Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Ενα σχόλιο στόν Ορέστη του Γιάννη Ρίτσου

Ο Ορέστης ξεκίνησε να γράφεται από τον Γιάννη Ρίτσο το 1962 και ολοκληρώθηκε το 1966, οπότε πρωτοδημοσιεύθηκε. Στο έργο πρωταγωνιστούν "δυό νέοι ως είκοσι χρονώ", όπως μας δηλώνει στον πρόλογο ο ποιητής, ο Ορέστης κι ένας φίλος του, πιθανόν ο Πυλάδης.
Ο θεατρικός αυτός μονόλογος διαδραματίζεται στο χρονικό εκείνο σημείο που ο Ορέστης βρίσκεται στα Προπύλαια των Μυκηνών, αλλά δέν έχει διαπράξει ακόμα τους προδιαγεγραμμένους φόνους, της Κλυταιμνήστρας και του εραστή της Αίγισθου, έχει δε τη μορφή της βαθύτερης εξομολόγησης προς τον αφοσιωμένο του φίλο, καθώς η τρυφερότητα της σχέσης τους δεν του προκαλεί καμιάν αναστολή και, ίσα-ίσα, τον προτρέπει κιόλας, ώστε να του εκθέσει τα εσώψυχά του και, κυρίως, τις αμφισβητήσεις του.
Γιατί αυτές οι αμφισβητήσεις του Ορέστη είναι ακριβώς ο κεντρικός ιστός του έργου, αφού από την αρχή, σχεδόν, του κειμένου, διαβάζουμε: "Παράξενο/μιά ολόκληρη ζωή με ετοίμαζαν και ετοιμαζόμουνα γι αυτό. Καί τώρα/μπροστά στην πόλη αυτή, νιώθω ολότελα ανέτοιμος-/".../..."΄-ανέτοιμος/μπροστά στό κατώφλι της πράξης, ολότελα ξένος/μπροστά στον προορισμό που οι άλλοι μου έταξαν." ή αλλού: "Δύο έλξεις αντίρροπες μου φαίνεται ν' αντιστοιχούν στά δυό μας πόδια,/και η μιά έλξη απομακρύνεται όλο και πιό πολύ απ' την άλλη/φαρδαίνοντας το διασκελισμό μας ως τον διαμελισμό".
Ο κεντρικός πυρήνας της αμφισβήτησης, λοιπόν, αρχίζει να χτίζεται από το σημείο που ο Ορέστης συνειδητοποιεί το ρόλο του, πως έχει γαλουχηθεί, δηλαδή, για να πραγματοποιήσει αυτήν την περιβόητη εκδίκηση, χωρίς κανείς νά 'χει ποτέ ενδιαφερθεί για τή δική του άποψη και θέση καί θέληση σε σχέση με τα πράγματα.
Ετσι αναρωτιέται για τη σημασία αυτών των ίδιων των πραγμάτων, για την εξουσία που έχουν στη ζωή μας τα μεγάλα λόγια και οι μεγάλες ιδέες, μα και γι αυτούς τους εμπνευστές τους ακόμα, ψάχνει να βρει το σημείο εκείνο, πού σ' αυτό, πράγματι, βρίσκεται το νόημα της ζωής, στα μικρά δηλαδή τ' απαρατήρητα, τα συνήθη, τα καθημερινά και τα όντως αξιοθαύμαστα, και, προκειμένου γι αυτά, αμφισβητεί κυρίως αυτήν την ίδια την πράξη της εκδίκησης.
Κι όταν φέρνει στο μυαλό του την αδελφή του Ηλέκτρα, που έχει καταληφθεί από το πάθος της εκδίκησης και μισεί και μαίνεται, αναρωτιέται: "πώς μπορεί, και με τι/ν' ανανεώνει αυτό το πάθος της εκδίκησης και τη φωνή του πάθους/όταν όλοι οι αντίλαλοι τη διαψεύδουν, τη χλευάζουν μάλιστα..." καί φοβάται... "Φοβούμαι. Δεν δύναμαι/ν' αποκριθώ στο κάλεσμά της -τόσο υπέρογκο και τόσο αστείο συνάμα-/σ' αυτά τα στομφώδη της λόγια, παλιωμένα, σάμπως ξεθαμμένα/από σεντούκια "καλών εποχών" (έτσι που λένε οι γέροντες), /σαν μεγάλες σημαίες, ασιδέρωτες, που μέσα στις ραφές τους/έχει εισδύσει η ναφθαλίνη, η διάψευση, η σιωπή, -τόσο πιά γερασμένες/όσο καθόλου δεν υποψιάζονται τα γηρατειά τους, κ' επιμένουν να πλαταγίζουν μ' αρχαιόπρεπες χειρονομίες πάνω από ανύποπτους διαβάτες..."
Εξ άλλου ξέρει πως κι αυτοί που δημιούργησαν τον μύθο, -όπως άλλωστε συμβαίνει μ' όλους τους εμπνευστές όλων των μύθων - φοβούνται, άν όχι πιό πολύ, τουλάχιστον το ίδιο μ' αυτούς που στη συνέχεια αναλαμβάνουν να τους κάμουν πράξη και υφίστανται τις συνέπειες, ή μ' εκείνους που, απλά, μπορεί μόνο νά παρακολουθούν τα δρώμενα.
Σκέφτεται λοιπόν για την Ηλέκτρα πως: "Συντηρεί την οργή της με την ένταση της ίδιας της φωνής της-/(αν θα την έχανε κι αυτή τι θα της έμενε;)- θαρρώ πως φοβάται την εκπλήρωση/ της τιμωρίας, μη και δεν της μείνει τίποτα".
Κι εδώ είναι που η αμφισβήτηση κορυφώνει την τραγικότητα. Κι όχι, βέβαια, στο σημείο που ο Ορέστης αναγνωρίζει το ρόλο του, αλλά στο σημείο, ουσιαστικά, που συνειδητοποιεί πώς η επαλήθευση του Μύθου προϋποθέτει την εκδίκηση, αρα την καταστροφή της ζωής του, προκειμένου, ακριβώς, να συντηρηθεί αυτός ο ίδιος ο Μύθος.
Και θέλει ν' αντισταθεί: "Εχω κι εγώ μιά δική μου ζωή και πρέπει να τη ζήσω. Όχι εκδίκηση -/ τι θά μπορούσε ν' αφαιρέσει απ' το θάνατο, ένας θάνατος ακόμη/ και μάλιστα βίαιος; - στη ζωή τι να προσθέσει; Πέρασαν τα χρόνια./ Δεν νιώθω μίσος πιά -ξέχασα μήπως; κουράστηκα; Δεν ξέρω. /Κάποια συμπάθεια μάλιστα μ' αγγίζει γιά τη φόνισσα - μεγάλους/ γκρεμούς αναμέτρησε, /μεγάλη γνώση μεγάλωσε τα μάτια της μες στο σκοτάδι/και βλέπει, -βλέπει το ανεξέντλητο, το ανέφικτο και το αμετάβλητο. Με βλέπει" κι αλλού: "... Τούτη η νύχτα με δίδαξε/την αθωότητα όλων των σφετεριστών."
Γυρεύει λοιπόν "την ελπίδα ενός αμφίβολου αυτεξούσιου", γιά ν' ανατρέψει τη μοίρα του ή και να την αποτρέψει ακόμα. Μα ποιός τον εμποδίζει; Γνωρίζει την αξία του μάταιου, αναγνωρίζει ακόμη πως και η επαλήθευση του Μύθου θ' αφήσει μετέωρο πίσω της το τίποτα: "Θυσίες, λέει, και ηρωϊσμοί, -ποιά η αλλαγή; Χρόνια και χρόνια. Ίσως/νά'ρθαμε/για τούτες τις μικρές ανακαλύψεις του μεγάλου θαύματος/που δεν έχει μικρό και μεγάλο μήτε φόνο κι αμάρτημα/"
Ωστε μας ελευθερώνει η γνώση ή μήπως είτε "ξέρουμε" είτε όχι, είναι το ίδιο; Μήπως είμαστε "εντειχισμένοι στη στενή μας δικαιοσύνη"; Μήπως το δικό μας εαυτό και τα δικά μας όρια είναι που δέν μπορούμε να υπερβούμε; Μήπως "μονάχα το δικό μας αίμα να μας ξεδιψάει";, οπότε σαν τον Ορέστη στό τέλος του θεατρικού μονολόγου, έτσι κι ο καθένας μας μ' ένα "Αναγνωρίζω τη μοίρα μου. Πάμε." βαυκαλίζεται τελικά με την εύκολη δικαιολογία ενός π.χ. "εκ του άνωθεν", του "προδιαγεγραμμένου" κι έτσι εφησυχάζει και σφετερίζεται την ψυχή του και την ουσία της, αιτιολογώντας τις πράξεις ή τις προφάσεις του, τις παραχωρήσεις και τους συμβιβασμούς του;
Πάντως ο Ορέστης του Γ. Ρίτσου δέν έχει κορύφωση ή λύση, εκτός κι άν η μη ανατροπή του καθ' αυτού μύθου αποτελεί τη λύση κι εδώ. Η αξία, βέβαια, και η κατοχύρωσή του ως έργου βρίσκεται στα επιμέρους, νομίζω, εκεί που ανακαλύπτει κανείς πως το υποσυνείδητο του ποιητή κυριευμένο από την πράγματι έμπνευση, διαισθάνθηκε, συνέβαλε και κατέγραψε ό,τι συνειδητά και αυτός ο ίδιος, πιθανόν, θ' αδυνατούσε ν' αντιληφθεί.
Δηλαδή ο Ρίτσος, παρ' ότι στρατευμένος, αντιτίθεται προς αυτήν την ίδια τη στράτευση κι ετούτο είναι, νομίζω, που κατακυρώνει τα έργα του και σήμερα, τριάντα χρόνια περίπου αργότερα από τους καιρούς πού γράφηκαν και δημοσιεύθηκαν.
Οι παρακάτω στίχοι στο στόμα της Ηλέκτρας είναι εύγλωττοι:
"... Κι αυτή επιμένει να ετοιμάζει υδρομέλι και τροφές γιά πεθαμένους
που πιά δεν διψούν και δεν πεινούν κι ούτε έχουν στόμα
κι ούτε ονειρεύονται αποκαταστάσεις ή εκδικήσεις. Ολο επικαλείται το
αλάθητό τους (-ποιό αλάθητητο τάχα;) ίσως για να γλιτώσει
απ' την ευθύνη μιας δικής της εκλογής κι απόφασης -
όταν τα δόντια των νεκρών, ολόγυμνα, σκόρπια στο χώμα,
είναι η λευκή σπορά σε μιάν απέραντη μαύρη κοιλάδα
βλασταίνοντας τα μόνα αλάθητα, αόρατα, πάλλευκα δέντρα
που φωσφορίζουνε στο φεγγαρόφωτο, ως το τέλος του χρόνου..."
*****************************************************************
(Παρουσιάστηκε στην αίθουσα Τελετών του Πολυτεχνείου, στο διήμερο μνήμης για τον Ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που οργανώθηκε από την Ενωτική Πορεία Συγγραφέων με τη συνεργασία του περιοδικού Ομπρέλα, υπό την αιγίδα του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, στις 22 και 23/1/1996
Συμμετείχαν επίσης: Σόνια Ιλίνσκαγια, Ρούλα Κακλαμανάκη, Θεόφιλος Φραγκόπουλος, Κώστας Καραχάλιος, Φερεϊντούν Φαριάτ, Δημήτρης Καράμβαλης, Καίτη Παπανίκα, Πίτσα Μπουρνόζου, Γιώτα Βέη, Νίκος Γρηγοριάδης, Σοφιανός Χρυσοστομίδης, Αντρέας Παγουλάτος, Θανάσης Κουδούνης, Μαρία Μαρκαντωνάτου, Ιωάννα Καρατζαφέρη, Καίτη Ιμπροχώρη, Ειρήνη Μαρκογιάννη, Ειρήνη Σταμάτη.
******************************************************************
Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 31, Δεκέμβριος 1995)

Δεν υπάρχουν σχόλια: