Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Κλειδιά - Κλειδί Α΄

Κυριακή μεσημέρι. Κατακαλόκαιρο. Η πολυκατοικία όλη αδειανή. Και κάθομαι τόσην ώρα εδώ, στο τελευταίο σκαλί ή στο πρώτο, ανάμεσα δευτέρου και τρίτου ορόφου, ούτε και που ξέρω πόση, μπορεί κι αιώνας νά 'ναι, μπορεί κι ένα τίποτα όσο ένα δευτερόλεπτο κι έχω περάσει από το στάδιο του πρώτου πανικού στην αμηχανία, τη δυσπραγία, να πώ καλλίτερα, μιας δεύτερης σκέψης πιό παραγωγικής και περισσότερο ουσιαστικής για την κατάστασή μου.
Ένα κουνούπι χαυνωμένο από τη ζέστη έχει λουφάξει σ' ένα κομμάτι τοίχου, ανάμεσα σε μία του γωνιά με το κάσωμα της πόρτα, ενώ μιά τεράστια μύγα, μιά πραγματική αλογόμυγα, εισέβαλε βομβίζοντας από το ανοιχτό παράθυρο του κλιμακοστασίου, γράφοντας τροχιές πάνω από το κεφάλι μου, δίχως ν' αφήνει και το παραμικρό ίχνος. Κι αυτή η χαραμάδα αντίκρυ μου μ' εμπαίζει ακόμη, η σχισμή της μειδίαμα σαρκαστικό-με τυραννάει.
Προσπαθώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω της κατεβάζοντάς το στα παπούτσια που φοράω, τι παπούτσια δηλαδή;, ο θεός να τα κάνει, έτσι χωρίς κορδόνια, με τη μιά τους σόλα να με ειρωνεύεται χαμογελώντας αυτή τη στιγμή, μισοχάσκοντας στη μιά της άκρη και με τα τακούνια τους φθαρμένα, αν και λαστιχένια. Σημάδια της φθοράς από τα χιλιάδες βήματα στον ίδιο χώρο -του σπιτιού κυρίως˘
Και σκέφτομαι, έτσι όπως κάθομαι εδώ, ότι, καμιά φορά, και για τα πιό μικρά κι ασήμαντα περιστατικά της ζωής μας, είμαστε το ίδιο απροετοίμαστοι, όπως και στα μεγάλα και καθοριστικά. Πού τάχα να το φανταστώ, την ώρα που κατέβαινα να πάρω κάτι ντοσιέ από το αυτοκίνητό μου, πως θα κλεινόμουν έξω;
Κρατούσα τα κλειδιά του αυτοκινήτου στα χέρια μου και νόμιζα πως είχα πάρει και του διαμερίσματος. Και το σκεφτόμουν συνεχώς, ακόμα και την ώρα που δυό-δυό βιαστική πηδούσα τα σκαλιά, να προσέξω μή και τα ξεχάσω!
Πάντα αυτή η αγωνία με συντρέχει πριν φύγω από το σπίτι. Από τότε που μένω μόνη μου δηλαδή. Οπου κι οσο κοντά κι αν πρόκειται να πάω. Και να ντύνομαι και να υποδένομαι καλά. Και τώρα, πώς την πάτησα έτσι; Κι έμεινα χωρίς λεφτά, χωρίς το τηλέφωνο, έχοντας αλλάξει εν τω μεταξύ τόσα μοντέλα κινητών, καταλήγοντας στο λιλιπούτειο ετούτο ακριβώς γι αυτό: Να χωράει και στην παραμικρή μου τσέπη. Διαθέτει μάλιστα ενσωματωμένο κι ένα πενσάκι, για να πιάνεται στην όποια πτυχή υφάσματος.
Φοράω κι όλας και δαύτα τα παλιόρουχα, που δεν είναι ούτε και στον καθρέφτη μου να κοιταχτώ -το παντελόνι μιας θεόπαλιας εμπριμέ πυζάμας κι ένα μακώ μπλουζάκι χιλιολυωμένο από πάνω, ξεβαμμένο από τα πολλά πλυσίματα στα καυτά νερά του πλυντηρίου, μα που όμως είχε το άτιμο ένα χρώμα κάποτε! -βαθύ μπλέ, εκείνο το βαθύ του ναυτικού, το αγαπημένο μου, σαν ώρα δειλινού στα πρόθυρα της νύχτας, μπά!..., σαν πέλαγος μάλλον, που το κοιτάζεις ψάχνοντας την άκρη του και δεν μπορείς να βρεις σταλιά ορίζοντος, σαν που δεν έχει καν ορίζοντα δηλαδή, κι είναι ακριβώς ορίζοντας το ίδιο - πόσο κι όλας για να εμφανιστώ στο περίπτερο της γειτονιάς, που όλο στο τηλέφωνο η περιπτερού, στο χάζι και το κουτσομπολίο... Άσε που Αυγουστιάτικα είναι κλειστό κι αυτό...
Μα να μη πάρω τα κλειδιά μαζί μου! Μου φαίνεται..., τι μου φαίνετα, που είμαι εντελώς σίγουρη πως τα βλέπω στην άκρη του γραφείου μου ακουμπισμένα από χτες βράδυ... Ή μήπως τ' άφησα στο τραπέζι της κουζίνας; Μήπως... Έχω την εντύπωση ότι τα βλέπω παντύ! Όπου και να γυρίσω! Μόνο στα χέρια μου δεν τα βλέπω, που να πάρει!.. Έμπνευση που την είχα όμως Κυριακάτικα!;...
Πρέπει να βρω τρόπο, σκέφτομαι, οπωσδήποτε! Να ειδοποιήσω κάποιον κλειδαρά. Πώς όμως; Κι η πολυκατοικία ολόκληρη είναι άδεια λόγω διακοπών. Μόνο... Α, ναι, μονάχα εκείνος ο μουρτζούφλης του τρίτου είναι 'δω... Τον ακούω πού 'χει βάλει την ηλεκτρική πάλι και την πάει βόλτα πάνω-κάτω στ' απάτητά του μάρμαρα. Θα τα φάει στο τέλος. Είναι όμως κάτι υποχόνδριοι κι αυτοί οι άντρες!... Κι αφού δεν πατάει σπίτι του κανείς! Αλλά τι να περιμένεις;
Ως χτες έμενε με τη μάνα του, αυτός να της πλένει, αυτός να της σιδερώνει, να της μαγειρεύει, να την ταΐζει στο στόμα... Πού να πάρουν γυναίκα οι σπάγγοι κι οι δυό τους... Καλλίτερα, βεβαίως, γλίτωσε η κακομοίρα, η όποια, από δαύτους. Είχανε μιά, πριν δυό-τρία χρόνια, κι όταν δεν της φώναζε αυτός: "Σιγά τή μάνα!, θα μου την πεθάνεις, άχρηστη, παλιορώσσα!", σήκωνε το μπαστούνι η γριά κι όλο την απειλούσε κι όλο την καταριόταν. Είναι η αλήθεια, βέβαια, πως έπασχε από άνοια η μάνα, αλλά κι αυτός-τρομάρα του... Πού να του χτυπήσω το κουδούνι; Δεν τρελλάθηκα! Για να με βρίσει;
Έτσι κι αλλιώς, από τότε που ήρθα εδώ μέσα, με μισό μάτι με κοιτάζει. Με κείνο το μάτι το μισόκλειστο, κάτω από το δεξί ποντικοφαγωμένο φρύδι. Δικαστικό (μπλέχτηκε, τον μπλέξανε, δεν ξέρω, δεν κατάλαβα κι ακριβώς τότε τα γεγονότα, τι σημασία έχει;, ακούστηκε από τα κανάλια ότι τά 'παιρνε, ε, στις μέρες μας κι η Δικαιοσύνη εκσυγχρονίστηκε κι έγινε ανοιχτομάτα) και πήρε σύνταξη πριν την ώρα του. Με μιάν υπόδειξη συνέχεια και με μιάν επίπληξη. Όπως κάποιοι έχουν, ας πούμε, σαρκώδη χείλη ή φιλήδονα, αυτός μονάχα δυό γραμμές ίσιες, άχρωμες και στεγνές: Μιάν υπόδειξη και μιάν επίπληξη! Κι η γλώσσα του-το ηθικόν δίδαγμα. Τη σέρνει βαρειά και στεγνή πάνω στο σουρωμένο στόμα του στο τέλος κάθε φράσης. Κι ύστερα μπαίνει στο ασανσέρ χτυπώντας την πόρτα με δύναμη. Λες κι υπογραμμίζει τα προλεγόμενά του κάθε φορά κάι φεύγει αφήνοντάς σου πίσω του τη φρίκη της μίζερης ζωής του.
Όχι, οπωσδήποτε, αυτουνού δεν του χτυπώ την πόρτα! Μα τι να κάνω;... Νά 'χα μιά σκάλα εύκαιρη τουλάχιστον... Να τη στεριώσω στη μεριά του κήπου από το πίσω μέρος της πολυκατοικίας πού 'ναι υπερυψωμένο, να σαλτάρω στο γύψινο διακοσμητικό της ζαρντινιέρας, να πιαστώ ύστερα από τα κάγκελα του μπαλκονιού του πρώτου ορόφου και να πηδήσω μέσα... Οι κλέφτες πώς τα καταφέρνουν δηλαδή; Δεν έχουν αφήσει όροφο για όροφο. Από το ισόγειο ως τον όγδοο. Από τα μπαλκόνια, από τα σίδερα στις τέντες, από παντού. Τι καλλίτερο διαθέτουν έκείνοι, για να καταλάβω;.. Μα πού να βρω τη σκάλα;
Αλλά και να τηλεφωνούσα και να 'ρχόταν έστω κάποιος κλειδαράς, πώς να με δει έτσι ο άνθρωπος; Λείπει, που να πάρει, κι ο συγκάτοικος του διπλανού μου διαμερίσματος. Αυτός μάλιστα! Ευγενής και διακριτικότατος...
Κι είναι μιά παρηγοριά, σκέφτομαι, που είχα στο αυτοκίνητό μου τσιγάρα. Αλλιώς τι θά 'κανα, μέσα σ' αυτήν την απραξία, άκαπνη κι όλας;... Κι ότι είχα αποφασίσει από σήμερα, Κυριακή, να καπνίσω όσα κι όσα, κι από το βράδυ απόψε να το κόψω... Τι να το κόψω μέσα στην τόση σύγχυση; Πάμε για την άλλη βδομάδα τώρα... Αν έχω καταφέρει ως τότε να μπω στο σπίτι μου βεβαίως...
Όπου και να γυρίσω βλέπω κλειδιά μπροστά μου, χιλιάδες, εκατομμύρια κλειδιά, κλειδάκια, passepartout αντικλείδια και μόλις πάω να τ' αγγίξω-χάνονται. Σαν την Αθανασία του Αιγάλεω, λέω, θα καταντήσω κι εγώ, λίγο ακόμη και θα παραπαίω στα οράματα. Κι αντί γι' άλλα Θεοποιά σημάδια στο κορμί μου, εμένα θα μου ζωγραφίζονται κλειδιά.
Θα μού 'ρχονται έτσι μυστήρια κι απόκρυφα σινιάλα, θ' ανοίγω πόρτες, ψυχές, καρδιές βασανισμένες για μια τόση δά μικρή ελπίδα κι οι Θύρες του Παραδείσου επί πλέον θα σείονται και θα τρέμουν, θα υποκλίνονται στην εκλεκτότητά μου. Κι ύστερα νά 'ναι καλά οι εφημερίδες κι οι τόσες και τόσες τηλεοπτικές εκπομπές που ανακαλύπτουν, νοικιάζουν ή και κατασκευάζουν δραμάτων δράματα κι όταν θα πρόκειται μάλιστα και τις έξωθεν του κόσμου μας συγκυρίες!; Ε, εκεί μάλιστα! Το άστρο της Βηθλεέμ θα ωχριά μπροστά μου!...
Μα ξάφνου θυμάμαι πως κάπου στο αυτοκίνητο έχω ένα ζευγάρι δεύτερα κλειδιά για ώρα ανάγκης. Τί βλάκας τόσην ώρα!... Σηκώνομαι μ' ένα γέλιο χαιρεκακίας στον προηγούμενο πανικό μου και φεύγω σφαιράτη. Τρία-τρία τα κατεβαίνω τα σκαλιά λες και πατάω σε καρφιά, φτάνω στο γκαράζ του υπογείου, ανοίγω με χέρια τρεμάμενα την πόρτα, αϊ στον κόρακα!, ξέχασα το συναγερμό, ένα κρώξιμο που όλο δυναμώνει αντιλαλεί στους άδειους τοίχους κι ακούγεται πιό τρομακτικό ακόμη, πατάω το κουμπί απεμπλοκής του, να πάρει!, δεν πιάνει, πρέπει ν' αλλάξω τις μπαταρίες του κάποια στιγμή...
Πατάω, ξαναπατάω, επιτέλους σταμάτησε, ανοίγω το ντουλαπάκι, ανακατεύεω το περιεχόμενό του βιαστιά, α, να 'τα, μέσα στην καφετί φιδίσια κλειδοθήκη πού μού 'χε χαρίσει ο Άγγελος, που γλίστρησε ως φίδι στη ζωή μου ο ίδιος, "λουλούδι μου", μ' έλεγε, "δέντρο μου, πανώριο δέντρο μου", φαίνεται βεβαίως, Συκιά θα μ' εννοούσε, έτρωγε τους καρπούς μου, τους χυμούς μου ρούφαγε κι ύστερα θυμήθηκα το ρόλο μου - τον Ιούδα κάποτε τον κρέμασα- βρήκα την ευκαιρία μ' ένα τρελό νοτιά, σχεδόν ανεμοστρόβιλο, τον πέταξα από πάνω μου, καθώς κουλουριασμένος στις κόγχες από τις κλάρες μου γύρευε να προστατευθεί, έπεσε στο έδαφος άγαρμπα, τα δόντια του μπήχτηκαν στον κορμό μου σε μιάν έσχατη προσπάθειά του, οπωσδήποτε αυτοκτονική, αφήνοντάς μου το δηλητήριό του όλο να χυθεί, αλλά το σώμα μου σκληρό, ο φλοιός του αδιαπέραστος -δέν ήμουν τόσο νέα πιά- σπάσαν τα δόντια οτυ κι έφυγε σερνάμενος κι ούτε που ξέρω από τότε πού περιπλανιέται ή πώς το βίο του περιφρουρεί...
Τα κλειδιά χορεύουν μές στη χούφτα μου, η καρδιά μου χορεύει, από ανυπομονησία άραγε;, από τη μνήμη του Άγγελου;, από κάποια ανησυχία, κάποια μου ίσως ενοχή γι αυτόν, έστω κι απροκάλυπτα φευγαλέα;
Βάζω το κλειδί στην κλειδωνιά, αλλά δεν γυρίζει-αντιστέκεται, δεν στρίβει, μού 'ρχεται να το σπάσω, όχι, να πάρει η ευχή, τώρα, πάνω στο έτοιμο!, μα βέβαια, είναι το άλλο από μέσα κόντρα, γι' ασφάλεια το βάζω πάντοτε κόντρα στην κλειδαριά.
Μάταιος κόπος... Ακούστηκε ένα κρακ. Η καρδιά μου. Κάτι μέσα μου λίγωσε. Αφήνω το βάρος μου όλο να πέσει πάλι σε τούτο το σκαλί. Κοιτάζω τα υπόλοιπα κλειδιά της κλειδοθήκης. Από πού νά 'ναι άραγε; Ξεφυλλίζω γοργά το βιβλίο της μνήμης μου με τα σχήματα και τα ονόματα. Α, βεβαίως, τώρα θυμάμαι! Το ένα είναι από την πόρτα του διπλανού μου διαμερίσματος!
Μας ανήκε κάποτε. Κάποια στιγμή πουλήθηκε. Τι πουλήθηκε δηλαδή, κυριολεκτικώς βγήκε στο σφυρί. Για να σωθεί ο μεγάλος αδελφός μου από τα χρέη. Πρίν δέκα χρόνια σαν σήμερα, τι σύμπτωση αλήθεια!...
"Τα τούβλα θα σκεφτώ;", δήλωσε η μάνα, κι ο πατέρας: "Να τα βγάλει πέρά μόνος του, έτσι όπως τά 'κανε. Δέν έφτιαξα περιουσία εγώ, να μου τη φάει ο προκομένος σου στο χαρτί..." Η μάνα ανένδοτη:"Τόσες φορές τον κάλυψες, τώρα σε πήρε ο πόνος να τον φέρεις στον ίσιο δρόμο;" "Αν το πουλήσεις", είπε ο πατέρας, "εγώ φεύγω από 'δω μέσα, να το ξέρεις!"
Κι έτσι έγινε. Πού νά 'ναι τώρα άραγε κι αυτός; Κάποιες φορές προσπαθήσαμε να του μιλήσουμε οι άλλοι δύο, η μάνα κι ο Νίκος ποτέ από τότε, αλλά αυτός απέφυγε - έτσι κι αλλιώς η αποφυγή ήτανε πάντοτε το σήμα κατατεθέν του -έριξε μαυρη πέτρα, ποιός ξέρει ακόμη κι αν θα ζει...
Τον σκέφτομαι, τις νύχτες ειδικά τον βρίσκω, του λέω πολλά, αλλα αν τύχει και τον δω μπροστά μου κάποτε τι θα του πώ; "Φοβάμαι που κλείστηκα έξω σου, πατέρα..." Που κλείστηκα έξω σου;... 'Η μήπως: "Φοβάμαι πού 'χεις κλειδωθεί μέσα μου..." Τι σκέφτομαι; Τι δρόμους ώρες-ώρες παίρνει και δαύτο το μυαλό...
Α, ναι, η κλειδαριά απέναντί μου και το παλιό κλειδί στο χέρι μου με προκαλούν. Κι ο τύπος που μένει σ' αυτό το διαμέρισμα είναι πάντοτε απόμακρος και μόνος. Μ' ένα καλημέρα ή καληνύχτα, βεβαίως, άμα πέσεις πάνω του, αλλά πέρ' απ' αυτά-τίποτα. Συνήθως μάλιστα απουσιάζει.
Ταξιδεύει συχνά. Νομίζω κι όλας πως πρέπει ν' ασχολείται με ταινίες. Έχει πάρει το μάτι μου κάτι κάμερες και τρίποδα σ' ένα κλειστό φορτηγάκι που παρκάρει καμιά φορά στο γκαράζ της πολυκατοικίας. Σπίτι του δεν πατάει ποτέ ψυχή. Ούτε θηλυκή ούτε αρσενική γάτα. Δέκα χρόνια τώρα πηγαινοέρχεται φιλοξενούμενος σχεδόν στο ίδιο του το σπίτι. Και σήμερα-λείπει. Είναι εξαφανισμένος περίπου ολόκληρη την τελευταία βδομάδα.
Λοιπόν, κι αυτή ακόμη η ησυχία του διαδρόμου με παρακινεί. Αν και λογικά πρέπει νά 'χει αλλάξει την κλειδαριά, τι διάβολο!, το πρώτο πράγμα που κάνει κανείς όταν μπαίνει σ' ένα σπίτι είναι ν' αλλάζει, ακριβώς, αυτές! Και μάλιστα όταν πριν το κατοικούσαν άλλοι.
Η σιγή του κλιμακοστασίου είναι εν τέλει περισσότερο προκλητική κι απ' όσο θα μπορούσα να φανταστώ ακόμη. Κι από την πλέον παράτολμή μου σκέψη! Αλήθεια, τότε, ποιός μ' εμποδίζει να δοκιμάσω;Τουλάχιστον να διαπιστώσω αν μπαίνει το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Για τόσο να δοκιμάσω μόνο! Κι αν μπαίνει, λέω, τί μ' αυτό; Τι πρόκειται να κάνω; Απλώς και μόνο να καλύψω την περιέργειά μου. Να, αυτό: Να δω μονάχα αν ταιριάζει!
Νιώθω να με λούζει από την κορυφή έως τα νύχια παγωμένος ιδρώτας. Σηκώνομαι. Είμαι τελείως βέβαιη πως κάποιος με παρακολουθεί. Η ματιά του σαν ακτίνα λέϊζερ καίει τη ραχοκοκκαλιά μου.
Ανιχνεύω τριγύρω με το βλέμμα, με την όσφρηση, με την ακοή. Η μύτη του κλειδιού εισχωρεί. Ύστερα το κυρίως του σώμα. Πρέπει να βιαστώ!, σκέφτομαι. Να τελειώνω μιάν ώρα αρχύτερα. Μια στιγμή είναι όλη κι όλη, μια στιγμή-τίποτα και δες που μου κοστίζει τόσο...
Μα να μπω στο ξένο σπίτι;... Ίσα-ίσα που θα βγω ως το μπαλκόνι... Δεν πρόκειται να κλέψω... Εγώ να πάω στο σπίτι μου μονάχα θέλω. Θα καβαλήσω τα κάγκελα δηλαδή ή το διαχωριστικό της βεράντας κι αυτό είναι όλο!
Κι είναι ανάγκη, αλήθεια, ν' αφαιρέσω κάποια αντικείμενα για νά 'μαι κλέφτης; Έτσι κι αλλιώς την ιδιωτικότητα του χώρου θα την παραβιάσω, θα κλέψω, σαν να λέμε. Κι εκεί που αντιλέγω-εκεί ακριβώς πείθομαι κι όλας για την απλότητα του εγχειρήματος κι ανακαλύπτω τη μοναδική ευκαιρία να λύσω το πρόβλημά μου. Τίνι άλλω τρόπω, αναρωτιέμαι κι απάντηση δεν βρίσκω. Όχι, δεν βρίσκω!
Γυρίζω το κλειδί στα δεξιά κι αυτό υπακούει. Χρειάζομαι κάποιον ή κάτι να φρενάρει τους σφυγμούς μου, που τους ακούω, νομίζω, ν' αντηχούν σ' όλους τους κοινόχρηστους χώρους εσωτερικά από το ισόγειο ως την ταράτσα.
Κοιτάζω το χέρι μου ως προέκταση του κλειδιού ακριβώς! Αποφασίζω να το τραβήξω έξω και να τελειώνω! Κι αν ο άνθρωπος, αυτός ο άνθρωπος, που δεν έχει ποτέ συγκεκριμένες μέρες ή ώρες που να λείπει, αν, λέω, επιστρέψει, ξαφνικά, πώς θα καταφέρω να τον αντιληφθώ;Αν γυρίσει τη στιγμή που θα 'μαι μες στο σπίτι του ή την ώρα που θά 'χω πλέον μπει στο δικό μου και δεν θά 'χω προλάβει να ξαναμπώ και ν' ασφαλίσω στο δικό του πόρτες και μπαλκονόπορτες από μέσα, όπως θά τά 'χει σίγουρα αφήσει φεύγοντας, τι θα γίνει;
Πιέζω το κλειδί, αυτό αντιστέκεται καθώς η γλώσσα του ομφαλού της κλειδαριάς πρέπει να ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο της κι ύστερα να μαζέψει, κοιτάζω τ' ασπρισμένα μου δάχτυλα -ασπρισμένα όχι βεβαίως από την πίεση που εξασκούν -και νιώθω την κίνησή τους, λες και παρατηρώ απ' έξω, απ' αλλού, από άλλο σώμα διπλανό, ξένο, σχεδόν αδιάφορο. Το μυαλό φτιάχνει τις αποστάσεις, προσπαθώ να με βεβαιώσω, να παρηγορηθώ.
Κι από την άλλη, λέω, γιατί άραγε ν' ανακατευτώ σε μιάν ιδέα τέτοια, σε μιά παρόρμηση όλως παρανοϊκή;... Αλλά τι φταίω κι όλας; Εφ' όσον το κλειδί ταίριαζε! Ποιός φταίει λοιπόν;... Εγώ τάχα; Και το κλειδί, δε φταίει διόλου το κλειδί;... Μήπως κι η κλειδαρότρυπα; Είναι άμοιρη ευθυνών άραγε αυτή;...
Ἀλλωστε δεν πρόκειται δα και για κάνα έγκλημα! Κι όσο για παραβίαση, σιγά μή κι είναι έτσι οι παραβιάσεις! Αφού δεν μ' ενδιαφέρει το σπίτι του συνένοικου καθαυτό... Η πρόσβαση στο δικό μου μ' απασχολεί μονάχα! Κι αν μπω, ούτε και που θα ρίξω μιά ματιά τριγύρω. Σάν νά 'μαι τυφλή. Μπήκα-βγήκα! Σαν πεταλούδα θα περάσω, σχεδόν σαν τίποτα, σαν φάντασμα από την άκρη, έστω, μιάς σκιάς...
Θα μου πεις, κι αν μου συνέβαινε εμένα;... Εμένα; Μα τι ρωτάω; Μήπως κι εμένα κι όλων δεν μας συμβαίνει; Μιά κατσαρίδα, ένας σκώρος, ένα μερμήγκι ή κάποια μέλισσα, μιά μελισσούλα ακριβώς!, που από ανοιχτό παράθυρο, μιά πόρτα ή κι από χαραμάδα ακόμη μπαίνει, όπως μι' ανάσα, περνάει γρήγορα κι έτσι το χώρο μας παραβιάζει, αλλά ποιός, κλέφτες τάχα και παραβιαστές αυτούς τους ονομάζει;
Μήπως κι από την κοιλιά της μάνας βγαίνοντας, σάν κλέφτες δεν εισχωρούμε στη ζωή και κλείνουμε τα βλέφαρα πεισματικά από το φόβο πως με μιάν έξαφνη επίθεση μας πιάσανε, σε τούτη την τελευταία, την πρόσφατή μας παραβίαση, ώσπου να το ξανασκάσουμε για μιάν ελευθερία που ο θάνατος-καινούργιος κύκλος-άλλα μας υψώνει τείχει φυλακής;
Κι άραγε, και στο χώμα-νοικαρέοι, ως κλέφτες, ως παραβιαστές δεν εισβάλλουμε, "εκεί που ήσουνα θα 'ρθώ", σάν κλέφτες και στο θάνατο, μπαίνουμε-βγαίνουμε κατά περίστασιν όπως στον ύπνο και στον ξύπνιο κι όσο για ένα διαμέρισμα προσωρινό..., γι αυτό, ας πούμε, εδώ μπροστά μου τώρα, ετούτου η παραβίαση είναι το πρόβλημα λοιπόν;Εξ άλλου, ποιός κλείνει, ποιός ανοίγει τις θύρες; Άλλος λέει ένα μάνταλο, άλλος κλειδί κι άλλος θεός. Θ' ανοίξω λοιπόν κι εγώ εδώ και θα περάσω!
**
Νιώθω τη γη κάτω από τα πόδια μου να τρέμει κι ακούω μιά βοή. Και κάτι σαν κουδούνισμα, μακρόσυρτο, συγχρόνως, σκίζει τη σιωπή. Νομίζω το τηλέφωνο... Συναγωνίζονται παράταιρα οι ήχοι... Παγώνω. Συθέμελα δονείται η γη. Τ' αντικείμενα ζωντανεύουν. Λες κι είναι έκστασης επίκληση χορεύουν, ουρλιάζουν, εξεγείρονται, πηδάνε στο κενό, θρυμματίζονται. Ποιός μάγος, ποιός θεός προσβλήθηκε; Χαράζονται οι τοίχοι... Κάτι τους κόβει σαν χαρτί... Το σπίτι μου, το ξένο σπίτι, η οικοδομή ολόκληρη...
Κάνω έντρομη δυό βήματα πίσω λες και με πέταξε έκρηξης κύμα και ξαναπέφτω στο σκαλί. Πού πατάω;, τι έκανα;, πού έχω βρεθεί;... Ποιά παραβίαση, ποιό σπίτι, ποιό κλειδί;...
******************
8/4/1997
Από τη συλλογή διηγημάτων "Όπου ορίζει το φιλί"

1 σχόλιο:

alerts είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.