Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι παρεμβάσεις στη γλώσσα του

Βρέθηκε στα χέρια μου τυχαία, μιά έκδοση που τυπώθηκε το 1995, σε σχήμα 29Χ22, με σκληρό εξώφυλλο και με τίτλο: "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα" Στό κάτω μέρος του εξωφύλλου διαβάζω: "Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για παιδιά και νέους".
Το αγόρασε μιά φίλη μου, παρασυρμένη απ' αυτό ἀκριβώς το εξώφυλλο, που θυμίζει έκδοση παραμυθιών. Και όταν μου το είπε, αντέδρασα παραξενεμένη: Πώς θα μπορούσαν τα παιδιά της να καταλάβουν τον Παπαδιαμάντη; Κι εκεί μου αντέταξε πως τα κείμενα ήταν στην καθομιλουμένη.
Ζήτησα να δω το βιβλίο, και διαβάζω στο εισαγωγικό σημείωμα: "... Σ' αυτό το σημείο οι ευλογημένοι εκδότες... γίνονται, πραγματικά, ευεργέτες της ελληνικής οικογένειας με την προσφορά και της δεύτερης επιλογής Παπαδιαμαντικών διηγημάτων, των "Χριστουγεννιάτικων"... Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη μας πως στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ζει ένας κόσμος ολόκληρος με τα έθιμά του, τις προλήψεις του, τις λύπες του και τίς χαρές του, τότε η προσφορά των εκδοτών στην παρούσα μορφή, γίνεται και μιά κιβωτός λαογραφικού πλούτου του εθνους μας, που ενώνει το παρελθόν με το παρόν στην ψυχή του αναγνώστη..."
Και εγένετο λοιπόν "απλούστευση" η μεταγλώττιση από τα ελληνικά στα ελληνικά! Από τα ελληνικά του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, στα ελληνικά του 1995.
Ιδού λοιπόν το πρόβλημα, το οποίο ανακύπτει απ' τα γραφόμενα στο εισαγωγικό σημείωμα και αφορά στο στόχο της εν λόγω έκδοσης: Πώς δηλαδή τα παιδιά θα κατανοήσουν και θα μαγευτούν απ' τον Παπαδιαμάντη; Γιατί, άραγε, μόνο η γλώσσα των κειμένων του είναι το "πρόβλημα";
Όσο προωθημένη από πολλές απόψεις κι αν είναι η εποχή μας, αναρωτιέμαι τι, πράγματι, μπορεί να μαγέψει την παιδική ψυχή από το διήγημα π.χ. "Το χριστόψωμο", όπου η πεθερά θέλει να δηλητηριάσει τη "μαρμάρα" νύφη της και τελικά σκοτώνει τον ίδιο το γιό της ή, από το διήγημα "Οι φιλόστοργοι", που έτσι κι αλλιώς δεν θεωρείται και απο τα πετυχημένα του συγγραφέα, "... είναι ένα σύμφυρμα διαφορετικών αφηγηματικών υλών, που με κανένα τρόπο δεν συγχωνεύονται σε ενιαίο διήγημα. Λείπει ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας με αποτέλεσμα δευτερεύοντες άξονες να παίζουν στιγμιαία και χωρίς πειστικότητα το ρόλο του κεντρικού..."(1).
Βέβαια η έκδοση αυτή, έχει κι έναν άλλο στόχο, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή: "... Ο Παπαδιαμάντης σκέφτεται κι ενεργεί σαν πιστός χριστιανός. Ακόμα κι όταν λατρεύει τη φύση, δεν ξεπέφτει στο επίπεδο ενός ειδωλολάτρη, ενός πανθεϊστή. Τη βλέπει σαν έργο του Θεού..."
Αλλά εδώ βρίσκεται και η δύναμη του Παπαδιαμάντη ως συγγραφέα κι αυτή, ακριβώς, η δυνατότητά του είναι μιά τουλάχιστον πτυχή, πού τον κάνει πανανθρώπινο και τον χαρακτηρίζει ως μεγάλο λογοτέχνη. ΄Οχι γιατί "σκέφτεται κι ενεργεί σαν πιστός χριστιανός", αλλά γιατί είναι, πράγματι, πιστός. Κι όχι γιατί "όταν λατρεύει τη φύση δέν ξεπέφτει στο επίπεδο ενός ειδωλολάτρη", αλλά γιατί λατρεύει, ακριβώς, τη φύση και τους ανθρώπους που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης, μ' έναν έρωτα που αποτελεί την πεμπτουσία αυτού καθαυτού του έρωτα και που είναι ό,τι ακριβώς θεωρούσε ο Πλάτων ως Έρωτα.
Προϋποτίθεται λοιπόν μιά παιδεία τέτοια, πού, ίσως, η ελληνική οικογένεια -έτσι όπως την εννοεί κι απευθύνεται η εν λόγω εκδοτική προσπάθεια- δεν τη διαθέτει. Γιατί εκείνοι που τη διαθέτουν γνωρίζουν αφ' ενός πως η παιδική ηλικία δεν δείχνει ενδιαφέρον για τέτοια αναγνώσματα, μιά που, σίγουρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν παραμύθια, κι αφ' ετέρου, δέν είναι καθόλου βέβαιο πως η γλωσσική "απλούστευση", που τα διαφοροποιεί από το πρωτότυπο εγγυάται την προσέγγισή τους.
Γι αυτό κι όταν η εισαγωγή αναφέρει ότι η ελληνική οικογένεια "...ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ν' αποχτήσει, ν' απολαύσει, να ρουφήξει μέχρι και την τελευταία σταγόνα ένα τέτοιο κείμενο...", ουσιαστικά μας παραπλανά.
Κι ειδικά στο σημείο που τελειώνοντας, γράφει: "... κι αυτήν την απαίτηση έχει απ' το ελληνικό κοινό το Παπαδιαμαντικό κείμενο", αποτελεί το επιστέγασμα αυτής της παραπλάνησης.
Μα για ποιό "Παπαδιαμαντικό κείμενο" μας μιλάει; Γι αυτό που ο συγκεκριμένος εκδότης κατασκεύασε; Γιατί, αν εννοεί το πρωτότυπο, τότε γιατί μας καταθέτει κείμενα που έχουν υποστεί αυθαιρεσίες στη σύνταξη, στη στίξη, στις εγκλίσεις και στις εκθλίψεις;
Και μιλάει γιά την απαίτηση του "Παπαδιαμαντικού κειμένου" από το αναγνωστικό κοινό, αλλά παραβλέπει - κι ίσως σκόπιμα - ποιά μπορεί να είναι άραγε η απαίτηση του αναγνωστικού κοινού από τους εκδότες κι απ' όλους εκείνους που παίζουν με τη γλώσσα του, όταν η γλώσσα ενός λαού δείχνει τη συνέχειά του μες στο διάβα της Ιστορίας κι αποτελεί την ουσιαστική του ταυτότητα.
Δεν μας λέει λοιπόν ο κ. εκδότης γιατί ή πώς ή από πού κι από τι ορμώμενος μπήκε σ' αυτό το παιγνίδι. Στο παιγνίδι του ευρύτερου γλωσσικού μας προβλήματος, πού "... δεν ήταν ποτέ τόσο απλό, όσο μιά ευθεία επιλογή ανάμεσα σε μιά λόγια διάλεκτο, όπως η καθαρεύουσα, κι ένα λαϊκό-αγροτικό ιδίωμα, όπως η δημοτική. Οπωσδήποτε η πολλαπλότητά του είναι πιό εμφανής στίς μέρες μας και... αντανακλά τη βαθύτερη εθνική μας κρίση..." (2)
Κι εδώ μιλάμε σαφώς για "Παπαδιαμαντικό κείμενο", που η δύναμή του τα πλείστα οφείλει και στή "γλώσσα του". Διότι ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε από μιάν άψογη καθαρεύουσα γιά να απλουστεύσει ολοένα και περισσότερο το γλωσσικό του όργανο, χωρίς να πολυπροσέχει τύπους και καταλήξεις.
Διαμαρτυρήθηκε τόσο για την εισαγωγή ξενισμών στή γλώσσα μας όσο και για τη χρησιμοποίηση από τους καθαρευουσιάνους αδόκιμων τύπων, όπως αρνήθηκε και τις ακρότητες των Ψυχαρικών.
Ήταν, κυρίως, επηρεασμένος από τη γλώσσα των εκκλησιαστικώνκειμένων, που μ' αυτά μεγάλωσε και τ' αγαπούσε. Εξ άλλου τα κείμενά του διανθίζονται και με διαλόγους στή γλώσσα του λαού, ενώ στην ωριμότητά του χρησιμοποίησε βασικά τη δημοτική με καταλήξεις της καθαρεύουσας, λέξεις παρμένες, κυρίως, από την εκκλησιαστική φιλολογία.
Ο ίδιος, στη μελέτη του "Γλώσσα και Κοινωνία", που δημοσιεύτηκε το 1907, γράφει: "Όπως έν ζωντανόν σώμα δέν δύναται να ζήση δι' ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσον δέν δύναται να ζήση ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσιά και κονσέρβας ευρωπαϊκάς. Έχει πολλάς ανάγκας και αδυναμίας η γλώσσα. Έχει την δεσπόζουσαν ανάγκην και την αδυναμίαν του νεωτερισμού. Φοβερά είναι του ξενισμού η επίδρασις..."
Ήδη λοιπόν από τότε ο Παπαδιαμάντης συνειδητοποιεί το πρόβλημα της γλώσσας μας, πού, ιδιαίτερα, βέβαια, οξύνεται σήμερα, εφ' όσον η όλο και σε μεγαλύτερη έκταση χρησιμοποίηση ξένων όρων, γιά να συγκεκριμενοποιούνται οι έννοιες, δείχνει αυτή καθαυτή την αδυναμία τόσο, όσο και τις ελλείψεις της ζωντανής τρέχουσας ελληνικής.
Παραθέτω ως παράδειγμα μερικά αποσπάσματα από την "ευλογημένη" έκδοση που μας απασχολεί, με τα αντίστοιχα κομμάτια των πρωτότυπων κειμένων:
α) "... Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φώς μικρόν, ως λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κι επαρέδερνεν εκεί, εις το μαύρον πελαγος..." (3)
"... Ανάμεσα στα κύματα, που χοροπηδάγανε μέσα στη μαύρη σκοτεινιά της νύχτας και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν άξαφνα ένα μικρό φωτάκι, σαν κολοφωτιά, να κουνιέται, να χάνεται, και πάλι να ξαναφαίνεται. Κάποιο πλοίο αγωνιούσε και παράδερνε εκεί, στο μαύρο πέλαγος..."
β) "... Ο προβλεπτικός κάπηλος διά να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, διά να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωΐ και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμέναι γυναίκες φέρουσαι την μίαν χείραν υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δέν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις..."
"... Ο ταβερνιάρης, προβλεπτικός για νά 'ρχονται ανυποψίαστα να ψωνίζουνε οι καλές νοικοκυράδες, οι γειτόνισσες, είχε βάλει κοντά στα βαρέλια και μπουκάλες, για τα μάτια του κόσμου, λίγο σαπούνι, κόλλα, ρύζι και ζάχαρη, είχε κι ένα μύλο για νά κόβει καφέ. Αλλά παρ' όλα αυτά έβλεπε κανείς, πρωΐ και βράδυ, να βγαίνουνε απ' το μαγαζί διάφορες γυναίκες, μισοχτενισμένες, απεριποίητες, πού 'χανε τό 'να τους χέρι χωμένο στο δίπλωμα της φούστας, κοντά στή μέση, πράγμα πού 'δειχνε, πως το ψώνιο τους δεν ήταν σαπούνι, ούτε ρύζι ή ζάχαρη..."
Βέβαια εκδοτική αυθαιρεσία δεν αποτελεί μόνον η παραπάνω έκδοση, αλλά κι εκείνη ενός άλλου εκδοτικού οίκου, που κυκλοφόρησε το 1994, ως σειρά με το γενικό τίτλο: "Η Νεοελληνική Λογοτεχνία εικονογραφημένη" και περιλαμβάνονται ανάμεσα σε πολλά άλλα: το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη "΄Ονειρο στο κύμα", του Γ. Βιζυηνού "Το αμάρτημα της μητρός μου", του Εμμ. Ροΐδη "Ψυχολογία Συριανού Συζύγου", του Κ. Καβάφη "Εις το φως της ημέρας" και του Δ. Σολωμού "Η γυναίκα της Ζάκυνθος" κ.λ.π.
Σε εισαγωγικές σημειώσεις της σειράς αυτής, διευκρινίζεται πως: "... περιλαμβάνονται αυτούσια τα πρωτότυπα κείμενα χωρίς περικοπές" και πως: "... το τονικό σύστημα που ακολουθείται είναι το μονοτονικό, ενώ κατά τα άλλα τηρείται η ορθογραφία του κάθε συγγραφέα -όπως στα επίσημα σχολικά βιβλία".
Σίγουρα, λοιπόν, ο εν λόγω εκδότης δεν ευθύνεται, γιατί αυθαιρεταί στα κείμενα με την έγκριση για αυθαιρεσία από το ίδιο το Κράτος. Όταν λοιπόν επεμβαίνουμε στο τονικό σύστημα του συγγραφέα, γιατί να μη είναι "νόμιμη" η "απλούστευση", που ο προηγούμενος εκδότης επιχείρησε;
Έτσι κι αλλιώς ο καθένας μιλάει τη γλώσσα που του αρέσει. Διαβάζει τη γλώσσα που καταλαβαίνει. Διδάσκεται τη γλώσσα που προσπαθεί ν' αναγνωρίζει. Γράφει στην εκδοχή της γλώσσας που νομίζει ότι είναι η σωστή.
Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά, σαν το φίδι σέρνεται η φθορά, που ό,τι της αντιστέκεται το τυλίγει και το πνίγει. Κι ύστερα το καταπίνει αμάσητο και προσπαθεί να το χωνέψει. Ακόμα κι αν του προκαλεί δυσπεψία. Αρκεί απ' έξω να φαίνεται υγιές και γερό. Κι οι φολίδες του να κροταλίζουν. ΄Υστερα, μπορεί κάθε άνοιξη ν' αλλάζει πουκάμισο. Να πετάει το παλιό και να φοράει το καινούργιο. Τόσα πουκάμισα στη ζωή του όλη και πού να θυμάται τι έχει πρωτοαλλάξει;
Θεριεύει το Φίδι σε μιάν Ελλάδα που χαμηλώνει τα φώτα της πνευματικότητάς της, σ' ένα σήμερα που η δύναμή του φθίνει, σ' έναν κόσμο που ό,τι δεν της σβήνει αυτός, θέλει η ίδια να το σβήνει -περιμένοντας την "απλούστευση" του Βιζυηνού, του Ροΐδη, του Κάλβου ίσως...
************
Σημειώσεις
1. Νίκος Φωκάς, Επιχειρήματα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία
2. Νίκος Φωκάς, Το γλωσσικό μας πρόβλημα είναι εξωγλωσσικό
3. Α. Παπαδιαμάντης, Ο Χαραμάδος
4. Α. Παπαδιαμάντης Τα χριστούγεννα του τεμπέλη
Υ.Γ.
Η ορθογραφία και η στίξη που τηρείται είναι εκείνη που υπάρχει και στα κείμενα, έτσι όπως έχουν εκδοθεί.
**************
Δημοσιεύσεις:
Περιοδικό Ύφος
Περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια: