Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Ἀλεξ

"Μιά στάση γιά ένα τσιγάρο" είπες. Κι αυτό, μές στον καπνό του, έκρυψε τα χέρια σου που τυλίχτηκαν γύρω μου. Κι η καύτρα του άρπαξε μέ γλώσσες κόκκινες, πυριφλεγείς τά ρούχα μου, και στάχτες τ' άφησε να χορεύουν στον αέρα, να σέρνονται νωχελικά πάνω στα καθίσματα και να τους κόβω την ανάσα εγώ, μ' ένα κορμί πού 'χε ήδη το βάρος δυό, βορά αφημένο στα χέρια σου, στ' αγριεμένο στόμα σου, καυτή, ελάχιστη, μικρότατη μπουκιά.
Να φαγωθούμε ήθελα! Να προλάβω τις κινήσεις σου! Να τις βουτήξω μέσα μου όλες, μή και μου ξέφευγε καμιά, και να σπρώχνεις όπου τεντώνομαι, σκοινί τό σώμα σου, κόμπους να δένομαι, ν' αρπάζομαι με νύχια και με δόντια, να τρέμω όπως σπαράζεσαι κι οι κραυγές σου νά 'ναι ο λώρος μου με το εδώ, για να επιστρέψω αφού εκραγώ.
Αστέρια κόκκινα, κύκλοι γαλάζιοι, κίτρινοι, πορτοκαλί κι οι ήχοι τεταμένοι, μακρινοί, κάτω απ' την αφή μου φλέβες που κοντεύουν ν' απογειωθούν απ' τη σάρκα που τις περιορίζει μέσα της - φέρε με πίσω, φέρε με, ξανά, πρίν πεθάνω πάρε με, μή και χορτάσω πιά και φύγω κορεσμένη!...
Τρεις ώρες μείναμε να καπνίζουμε τσιγάρα ακάπνιστα. Τρεις ώρες, με σημάδια δέκα αιώνων πάνω μας, μ' έρωτα βαθύ και πείνα χιλιετιών. Καί πάντα έτσι. Τους τελευταίους τέσσερις μήνες που σε ξέρω. Το μυαλό μου φράζει όταν σε βλέπω, κι όταν δέν σ' έχω, κολλημένο σε σένα πάλι είναι. Απ' την πρώτη ώρα που σ' είδα. 'Ετσι! Θα πρέπει να σου χρωστάω από προηγούμενη ζωή, νομίζω. Δεν γίνεται αλλιώς... Δεν εξηγείται, λέω, αλλιώς...
Σε γνώρισα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, περιμένοντας δυόμισι ώρες κοιμισμένη σχεδόν, να εγκριθεί η αίτηση για τη βίζα μου και τελικά ήσουν γιά ώρα δίπλα μου, χωρίς να σ' έχω πάρει είδηση. Με μια φευγαλέα μου κίνηση μονάχα, αδιόρατη θά 'λεγα, ψάχνοντας για στυλό, είδα να μου απλώνεις το δικό σου και σάστισα.
Τα δάχτυλα που άγγιξαν τυχαία, σαν να με διάταξαν να σε κοιτάξω. Και κάτι άλλο. Κάτι φευγάτο τριγύρω στον αέρα. "Μέ λένε Άλεξ" είπες, έτσι νομίζω απλά, για να πεις κάτι πιό πολύ κι όχι γι άλλο λόγο. Η προφορά σου απαλή, με φωνή βαθειά, ανακατεύεται μ' αυτό το κάτι άλλο, συγκρούεται με το κάτι που αναγνωρίζω ήδη, μα δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Προσέχω μόνο πως το στυλό ξέχασε να γράφει. Πως απλά κουβαριάζει σχέδια σ' ένα κομματάκι χαρτί. Κι είμαι σίγουρη πως τό 'χω ξανακάνει. Σάν να με βλέπω. Κι όταν γέρνεις με περιέργεια να δεις τις γραμμές που γεμίζουν με το μελάνι σου τα κουτάκια και τους κύκλους που στριμώχνονται στις περιορισμένες διαστάσεις των γραμμών, η μυρωδιά του δέρματός σου με συνεφέρνει.
Κι αυτό το "κάτι" που στριφογύρναγε τόση ώρα άπιαστο, τυλίχτηκε με το άχτι του στρόβιλου και γλίστρησε στο μυαλό μου, όπως το τζίνι μες στο λυχνάρι του Αλλαντίν.
Η μυρωδιά σου. Ναι. Η αίσθηση που σε ψηλάφησε πρίν σ' ακουμπήσω, η βεβαιότητα πως σε ξέρω πριν σε γνωρίσω, η ταχυπαλμία στην επιστροφή του οικείου. Έτσι, την ανάσα του δέρματος αφουγκράζομαι πάντα κι αναγνωρίζω. Και ξέρω, όλες οι σχέσεις-μαχαιριές μου έρωτα είχαν κυρίως. Αλλά εδώ συμβαίνει κάτι άλλο. Χρωστάω πράγματι, χωρίς αμφιβολία. Αλλιώς, ο συναγερμός δέν έχει εξήγηση. Ο συναγερμός που χτυπάει χιλιάδες καμπανάκια.
Το χέρι σου αναζητάει την παλάμη μου και νομίζω πως αυτήν ακριβώς την παλάμη έψαχνα χρόνια τώρα για να εγκαταλειφτώ μέσα της.
Ἐρχεσαι από Νέα Υόρκη, είπες. Είσ' εδώ ήδη δέκα μέρες κι ήρθες να τελειώσεις κάποιες διατυπώσεις και να γυρίσεις πίσω, για τα καλά πιά. Κι εγώ είμαι εδώ για να καταφέρω να πάω Νέα Υόρκη. Κι όλο έλεγα, μέρες τώρα, νά 'ρθω κι όλο το ανέβαλα. Και σήμερα ακόμη έτσι. Κι όλο τα βήματά μου αλλού με πήγαιναν κι εδώ με φέρναν. Κι όλο διατυπώσεις, που να φύγω έλεα, να τ' αφήσω γι άλλη μέρα, αλλά εδώ πάλι. Απ' το πρωΐ στις επτάμισι. Για να σε περιμένω ίσως... Για να σε βρω δίπλα μου...
Μου μιλάς γι άσχετα πράγματα. Για τη ζωή σου εκεί, για τις σπουδές σου, για τη δουλειά, για τους γονείς σου εδώ, κι όπως με τον ώμο σου γέρνεις δίπλα μου, ξέρω πως άλλα θες να μου πεις, νιώθω σαν τ' αγρίμι που κυνηγιέται από ένα άλλο αγρίμι, νιώθω το παιγνίδι που σχηματίζουν τα χέρια σου, που ζωγραφίζουν τα χείλια σου μιλώντας, τα μάτια σου κοιτώντας και δέν είμαι πιά εκεί, ό,τι ορίζω είναι πέρ' απ' αυτήν την αίθουσα, πέρ' απ' την ανθρώπινή της διακόσμηση, πέρ' απ' τους γκρίζους τοίχους και τίς γυάλινες θυρίδες.
Και βρίσκομαι να περπατάω δίπλα σου στην κεντρική αυλή, να σέρνομαι μάλλον γρήγορα, με την ερώτηση στο μυαλό και την απάντηση στην επιθυμία που δεν τολμάω ν' αρθρώσω. "Πάμε να βρούμε κάπου έναν καφέ", μου φάνηκε πως σ' άκουσα να λές, "δεν αντέχω το πρωΐ αν δεν πιώ τουλάχιστον δύο" "Μα η σειρά μασ;" σε ρωτάω "και να τη χάσουμε, θα την ξαναβρούμε" λές, "σημασία έχει να μη χαθούμ' εμείς!". Αλλά τελικά, πουθενά εκεί μέσα δεν υπήρχε κυλικείο. Κι όπως το χέρι σου παιγνιδιάρικα τόση ώρα ταξιδεύει στην πλάτη μου, το νιώθω τώρα να με σπρώχνει βιαστικά μέσα σε μιά βαρειά κρυστάλλινη πόρτα, να με στρίβει σ' ένα στενό διάδρομο και να με σταματάει μπροστά σε μιά δίφυλλη γκρίζα πόρτα που γράφει WC.
Αλλ' αντί το ελεύθερό σου χέρι ν' ανοίξει την πόρτα, με γυρίζει όλη προς το μέρος σου, με κολλάει πάνω σου κι ένα στόμ' απαιτητικό στριμώχνεται μες στο στόμα μου κι απ' όπου αρπάζομαι είναι το τεντωμένο σου κορμί, το βαρύ φιλί σου, η ανάσα που κρέμεται ανάμεσά μας και προσπαθεί να εισχωρήσει, μ' από πού να γλιστρήσει και πού να μπει;
Ούτε κατάλαβα το πότε βρεθήκαμε μέσα σε μιά απ' τις μικρές καμπίνες της τουαλέττας, ούτε κατάλαβα πότε βρέθηκα πάνω σου, πότε τυλίχτηκα γύρω σου, μόνο τό άγριό σου μπάσιμο στο κορμί μου ένιωσα, τις κινήσεις σου που μεθυσμένη με παίρναν και με πήγαιναν βαθειά, πολύ βαθειά, ψηλά, πολύ ψηλά κι ακόμα ψηλότερα, στον προορισμό νομίζω που από πάντοτε ανήκα.
Αλλά, όσο κι αν φώναξα κι όσο κι αν ούρλιαξ' ακόμα, δεν χόρτασα και σ' όποιο τέλος έφτασα, δεν τέλειωσα. Μόνο άρχισα! Όλα τ' άρχισα. Γιά όλα! Και για τον πόνο επίσης.
Γιατί ο έρωτας με πόνο αρχίζει, ο αβάσταγος έρωτας, ο πράγματι, και με πόνο τελειώνει. Έτσι, σαν τη ζωή. Με πόνο και με ουρλιαχτό. Και με χαρά μετά. Με βήματα μικρά κι αβέβαια, μα μ' ένστικτο πάντα και πέσιμο και γδάρσιμο και δάκρυ. Με την αγωνία να προλάβεις. Που δεν ξέρεις τι και τα θέλεις όλα! Όπως κι ο θάνατος. Που ξέρεις ότι εδώ είναι πιά κι εικόνες έρχονται όλα, σάν σε κανάλια υγρά, θολά ίσως και δέν σου φτάνει ό,τι πέρασε κι άς νιώθεις πλήρης, μα μαζί ό,τι είναι - ό,τι ήτανε πλέον - να μη σου αρκεί, κι ο πόνος να ξέρεις, η οδύνη να το προσπερνάς κι ό,τι πραγματικά σε καίει να 'ναι απροσπέραστο. Κι ο κύκλος να μη τελειώνει εκεί, ο δικός σου κύκλος να φαίνεται πως ό,τι χάραξε τ' ολοκληρώνει: το κυρίως ανολοκλήρωτο. Που ο πόνος με το διαβήτη του πάντα το πυρώνει. Αυτός ο κύκλος που πάει έτσι κι αλλιώς και κάνει οχτάρια και μηδενικά και όμικρον και μπρος και πίσω και ξανά μπροστά, ο κύκλος μου, ο φαύλος κύκλος μου, που ανοίγει και κλείνει και σαν τ' όστρακο μαζεύεται κι ό,τι προσπαθεί να τον ανοίξει με προεξοχές, πάνω του γδέρνεται και ματώνει και διπλώνεται και σμικραίνει κι αυτοκαταστρέφεται - σε κύκλους πάντα - κι η δίπλωση μιά καμπύλη ακόμα και τα "ωχ" με "ο" ακούγονται, με κύκλο δηλαδή, κι πόνος με κύκλους δυό στη λέξη του κι η ζωή κι έρωτας με "ο" στη μέση τους, με κύκλο πά' να πει. Κι ο θανατος, το τελευταίο "ο" στο τέλος του, στρογγυλεμένο, ωραίο, τέλειο στον κύκλο του, στο τέλος για το τέλος του, το τέλειωμα του κύκλου, του κύκλου του ενός και όλων μας, του κύκλου μου του φαύλου και του έκφαυλου, το τέλειωμα, λέω, στο σημείο ακριβώς που πιάνει κι η αρχή του.
Καπνίζοντας παίζω έτσι: ένα τσιγάρο που μικραίνει γρήγορα και στο ρούφηγμά του πολλές σκέψεις δεν χωράνε. Μόνο ο Κώστας τριγυρίζει στο μυαλό μου κολλημένα. Όχι βέβαια που υπάρχεις ξαφνικά εσύ, μα γιατί κολλημένος ήταν από παντα του. Απλά τώρα τον χωράω σε μια λέξη και τελειώνω.
Μα και πάλι αλαφιάζομαι. Τόσα χρόνια μαζί του, σε μια λέξη μόνο; Σαν να λέμε, μια ρουφηξιά τσιγάρου; Μα με το τσιγάρο ο καπνός τουλάχιστον γλιστράει μέσα σου, σε πνίγει ώρες-ώρες, σε μπουκώνει, σε γλυκαίνει, σ' αφομοιώνει κάποτε, θολός, στρογγυλός, σε σβούρες με κενά, ξαπλώνει μέσα σου, μέχρι τά σπλάγχνα σου τρυπώνει και διαρκεί για μιάν ανάσα έστω, έστω και για την εκπνοή. Για νά 'χει η εκπνοή σου περιεχόμενο, νά 'χει ένα χρώμα κι ας είναι και γκρίζο, μα κάτι ορατό τέλος πάντων, νά 'χει να το βλέπεις να ξετυλίγεται και να λες: να, κάτι υπάρχει!, να βλέπεις πως υπάρχεις σίγουρα, έστω και μ' ένα χρώμα γκρι, μιαν αχλύ. Κι ας το φτιάχνεις. Κι ας είναι τίποτα κανονικά αυτό που φτιάχνεις. Μα το παράγεις όμως. Ενώ η λέξη; Η λέξη σε χαρακτηρίζει μόνο κι είναι για πολλά. Όχι δική σου. Ποτέ δική σου! Για σένα μόνο, που να σου φέρει, να σου πάρει, κι αν σκαλώσει κάπου, μένει για ν' αναρριχηθεί, να φέρει κι άλλες, που σπαρμένες σε γράμματα είναι πλέον μι' άλλη συνοχή κι ανάμεσά μας δεν ζωγραφίζεται τίποτα, δεν μένει, και μέσα μας κατρακυλώντας τα γράμματα τι πράγματι στιγματισμένο αφήνουνε να βγει;, κι όσο και να λες πως ξέρεις ότι υπάρχεις, δεν αφήνει κάνα σχήμα κάπου αυτό, μόνο σαν νεράϊδες στις αισθήσεις ή σαν βρυκόλακες τριγυρίζουν όλα, κι εκεί δεν φαίνονται. Κι ό,τι δέν φαίνεται, προσωρινά μονάχα μου αρκεί.
Πώς λοιπόν σε χώνω σε μιά λέξη έτσι απλά και σε χαρακτηρίζω και μέσα της βουλιάζω κιόλας χρόνια και χρόνια' απ' τη ζωή μου; Κι έχω ήδη αποσώσει πακέτο τα τσιγάρα και τίποτε απλό δεν ξέφυγ' εκπνέοντας στον καπνό τους, παρά που μπερδεύτηκε.
Αλλ' ευτυχώς, ο Κώστας ξέρει για το ταξίδι μου στη Νέα Υόρκη κι έτσι δεν χρειάζεται προς το παρόν να επιστρατεύω πράγματα. Θα φύγουμε μαζί. Εσύ κι εγώ!
Μόνο το όσο μένω μαζί του μέχρι να φύγουμε μου είναι οδυνηρό, γιατί ο καιρός αργεί και γιατί ο Κώστας είναι πάντ' από πάνω μου, γύρω μου, δίπλα μου κι όσο αυτό με κάνει να νιώθω δυσφορία και ν' ασφυκτιώ, τόσο σε θέλω, τόσο εφευρίσκω όλο και νέα ραντεβού πελατών για να σ' έχω, να σε μοιράζομαι, - με το χρόνο κυρίως - σ' ένα παιγνίδι άνισο και να χάνω πάντα. Όσο τουλάχιστον νομίζω ακόμα πως ο χρόνος υπάρχει, έτσι σημαδεύοντας τη σύγκρουση του χτες και του αύριο μ' ένα τεράστιο "α", λέω το τώρα μ' ένα "α", τό "Α" του ονόματός σου, το "α" που λέει κι "αύριο", που λέει κι "ατέλειωτο" κι "αγαπάω" κι "ανασαίνω" κι "αγαπιέμα" κι "αναρωτιέμαι" κι "αμφισβητώ".
*
Το δεκαμισάωρο ταξίδι δεν μου φάνηκε καθόλου. Αντίθετα, νομίζω πως Αθήνα-Νέα Υόρκη είναι η πιό σύντομη απόσταση που θα μπορούσε να διανύσει κανείς. Κάτι σάν να λέμε Βάρκιζα-Λαγονήσι, ας πούμε. Αν και δεν πρόλαβα να προσέξω τα προνόμια της πρώτης θέσης ακριβώς πάνω στο καρούμπαλο του Μπόϊνγκ, αλλά κυρίως την πολυτέλεια και την απλοχωριά των wc του αεροπλάνου. Τόσο που σκέφτηκα πως στο τέλος θα μου γίνει βίτσιο να κάνω έρωτα σε τέτοιους χώρους μόνο. Όπως και κάτω απ' την κουβέρα, με τα μάτια να καταβροχθίζονται, με τα χείλια που ματώνουν, μ' όσο πιό λίγο ν' αγγίζονται, με τα χέρια βουλιαγμένα του ενός στο κορμί του αλλουνού, μ' ήχους πνιγμένους, σιωπηλούς, σχεδόν νεκρούς και μόνο τα σώματα να σφαδάζουν, να χτυπιούνται παράφορα στο μισόγερτο σκληρό κάθισμα και μιά παράδοξη ακινησία να ρουφάει όλους τους πιθανούς και τούς απίθανους κλυδωνισμούς.
Φτάνοντας πήγαμε κατ' ευθείαν στο ξενοδοχείο μου. Οι ατέλειωτες διατυπώσεις στο JFK, το τεράστιο Διεθνές Αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, η φοβερή κίνηση στους δρόμους, η ταλαιπωρία με τις αποσκευές και κυρίως το αναποδογύρισμα του χρόνου, κι η αποχή του σώματός σου απ' το σώμα μου τόσην ώρα, μ' έκαναν να παραπατάω ζαλισμένη. Αλλα ειδικά, αυτό το πισωγύρισμα του χρόνου. Το τώρα εδώ που είναι αύριο αλλού, κι αλλού χτές. Δηλαδή, το τώρα εδώ είναι αύριο στην Ελλάδα, δηλαδή απ' το τώρα της Αθήνας πού 'ρθαμε εδώ είναι χτες για κει, με τρελαίνει η ψευδαίσθηση πως σε κέρδισα για κάποιες ώρες κι ας μην είναι πράγματι παραπανίσιες έστω, μα το μυαλό μου παίζει, κι ο χρόνος παιγνίδι είναι και το μυαλό μου χρόνος κι ο χρόνος μυαλό, μα πώς ο ίδιος σκέφτεται δεν ξέρω, πως παίζει μόνο γνωρίζω κι όσο με κοροϊδεύει, τόσο προσπαθώ να τον γελάσω, πως πόσο ανελαστικός και σκληρός είναι το ξέρω ή δεν το ξέρω ακόμα, τό 'μαθα ή δέν τό 'χω μάθει πιά και μαδάω σαν τη μαργαρίτα τα πρώτα του και τα δεύτερά του και τις ώρες του ακόμα και το ποιός χάνει, τον μετράει δεν τον μετράει, αυτό, σίγουρα, μονάχα ξέρω κι ας νομίζει πως στο βάθος του με απατά.
Στη ρεσεψιόν με περιμένει ήδη ένας φάκελος. Σφραγισμένος. Μα μυρίζοντας, αναγνωρίζω τη μυρουδιά απ' το χαρτί του φάξ. Το μελάνι του γραφίτη πάνω του μυρίζει ιδιότροπα. Τ' αφήνω για μετά.
Κι όπως διαισθάνθηκα, βέβαια, ήτανε απ' τον Κώστα. Ατέλειωτες σειρές πως ήδη του έλειψα. Αλλά δεν νιώθω τύψεις κι αν προσπαθώ ακόμα. Ο Αλεξ δίπλα μου κοιμάται σαν μωρό. Αυτό με νοιάζει. Ο Άλεξ. Ο Άλεξ μου. Ο ανήλεος εραστής μου. Αυτός με νοιάζει και με κόφτει, κι όσο τον έχω δίπλα μου, είμαι ασφαλής. Νομίζω τουλάχιστον. Μα και που νομίζω, μου αρκεί. Να σ' έχω χωρίς όρια! Παντού! Αν σ' έχω, είμαι ασφαλής. Κι αν είμαι ασφαλής, και το παραμικρό μου αρκεί!
Οι πρώτες έξι μέρες της παραμονής μας κύλησαν μες στο καλλίτερ' όνειρο που θα μπορούσα ποτέ μου νά 'χω δει. Ψώνια, θέατρο, έρωτας. Η νύχτα μέρα κι η μέρα νύχτα, μέχρι ξανά να γίνει μέρα και πάλι απ΄την αρχή. Χωρίς σκέψη. Χωρίς άλλη ανθρώπινη επαφή, χωρίς τίποτ' άλλο, παρεκτός εμάς κι εντελώς μεταξύ μας.
Μόνο που τώρα κι αφού αφέθηκες ν' αποκολληθείς από μέσα μου επιτέλους, μού 'ρθε σαν έκλαμψη, έτσι, να σε ρωτήσω πότε επιτέλους θα με πας στο Greenwich village να δω το μαγαζί σου, πότε θα με πας κι από το σπίτι σου αλήθεια, που με τόση έκσταση μου το ζωγράφιζες στην Αθήνα. Κι ένιωσα να μου φεύγεις τότε. Σ' έχασα αμέσως. Κι ένα κενό άσφαιρο μου πήρε όλο το αίμα κι ούτε που ξέρω πού πήγε να τ' αδειάσει. Και τότε σαν καμπανάκι, χτύπησε στο μυαλό μου ο Κώστας. Από πού ανασυρμένος άραγε, ούτε που θυμάμαι. Κι όσο η σιωπή σου είναι σάν να μ' εκσφενδόνισε απ' τον εικοστό έβδομο στο κενό, κι όσο η παράτασή της καθυστερεί την έκρηξή μου στο έδαφος, όλο κι ανασύρω μνήμες, τη φωνή του Κώστα, το χέρι του που πάντ' απαλά -χωρίς σχεδόν να μ' ακουμπά - σεργιάνιζε πάνω μου, το κορμί του που δίχως βάρος με βάραινε πάντα, το στόμα του που σάν το κύμα μ' έγλειφε, χωρίς να μου χαράζει καμιά καινούργια αμμουδιά, χωρίς να με πετροβολάει με βότσαλα φερμέν' απ' το βυθό του, με δίχως φύκια να με τυλίγουν σε πλοκάμια απελπισμένα, σκοτεινά, ξάστερη ακροθαλασσιά πάντοτε, ο Κώστας, που το άλας του τα κρατούσε όλα στα ρηχά...
"Στό σπίτι είναι η γυναίκα μου", είπες, "με το γιό μου". Κι έσκασα επιτέλους κάτω, με κρότο, σαν να διαρρήχτηκαν οι ουρανοί με βία και σε χαράδρες άνοιξαν και με τ' αστέρια τους βεγγαλικά που ορμήσαν να σπαράξουνε τον κόσμο. "Ήθελα να στο πω, μα δεν βρήκα ως τώρα πως άξιζε τον κόπο. Μόνο το ψέμα μ' ενοχλούσε, πως δεν τό 'ξερες. Αλλιώς η Άντζελα είναι τελειωμένη γιά μέν' από καιρό. Αυτό που μας κρατάει μαζί είναι το παιδί. Ο γιός μου. Ο λατρεμένος μου Νίκυ και το ποιός από τους δυό μας στο τέλος θα τον πάρει... Αλλά εσύ, μωρό μου, δεν μπαίνεις πουθενά εδώ. Εσύ είσαι πάνω απ' όλα!..." Και μ' αγκάλιασες, μα ήξερα πως ήταν ψέμα. Με κράταγες χωρίς να με κρατάς. Μού 'κανες έρωτα με την απουσία του έρωτα από παντού, κι απ' το κορμί σου ακόμα. Μόνο και μόνο, νομίζω, για να μη μ' αφήσεις μ' απορίες κι αναπάντητα ερωτηματικά. Αλλά μου άφησες αδυσσώπητα κενά...
Λέω λοιπόν πως κι ο χρόνος δεν κρύβει άλλο από πόνο. Πόνο που έρχεται κι ό,τι θα 'ρθεί δεν ξέρεις. Πόνο που φεύγει κι ό,τι μαζί του μπλέκεται, χάνεται οριστικά. Ο χρόνος που μπαίνει μέσα μου κι ανάβει και σβήνει κι ό,τι μου δίνει πάμφορο, στο τέλος μ' απατά. Κι ό,τι κυρίως αφήνει, γραμμές. Γραμμές που χαράζονται σε χαρτιά και πλάθουν σχήματα, εικόνες, λέξεις και κενά. Γραμμές που βουλιάζουν στα πρόσωπα και φέρνουν οιμωγές. Με γραμμές-ρυτίδες παίζει παντού και μέσα μου κι έξω μου, κι αν κάπου σηματοδοτώ το πέρασμά του είναι, όταν μετράω τους χώρους των γραμμών.... όπου τις βλέπω, όπου τις πιάνω...
Έτσι πέρασαν κιόλας οι τέσσερεις μήνες. Με σένα που φεύγεις κι έρχεσαι σε ταξίδια αστραπή για εδώ, για εκεί, και μένα, πάντα εδώ, με το μυαλό μου σε σένα μόνο, με την αναμονη να ξεκαθαρίσεις τις υποθέσεις σου και να επιστρέψεις για πάντα στην Ελλάδα. Με μενα κλεισμένη στη διαρκή μου φαντασίωση, πως, όταν ο Κώστας μ' αγγίζει, ουσιαστικά, εσύ καθοδηγείς τις κινήσεις του, πως εσύ κρυφά ακροβατείς στο κορμί μου, δανεισμένος το σώμα του. Κι ας μη του μοιάζει με τίποτα.
Αλλά ακροβατείς ακριβώς, δεν με συνθλίβεις. Με βασανίζεις απλά με μιάν επώδυνη αναμονή μέχρι νά 'ρθεις. Με διατηρείς στην ψύξη. Ούτε νεκρή, ούτε ζωντανή. Απλά σε νάρκη. Εκτός απ' τις διάμεσες φορές που μου τηλεφωνείς και που μου κάνεις έρωτα απ' το τηλέφωνο, να συμμαζεύονται τότε οι ωκεανοί που μας χωρίζουν κι οι ουρανοί που μας χωροῦν δυναστικά και να ελέγχεις πάντα, αν οι φαντασιώσεις μου σου μένουν ακράδαντα πιστές, αν κι η σάρκα έχει διαρρήξει κάθε όριο απ' την αντοχή. Απ' την απαντοχή να λείπεις...
Ὀμως το σαράκωμα της ζωής μου δεν τραβιέται άλλο. Αποφάσισα λοιπόν νά 'ρθω Αμερική, χωρίς να το ξέρεις. Το αποφάσισα χωρίς να τό 'χω αποφασίσει. Σαν να τό 'χω ξανακάνει αυτό, τό ίδιο πράγμα - γι αυτόν ακριβώς τον ίδιο λόγο. Και σαν αυτό που θα δω να το ξέρω ήδη. Οδηγημένη δέν ξέρω από τί...
*
Η Νέα Υόρκη αυτή τη φορά, εντελώς διαφορετική, άχρωμη, μέσα εντούτοις απ' τα τόσα χρώματα. Των ανθρώπων και μόνο που πάνε τόσο γρήγορα, λες και μονίμως κυνηγάνε κάτι μπορς απ' το βήμα τους.
Το μαγαζί σου είναι στο καλλίτερο σημείο του Greenwich Village. Δυό μέρες τώρα τσεκάρω τις ώρες που έρχεσαι και φεύγεις, το πόσο μένεις, το τι κάνεις ακριβώς μένοντας, σε ποιούς μιλάς, σε ποιούς γελάς, με ποιούς αγκαλιάζεσαι, ποιούς αφήνεις πίσω στο πόδι σου φεύγοντας.
Κι είπα τώρα που μόλις έφυγες, να μπω να πιω μια μπύρα. Ξέρω πως δεν θα ξαναρθείς γι απόψε. Κι η μια μπύρα γίνηκε μπύρες. Μ' ένα χέρι να χώνουν τη χούφτα τους βαθειά μες στην ψυχή μου σε κάθε γουλιά και να μου βγάζουν, όλο να μου βγάζουν κραυγές πνιγμένες, έκβαθες, λεηλατημένες.
Η γκαρσόνα που με σέρβιρε τόση ώρα, με ρώτησε κάποια στιγμή, με γυάλινα μάτια, τι ν' αναπολώ. Αλλά στο τέλος, αυτό το κορίτσι των είκοσι τριών χρόνων που δούλευε ασταμάτητα από νύχτα σε νύχτα κι απο μέρα σε μέρα, κάθησε δίπλα μου στο συμπλήρωμα της βάρδιας της, λέγοντάς μου πως της θυμίζω τους αθρώπους της πατρίδας της. Η Ανχελίνα Μαρία Δελ Πέδρο θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια στη Μεξικάνικη συνοικία της πόλης των Αγγέλων και πώς στα δέκα πέντε της την ερωτεύτηκε παράφορα ένας μελαχρινός γεροδεμένος νεαρός που έμειν' έγκυος μαζί του τελικά κι είπε: "Να λοιπόν, θα ξεφύγω απ' τη μιζέρια και τις ανύπαρκτες ευκαιρίες των έγχρωμων μεταναστών εδώ" και κλέφτηκε μαζί του, μεγαλώνοντας άτσαλα, γρήγορα, μ' ένα παιδί στην αγκαλιά, προτού προλάβει να μη είναι πια παιδί κι η ίδια. Κι από τότε ζει εδώ στη Νέα Υόρκη, χωρίς νά 'χει πλέον καμία επαφή με τούς δικούς της. Ούτε ακόμα, κι όταν εδώ και δέκα μήνες περίπου ανακάλυψε πως ένα μικρό καβουράκι πού' μεινε κρυμμένο στο κορμί της -ίσως από τις περσινές της διακοπές ακόμα-, βαρέθηκε να παίζει στη στεριά και βγαίνοντας να φύγει, τή δάγκωσε στο στήθος. Κι όταν τό 'πιασε να το πετάξει, της πάτησε δυό δαγκωνιές στα κόκκαλα κι έγινε άφαντο. Χτυπάει και φεύγει από τότε, χτυπάει κι αφήνει τις φωλιές του άδειες. Όλο γι αλλού μετακομίζει. Όλο γι' αλλού...
Ψάξαν οι γιατροί, τα πάνω-κάτω φέραν, στο στήθος της ένα φάντασμα από πλαστικό της βάλαν, κι όσο κι αν κάψανε τις δαγκανιές του όπου αλλού, οι τρύπες χάσκουνε ακόμα. Γέλιο κομματιαστό το σώμα της. Καμμένα γέλια με χείλια ανοιχτά, ξεκαρδισμένα στο χρόνο που μετράει ανάποδα ίσως, μα που μετράει πάντως, κι όσο μετράει, ανασαίνει ακόμα. Και δουλεύει σαν το σκυλί, λέει, για να εξαγοράσει ό,τι της μένει στη ζωή, με ζωή λεπτό το λεπτό, εξαντλημένη, γραμμένη στα χέρια της, ζωή όμως. Ζωή!...
"Γι αυτό άφησα τον Άλεξ ελεύθερο". Τι; Τι είπε; Τον Άλεξ; Ποιόν Άλεξ, τον Άλεξ μου;... "Του είπα να γυρίσει στην πατρίδα του. Να τα πουλήσει όλα και να γυρίσει πίσω. Ο Αλεξ, ξέρεις, δεν μπορεί ακόμα να δεχτεί την προθεσμία του θανάτου στη ζωή μου... Προσπαθώ να τον πείσω. Πρέπει! Για το παιδί τουλάχιστον..."
Οι δρόμοι έξω βρεγμένοι, ποτάμια σχεδόν, είδηση δεν είχα πάρει απ' την καταιγίδα τόση ώρα και τώρα τσαλαβουτάω άσκοπα. Κι έχει ένα φόβο η πόλη τη νύχτα, μιαν απειλή που κρύβεται στις γωνιές απ' τα μεγάλα της μπλόκια, στα ισιώματα των πεζοδρομίων της που κόβουν στις εσοχές των μαγαζιών!
Δεν ξέρω πιά προς τα πού πέφτει το Μανχάτταν κι η Έβδομη Λεωφόρος. Έτσι σαν την άδικη κατάρα πάω, σαν τη ζωή που αντικρίζει το θάνατο και τα 'χουνε κι οι δυό χαμένα. Πώς χωράει μέσα σ' αυτόν τον περιορισμό η Ανχελίνα Μαρία, αναρωτιέμαι, κι εγώ από ποιά σκοπιμότητα βρέθηκα; Απ' το τυχαίο άραγε ή απ' το επιγεγμένα "μοιραίο" που ξοφλάει σ' όλους τους γύρους της ζωής με θάνατο κι εξόφληση δεν έχει;
Θά 'θελα νά 'χα τον Αλεξ δίπλα μου σαν το μωρό, ό,τι φοβάμαι κι ό,τι σταμάτησε η σκέψη μου να ορίζει να κουλουριάσει μες στο στέρνο του, να το βουλιάξει. Θά 'θελα νά 'χα τον Κώστα με τη σιωπή του, με την απόστασή του απ' όλα να τριγυρίζω στο απρόφταστο, σαν το χταπόδι να χτυπιέμαι στους τοίχους του πρίν από μενα επιλεγμένου, του αδιάλεχτού μου ουσιαστικά. Και λέω, ο ΄Αλεξ άραγε κι εγώ, τι ρόλο νά 'χουμε κρατήσει απ' τον σωρό των ρόλων που η Μοίρα ραίνοντας έστειλε να μας προϋπαντήσει;"
Ο ΄Αλεξ ήταν ήδη στην Ελλάδα, όταν έφτασα. Μ' έψαχνε τηλεφωνικά, πρίν ακόμα έρθει, κι απ' όταν πάτησε το πόδι του εδώ, έγινε ακόμα πιό επίμονος. Μέχρι και με τον Κώστα μίλησε αναζητώντας με, βρίσκοντας όποια δικαιολογία του φαινόταν πιστευτή αρκετά, προκειμένου να μάθει πού είχα εξαφανιστεί. Αλλ' από ένστικτο, θαρρώ, ο Κώστας με κάλυψε. Του είπε απλά πως έλειπα για δουλειές, χωρίς ν' αποκαλύψει το πού. Από ένστικτο αλήθεια μόνο;, αναρωτήθηκα. Ίσως τ' ότι δεν τον αγάπησα παράφορα μ' έκανε να μη τον διαισθάνομαι, να μη τον ψάχνω επισταμένα, να τον αναζητώ προσωρινά μόνο, να μη τον ξέρω. Να μη καταλαβαίνω πίσω απ' τα μάτια του τι βλέπει, πίσω απ' τα χείλια του, ποιές λέξεις ανείπωτες, ποιές σκέψεις σφηνώνονται σ' ειρμούς και ποιούς αλήθεια;...
*
Δέχτηκα να σε συναντήσω στο μικρό διαμέρισμα που κράταγες στη Γλυφάδα απ' το δεύτερό σου ταξίδι εδώ και μετά, αν και θα προτιμούσα έναν ουδέτερο χώρο, κάπου που θα μπορούσα να ελέγχω ό,τι αισθάνομαι κι ό,τι σκέπτομαι, απόλυτα. Κάπου που καμιά μεσολάβηση κοινής μας ζωής δεν θα μπορούσε να μ' αποσπά.
Δεν ξέρω αν είχα δίκιο ή άδικο, μα μόλις σε είδα-τα ξέχασα όλα. Και νομίζω το ίδιο θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς κι όπου αλλού. Γιατί παρ' όλο που τράβηξα το χρόνο της συνάντησής μας αρκετά -μιάμισι μέρα σχεδόν, (τριάντα δύο ολόκληρες ώρες) -μέχρι τη στιγμή που όρμησες πάνω μου ασυγκράτητος, είπα πως απ' το ανεξέλεγκτο και συνεχόμενο χτυποκάρδι δεν θα την έβγαζα καθαρή. Μέχρι την ώρα που στρίμωξες το κεφάλι σου στο στήθος μου κι ένιωσα τ' ο,τιδήποτε να μηδενίζει. Να σταματά! Μέχρι την ώρα που σερνάμενα τα κορμιά μας στα παγωμένα μάρμαρα προσπαθούσαν να σβήσουνε τις πυρκαγιές τους όλες, μέχρι τα χέρια να βρούνε τις κινήσεις τους, οι καυτές ανάσες το ρυθμό τους κοφτές, τα χείλια το δρόμο τους κι ο έρωτας την παγίδα του σώματος να συλληφθεί, ο λαβωμένος, κι ύστερα βιαστικά, ξέπνοα, ασυγκράτητα, να δούμε ότι είναι αλώβητος, βεβαιωμένος, να σ' ακούω να φωνάζεις: "σώσε με αγάπη μου" και νά 'μαι σίγουρη πως μόνο εγώ μπορώ, εγώ μόνο! καρδιά μου, έρωτά μου ακριβέ, εγώ, στα όπου να σε παίρνω, που ανήκω και πονώ.
Απελπισία είχεν ο έρωτας αυτός και ρίζα. Ρίζες να πω, που σαν παράσιτα γύρω του είμαστε φυτρωμένοι. Που ό,τι να κόψεις δεν είναι και σίγουρο πως τ' άλλο του θα σωθεί. Όπως κι από το θάνατο, η ζωή δεν είναι βέβαιο πως περιμένει να περισυλλεγεί.
Μου είπες πως αυτή τη φορά έφερες και το γιό σου μαζί. Να μείνει με τους γονείς σου. Ν' αρχίσει σχολείο εδώ. Και να τον έχω στο νου μου. Γιατί θα φεύγεις και θά 'ρχεσαι για καιρό ακόμα. Χωρίς να ξέρεις για πόσο. Κι είπα, δεν με νοιάζει, δεν θέλω να ξέρω. Κάνε μου έρωτα μόνο, να πάψω να μετρώ τις συλλαβές του χρόνου που περνά. Για να μη νιώθεις στο ένα πίσω σου τη βούλα του θανάτου που κοιμάται απαλά.
Κι ας σου πάρει χρόνια. Καλλίτερα! Κι οι ρυτίδες μου ακόμα τότε θά έχουνε φωτιά...
***********************************
15/5/1994 ("Κι ας με ταξιδεύεις όπου")

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Seamus Heaney "Storm on the Island"

Storm on the Island
******************

We are prepared: we build our houses squat,
Sink walls in rock and roof them with good slate.
This wizened earth has never troubled us
With hay, so, as you see, there are no stacks
Or stooks that can be lost. Nor are there trees
Which might prove company when it blows full
Blast: you Know what I mean - leaves and branches
Can raise a tragic chorus in a gale
So that you listen to the thing you fear
Forgetting that it pummels your house too.
But there are no trees, no natural shelter.
You might think that the sea is company,
Exploding comfortably down on the cliffs,
But no: when it begins, the flung spray hits
The very windows, spits like a time cat
Turned savage. We just sit tight while wind dives
And strafes invisibly. Space is a salvo,
We are bombared by the empty air.
Strange, it is a huge nothing that we fear.

**********************

Είμαστε προετοιμασμένοι: χτίζουμε τά σπίτια μας στέρεα,
τοίχους βυθίζουμε στούς βράχους και τα στεγάζουμε καλά με πέτρινες σκεπές.
Αυτή η στέρφα γη δε μας δυσκόλεψε ποτέ
με ξερόχορτα᾿ άρα, γιά δές, δεν υπάρχουν θημωνιές
ή σωροί να χαθούν. Ούτε δέντρα
να γίνουν ίσως συντροφιά όταν φυσσάει ο αγέρας
καταστροφικά: ξέρεις τι έννοώ -φύλλα και κλαδιά
μπορούν να σηκώσουν τραγικό χορό στη θύελλα,
έτσι, που ν' ακούσεις αυτό που σε τρομάζει,
ξεχνώντας πως γρονθοκοπά το σπίτι σου επίσης.
Αλλά δεν έχει δέντρα, ούτε απάγκια φυσικά.
Ίσως σκεφτείς για συντροφιά τη θάλασσα
που σπάει μαλακά στους βράχους χαμηλά,
μα όχι: στην αρχή, ο αφρός που εκτινάσσεται
κτυπά και τα παράθυρα ακόμα, ξερνά σαν γάτα ήρεμη
που αγρίεψε. Καθόμαστε σφιγμένοι, ενώ ο άνεμος βουτά
κι αόρατα σφυροκοπά. Ομοβροντία ο τόπος,
απ' τον κούφιο βομβαρδιζόμαστε άερα.
Περίεργο, είναι ένα μέγα τίποτα αυτό που μας φοβίζει.

***********************

"Ο θάνατος ενός νατουραλιστή" Σ. Χήνυ, Βραβείο Νόμπελ 1995, απόδοση στα ελλ. Δεκέμβριος 1995

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Μερικά ποιήματα

Οσο λείπεις
***********

Καμιά δύναμη
Όσο λείπεις.
Κι ο Έρωτας αφύπνιση σκότους.
Καμιά φωνή.
Ούτ' ένας οίστρος θαλάσσης
Ούτε καν μιά ρηχή σιωπή.
Ο πυρεττός μόνο της γεύσης σου.


*****************************


Η εντολή
********

Στο δρόμο
κάτω απ' τις σκιές των νεραντζιών
πέρασε πρώτο τ' άρωμά σου:
η προσταγή στον Έρωτα!

*****************************

Όταν λείπεις
************

Τ' αντικείμενα
ν' ακουμπάνε στο βάρος τους,
στη σκιά σου που λείπει...
Όπου να κινηθῶ
σκοντάφτω στο σώμα σου
κι όταν διψάω,
το νερό έχει τη γεύση απ' το στόμα σου.
Κι ο πόνος να μη με χορταίνει με τίποτα,
να μη μ' ευχαριστιέται που μ' έχει ολόκληρη,
να μή μ' αποτελειώνει...

******************************

Και συ άλλαζες
**************

Γδύνεσαι.
Στο γέρμα του φωτός
γεύομαι το φως σου,
ό,τι άφαντο φυλάς αγγίζω
κι ό,τι κρυφό δεν έχεις.
Σε κάθε σάρωμα βουτώ
όπου μ' ορίζει το κορμί σου,
κι ανήκω σ' όποιο πρόσταγμα
μου γνέφ' η ηδονή σου.
Μα όλο κι όλο άλλαζες,
απλούστατα, να φύγεις!...

*************************

Εκεί
****

Καθημερινά
κάτι πεθαίνει
εκεί που σ' άφησα
το προηγούμενο βράδυ.

*************************

Η ζωή και το έργο του Διονυσίου Σολωμού - Μιά σύγχρονη προσέγγιση στον "Υμνον εις την Ελευθερίαν"

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε το 1798 στην Ζάκυνθο και πέθανε το 1857 στην Κέρκυρα. Ήταν γιός του κόντε Νικολάου Σολωμού και της Αγγελικής Νίκλη, κόρης λαϊκής καταγωγής, που δούλευε στο σπίτι του κόντε.
Ο Νικόλαος Σολωμός, πατέρας του ποιητή, που καταγόταν από την Κρήτη, είχε καταφέρει να κατοχυρώσει τον τίτλο του στο Λίμπρο ντ' Όρο της Ζακύνθου το έτος 1785 και μόλις μιά μέρα πρίν το θάνατό του την 27η Φεβρουαρίου 1807, νομιμοποίησε το δεσμό του με την Αγγελική Νίκλη κι αποκατέστησε ως "φυσικά του τέκνα" τον Διονύσιο και τον μικρότερο αδελφό του Δημήτριο, που μετέπειτα ανεδείχθη ως πρόεδρος της Ιονίου Γερουσίας.
Στα παιδικά του χρόνια ο ποιητής είχε ως δάσκαλό του τον Ιταλό αββά Σάντο Μπόσι, που τον δίδαξε την Ιταλική γλώσσα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο κηδεμόνας του κόμης Νικόλαος Μεσσαλάς τον έστειλε μαζί με τον δάσκαλό του στην Ιταλία (1808). Πρώτα στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης κι αργότερα στο Γυμνάσιο της Κρεμόνας, όπου είχε καθηγητές τον Πίνι και τον ελληνιστή Μπελίνι.
Ο Σολωμός σπούδασε Ιταλική και Λατινική φιλολογία, ενώ μετά την αποφοίτησή του (1815), γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου παρακολούθησε μαθήματα της Νομικής γιά τρία χρόνια κι έλαβε παμψηφεί το πτυχίο του δόκιμου, το έτος 1817.
Παράλληλα με τις σπουδές της Νομικής, για την οποία όμως ουδέποτε, πράγματι, ενδιαφέρθηκε, ο Σολωμός παρακολούθησε κι ελληνική φιλολογία, άκουσε διαπρεπείς φιλοσόφους και φιλολόγους και γνώρισε αξιόλογους λογοτέχνες, εκπροσώπους της εποχής, π.χ. τους Μόντι, Τόρτι, Μαντσόνι κ.α., κι έτσι διαμόρφωσε την προσωπικότητά του κάτω από την επίδραση του νεοκλασσικισμού και του ρομαντισμού, καθώς και των δημοκρατικών ιδεών του αναγεννητικού φελελεύθερου πνεύματος, που επικρατούσε τότε μεταξύ των Ιταλών λογίων.
Το 1818 ο Σολωμός επέστρεψε στην Ζάκυνθο, όπου κι έγινε η ψυχή μιάς φιλολογικής συντροφιάς, που την αποτελούσαν ο κόμης Παύλος Μαρκάτης, ο ποιητής και μετέπειτα συγγραφέας του "Βασιλικού" Αντώνης Μάτεσις, ο ποιητής και συγγραφέας Γεώργιος Τερτσέτης, ο γιατρός Διονύσιος Ταγιαπιέρας, ο ιατροφιλόσοφος πολιτικός και ποιητής Δημήτριος Πελεκάσης, ο γιατρός και λόγιος Διονύσιος Ροΐδης, που κέντριζε, μάλιστα, τη σατιρική φλέβα του Σολωμού, ο Ιταλός καθηγητής Γκρασέτι κ.α.
Σημαντική όμως για την όλη πνευματική εξέλιξη του Σολωμού, υπήρξε η συνάντησή του με τον Σπύρο Τρικούπη (τέλη του 1822), ο οποίος τον έστρεψε οριστικά προς την ελληνική ποίηση και τον βοήθησε στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.
Από το Δεκέμβριο του 1828 ο Σολωμός εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, όπου γνώρισε σημαντικότατα κείμενα της Γερμανικής φιλοσοφίας καί ποίησης, τα οποία του μετέφραζαν οι φίλοι του Νικ. Λούντζης και Ιάκωβος Πολυλάς.
Στις 3-2-1849 ο Σολωμός παρασημοφορήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος από τον Βασιλιά Όθωνα, για τα ελληνικά του αισθήματα, που εκφράστηκαν, σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα, "εις πολλάς ποιήσεις, αίτινες διήγειραν ενθουσιασμόν κατά τον υπέρ της Εθνικής Ανεξαρτησίας Αγώνα".
Ο θάνατός του επήλθε στην Κέρκυρα στις 9-21 Φεβρουαρίου 1857, ύστερα από επανειλημμένες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του, τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν σε μαυσωλείο, στην Ιστορική Πλατεία Αγίου Μάρκου, ενώ από τον Ιανουάριο του 1968 έλαβαν την οριστική τους πλέον θέση στο Μαυσωλείο Σολωμού και Κάλβου.
Μετά τα πρώτα του Ιταλικά ποιήματα, θρησκευτικού, κυρίως, περιεχομένου, που τυπώθηκαν το 1822, ο Σολωμός έγραψε τα πρώτα του λυρικά στιχουργήματα στην ελληνική γλώσσα, ειδυλλιακής ή ελεγειακής μορφής, όπως: Ανθούλα, Το όνειρο, Ωδή εις την Σελήνη, η Ψυχούλα, Η αναγνώριση, Η Ξανθούλα, Ο θάνατος του βοσκού κ.α.
Στην ίδια περίοδο εντάσσονται τα ποιήματα: "Τα δύο αδέλφια" και "η τρελλή μάνα", που ο ποιητής θά συμπεριλάβει στη μεταγενέστερη σύνθεσή του "Λάμπρου", καθώς κι οι μεταφραστικές του απόπειρες λυρικών κειμένων του Μεταστασίου, του Πετράρχη και του Σαίξπηρ.
Η δεκαετία 1823-1833, που χαρακτηρίζεται ως η δημιουργική περίοδος του Σολωμού, διακρίνεται για την ωριμότητα που διαπιστώνεται από την πνευματική του συγκρότηση, καθώς, επίσης, από τη γονιμότητα της εργασίας του και την βασανιστική επεξεργασία του στίχου, που αντικαθιστά την αυθόρμητη έμπνευση.
Όπως, άλλωστε, κι ο ίδιος λέει: "Η δυσκολία τήν οποία αισθάνεται ο συγγραφέας... δέν στέκει εις το να δείξη φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δύο πράγματα με τον καιρό και με κόπο, εις το νόημα της τέχνης".
Η περίοδος αυτή αρχίζει με τον "Ύμνον εις την Ελευθερίαν", ο οποίος δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Συλλογή Δημοτικών Τραγουδιών του Φωριέλ στο Παρίσι το 1825, και τον ίδιο χρόνο τυπώθηκε στο Μεσολόγγι από τον Γκρασέτι, με το ελληνικό κείμενο και τη μετάφραση στα Ιταλικά, σε πεζό λόγο, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ τον Ιούλιο του 1865 οι δύο πρώτες στροφές του καθιερώθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα και με την μελοποίηση του Νικολάου Μάντζαρου ως "Ύμνος του Έθνους και του Βασιλέως".
Μετά τον Ύμνο ο Σολωμός έγραψε το αποσπασματικό ελεγειακό ποίημα "Εις Μάρκον Μπότσαρην" (εμπνευσμένο από το θάνατο του ήρωα 10-8-1823) και το λυρικό ποίημα "Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάϋρον" (1824), το εξαίσιο επίγραμμα "Η καταστροφή των Ψαρών" (1824), το πρώτο σχεδίασμα των "Ελεύθερων Πολιοκρημένων" και το λυρικό ποίημα "Η φαρμακωμένη", που, επίσης, μελοποιήθηκε από τον Νικ. Μάντζαρο.
Παράλληλα με τα λυρικά ο Σολωμός έγραφε και σατιρικά ποιήματα, όπως "Η Πρωτοχρονιά" (1824), "Το Ιατροσυμβούλιο", "Το όνειρο" (1826). Σ' αυτήν την περίοδο, επίσης, κατατάσσονται οι αποσπασματικοί στίχοι της "Νεκρικής Ωδής ΙΙ ή Εις θάνατον της Κυρίας Αγγλίδας" και το ολοκληρωμένο ποίημα "Εις Μοναχήν" (1829).
Από το 1824 έως και το 1833 ο Σολωμός επεξεργάζεται τον "Λάμπρο", έργο το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, περιέχονται όμως τελειοποιημένα αποσπάσματα πού διακρίνονται για την εξαιρετική τεχνική τους επεξεργασία, όπως: "Η ημέρα της Λαμπρής" (21) και η "Δέηση της Μαρίας και το όραμα του Λάμπρου" (25).
Η τελευταία περίοδος της Σολωμικής δημιουργίας αρχίζει με τον "Κρητικό" (έργο το οποίο ξεκίνησε να πρωτοδουλεύει το 1833), ενώ, παράλληλα, καταγίνεται και με τη σατιρική ποίηση, γράφοντας και το ανολοκλήρωτο ποίημα "Η τρίχα".
Το σημαντικότερο επίτευγμα της Σολωμικής δημιουργίας αυτής της περιόδου είναι "Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι", πού, παρά που δέν ολοκληρώθηκε, μας δίνει το μέτρο στο οποίο υψώθηκε η ποιητική ιδιοφυΐα του.
Στην ίδια περίοδο ανήκουν και τ' αποσπάσματα του ποιήματος "Νικηφόρος Βρυένιος", όπως και τ επίσης αποσπασματικό "Ο Πόρφυρας", το ελεγειακό "Εις τον θάνατον της Αιμιλίας Ροδόσταμο"(1847-1848), το "Carmen Seculare" (1849), το ολοκληρωμένο επίγραμμα "Εις Φραγκίσκα Φραίζερ" (1849), το τετράστιχο επίγραμμα "Πρός τον Βασιλέα της Ελλάδας", γραμμένο για τον Όθωνα, (1850 ή λίγο αργότερα).
Στην τελευταία περίοδο της ζωής του ο Σολωμός κουρασμένος από τον αδιάκοπο αγώνα του νά δώσει εκφραστική τελειότητα στους ελληνικούς στίχους του, στρέφεται και πάλι στις ιταλικές συνθέσεις και γράφει τα εξής: "Το ελληνικό καράβι", "Σαπφώ", τα σονέτα "Orfeo", "Στον θάνατο του Στυλ. Μαρκορά" και ορισμένα πεζά ιταλικά σχεδιάσματα, που σκόπευε να μεταφέρει σ' ελληνικούς στίχους. Στα τελευταία περιλαμβάνονται: "Η ελληνίδα μητέρα", "Η Γυναίκα με το μαγνάδι", "Το αηδόνι και το Γεράκι".
Στα ελληνόγλωσσα πεζά του περιλαμβάνονται, επίσης, ο "Διάλογος" (1824 ή 1825) και η "Γυναίκα της Ζάκυνθος", που γράφηκε μεταξύ των ετών 1826 και 1829, για να καταλήξει εν τέλει κι αυτό ανολοκλήρωτο.
**************************
Ο "Ύμνος εις την Ελευθερίαν" είναι ένα μεγάλο ποίημα 158 στροφών με οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους τροχαϊκούς ομοιοκατάληκτους στίχους, που αποτελεί, σύμφωνα με τον Πολυλά, "τον πρώτο γνήσιο καρπό της ελληνικής φαντασίας, ύστερ' από είκοσι αιώνες του μαρασμού της".
Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, σε ολόκληρο το έργο δεσπόζει η Ελευθερία ως κυρίαρχη μορφή, που ταυτίζεται προς την πατρίδα Ελλάδα, ενώ, παράλληλα, περιγράφονται σημαντικά γεγονότα του μεγάλου Αγώνα, όπως: η Πολιορκία και η Αλωση της Τριπολιτσάς, η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια και στους κάμπους της Κορίνθου, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (1822), η απόκρουση τη επίθεσης και η πανωλεθρία των Τούρκων στον Αχελώο ποταμό, δεν παραλείπονται, οπωσδήποτε, τα θαλασσινά κατορθώματα και, επίσης, γίνεται αναφορά ακόμη και στο θάνατο του Πατριάρχη. Στις τελευταίες, μάλιστα, στροφές δίνονται παραινέσεις προς τους Ελληνες για ομόνοια και καλούνται οι ισχυροί της Δύσης να ενισχύσουν την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Σολωμός, λοιπόν, με την έναρξη της Εθνεγερσίας, αντιλαμβάνεται τη σημασία που έχει η αφύπνιση των ηθικών και ηρωϊκών δυνάμεων του Εθνους και θέτει αμέσως τον εαυτό του στην υπηρεσία της Πατρίδας, γράφοντας τον Ύμνο και διακηρύσσοντας έτσι τη συνέχεια του Ελληνισμού από τους αρχαίους χρόνους ως και το 1821.
Εξαίρει τον ηρωϊσμό, τό θάρρος και την ευψυχία, χωρίς όμως την ονομαστική μνεία κανενός ήρωα από τους αγωνιζόμενους. Και είναι χαρακτηριστικό, ακριβώς, τ' ότι ο ποιητής δεν υπόταξε την έμπνευσή του στην προσωποληψία, αλλά υπηρέτησε ανώνυμα την Ιδέα του Μεγάλου Εθνικού Αγώνα, τοποθετώντας τον στα ευρέα πλαίσια της μάχης μεταξύ Καθήκοντος και της Βίας, ή μεταξύ της Αρετής και του Δικαίου με το μή Ηθικό, υψώνοντας, έτσι, με τη δύναμη της τέχνης του σε σύμβολα ορισμένα γεγονότα και προβάλλοντας συνεχώς το τρίπτυχο Ελευθερία - Ελλάδα - Θρησκεία.
Και η αλήθεια είναι πώς, η ζέση και η φλόγα που ξεπηδάει από τους στίχους μέσα από τη γοργή και παραστατικότατη εναλλαγή των εικόνων, καθώς κι οι λυρικές του περιγραφές, που σ' άλλες στροφές φρενάρουν τη φρίκη των αιματηρών περιστατικών, φτερωμένες από την απολύτως άξια και άρρηκτα δεμένη μουσική του Νικολάου Μάντζαρου, μας δονούν ακόμη και σήμερα.
Είναι άραγε και μόνον επειδή λειτουργεί η μνήμη μ' έναν τρόπο καθοριστικό στο κέντρο, ακριβώς, της ψυχής μας, όπου κατοικεί κι επαγρυπνά το κύτταρο της φυλής; 'Η, μήπως οφείλεται στο γεγονός πώς, όπως και σ' όλα του σχεδόν τα έργα, ο Δ. Σολωμός ασχολήθηκε κι εδώ μ' έναν από τους Υψηλότερους Νόμους: Αυτόν της Ελευθερίας! Που είναι Εθνικός -Ελληνικός, μα, κυρίως, Συμπαντικός. Δηλαδή Θεϊκός. "Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα ανδρειωμένη χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά!".
Αλλά, πίσω από τη μεγάλη ιδέα περί Ελευθερίας, που είναι πανανθρώπινη, δέν κρύβεται άραγε και δεν φεγγίζει η σπίθα κι έν τέλει η άσβεστη πυρά της προσωπικής μας ελευθερίας, που είναι απολύτως συνυφασμένη με την ηθική ελευθερία του ατόμου; Γιατί, αν κάτι δεν λειτουργεί μέσα μας πρωτίστως, πώς γίνεται να ισχύει κι έξω μας; Κι έφ' όσον κινούμαστε μέσα σ' ένα Σύμπαν που μας περιέχει και το περιέχουμε, η οποιαδήποτε Ιδέα ή Κατάσταση, λειτουργεί τότε αμφίδρομα. Έτσι υπάρχει η Ενότητα. Και μες στην Ενότητα εμπεριέχεται η Αρμονία.
Ίσως και γι αυτό, κάτω από το πρίσμα μιας άλλης, πιό σύγχρονης ανάγνωσης, μιάς ανάγνωσης δηλαδή εντελώς προσαρμοσμένης στις καταστάσεις της καθημερινότητάς μας, αποδεικνύεται πόσο σημαντικό είναι και, συγχρόνως, πόσο εύκολο καθίσταται το ν' ανακαλύπτουμε το ρόλο της διαχρονικής τέχνης, αφού μας βοηθάει να προσδιορίζουμε, κι ειδικώς σε τέτοιους καιρούς, τα ζητούμενά μας και τη θέση μας ως άτομα ή, επιπλέον, κι ως φυλής.
Θα δανειστώ και πάλι τα λόγια του ίδιου του ποιητή από τους "Στοχασμούς" του, αναφορικά με την εν λόγω προσέγγιση, όπου το πανανθρώπινο γίνεται ατομικό και το αντίστροφο, μιά που, η μία έννοια του τρίπτυχου που διαπραγματεύεται στον Ύμνο του, η Ελευθερία, δηλαδή, πέρα από Ιδέα, είναι, τελικώς, μια διαδικασία καθημερινή σε χώρο και χρόνο απτό, και σημαίνει ότι πρέπει να διαθέτεις τη δύναμη ν' αναγνωρίζεις, παρατηρώντας την κάθε στιγμή, τον εαυτό σου. Κι έτσι η όλη παρατήρηση ανάγεται σε "... Μια μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίες να παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις τες αίσθησες αόρατο Μονάρχη... που είναι έξω από την περιφέρεια του καιρού᾿ αλλά μιά δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του καιρού".
Πού κατοικεί λοιπόν σήμερα η "δημοκρατία των ιδεών" κι η ελευθερία που αυτή επιβάλλει και προϋποθέτει;
Σίγουρα όχι στην έλλειψη παιδείας, όχι στην αργή αλλά ουσιαστική αφαίρεση της ιστορικής μνήμης, οπωσδήποτε όχι στην υποδούλωσή μας σ' ένα οικονομικό σύστημα χάους, όπου η ανθρώπινη μονάδα ολοένα αποδυναμώνεται κι εξευτελίζεται, όχι στα παιγνίδια των ατέλειωτων "θέλω" μέσα σ' έναν απροκάλυπτα υποκινούμενο και διαρκώς άκριτα αυξανόμενο καταναλωτισμό, βεβαίως όχι στη γεμάτη φόβους αποξένωση κι απομόνωσή μας, στη στείρα κι εγκλωβιστική καθημερινότητα, όχι στους διακαώς αναζητούμενους τεχνητούς παραδείσους, όχι στο επιμένον ανικανοποίητο και το συνεχώς αναζητούμενο "καινούργιο", που ποτέ δεν ανακαλύπτεται και δεν παράγεται εγκεφαλικά, όχι στους καθημερινούς βιασμούς και της πλέον στοιχειώδους ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όχι, οπωσδήποτε όχι, δεν κατοικεί η ελευθερία μέσα στη μόνιμη ανοχή που αγγίζει, αλλά, συχνά, ξεπερνάει κιόλας, τα όρια της πλήρους αδιαφορίας, δεν κατοικεί στους φόβους, στους μονίμως ανανεούμενους φόβους που ορθώνουμε γύρω και μέσα μας, δεν κατοικεί στην ανυπαρξία ορίων της προσωπικής, ιδιωτικής ή κοινωνικής μας ζωής, ούτε, βεβαίως, στην έλλειψη σεβασμού των όποιων επιλογών των συνανθρώπων μας ή στον υπέρμετρο εγωϊσμό που εύκοα και αμέσως εκδηλώνουμε ως και τις πλέον μικρές στιγμές της ζωής μας, ή και στην καταστρατήγηση όλων των αξιών και στην ασυδοσία. Σίγουρα δεν κατοικεί στον τρόπο ζωής που αδιαλλείπτως προβλάλλεται από τά "μήντια" ή στην έλλειψη, στην ανυπαρξία, σχεδόν, της πνευματικότητας. Δεν κατοικεί στους μικροσυμβιβασμούς της πολιτικής ή και στους μεγάλους συμβιβασμούς της μικροπολιτικής.
Εκεί-εδώ-κι έτσι εδρεύει η ανελευθερία. Κι είναι ακριβώς σαν τις ορδές των Τούρκων που περιγράφει ο ποιητής, κι οι οποίες κάποτε μας κράτησαν τετρακόσια χρόνια στη σκλαβιά. "Το θηρίο π' ανανογιέται, πως του λείπουν τα μικρά, περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά".
Τι περιμένουμε; Αλήθεια, τι ή ποιόν; Ή από ποιόν, τη βοήθεια; Ως κράτος από τις "Μεγάλες Δυνάμεις" -την Ευρώπη των άνισων ταχυτήτων, της ισοπέδωσης των ανθρώπινων ιδιαιτεροτήτων και του Μάαστριχτ;
Κι ως ανθρώπινες μονάδες αναμένουμε από το Κράτος; Μα από ποιό Κράτος άραγε; Αυτό γιά του οποίου την αποσυντονισμένη λειτουργία των μηχανισμών του είμαστε πλήρως υπεύθυνοι;
Μ' ακόμα και η Εκκλησία επιβάλλεται ν' αναστήσει τον "Πατριάρχη" της, να ξεχορταριάσει τα μονοπάτια που οδηγούν στο Θεό και να συντονίσει τον άνθρωπο με το Θείο. Γιατί πλέον, "Η καρδιά αχνοσπαράζει... Πλήν τι βλέπω; σοβαρά Να σωπάσω με προστάζει Με το δάχτυλο η Θεά. Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φορές μ' ανησυχιά᾿ Προσηλώνεται κατόπι Στην Ελλάδα κι αρχινά: "Παλλικάρια μου! οι πολέμοι Για σας όλοι είναι χαρά, και τό γόνα σας δεν τρέμει Στους κινδύνους εμπροστά -... - Από στόμα όπου φθονάει, Παλληκάρια ας μη 'πωθή, Πως το χέρι σας κτυπάει Του αδελφού την κεφαλή. Μην ειπούν στο στοχασμό τους Τα ξένα έθνη αληθινά: Εάν μισούνται ανάμεσό τους Δεν τους πρέπει ελευθεριά".
Ο αγώνας είναι πλέον σιωπηλός και προσωπικός. Κι είναι εξ ίσου Μεγάλος, καταπώς τον περιγράφει κι ο Σολωμός. Άλλωστε στις μέρες μας το σώμα περισσεύει. Ο νούς φτιάχνει όλο και καινούργια παιγνίδια, στήνει κανόνες και δεν λογαριάζει, προκειμένου για την ικανοποίησή του, τίποτα.
Κι όσο για την ψυχή - φυσάει ένας αγέρας απαλός κι όμως την κάνει να κρυώνει τόσο που, εν τέλει, να πονάει. Κι έτσι αρχίζει η κόλαση μιας μάχης πού 'χει ως σύνηθες φαινόμενο την υποχώρηση - φαίνεται ευκολότερη έτσι - και που μοιάζει ποτέ να μή τελειώνει. Η επανάσταση λοιπόν καθίσταται επιτακτική κι είναι ανάγκη, οπωσδήποτε, προσωπική.
Γι αυτό, αν και ζώντας, έστω σ' ένα φυσικό περιβάλλον που θυμίζει κατά πολύ τις περιγραφές του Σολωμού στον "΄Υμνο εις την Ελευθερίαν", για τα πεδία των μαχών, από τις επεμβάσεις και τις παρεκτροπές που του επιβάλλουμε προσπαθώντας να το υποτάξουμε, πρέπει να σκύψουμε και ν' αφουγκραστούμε τον ποιητή, πρέπει εν τέλει να σκύψουμε μέσα μας και να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας. Μη και τότε ξαναευθυγραμμιστούμε με το Ελληνικό Μέγεθος.
Πρέπει ν' ανοίξουμε διαδρόμους να βρεί διέξοδο το φως. Γιατί το φως υπάρχει μέσα μας. Δεν είναι μονάχα το αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης μας ανά τους αιώνες -της ελληνικής φύσης, είναι το κύριο ουσιαστικό του κυττάρου μας: Απ' τα κοκκαλα βγαλμένο των Ελλήνων τα ιερά. "... Λάμψιν έχει όλη η φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός᾿ Φως το χέρι, φως το πόδι, Κι όλα γύρω σου είναι φως..."
Κι η ελευθερία είναι φως. Ελληνικό Φως! Η Ελευθερία κι η Αγάπη. Όπως κι η Ιδέα - Άνθρωπος. Κύτταρό μας και Πολιτισμός. Το Φως μας! Το δικό μας Ελληνικότατο και Παγκόσμιο, συγχρόνως, αδιαμφισβήτητο Φως!
******************************************
Η εργασία παρουσιάστηκε με αφορμή εκδήλωση που έγινε για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Δ. Σολωμού στο Μορφωτικό Εξωραϊστικό Όμιλο Νέου Ψυχικού την 27 - 5 - 1998.\
Στην εκδήλωση, επίσης, συμμετείχε και η Φιλόλογος και ποιήτρια Μαρία Μαρκαντωνάτου.

Διαβάζουμε καθημερινά για τις αυξήσεις στις τιμές του σταριού, του καλαμποκιού, της σόγιας, του ρυζιού. Όπως όλοι γνωρίζουμε τα προϊόντα αυτά αφορούν τη βασική τροφή για εκατομμύρια συνανθρώπους μας, που κατοικούν κυρίως σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Και είναι, μάλιστα, προϊόντα, που χάριν της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας οι τιμές τους πλέον διαπραγματεύονται και καθορίζονται χρηματιστηριακά.

Και είναι, επίσης, γεγονός πώς η όλο και αυξανόμενη ζήτηση αυξάνει τις τιμές τους, εφ’ όσον η παραγωγή δεν επαρκεί, για πολλούς και διάφορους λόγους, οι οποίοι είναι ήδη γνωστοί (καταστροφή καλλιεργειών χάριν αύξησης παραγωγής βιοκαυσίμων κ.α.).

Αναρωτιέμαι, παρά που για μας τους Ελληνες αποτελούν βασικά συστατικά της μεσογειακής μας διατροφής, αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι συνεχίζοντας την χρήση τους στα καθημερινά μας γεύματα, παρ’ όλη την οικονομική επιβάρυνση που υφίσταται και το δικό μας πιάτο, ότι συνεχίζοντας να τα καταναλώνουμε, στερούμε απο κάποιον άλλον συνάνθρωπό μας την δυνατότητά του ν’ αποκτήσει ακόμα και το ένα κουπάκι κάποιου απ’ αυτά τα αγαθά, πού χρειάζεται γιά τη στοιχειώδη επιβίωσή του.

Καί, ίσως, βέβαια, ο καθένας από μας δεν έχει τη δυνατότητα, ατομικά, να επέμβει και να επηρεάσει τον καθορισμό των τιμών τους στά παγκόσμια χρηματιστήρια.

Έχουμε όμως τη δυνατότητα να τα αφαιρέσουμε απο την καθημερινή μας διατροφή, για τόσον καιρό ώστε να επηρεάσουμε σημαντικά την παγκόσμια ζήτηση. Ειδικά αν το πράξουμε συλλογικά.

Δεν είναι εύκολο να νιώθεις ότι κάθε μιά μπουκιά πού εσύ τρώς κουβαλάει το θάνατο ενός ανθρώπου, επειδή διαθέτεις το προνόμιο μέσα απο την ασφάλεια του παραδείσου σου, να μή αντιλαμβάνεσαι τον αριθμό των θυμάτων που, κάπου πολύ μακρυά σου, ήδη λιμοκτονούν.

Αν πιστεύετε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι, κατ’ αρχήν ατομικά και κατ’ επέκτασιν συλλογικά, τότε ας αλλάξουμε τις καθημερινές διατροφικές μας συνήθειες, ας υπογράψουμε και ας προωθήσουμε αυτό το μήνυμα, προκειμένου η ελάχιστη αυτή προσπάθεια να βρει κι άλλους μιμητές.

Καί ας ελπίσουμε ότι κάποιος επίσημος φορέας, που μπορεί και να βρεθεί στη διαδρομή αυτού του μηνύματος, θα στηρίξει την προσπάθεια με περισσότερο δυναμικό και αποτελεσματικό τρόπο.

23/4/2008



Χρησιμοποιώ την δωρεάν έκδοση του SPAMfighter για ιδιωτικούς χρήστες.
Έχει αφαιρέσει 198 spam email μέχρι σήμερα.
Χρήστες που πληρώνουν δεν έχουν αυτό το μήνυμα στα email τους.
Δοκιμάστε SPAMfighter δωρεάν τώρα!

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Seamus Heanny: Απόδοση στα ελληνικά τεσσάρων ποιημάτων του

Valediction
**********

Lady with the frilled blouse
And simple tartan skirt,
Since you left the house
Its emptiness has hurt
All thought. In your presence
Time rode easy, anchored
On a smile; but absence
Rocked love's balance, unmoored
The days. They buck and bound
Across the calendar,
Pitched from the quiet sound
Of your flower-tender
Voice. Need breaks on my strand;
You've gone, I am at sea.
Until you resume command,
Self is in mutiny.

*****************************

Αποχαιρετισμός
***************

Γυναίκα με τη ζαρωμένη μπλούζα
και την απλή παρδαλή φούστα,
απ' όταν άφησες το σπίτι
το κενό του έχει πληγώσει
κάθε σκέψη. Με την παρουσία σου
ο χρόνος ίππευε ήσυχα, αγκυροβολούσε
σ' ένα χαμόγελο αλλά η απουσία
τάραξε του έρωτα την ισορροπία, ξεβάλτωσε
τις μέρες. Κλωτσοπήδησαν
στο ημερολόγιο,
υψώθηκαν απ' τον ήσυχο ήχο
της λουλούδινης
φωνής σου. Πρέπει να σταματήσει ο ξεπεσμός μου᾿
έφυγες, έχω πελαγώσει.
Ως να ξαναπροστάξεις,
είμαι σε ανταρσία.

Waterfall
*********

The burn drowns steadily in its own downpour,
A helter-skelter of muslin and glass
That skids to a halt, crashing up suds.

Simultaneous acceleration
And sadden braking; water goes over
Like villains dropped screaming to justice.

It appears an athletic glacier
Has reared into revearse: is swallowed up
And regurgitated through this long throat.

My eye rides over and downwards, falls with
Hurtling tons that slabber and spill,
Falls, yet records the tumult thus standing still.

*****************************************

Καταρράκτης
*************

Η καύτρα πνίγεται οπωσδήποτε στη δική της καταιγίδα,
σύνθεση γυαλιού και μουσελίνας
που γλιστράει σε μιά παύση, σπάζει τον αφρό.

Ταυτόχρονη επιτάχυνση
και ξαφνικό σταμάτημα᾿ ξεχειλίζει το νερό
όπως οι φαύλοι ουρλιάζοντας ρίχτηκαν στη δικαιοσύνη.

Εμφανίζεται ένας πάγος σάν αθλητής ογκώδης
που έχει υψωθεί μες στην αντιστροφή: καταπίνεται
κι εξεμείται από τούτον τον μακρύ λαιμό.

Τό βλέμμα μου ιππεύει πάνω και κάτω, πέφτει με
τόνους που κινούνται βίαια, που σιαλίζουν καί χύνονται,
πέφτει, ακόμα καταγράφει τη βοή, έτσι μένοντας ακόμη.

******************************************************


Lovers on Aran

The timeless waves, bright, sifting, brokeen glass,
Came dazzling arround, into the rocks,
Came glinting, sifting from the Americas

To possess Aran. Or did Aran rush
To throw wide arms of rock around a tide
That yielded with an ebb, with a soft crash?

Did sea define the land or the land the sea?
Each drew new meaning from the waves' collision
Sea broke on land to full identity

**********************************************

Εραστές στο Άραν
*****************

Τα αιώνια κύματα, φωτεινά, κοσκινισμένα, σπασμένο γυαλί,
ήρθαν θαμβώνοντας τα γύρω, εισχώρησαν στους βράχους,
ήρθανε λάμποντας, κοσκινισμένα απ' την Αμερική

να κατακτήσουν το Άραν. Ή μήπως το Άραν όρμησε
να ρίξει την ανοιχτή βραχώδη του αγκαλιά απ' την παλίρροια γύρω
που με την άμπωτη τραβήχτηκε, σε σύγκρουση απαλή;

Προσδιόρισε η θάλασσα τη στεριά ή η στεριά τη θάλασσα;
Κάθε καινούργιο νόημα πήρε από τη θραύση των κυμάτων.
Θάλασσα και στεριά ενώθηκαν τη φύση τους κρατώντας.

*****************************************************

Synge on Aran
*************

Salt off the sea whets
the blades of four winds.
They peel acres
of locked rock, pare down
a rind of shrivelled ground;
bull -noses are chiselled
on cliffs.
Islanders too
are for sculpting. Note
the pointed scowl, the mouth
carved as upturned head
full of drownings.
There
he comes now, a hard pen
scraping in his head;
the nib filed on a salt wind
and dipped in the keeping sea.

*****************************

Ο Synge στο Άραν
*****************

Μακρυά από τη θάλασσα η αρμύρα τροχίζει
τις λεπίδες των τέσσερων ανέμων.
Ξεφλουδίζουν στρέμματα
από κλειδωμένους βράχους, κόβουν
τη φλούδα της ζαρωμένης γης᾿
μύτες μοσχαριών λαξεύονται
στις πλαγιές.
Οι νησιώτες επίσης
είναι για γλυπτική. Πρόσεξε
το οξύ βλοσυρό ύφος, το στόμα
το χαραγμένο σαν άγκυρα στημένη ανάποδα
και το ευγενικό κεφάλι
γεμάτο πνιγμούς.
Ιδού,
έρχεται τώρα αυτός, ξύνοντας το κεφάλι του
μ' ένα σκληρό μολύβι
η μύτη πλήρης αρμυρού αέρα
βυθισμένη στη θάλασσα που μοιρολοεί.

*****************************************

Ο Seamus Heanney γεννήθηκε στο County Derry της Βόρειας Ιρλανδίας. Σπούδασε στο Queen's University στο Μπέλφαστ και μετά δίδαξε στο St Josef 's College of Education πριν αναλάβει τη θέση του Λέκτορα στο Queen's University από το 1966 μέχρι το 1972. Τον ίδιο χρόνο μετακόμισε με τη γυναίκα του και την οικογένειά του στο County Wicklow όπου εργάστηκε σαν συγγραφέας και ραδιοφωνητής, πριν αναλάβει να διδάξει στο Carysfort College, στο Δουβλίνο. Εργάζεται για ένα τρίμηνο του χρόνου στο Harvard University και από το 1989 είναι καθηγητής της Ποίησης στην Οξφόρδη. Είναι επίσης Διευθυντής στο Field Day Theatre Company στην Ιρλανδία. Ζει στο Δουβλίνο με την γυναίκα και τα τρία παιδιά τους.

Η Ποιητική Συλλογή Death of a Naturalist είναι η πρώτη του Ποιητική Συλλογή κι εκδόθηκε στο Λονδίνο κι εκδόθηκε στο Λονδίνο για πρώτη φορά το 1966 απο τον Εκδοτικό Οίκο Faber και Faber Ltd και επανεκδόθηκε το 1973, 1976, 1978, 1980, 1985, 1986, 1987, 1988 και το 1989. Επανεκδόθηκε με τροποποιήσεις το 1991.

John Millington Synge (1871-1909)

Ιρλανδός Συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της σύγχρονης Ιρλανδικής Λογοτεχνίας. Τα έργα του εμπνέονται απο τη σύγχρονη Ιρλανδική ζωή κι είναι πολύ ρεαλιστικά, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις στο κοινό του Δουβλίνου. Κυριώτερα έραγα του είναι: "Καβαλλάρηδες στη θάλασσα" (1905), "Το πηγάδι των αγίων" (1905), "Το λεβεντόπαιδο από τη Δύση" (1907) κ.α. Έγραψε και το ταξιδιωτικό "Το νησί του Άραν".

Άραν.

Δυό ομάδες νησιών του Ατλαντικού, κοντά στις Δυτικές ακτές της Ιρλανδίας.


*********************************

Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ύφος, τεύχος 2, Χειμώνας 1996
Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 32
Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Περίπλους, τεύχος 42

Πέντε ποιήματα

Οφειλή
*******

Η ιδέα
ότι επιστρέφεις τάχα,
αφού μιάν ἐλπίδ' ακόμα
μου χρωστάς

*********************

Δεν είναι
*********

Να λείπεις
δεν είναι τίποτα.
Να περνάς απ' έξω,
να μη μου χτυπάς
κι αυτό δεν είναι.
Να είσαι απέναντί μου
να μη μου μιλάς
κι ούτε να με κοιτάς
εγώ δεν είμαι!

*********************

Παιγνίδια
*********

Γραμμές ασταθείς,
που θέση γυρεύουν
στην άπειρη γεωμετρία των σχημάτων:
η οικονομία της ψυχής μου.

***********************************

Απάντηση
**********

Όσο μου λένς να μείνω
θέλω να φεύγω.
Να εκφυλίσω το σκοτάδι
που με κυνηγά.
Να το ισοσκελίσω με το σώμα μου
που όλο γυρεύει αφορμές
σε μιαν έκρηξη ταχύτητας,
ας πούμε,
φτερούγες πύρινες
να σκορπίσει τις στάχτες του.

*********************************


Κατοικία
********

Πούδρα το σώμα μου -
φυσάει ένας αέρας -
τη σκορπάει.
Σε κόκκο όποιο,
η άπνοια της μνήμης σου
αν πρόλαβε και μου αρπαξε,
θα κατοικώ...

**************************


Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Ανατολικός, τεύχος 7, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1998

Τρία Ποιήματα

Να σ' έχω
*********
Ἐχει μια τολμηρή συννεφιά έξω
με τ' άρωμα της αγγελικής
να κόπτει
ό,τι δεν μπορώ να τινάξω
στων ουρανών τα μήκη.
Και να σ' αποτινάξω!
Στην εκκένωση του φιλιού
να σ' έχω μόνο,
με τα κλειδιά του σώματος
να σε κλειδώνω!
******************************

Και συ άλλαζες
**************
Γδύνεσαι.
Στο γέρμα του φωτός
γεύομαι το φως σου,
ό,τι άφαντο φυλάς αγγίζω
κι ό,τι κρυφό δεν έχεις.
Σε κάθε άρωμα βουτώ
όπου μ' ορίζει το κορμί σου
κι ανήκω σ' όποιο πρόσταγμα
μου γνέφ' η ηδονή σου.
Μα όλο κι όλο άλλαζες,
απλούστατα να φύγεις!...
******************************

Αίμα
*****

Ὀλες οι ταχύτητες σβήνουν στο μελάνι,
σ' ό,τι όνομα ξεχνιούνται που δεν έχει,
στα χείλια που πισωγυρίζουν πάντοτ' εδώ,
-που όλο χρώμα είναι-
μα που ποτέ δεν έχουν αίμα!
************************************

Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Περίπλους, τεύχος 45, Μάρτιος-Ιούνιος 1998
Περιλαμβάνονται στην Ποιητική Συλλογή "Να σ' έχω", Εκδόσεις Λύχνος, 1995

Ενα σχόλιο για το "Κράτος Κεραιών" της Βίκυς Γεωργοπούλου

Μου φαίνεται πώς, σάν την ψυχή κάποιου ανθρώπου, ένα βιβλίο ή σε κερδίζει με τήν πρώτη ανάγνωση ή σε απωθεί. Λειτουργεί, λοιπόν, κι αυτή η αίσθηση σαν μια εξίσωση αμφίσημη, στο σημείο εκείνο που η ψυχή και το βιβλίο ταυτίζονται.
Κάπως έτσι δηλαδή, όπως συμβαίνει και στο διήγημα "Η εξίσωση" της Βίκυς Γεωργοπούλου, όπου ο ήρωας Σιακατράπα ψάχνει χρησιμοποιώντας άγνωστους x, y, z να λύσει το από καταβολής κόσμου αίνιγμα της γνώσης της ανθρώπινης ψυχής, ώσπου ανακαλύπτει πως πρέπει να κοιτάξει μέσα του, για να βρει πρώτα τον εαυτό του, ώστε ν' αναγνωρίσει κατόπιν και τους άλλους.
Η Βίκυ Γεωργοπούλου έκανε το πρώτο της βήμα στον αδηφάγο κόσμο των εκδόσεων με μιά συλλογή δέκα πέντε διηγημάτων, που τιτλοφορείται "Κράτος Κεραιών", (Δεκέμβριος 1995, Κάκτος, 14Χ21).
Τα διηγήματα της συλλογής ευσύνοπτα, παρουσιάζουν πρωτοτυπία στή σύλληψη της ιδέας, η οποία υπηρετείται με γλώσσα λιτή και υπαινικτική, χωρίς όμως να γίνεται στεγνή.
Από τα διηγήματα της συλλογής ξεχωρίζουν τα εξής: Ο κύριος Επαμεινώνδας, Η ανάταση, Στον ήλιο, Η ψυχή, Οι τρίχες, Οι κουρούνες, Η τυφλόμυγα, Κράτος κεραιών.
Ἐχω την εντύπωση πως σ' αυτά η Βίκυ Γεωργοπούλου εισχωρεί βαθύτερα στα βιώματά της και, με τον ιδιόμορφο τρόπο που δύναται να κατασκευάζει τους μύθους της, κατορθώνει να μας κάνει κοινωνούς μιας λεπταίσθητης αντίληψης του κόσμου και της ζωής.
Το φιλί, το χάδι, τα πουλιά, τα ελατήρια, τ' αεροπλάνα, οι πλανήτες, τα ρούχα του συζύγου, οι τρίχες στο κέντημα της γιαγιάς είναι τα κλειδιά της συγγραφέως, τα κλειδιά ενός χώρου βασανιστικών εμπειριών, που μεταστοιχειώνονται σε αισθητική απόλαυση.
Όλα μοιάζουν να ταξιδεύουν, ν' ανεβοκατεβαίνουν στο σύμπαν, έχοντας τη δική τους ελαφριά βαρύτητα με σκοπό ν' ακουμπήσουν, ν' αγγίξουν, να επικοινωνήσουν.
Δεν ξέρω κατά πόσον η Βίκυ Γεωργοπούλου με τη συλλογή διηγημάτων της Κράτος Κεραιών έχει κάτι καινούργιο να μας πει, εκείνο που αντιλαμβάνομαι είναι ο καθαρά δικός της τρόπος - παράδοξος αρκετά συχνά - που καταφέρνει να βλέπει τα πάντα γύρω της.
Νομίζω πως κι η ίδια η Β.Γ., ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιεί, μιλάει καλλίτερα απ' όλους για τά διηγήματά της, για την τέχνη, για τις ανάγκες του ανθρώπου διαχρονικά στο διήγημά της "Η ανάταση".
Σ' αυτό η ηρωΐδα εκθέτει τα έργα της με τις περίεργες συλλήψεις της, ένας όμως πίνακάς της έχει κάτι ξεχωριστό: "... Όλα τ' άλλα της είχαν αναρτηθεί σαν να γεννήθηκαν απ' αυτόν. Δύσκολα ανακάλυπτε κανείς ότι το έργο απεικόνιζε ένα σμήνος μικρών και μεγάλων πουλιών. Τά πουλιά που βρίσκονταν στο κάτω μέρος του πετούσαν σχεδόν κατακόρυφα, κοιτάζοντας προς τα πάνω, σαν κάτι να τα τράβαγε. Τα πουλιά στο κέντρο, και γύρω απ' αυτό, πετούσαν με κάποια κλίση ως προς τον οριζόντιο επίπεδο, πάντα όμως με τάσεις ανυψωτικές. Το πάνω μέρος διασκίζονταν απ' τα πουλιά οριζόντια, που μοιάζαν ν' ανεβαίνουν μένοντας, όμως παράλληλα με το έδαφος. Το σμήνος φαινόταν να μεταναστεύει προς τα πάνω! Σα νά 'θελε να τρυπήσει τη στέγη να περάσει την ατμόσφαιρα, να γλιτώσει τη βαρύτητα..." Τα πουλιά, η ψυχή μας, το γλυπτό - η ζωή μας, η έκθεση - ο χώρος μας, τα όριά μας, το πιό πάνω και το πιό πέρα απ' αυτό που είμαστε, που έχουμε, που θέλουμε.
Αυτόν τον καιρό που οι προθήκες των βιβλιοπωλείων βρίθουν από βιβλία με τα ίδια και τα ίδια θέματα, η Βίκυ Γεωργοπούλου έρχεται να μας ξεκουράσει με το Κράτος Κεραιών, να μας ανανεώσει και να μας προσφέρει μιά θέα αλλοιώτικη, όμοια, ας πούμε, με τη θέα του "χελιδονιού", - όπως μας την περιγράφει στο διήγημα που χάρισε τον τίτλο του στη συλλογή -, ν' αρπάξει τον καθένα από την ερημιά του και σάν το "ραδιοφωνάκι με τη μικρή κεραία" που εκπέμπει τα σήματά του στο τίποτα, στο πουθενά, να μας δηλώσει, παρ' όλα αυτά, πως ακούγεται, πως στο Σύμπαν, τουλάχιστον, ακούγεται οπωσδήποτε και, ιδιαίτερα, από κείνους που θέλουν, πράγματι, ν' ακούσουν.
Κι έτσι, σαν βέλος που πετάγεται, σφυρίζει μέσα μας, ένα ρίγος μεταφυσικής. Και κατακυρώνει το βιβλίο.
************
Περιοδικό Ανατολικός Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι παρεμβάσεις στη γλώσσα του

Βρέθηκε στα χέρια μου τυχαία, μιά έκδοση που τυπώθηκε το 1995, σε σχήμα 29Χ22, με σκληρό εξώφυλλο και με τίτλο: "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα" Στό κάτω μέρος του εξωφύλλου διαβάζω: "Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για παιδιά και νέους".
Το αγόρασε μιά φίλη μου, παρασυρμένη απ' αυτό ἀκριβώς το εξώφυλλο, που θυμίζει έκδοση παραμυθιών. Και όταν μου το είπε, αντέδρασα παραξενεμένη: Πώς θα μπορούσαν τα παιδιά της να καταλάβουν τον Παπαδιαμάντη; Κι εκεί μου αντέταξε πως τα κείμενα ήταν στην καθομιλουμένη.
Ζήτησα να δω το βιβλίο, και διαβάζω στο εισαγωγικό σημείωμα: "... Σ' αυτό το σημείο οι ευλογημένοι εκδότες... γίνονται, πραγματικά, ευεργέτες της ελληνικής οικογένειας με την προσφορά και της δεύτερης επιλογής Παπαδιαμαντικών διηγημάτων, των "Χριστουγεννιάτικων"... Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη μας πως στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ζει ένας κόσμος ολόκληρος με τα έθιμά του, τις προλήψεις του, τις λύπες του και τίς χαρές του, τότε η προσφορά των εκδοτών στην παρούσα μορφή, γίνεται και μιά κιβωτός λαογραφικού πλούτου του εθνους μας, που ενώνει το παρελθόν με το παρόν στην ψυχή του αναγνώστη..."
Και εγένετο λοιπόν "απλούστευση" η μεταγλώττιση από τα ελληνικά στα ελληνικά! Από τα ελληνικά του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, στα ελληνικά του 1995.
Ιδού λοιπόν το πρόβλημα, το οποίο ανακύπτει απ' τα γραφόμενα στο εισαγωγικό σημείωμα και αφορά στο στόχο της εν λόγω έκδοσης: Πώς δηλαδή τα παιδιά θα κατανοήσουν και θα μαγευτούν απ' τον Παπαδιαμάντη; Γιατί, άραγε, μόνο η γλώσσα των κειμένων του είναι το "πρόβλημα";
Όσο προωθημένη από πολλές απόψεις κι αν είναι η εποχή μας, αναρωτιέμαι τι, πράγματι, μπορεί να μαγέψει την παιδική ψυχή από το διήγημα π.χ. "Το χριστόψωμο", όπου η πεθερά θέλει να δηλητηριάσει τη "μαρμάρα" νύφη της και τελικά σκοτώνει τον ίδιο το γιό της ή, από το διήγημα "Οι φιλόστοργοι", που έτσι κι αλλιώς δεν θεωρείται και απο τα πετυχημένα του συγγραφέα, "... είναι ένα σύμφυρμα διαφορετικών αφηγηματικών υλών, που με κανένα τρόπο δεν συγχωνεύονται σε ενιαίο διήγημα. Λείπει ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας με αποτέλεσμα δευτερεύοντες άξονες να παίζουν στιγμιαία και χωρίς πειστικότητα το ρόλο του κεντρικού..."(1).
Βέβαια η έκδοση αυτή, έχει κι έναν άλλο στόχο, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή: "... Ο Παπαδιαμάντης σκέφτεται κι ενεργεί σαν πιστός χριστιανός. Ακόμα κι όταν λατρεύει τη φύση, δεν ξεπέφτει στο επίπεδο ενός ειδωλολάτρη, ενός πανθεϊστή. Τη βλέπει σαν έργο του Θεού..."
Αλλά εδώ βρίσκεται και η δύναμη του Παπαδιαμάντη ως συγγραφέα κι αυτή, ακριβώς, η δυνατότητά του είναι μιά τουλάχιστον πτυχή, πού τον κάνει πανανθρώπινο και τον χαρακτηρίζει ως μεγάλο λογοτέχνη. ΄Οχι γιατί "σκέφτεται κι ενεργεί σαν πιστός χριστιανός", αλλά γιατί είναι, πράγματι, πιστός. Κι όχι γιατί "όταν λατρεύει τη φύση δέν ξεπέφτει στο επίπεδο ενός ειδωλολάτρη", αλλά γιατί λατρεύει, ακριβώς, τη φύση και τους ανθρώπους που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης, μ' έναν έρωτα που αποτελεί την πεμπτουσία αυτού καθαυτού του έρωτα και που είναι ό,τι ακριβώς θεωρούσε ο Πλάτων ως Έρωτα.
Προϋποτίθεται λοιπόν μιά παιδεία τέτοια, πού, ίσως, η ελληνική οικογένεια -έτσι όπως την εννοεί κι απευθύνεται η εν λόγω εκδοτική προσπάθεια- δεν τη διαθέτει. Γιατί εκείνοι που τη διαθέτουν γνωρίζουν αφ' ενός πως η παιδική ηλικία δεν δείχνει ενδιαφέρον για τέτοια αναγνώσματα, μιά που, σίγουρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν παραμύθια, κι αφ' ετέρου, δέν είναι καθόλου βέβαιο πως η γλωσσική "απλούστευση", που τα διαφοροποιεί από το πρωτότυπο εγγυάται την προσέγγισή τους.
Γι αυτό κι όταν η εισαγωγή αναφέρει ότι η ελληνική οικογένεια "...ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ν' αποχτήσει, ν' απολαύσει, να ρουφήξει μέχρι και την τελευταία σταγόνα ένα τέτοιο κείμενο...", ουσιαστικά μας παραπλανά.
Κι ειδικά στο σημείο που τελειώνοντας, γράφει: "... κι αυτήν την απαίτηση έχει απ' το ελληνικό κοινό το Παπαδιαμαντικό κείμενο", αποτελεί το επιστέγασμα αυτής της παραπλάνησης.
Μα για ποιό "Παπαδιαμαντικό κείμενο" μας μιλάει; Γι αυτό που ο συγκεκριμένος εκδότης κατασκεύασε; Γιατί, αν εννοεί το πρωτότυπο, τότε γιατί μας καταθέτει κείμενα που έχουν υποστεί αυθαιρεσίες στη σύνταξη, στη στίξη, στις εγκλίσεις και στις εκθλίψεις;
Και μιλάει γιά την απαίτηση του "Παπαδιαμαντικού κειμένου" από το αναγνωστικό κοινό, αλλά παραβλέπει - κι ίσως σκόπιμα - ποιά μπορεί να είναι άραγε η απαίτηση του αναγνωστικού κοινού από τους εκδότες κι απ' όλους εκείνους που παίζουν με τη γλώσσα του, όταν η γλώσσα ενός λαού δείχνει τη συνέχειά του μες στο διάβα της Ιστορίας κι αποτελεί την ουσιαστική του ταυτότητα.
Δεν μας λέει λοιπόν ο κ. εκδότης γιατί ή πώς ή από πού κι από τι ορμώμενος μπήκε σ' αυτό το παιγνίδι. Στο παιγνίδι του ευρύτερου γλωσσικού μας προβλήματος, πού "... δεν ήταν ποτέ τόσο απλό, όσο μιά ευθεία επιλογή ανάμεσα σε μιά λόγια διάλεκτο, όπως η καθαρεύουσα, κι ένα λαϊκό-αγροτικό ιδίωμα, όπως η δημοτική. Οπωσδήποτε η πολλαπλότητά του είναι πιό εμφανής στίς μέρες μας και... αντανακλά τη βαθύτερη εθνική μας κρίση..." (2)
Κι εδώ μιλάμε σαφώς για "Παπαδιαμαντικό κείμενο", που η δύναμή του τα πλείστα οφείλει και στή "γλώσσα του". Διότι ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε από μιάν άψογη καθαρεύουσα γιά να απλουστεύσει ολοένα και περισσότερο το γλωσσικό του όργανο, χωρίς να πολυπροσέχει τύπους και καταλήξεις.
Διαμαρτυρήθηκε τόσο για την εισαγωγή ξενισμών στή γλώσσα μας όσο και για τη χρησιμοποίηση από τους καθαρευουσιάνους αδόκιμων τύπων, όπως αρνήθηκε και τις ακρότητες των Ψυχαρικών.
Ήταν, κυρίως, επηρεασμένος από τη γλώσσα των εκκλησιαστικώνκειμένων, που μ' αυτά μεγάλωσε και τ' αγαπούσε. Εξ άλλου τα κείμενά του διανθίζονται και με διαλόγους στή γλώσσα του λαού, ενώ στην ωριμότητά του χρησιμοποίησε βασικά τη δημοτική με καταλήξεις της καθαρεύουσας, λέξεις παρμένες, κυρίως, από την εκκλησιαστική φιλολογία.
Ο ίδιος, στη μελέτη του "Γλώσσα και Κοινωνία", που δημοσιεύτηκε το 1907, γράφει: "Όπως έν ζωντανόν σώμα δέν δύναται να ζήση δι' ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσον δέν δύναται να ζήση ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσιά και κονσέρβας ευρωπαϊκάς. Έχει πολλάς ανάγκας και αδυναμίας η γλώσσα. Έχει την δεσπόζουσαν ανάγκην και την αδυναμίαν του νεωτερισμού. Φοβερά είναι του ξενισμού η επίδρασις..."
Ήδη λοιπόν από τότε ο Παπαδιαμάντης συνειδητοποιεί το πρόβλημα της γλώσσας μας, πού, ιδιαίτερα, βέβαια, οξύνεται σήμερα, εφ' όσον η όλο και σε μεγαλύτερη έκταση χρησιμοποίηση ξένων όρων, γιά να συγκεκριμενοποιούνται οι έννοιες, δείχνει αυτή καθαυτή την αδυναμία τόσο, όσο και τις ελλείψεις της ζωντανής τρέχουσας ελληνικής.
Παραθέτω ως παράδειγμα μερικά αποσπάσματα από την "ευλογημένη" έκδοση που μας απασχολεί, με τα αντίστοιχα κομμάτια των πρωτότυπων κειμένων:
α) "... Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φώς μικρόν, ως λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κι επαρέδερνεν εκεί, εις το μαύρον πελαγος..." (3)
"... Ανάμεσα στα κύματα, που χοροπηδάγανε μέσα στη μαύρη σκοτεινιά της νύχτας και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν άξαφνα ένα μικρό φωτάκι, σαν κολοφωτιά, να κουνιέται, να χάνεται, και πάλι να ξαναφαίνεται. Κάποιο πλοίο αγωνιούσε και παράδερνε εκεί, στο μαύρο πέλαγος..."
β) "... Ο προβλεπτικός κάπηλος διά να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, διά να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωΐ και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμέναι γυναίκες φέρουσαι την μίαν χείραν υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δέν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις..."
"... Ο ταβερνιάρης, προβλεπτικός για νά 'ρχονται ανυποψίαστα να ψωνίζουνε οι καλές νοικοκυράδες, οι γειτόνισσες, είχε βάλει κοντά στα βαρέλια και μπουκάλες, για τα μάτια του κόσμου, λίγο σαπούνι, κόλλα, ρύζι και ζάχαρη, είχε κι ένα μύλο για νά κόβει καφέ. Αλλά παρ' όλα αυτά έβλεπε κανείς, πρωΐ και βράδυ, να βγαίνουνε απ' το μαγαζί διάφορες γυναίκες, μισοχτενισμένες, απεριποίητες, πού 'χανε τό 'να τους χέρι χωμένο στο δίπλωμα της φούστας, κοντά στή μέση, πράγμα πού 'δειχνε, πως το ψώνιο τους δεν ήταν σαπούνι, ούτε ρύζι ή ζάχαρη..."
Βέβαια εκδοτική αυθαιρεσία δεν αποτελεί μόνον η παραπάνω έκδοση, αλλά κι εκείνη ενός άλλου εκδοτικού οίκου, που κυκλοφόρησε το 1994, ως σειρά με το γενικό τίτλο: "Η Νεοελληνική Λογοτεχνία εικονογραφημένη" και περιλαμβάνονται ανάμεσα σε πολλά άλλα: το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη "΄Ονειρο στο κύμα", του Γ. Βιζυηνού "Το αμάρτημα της μητρός μου", του Εμμ. Ροΐδη "Ψυχολογία Συριανού Συζύγου", του Κ. Καβάφη "Εις το φως της ημέρας" και του Δ. Σολωμού "Η γυναίκα της Ζάκυνθος" κ.λ.π.
Σε εισαγωγικές σημειώσεις της σειράς αυτής, διευκρινίζεται πως: "... περιλαμβάνονται αυτούσια τα πρωτότυπα κείμενα χωρίς περικοπές" και πως: "... το τονικό σύστημα που ακολουθείται είναι το μονοτονικό, ενώ κατά τα άλλα τηρείται η ορθογραφία του κάθε συγγραφέα -όπως στα επίσημα σχολικά βιβλία".
Σίγουρα, λοιπόν, ο εν λόγω εκδότης δεν ευθύνεται, γιατί αυθαιρεταί στα κείμενα με την έγκριση για αυθαιρεσία από το ίδιο το Κράτος. Όταν λοιπόν επεμβαίνουμε στο τονικό σύστημα του συγγραφέα, γιατί να μη είναι "νόμιμη" η "απλούστευση", που ο προηγούμενος εκδότης επιχείρησε;
Έτσι κι αλλιώς ο καθένας μιλάει τη γλώσσα που του αρέσει. Διαβάζει τη γλώσσα που καταλαβαίνει. Διδάσκεται τη γλώσσα που προσπαθεί ν' αναγνωρίζει. Γράφει στην εκδοχή της γλώσσας που νομίζει ότι είναι η σωστή.
Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά, σαν το φίδι σέρνεται η φθορά, που ό,τι της αντιστέκεται το τυλίγει και το πνίγει. Κι ύστερα το καταπίνει αμάσητο και προσπαθεί να το χωνέψει. Ακόμα κι αν του προκαλεί δυσπεψία. Αρκεί απ' έξω να φαίνεται υγιές και γερό. Κι οι φολίδες του να κροταλίζουν. ΄Υστερα, μπορεί κάθε άνοιξη ν' αλλάζει πουκάμισο. Να πετάει το παλιό και να φοράει το καινούργιο. Τόσα πουκάμισα στη ζωή του όλη και πού να θυμάται τι έχει πρωτοαλλάξει;
Θεριεύει το Φίδι σε μιάν Ελλάδα που χαμηλώνει τα φώτα της πνευματικότητάς της, σ' ένα σήμερα που η δύναμή του φθίνει, σ' έναν κόσμο που ό,τι δεν της σβήνει αυτός, θέλει η ίδια να το σβήνει -περιμένοντας την "απλούστευση" του Βιζυηνού, του Ροΐδη, του Κάλβου ίσως...
************
Σημειώσεις
1. Νίκος Φωκάς, Επιχειρήματα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία
2. Νίκος Φωκάς, Το γλωσσικό μας πρόβλημα είναι εξωγλωσσικό
3. Α. Παπαδιαμάντης, Ο Χαραμάδος
4. Α. Παπαδιαμάντης Τα χριστούγεννα του τεμπέλη
Υ.Γ.
Η ορθογραφία και η στίξη που τηρείται είναι εκείνη που υπάρχει και στα κείμενα, έτσι όπως έχουν εκδοθεί.
**************
Δημοσιεύσεις:
Περιοδικό Ύφος
Περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Οδυσσέας Ελύτης "Ιδιωτική Οδός"

Ο τίτλος: Ιδιωτική Οδός. Η πρώτη φράση του κειμένου: "Αυτά πού μ' αρέσουν είναι και η μοναξιά μου". Έτσι ξεκινάει ο ποιητής στο βιβλίο του, που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Υψιλον, το 1990. Κι άλλο δεν κάνει, παρά να μας βάζει αμέσως σ' ό,τι με συνέπεια ακολούθησε σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Ιδιωτικός κατά το λεξικό σημαίνει: ο του ιδιώτου, ο μη έχων δημόσιον ή επίσημον χαρακτήρα. Δηλαδή στό βιβλίο του αυτό ο Ελύτης μας ορίζει παρατηρητές της οδοιπορίας του σ' ό,τι μή δημόσιο, στο κομμάτι εκείνο του βίου του, που τρεμοπαίζοντας ένα "φωτάκι", τον οδήγησε να το ακολουθήσει, τον όρισε: δηλαδή στη μοναξιά του και σ' ό,τι απ' αυτήν ή δι' αυτής του προέκυψε.
Καί, πράγματι, η Ιδιωτική Οδός είναι σαν το Κυκλαδίτικο εκείνο καλντερίμι θα λέγαμε -ξέροντας πόσο τις Κυκλάδες αγάπησε και τραγούδησε ο ποιητής - πού ξεκινώντας απ' την άκρη της θάλασσας, μας οδηγεί κατευθείαν στο σπίτι του ποιητή: στην καρδιά του.
Ενας μικρός δρόμος κοσμημένος με τριάντα τρείς τέμπερες, μιά υδατογραφία και δώδεκα σχέδιά του ανάμεσα στις πέργκολες των στίχων του - γιατί παρ' όλο που φαίνεται ως πεζογράφημα το κείμενο, δεν παύει νά 'ναι ποίηση - και συγκεντρώνοντας ίσως όλο το γαλανό φέγγος και τη διαφάνεια του ελληνικού ουρανού πάνω του.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Την "Ιδιωτική Οδό" και τό "Πρόσω ηρέμα". Το πρώτο μέρος αποτελείται από επτά ενότητες και το δεύτερο από τρεις. Και, πάντως, κι αυτό ακόμη το δεύτερο μέρος, το "Πρόσω ηρέμα", δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά τό σύνθημα για την πορεία -επιστροφή στην ιδιωτική οδό, κι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο, ολοκληρώνει και το βιβλίο τον κύκλο του, όπως, ακριβώς, η ζωή κι η σκέψη του ποιητή.
Ό,τι αναζήτησε και η πορεία που διέγραψε στη ζωή του βρίσκονται εδώ. Ο δρόμος του ξεκίνησε από τους φυσικούς φιλοσόφους και κυρίως τον Ηράκλειτο κι έφτασε στην παραδοσιακή ποίηση, συναντήθηκε με τους κυβιστές και τους προσπέρασε για να συγκατοικήσει, τέλος, αν κι όχι ακριβώς, με τους υπερρεαλιστές.
Το κυριότερο ερώτημα που τον βασανίζει και το θέτει είναι περί σταθερής, οριστικής και μη ακρυρώσιμης πραγματικότητας, "της φαίνουσας και μη θολούμενης" - όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος - και μέσω ποιάς αίσθησης αυτή προσδιορίζεται.
Αναζητάει το σπόρο, μονοπάτι, το "φωτάκι" - όπως το ονομάζει - που οδηγεί σ' αυτήν. Και αναγνωρίζει την ύπαρξη της γνώσης ως απαραίτητη προϋπόθεση γιά τον προσδιορισμό των ορίων, που μέσα τους περικλείονται οι ιδέες και τα πράγματα, αλλά, τελικά, ανακαλύπτει κι επιβεβαιώνει ότι η πραγματική σύλληψη επιτυγχάνεται με το ένστικτο, δηλαδή, είναι το "φωτάκι" που τον βασανίζει. Εκείνο που τον οδηγεί στη βαθύτερη αιτία των πραγμάτων, στην ουσία τους.
Γι αυτό κι είναι απαραίτητος ο "μύθος". Γιατί, όπως, βέβαια, παραδέχεται κι ο ίδιος, η ζωή μας είναι γεμάτη από μύθους. Γιά το κάθε τι που μας αφορά. Από την πιό ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινότητάς μας, ως ακόμα και τα μεγάλα και αιώνια προβλήματα, που από καταβολής απασχολούν τον άνθρωπο.
Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, όχι μόνο η πλειάδα των μύθων, αλλά και η πολλαπλότητα, καθώς και η πολυπλοκότητα των εννοιών τους γίνεται αιτία διαφορετικών ερμηνειών, αποπροσανατολισμών και, ίσως, παραπλανήσεων.
Αυτό, λοιπόν, οδηγεί τον Ελύτη στο να προσπαθήσει να ερευνήσει τη βαθύτερη ουσία, τον πυρήνα δηλαδή των μύθων - αν υπάρχει -και την πραγματική, κατ' επέκτασιν, ως ουσίας πλέον, χρησιμότητάς τους στη ζωή μας.
Και αναρωτιέται: "Τί δηλοί ο μύθος;", απαντώντας ο ίδιος: "Πρώτον, εμπιστοσύνη στο φωτάκι, που παρακάμπτει μέ άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον, ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμμία σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον, ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν "καθένας όπως νιώθει" εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ' έναν φαινομενικά (επιμένω στον όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Ετσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται".
Γίνεται λοιπόν κι ο ίδιος στη ζωή και την τέχνη του τι άλλο παρά "μύστης αισθήσεων"και υμνεί "αυθεντικό" αυτό ακριβώς το προϊόν της αίσθησης. Δεν εννοεί, βέβαια, "αίσθηση" ό,τι παράγει "αίσθημα", αλλά ό,τι παράγεται από το "πνεύμα", και αφού παραδέχεται αφ' ενός ότι: "δυστυχώς η ανθρωπότητα παράγει πολύ αίσθημα και ολίγο πνεύμα. Και το πολύ τρώει το λίγο", κατόπιν μας επεξηγεί τι προσδιορίζει ως πνεύμα, γράφοντας: Πνεύμα που για να το εισδεχτείς πρέπει να κάνεις αλμα πάνω από τη συγκίνηση. Και νά 'χεις την ψυχή σου στά δάχτυλα, στα μάτια, στα ρουθούνια, στά χείλη. Από 'κει μιλάει ο κόσμος. Από 'κει βρίσκεις την ιδιωτική σου οδό... Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ".
Και επανέρχεται στη δεύτερη ενότητα της "Πρόσω ηρέμα" γράφοντας πώς: "Η ακριβολογία στη σκέψη δεν συμπίπτει πάντοτε με την ακριβολογία στα αισθήματα, πόσο μάλλον στα οράματα ή στους διασκελισμούς που απαιτούνται για να κινηθείς σ' ένα επίπεδο υπεράνω της χρηστικής πραγματικότητας".
Χρειάζεται γι αυτό λοιπόν, όπως λέει ο ποιητής, "η αφέλεια και η χάρις". Αρχής γενομένης από την άναζήτηση της ύπαρξης, του Θεού, της ζωής και της τέχνης, ακόμα και μέχρι την επεξήγησή τους. Δηλαδή ν' ακούς και νά βλέπεις. Να συλλαμβάνεις τα πράγματα που συγκρούονται μέσα μας ή, πιό σωστά, και με άκρα προσοχή τα μηνύματα που εκπέμπονται από την κρούση των μυστικών της ζωής στην ψυχή μας.
Σε τι άλλο δηλαδή μας παραπέμπει ο Ελύτης, παρά στο νά 'μαστε ερωτευμένοι. Διαρκώς κι απαρεγκλίτως. Με τα πάντα και για τα πάντα. Γιά κάθε στιγμή της μέρας, της ζωής μας. "Μερικές φορές οι ερωτευμένοι", λέει, "αντιλαμβάνονται. Επειδή ο έρωτας απελευθερώνει το ένστικτο από τη λογική, προσπαθείς να οσμίζεσαι, να βλέπεις παραπίσω, εισπράττεις την αίσθηση, λειτουργούν οι αισθήσεις, η ψυχή αναταράσσεται σάν πέλαγος".
Γιατί αυτό που παρατηρούμε τότε είναι το κάθε τι απλό, το καθημερινό, το φευγαλέο, ένα μικρό αγριολούλουδο ίσως, μιά ανεπαίσθητη βούλα χρώματος, μιά αχτίδα φωτός, ένα νεύμα, ίσως ακόμα κι ένα λειψό χαμόγελο, το "υπέροχο άσκοπο", λοιπόν, που υμνεί και ο Γιάννης Ρίτσος, "το ακριβό μύρο του ασήμαντου".
"Το ασήμαντο" που κι οι πιό ανεπαίσθητες αποκλίσεις του αποκτούν τεράστιες διαστάσεις και δείχνουν πόσο βάρος έχει και στις πράξεις μας και στο νού μας κι ίσως δεν είναι παράξενο, που οι μεγάλες και συνεχείς αποτυχίες μας, εκεί να οφείλονται: Στην παράλειψη, δηλαδή, αυτού, ακριβώς, που θεωρούμε κάθε φορά "ασήμαντο". "Και το πιό ταπεινό πράγμα", γράφει ο ποιητής, "τ' ονειρεύομαι να φτάνει την τελειότητα ενός κιονόκρανου".
Και, πάντως, αυτό που έχει σημασία, είναι πως ένα από τα ζητούμενα του ποιητή σέ όλη τη ζωή του, ήταν η προσπάθειά του να κάμει πράξη την "πραγματικά ποιητική ζωή", να την εφαρμόσει στην καθημερινότητα της κάθε στιγμής του, γιατί, όπως έγραψε κι ο ίδιος, "είναι αλήθεια, σ' ένα τέτοιου είδους πείραμα συνιστάται το μυστικό: να δημιουργείται και στον έξω κόσμο, από τις πράξεις ή τις ενέργειές σου, ένας πυρήνας ταυτόσημος μ' αυτόν που διαμορφώνεται από τις συγκινήσεις σου και τα ιδανικά σου σε όσα γράφεις. Έχει σημασία η συνέπεια και όχι μόνον. Είναι η λειτουργία των συγκοινωνούντων δοχείων που ενδιαφέρει. Να κυκλοφορεί το μυστήριο και στους δύο χώρους με την ίδια ευλογοφάνεια... Τα χέρια στο τιμόνι..." λοιπόν.
Γιατί όλοι έχουμε την "ιδιωτική μας οδό", λέγει ο ποιητής, φτάνει μόνο να το αντιληφθούμε, να συλλάβουμε τη στιγμή επακριβώς, που πρωτοχαράζεται έστω κι αχνά το περίγραμμά της εμπρός μας. Και να την ακολουθήσουμε.
"... Προσοχή. Θάρρος". Μας προτρέπει. "Ἔφτασεν ο καιρός να επαληθευτούμε. Τα χέρια στο τιμόνι. Πρόσω ηρέμα προς το μη θολούμενον, το έτρεπτον, το γυμνόν, το φαίνον, το αυτώ καταληπτόν, το αναλλοίωτον".
*************************
Το κείμενο γράφηκε για το αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη που παρουσίασε ο Μορφωτικός Εξωραϊστικός Ομιλος Νέου Ψυχικού, την 15η Μαΐου 1996.
Στην εκδήλωση συμμετείχε, επίσης, η Μαρία Μαρκαντωνάτου.
*************************
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997

Ενα σχόλιο στόν Ορέστη του Γιάννη Ρίτσου

Ο Ορέστης ξεκίνησε να γράφεται από τον Γιάννη Ρίτσο το 1962 και ολοκληρώθηκε το 1966, οπότε πρωτοδημοσιεύθηκε. Στο έργο πρωταγωνιστούν "δυό νέοι ως είκοσι χρονώ", όπως μας δηλώνει στον πρόλογο ο ποιητής, ο Ορέστης κι ένας φίλος του, πιθανόν ο Πυλάδης.
Ο θεατρικός αυτός μονόλογος διαδραματίζεται στο χρονικό εκείνο σημείο που ο Ορέστης βρίσκεται στα Προπύλαια των Μυκηνών, αλλά δέν έχει διαπράξει ακόμα τους προδιαγεγραμμένους φόνους, της Κλυταιμνήστρας και του εραστή της Αίγισθου, έχει δε τη μορφή της βαθύτερης εξομολόγησης προς τον αφοσιωμένο του φίλο, καθώς η τρυφερότητα της σχέσης τους δεν του προκαλεί καμιάν αναστολή και, ίσα-ίσα, τον προτρέπει κιόλας, ώστε να του εκθέσει τα εσώψυχά του και, κυρίως, τις αμφισβητήσεις του.
Γιατί αυτές οι αμφισβητήσεις του Ορέστη είναι ακριβώς ο κεντρικός ιστός του έργου, αφού από την αρχή, σχεδόν, του κειμένου, διαβάζουμε: "Παράξενο/μιά ολόκληρη ζωή με ετοίμαζαν και ετοιμαζόμουνα γι αυτό. Καί τώρα/μπροστά στην πόλη αυτή, νιώθω ολότελα ανέτοιμος-/".../..."΄-ανέτοιμος/μπροστά στό κατώφλι της πράξης, ολότελα ξένος/μπροστά στον προορισμό που οι άλλοι μου έταξαν." ή αλλού: "Δύο έλξεις αντίρροπες μου φαίνεται ν' αντιστοιχούν στά δυό μας πόδια,/και η μιά έλξη απομακρύνεται όλο και πιό πολύ απ' την άλλη/φαρδαίνοντας το διασκελισμό μας ως τον διαμελισμό".
Ο κεντρικός πυρήνας της αμφισβήτησης, λοιπόν, αρχίζει να χτίζεται από το σημείο που ο Ορέστης συνειδητοποιεί το ρόλο του, πως έχει γαλουχηθεί, δηλαδή, για να πραγματοποιήσει αυτήν την περιβόητη εκδίκηση, χωρίς κανείς νά 'χει ποτέ ενδιαφερθεί για τή δική του άποψη και θέση καί θέληση σε σχέση με τα πράγματα.
Ετσι αναρωτιέται για τη σημασία αυτών των ίδιων των πραγμάτων, για την εξουσία που έχουν στη ζωή μας τα μεγάλα λόγια και οι μεγάλες ιδέες, μα και γι αυτούς τους εμπνευστές τους ακόμα, ψάχνει να βρει το σημείο εκείνο, πού σ' αυτό, πράγματι, βρίσκεται το νόημα της ζωής, στα μικρά δηλαδή τ' απαρατήρητα, τα συνήθη, τα καθημερινά και τα όντως αξιοθαύμαστα, και, προκειμένου γι αυτά, αμφισβητεί κυρίως αυτήν την ίδια την πράξη της εκδίκησης.
Κι όταν φέρνει στο μυαλό του την αδελφή του Ηλέκτρα, που έχει καταληφθεί από το πάθος της εκδίκησης και μισεί και μαίνεται, αναρωτιέται: "πώς μπορεί, και με τι/ν' ανανεώνει αυτό το πάθος της εκδίκησης και τη φωνή του πάθους/όταν όλοι οι αντίλαλοι τη διαψεύδουν, τη χλευάζουν μάλιστα..." καί φοβάται... "Φοβούμαι. Δεν δύναμαι/ν' αποκριθώ στο κάλεσμά της -τόσο υπέρογκο και τόσο αστείο συνάμα-/σ' αυτά τα στομφώδη της λόγια, παλιωμένα, σάμπως ξεθαμμένα/από σεντούκια "καλών εποχών" (έτσι που λένε οι γέροντες), /σαν μεγάλες σημαίες, ασιδέρωτες, που μέσα στις ραφές τους/έχει εισδύσει η ναφθαλίνη, η διάψευση, η σιωπή, -τόσο πιά γερασμένες/όσο καθόλου δεν υποψιάζονται τα γηρατειά τους, κ' επιμένουν να πλαταγίζουν μ' αρχαιόπρεπες χειρονομίες πάνω από ανύποπτους διαβάτες..."
Εξ άλλου ξέρει πως κι αυτοί που δημιούργησαν τον μύθο, -όπως άλλωστε συμβαίνει μ' όλους τους εμπνευστές όλων των μύθων - φοβούνται, άν όχι πιό πολύ, τουλάχιστον το ίδιο μ' αυτούς που στη συνέχεια αναλαμβάνουν να τους κάμουν πράξη και υφίστανται τις συνέπειες, ή μ' εκείνους που, απλά, μπορεί μόνο νά παρακολουθούν τα δρώμενα.
Σκέφτεται λοιπόν για την Ηλέκτρα πως: "Συντηρεί την οργή της με την ένταση της ίδιας της φωνής της-/(αν θα την έχανε κι αυτή τι θα της έμενε;)- θαρρώ πως φοβάται την εκπλήρωση/ της τιμωρίας, μη και δεν της μείνει τίποτα".
Κι εδώ είναι που η αμφισβήτηση κορυφώνει την τραγικότητα. Κι όχι, βέβαια, στο σημείο που ο Ορέστης αναγνωρίζει το ρόλο του, αλλά στο σημείο, ουσιαστικά, που συνειδητοποιεί πώς η επαλήθευση του Μύθου προϋποθέτει την εκδίκηση, αρα την καταστροφή της ζωής του, προκειμένου, ακριβώς, να συντηρηθεί αυτός ο ίδιος ο Μύθος.
Και θέλει ν' αντισταθεί: "Εχω κι εγώ μιά δική μου ζωή και πρέπει να τη ζήσω. Όχι εκδίκηση -/ τι θά μπορούσε ν' αφαιρέσει απ' το θάνατο, ένας θάνατος ακόμη/ και μάλιστα βίαιος; - στη ζωή τι να προσθέσει; Πέρασαν τα χρόνια./ Δεν νιώθω μίσος πιά -ξέχασα μήπως; κουράστηκα; Δεν ξέρω. /Κάποια συμπάθεια μάλιστα μ' αγγίζει γιά τη φόνισσα - μεγάλους/ γκρεμούς αναμέτρησε, /μεγάλη γνώση μεγάλωσε τα μάτια της μες στο σκοτάδι/και βλέπει, -βλέπει το ανεξέντλητο, το ανέφικτο και το αμετάβλητο. Με βλέπει" κι αλλού: "... Τούτη η νύχτα με δίδαξε/την αθωότητα όλων των σφετεριστών."
Γυρεύει λοιπόν "την ελπίδα ενός αμφίβολου αυτεξούσιου", γιά ν' ανατρέψει τη μοίρα του ή και να την αποτρέψει ακόμα. Μα ποιός τον εμποδίζει; Γνωρίζει την αξία του μάταιου, αναγνωρίζει ακόμη πως και η επαλήθευση του Μύθου θ' αφήσει μετέωρο πίσω της το τίποτα: "Θυσίες, λέει, και ηρωϊσμοί, -ποιά η αλλαγή; Χρόνια και χρόνια. Ίσως/νά'ρθαμε/για τούτες τις μικρές ανακαλύψεις του μεγάλου θαύματος/που δεν έχει μικρό και μεγάλο μήτε φόνο κι αμάρτημα/"
Ωστε μας ελευθερώνει η γνώση ή μήπως είτε "ξέρουμε" είτε όχι, είναι το ίδιο; Μήπως είμαστε "εντειχισμένοι στη στενή μας δικαιοσύνη"; Μήπως το δικό μας εαυτό και τα δικά μας όρια είναι που δέν μπορούμε να υπερβούμε; Μήπως "μονάχα το δικό μας αίμα να μας ξεδιψάει";, οπότε σαν τον Ορέστη στό τέλος του θεατρικού μονολόγου, έτσι κι ο καθένας μας μ' ένα "Αναγνωρίζω τη μοίρα μου. Πάμε." βαυκαλίζεται τελικά με την εύκολη δικαιολογία ενός π.χ. "εκ του άνωθεν", του "προδιαγεγραμμένου" κι έτσι εφησυχάζει και σφετερίζεται την ψυχή του και την ουσία της, αιτιολογώντας τις πράξεις ή τις προφάσεις του, τις παραχωρήσεις και τους συμβιβασμούς του;
Πάντως ο Ορέστης του Γ. Ρίτσου δέν έχει κορύφωση ή λύση, εκτός κι άν η μη ανατροπή του καθ' αυτού μύθου αποτελεί τη λύση κι εδώ. Η αξία, βέβαια, και η κατοχύρωσή του ως έργου βρίσκεται στα επιμέρους, νομίζω, εκεί που ανακαλύπτει κανείς πως το υποσυνείδητο του ποιητή κυριευμένο από την πράγματι έμπνευση, διαισθάνθηκε, συνέβαλε και κατέγραψε ό,τι συνειδητά και αυτός ο ίδιος, πιθανόν, θ' αδυνατούσε ν' αντιληφθεί.
Δηλαδή ο Ρίτσος, παρ' ότι στρατευμένος, αντιτίθεται προς αυτήν την ίδια τη στράτευση κι ετούτο είναι, νομίζω, που κατακυρώνει τα έργα του και σήμερα, τριάντα χρόνια περίπου αργότερα από τους καιρούς πού γράφηκαν και δημοσιεύθηκαν.
Οι παρακάτω στίχοι στο στόμα της Ηλέκτρας είναι εύγλωττοι:
"... Κι αυτή επιμένει να ετοιμάζει υδρομέλι και τροφές γιά πεθαμένους
που πιά δεν διψούν και δεν πεινούν κι ούτε έχουν στόμα
κι ούτε ονειρεύονται αποκαταστάσεις ή εκδικήσεις. Ολο επικαλείται το
αλάθητό τους (-ποιό αλάθητητο τάχα;) ίσως για να γλιτώσει
απ' την ευθύνη μιας δικής της εκλογής κι απόφασης -
όταν τα δόντια των νεκρών, ολόγυμνα, σκόρπια στο χώμα,
είναι η λευκή σπορά σε μιάν απέραντη μαύρη κοιλάδα
βλασταίνοντας τα μόνα αλάθητα, αόρατα, πάλλευκα δέντρα
που φωσφορίζουνε στο φεγγαρόφωτο, ως το τέλος του χρόνου..."
*****************************************************************
(Παρουσιάστηκε στην αίθουσα Τελετών του Πολυτεχνείου, στο διήμερο μνήμης για τον Ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που οργανώθηκε από την Ενωτική Πορεία Συγγραφέων με τη συνεργασία του περιοδικού Ομπρέλα, υπό την αιγίδα του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, στις 22 και 23/1/1996
Συμμετείχαν επίσης: Σόνια Ιλίνσκαγια, Ρούλα Κακλαμανάκη, Θεόφιλος Φραγκόπουλος, Κώστας Καραχάλιος, Φερεϊντούν Φαριάτ, Δημήτρης Καράμβαλης, Καίτη Παπανίκα, Πίτσα Μπουρνόζου, Γιώτα Βέη, Νίκος Γρηγοριάδης, Σοφιανός Χρυσοστομίδης, Αντρέας Παγουλάτος, Θανάσης Κουδούνης, Μαρία Μαρκαντωνάτου, Ιωάννα Καρατζαφέρη, Καίτη Ιμπροχώρη, Ειρήνη Μαρκογιάννη, Ειρήνη Σταμάτη.
******************************************************************
Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 31, Δεκέμβριος 1995)