Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Οδυσσέας Ελύτης "Ιδιωτική Οδός"

Ο τίτλος: Ιδιωτική Οδός. Η πρώτη φράση του κειμένου: "Αυτά πού μ' αρέσουν είναι και η μοναξιά μου". Έτσι ξεκινάει ο ποιητής στο βιβλίο του, που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Υψιλον, το 1990. Κι άλλο δεν κάνει, παρά να μας βάζει αμέσως σ' ό,τι με συνέπεια ακολούθησε σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Ιδιωτικός κατά το λεξικό σημαίνει: ο του ιδιώτου, ο μη έχων δημόσιον ή επίσημον χαρακτήρα. Δηλαδή στό βιβλίο του αυτό ο Ελύτης μας ορίζει παρατηρητές της οδοιπορίας του σ' ό,τι μή δημόσιο, στο κομμάτι εκείνο του βίου του, που τρεμοπαίζοντας ένα "φωτάκι", τον οδήγησε να το ακολουθήσει, τον όρισε: δηλαδή στη μοναξιά του και σ' ό,τι απ' αυτήν ή δι' αυτής του προέκυψε.
Καί, πράγματι, η Ιδιωτική Οδός είναι σαν το Κυκλαδίτικο εκείνο καλντερίμι θα λέγαμε -ξέροντας πόσο τις Κυκλάδες αγάπησε και τραγούδησε ο ποιητής - πού ξεκινώντας απ' την άκρη της θάλασσας, μας οδηγεί κατευθείαν στο σπίτι του ποιητή: στην καρδιά του.
Ενας μικρός δρόμος κοσμημένος με τριάντα τρείς τέμπερες, μιά υδατογραφία και δώδεκα σχέδιά του ανάμεσα στις πέργκολες των στίχων του - γιατί παρ' όλο που φαίνεται ως πεζογράφημα το κείμενο, δεν παύει νά 'ναι ποίηση - και συγκεντρώνοντας ίσως όλο το γαλανό φέγγος και τη διαφάνεια του ελληνικού ουρανού πάνω του.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Την "Ιδιωτική Οδό" και τό "Πρόσω ηρέμα". Το πρώτο μέρος αποτελείται από επτά ενότητες και το δεύτερο από τρεις. Και, πάντως, κι αυτό ακόμη το δεύτερο μέρος, το "Πρόσω ηρέμα", δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά τό σύνθημα για την πορεία -επιστροφή στην ιδιωτική οδό, κι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο, ολοκληρώνει και το βιβλίο τον κύκλο του, όπως, ακριβώς, η ζωή κι η σκέψη του ποιητή.
Ό,τι αναζήτησε και η πορεία που διέγραψε στη ζωή του βρίσκονται εδώ. Ο δρόμος του ξεκίνησε από τους φυσικούς φιλοσόφους και κυρίως τον Ηράκλειτο κι έφτασε στην παραδοσιακή ποίηση, συναντήθηκε με τους κυβιστές και τους προσπέρασε για να συγκατοικήσει, τέλος, αν κι όχι ακριβώς, με τους υπερρεαλιστές.
Το κυριότερο ερώτημα που τον βασανίζει και το θέτει είναι περί σταθερής, οριστικής και μη ακρυρώσιμης πραγματικότητας, "της φαίνουσας και μη θολούμενης" - όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος - και μέσω ποιάς αίσθησης αυτή προσδιορίζεται.
Αναζητάει το σπόρο, μονοπάτι, το "φωτάκι" - όπως το ονομάζει - που οδηγεί σ' αυτήν. Και αναγνωρίζει την ύπαρξη της γνώσης ως απαραίτητη προϋπόθεση γιά τον προσδιορισμό των ορίων, που μέσα τους περικλείονται οι ιδέες και τα πράγματα, αλλά, τελικά, ανακαλύπτει κι επιβεβαιώνει ότι η πραγματική σύλληψη επιτυγχάνεται με το ένστικτο, δηλαδή, είναι το "φωτάκι" που τον βασανίζει. Εκείνο που τον οδηγεί στη βαθύτερη αιτία των πραγμάτων, στην ουσία τους.
Γι αυτό κι είναι απαραίτητος ο "μύθος". Γιατί, όπως, βέβαια, παραδέχεται κι ο ίδιος, η ζωή μας είναι γεμάτη από μύθους. Γιά το κάθε τι που μας αφορά. Από την πιό ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινότητάς μας, ως ακόμα και τα μεγάλα και αιώνια προβλήματα, που από καταβολής απασχολούν τον άνθρωπο.
Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, όχι μόνο η πλειάδα των μύθων, αλλά και η πολλαπλότητα, καθώς και η πολυπλοκότητα των εννοιών τους γίνεται αιτία διαφορετικών ερμηνειών, αποπροσανατολισμών και, ίσως, παραπλανήσεων.
Αυτό, λοιπόν, οδηγεί τον Ελύτη στο να προσπαθήσει να ερευνήσει τη βαθύτερη ουσία, τον πυρήνα δηλαδή των μύθων - αν υπάρχει -και την πραγματική, κατ' επέκτασιν, ως ουσίας πλέον, χρησιμότητάς τους στη ζωή μας.
Και αναρωτιέται: "Τί δηλοί ο μύθος;", απαντώντας ο ίδιος: "Πρώτον, εμπιστοσύνη στο φωτάκι, που παρακάμπτει μέ άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον, ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμμία σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον, ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν "καθένας όπως νιώθει" εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ' έναν φαινομενικά (επιμένω στον όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Ετσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται".
Γίνεται λοιπόν κι ο ίδιος στη ζωή και την τέχνη του τι άλλο παρά "μύστης αισθήσεων"και υμνεί "αυθεντικό" αυτό ακριβώς το προϊόν της αίσθησης. Δεν εννοεί, βέβαια, "αίσθηση" ό,τι παράγει "αίσθημα", αλλά ό,τι παράγεται από το "πνεύμα", και αφού παραδέχεται αφ' ενός ότι: "δυστυχώς η ανθρωπότητα παράγει πολύ αίσθημα και ολίγο πνεύμα. Και το πολύ τρώει το λίγο", κατόπιν μας επεξηγεί τι προσδιορίζει ως πνεύμα, γράφοντας: Πνεύμα που για να το εισδεχτείς πρέπει να κάνεις αλμα πάνω από τη συγκίνηση. Και νά 'χεις την ψυχή σου στά δάχτυλα, στα μάτια, στα ρουθούνια, στά χείλη. Από 'κει μιλάει ο κόσμος. Από 'κει βρίσκεις την ιδιωτική σου οδό... Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ".
Και επανέρχεται στη δεύτερη ενότητα της "Πρόσω ηρέμα" γράφοντας πώς: "Η ακριβολογία στη σκέψη δεν συμπίπτει πάντοτε με την ακριβολογία στα αισθήματα, πόσο μάλλον στα οράματα ή στους διασκελισμούς που απαιτούνται για να κινηθείς σ' ένα επίπεδο υπεράνω της χρηστικής πραγματικότητας".
Χρειάζεται γι αυτό λοιπόν, όπως λέει ο ποιητής, "η αφέλεια και η χάρις". Αρχής γενομένης από την άναζήτηση της ύπαρξης, του Θεού, της ζωής και της τέχνης, ακόμα και μέχρι την επεξήγησή τους. Δηλαδή ν' ακούς και νά βλέπεις. Να συλλαμβάνεις τα πράγματα που συγκρούονται μέσα μας ή, πιό σωστά, και με άκρα προσοχή τα μηνύματα που εκπέμπονται από την κρούση των μυστικών της ζωής στην ψυχή μας.
Σε τι άλλο δηλαδή μας παραπέμπει ο Ελύτης, παρά στο νά 'μαστε ερωτευμένοι. Διαρκώς κι απαρεγκλίτως. Με τα πάντα και για τα πάντα. Γιά κάθε στιγμή της μέρας, της ζωής μας. "Μερικές φορές οι ερωτευμένοι", λέει, "αντιλαμβάνονται. Επειδή ο έρωτας απελευθερώνει το ένστικτο από τη λογική, προσπαθείς να οσμίζεσαι, να βλέπεις παραπίσω, εισπράττεις την αίσθηση, λειτουργούν οι αισθήσεις, η ψυχή αναταράσσεται σάν πέλαγος".
Γιατί αυτό που παρατηρούμε τότε είναι το κάθε τι απλό, το καθημερινό, το φευγαλέο, ένα μικρό αγριολούλουδο ίσως, μιά ανεπαίσθητη βούλα χρώματος, μιά αχτίδα φωτός, ένα νεύμα, ίσως ακόμα κι ένα λειψό χαμόγελο, το "υπέροχο άσκοπο", λοιπόν, που υμνεί και ο Γιάννης Ρίτσος, "το ακριβό μύρο του ασήμαντου".
"Το ασήμαντο" που κι οι πιό ανεπαίσθητες αποκλίσεις του αποκτούν τεράστιες διαστάσεις και δείχνουν πόσο βάρος έχει και στις πράξεις μας και στο νού μας κι ίσως δεν είναι παράξενο, που οι μεγάλες και συνεχείς αποτυχίες μας, εκεί να οφείλονται: Στην παράλειψη, δηλαδή, αυτού, ακριβώς, που θεωρούμε κάθε φορά "ασήμαντο". "Και το πιό ταπεινό πράγμα", γράφει ο ποιητής, "τ' ονειρεύομαι να φτάνει την τελειότητα ενός κιονόκρανου".
Και, πάντως, αυτό που έχει σημασία, είναι πως ένα από τα ζητούμενα του ποιητή σέ όλη τη ζωή του, ήταν η προσπάθειά του να κάμει πράξη την "πραγματικά ποιητική ζωή", να την εφαρμόσει στην καθημερινότητα της κάθε στιγμής του, γιατί, όπως έγραψε κι ο ίδιος, "είναι αλήθεια, σ' ένα τέτοιου είδους πείραμα συνιστάται το μυστικό: να δημιουργείται και στον έξω κόσμο, από τις πράξεις ή τις ενέργειές σου, ένας πυρήνας ταυτόσημος μ' αυτόν που διαμορφώνεται από τις συγκινήσεις σου και τα ιδανικά σου σε όσα γράφεις. Έχει σημασία η συνέπεια και όχι μόνον. Είναι η λειτουργία των συγκοινωνούντων δοχείων που ενδιαφέρει. Να κυκλοφορεί το μυστήριο και στους δύο χώρους με την ίδια ευλογοφάνεια... Τα χέρια στο τιμόνι..." λοιπόν.
Γιατί όλοι έχουμε την "ιδιωτική μας οδό", λέγει ο ποιητής, φτάνει μόνο να το αντιληφθούμε, να συλλάβουμε τη στιγμή επακριβώς, που πρωτοχαράζεται έστω κι αχνά το περίγραμμά της εμπρός μας. Και να την ακολουθήσουμε.
"... Προσοχή. Θάρρος". Μας προτρέπει. "Ἔφτασεν ο καιρός να επαληθευτούμε. Τα χέρια στο τιμόνι. Πρόσω ηρέμα προς το μη θολούμενον, το έτρεπτον, το γυμνόν, το φαίνον, το αυτώ καταληπτόν, το αναλλοίωτον".
*************************
Το κείμενο γράφηκε για το αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη που παρουσίασε ο Μορφωτικός Εξωραϊστικός Ομιλος Νέου Ψυχικού, την 15η Μαΐου 1996.
Στην εκδήλωση συμμετείχε, επίσης, η Μαρία Μαρκαντωνάτου.
*************************
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια: