράνομο" και να σε καίει τότε ακόμα πιό πολύ.
Σ' ευχαριστώ για τη γνώμη σου για τα κείμενά μου, και με χαρά θα περιμένω και τα υπόλοιπα, ακόμα κι αν είναι διαφορετική απ' ότι μέχρι τώρα.

intelligence είπε...

vuitton handbags
louis vuitton
hermes
hermes kelly bag
hermes bags