Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

['Ατμός] ...


Σμάρια πουλιῶν
ἀνθίζουν στούς κήπους
φωλιές ἀνθρώπων
πνίγουν τό βουνό





Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

['Ατμός] ...



Ἄδολη μέρα
Ἕνας ἄντρας γυμνός
στ' ἀνοιχτό παράθυρο
ὄφις ἐγερτικός

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

[Ἀτμός]...


Ἔτρεχα νά προλάβω
νά προλάβω!
Τώρα ἀργῶ -
Νά προλάβω!

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [ Μέρος 4ο ]






***
Ὁ Ζύλ ἦρθε στό σπίτι της. Οἱ δικοί της τόν γνώρισαν ἀλλά ἐπιφυλάχτηκαν. Δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν ἀπ' εὐθείας κι ὅλας μαζί του κι αὐτό καταντοῦσε ἰδιαιτέρως ἐκνευριστικό. Ἡ Μαρολύνα ἔκανε τή μετάφραση βέβαια, ἀλλά ὑπῆρχαν ἀρκετές δόσεις ἀμηχανίας ἀνάμεσά τους. Παρ' ὅλ' αὐτά, οἱ γονεῖς της τήν εἶδαν πού ἐπέμενε καί δέν τῆς ἀρνήθηκαν. Ὁ πατέρας της μόνο, "παπούτσι ἀπό τόν τόπο σου", τῆς θύμισε, καί δέν ξανασυζήτησε τό θέμα.
Ἔφτασε Φεβρουάριος. Ἐκεῖνος ἑτοιμαζότανε νά φύγει. Τό Πάσχα θά τήν περίμενε κι αὐτήν. Ἡ Μαρολύνα ἀνυπομονοῦσε. Ἡ προοπτική τοῦ ταξιδιοῦ της τήν ἀναστάτωνε. Πρώτη φορά θά 'φευγε ἔξω ἀπ' τήν Ἑλλάδα. Καί γιά τόσες μέρες κι ὄλας. Μά ἰδίως, μέ τήν ἔγκριση τῶν δικῶν της.
Ὁ Ζύλ δέν τῆς τηλεφωνοῦσε συχνά ὅλον αὐτόν τόν καιρό πού μεσολάβησε, ἀλλά ἐκείνη δέν ἔδωσε κι ἰδιαίτερη σημασία στό γεγονός. Ὁ Μάρτιος πέρασε γρήγορα σχετικά. Ἔτσι τῆς φάνηκε τοὐλάχιστον. Ἀρχές τοῦ Ἀπρίλη ἐπέστρεψε κι ἡ Εὔα ἀπό ἕνα ἐπαγγελματικό της ταξίδι, γιά νά μείνει καμιά δεκαριά μέρες ἐδῶ καί μετά νά ξαναφύγει. Συναντήθηκαν. Τῆς τά εἶπε ὅλα. Κι ἀκόμα ὅσα δέν εἶχε προλάβει νά τῆς γράψει, μέ τό νί καί μέ τό σίγμα τῆς τ' ἀράδιασε. Χαριτολόγησε κι ὅλας μαζί της ἡ Μαρολύνα: "Νά καί μιά φορά πού ἐσύ ἔρχεσαι, καί φεύγω ἐγώ", τῆς εἶπε, κι ὕστερα, "... πόσο ἀκόμα θ' ἀντέξουμε σ' αὐτό, τ' ὅλο νά χανόμαστε, βρέ Εὔα;..."
Ἡ Εὔα φοροῦσε ἕνα γαλάζιο φόρεμα πού εἶχε ἀγοράσει στό τελευταῖο της ταξίδι ἀπ' τό Παρίσι - περίεργο γι' αὐτήν, πρώτη φορά φοροῦσε τέτοιο χρῶμα! - πού φώτιζε γλυκά τό σταράτο δέρμα της. Πίνανε τά κονιάκ τους στό Quartier Latin στή Μασσαλίας-νά θυμηθοῦνε τά παλιά. "Πρόσεχε" τῆς εἶπε μόνο γι' αὐτόν, καί τῆς ἄλλαξε κουβέντα.
***
Τίς ἑπόμενες μέρες, μόλις τέλειωνε ἡ Μαρολύνα ἀπ' τή δουλειά της, ἔτρεχε γιά τίς ἑτοιμασίες τοῦ ταξιδιοῦ. Στίς δέκα Ἀπριλίου τό πρωΐ πετοῦσε γιά Ζυρίχη.
Ἔφτασε τό μεσημεράκι στό ἀεροδρόμιο, ὅπου δέν τήν πέρίμενε κανείς. Τηλεφώνησε στό γραφεῖο τοῦ Ζύλ καί πράγματι τόν βρῆκε κεῖ. Τῆς δικαιολογήθηκε πώς ἦταν πνιγμένος στή δουλειά καί τῆς εἶπε νά πάρει ταξί καί νά πάει σπίτι του. Θά τή συναντοῦσε τό μεσημέρι. Μέ τό πού ἔκλεισαν, ἔνιωσε ἀνακουφισμένο, ἄν κι ἤξερε πώς ἐκείνη σπάνια ἀντιδροῦσε. Ἡ Μαρολύνα τήν ἴδια στιγμή αἰσθάνθηκε ξαφνικά μιά κούραση νά τῆς ρίχνει τή διάθεση, πῆρε σέρνοντας τή βαλίτσα της ἀπό τό χῶρο τῶν ἀποσκευῶν καί κατευθύνθηκε πρός τήν ἔξοδο.
Ὁ οὐρανός ἦταν γκρίζος, βαρύς κι ἡ λίμνη μιά μολυβένια ἀντανάκλαση. Ἡ κίνηση στούς δρόμους περιορισμένη. Τό ταξί τράβηξε πρός τά προάστεια, ἀποφεύγοντας γιά πολύ ὥρα τίς κεντρικές λεωφόρους. Μετά ἀπό κάνα μισάωρο, φτάσανε στήν Lachenstrasse 38.
Τό διαμέρισμα τοῦ Ζύλ ἦταν στόν τέταρτο ὄροφο. Τῆς ἄνοιξε μιά μεσήλικη γυναίκα, μ' ἕνα χαμόγελο τόσο πλατύ, ὅσο κι ὁ ἥλιος πού δέν ἔλεγε μέ τίποτα, οὔτε ἔστω κι ἀπό μιά μικρή σχισμή τ' οὐρανοῦ, νά προβάλει. Συνεννοηθήκανε μέ νοήματα πιό πολύ. Ἡ Μαρολύνα μίλαγε ἀγγλικά, ἐκείνη γερμανικά. Τῆς πῆρε τή βαλίτσα καί τήν ὁδήγησε στό δωμάτιό της. Τό διαμέρισμα ἦταν ἀρκετά εὐρύχωρο, ἀλλά τόσο λιτό, ἀποκλειστικά ἐργένικο. Τό καλλίτερο σημεῖο του πάντως ἦταν τά μεγάλα παράθυρα στή μεσημβρινή του πλευρά, πού κοίταζαν κατευθείαν στή Λίμνη τῆς Ζυρίχης.
Ἡ φράου-Μάρτα πού ἦταν ἡ οἰκονόμος τοῦ Ζύλ, ὅπως συμπέρανε ἡ Μαρολύνα ἀπό τήν παντομίμα της, τήν πέρασε στό καθιστικό καί τῆς σέρβιρε μιά τεράστια κούπα γαλλικοῦ καφέ, μ' ἕνα δίσκο κέϊκ καί βουτήματα. Δέν κάθησε παρέα της. Τήν ἄφησε γιά νά συνεχίσει τίς δουλειές της. Ὁ Ζύλ ἐπέστρεφε κατά τίς ἕξι τό ἀπόγευμα κι ἐκείνη θά 'φευγε στίς τρεῖς. Ἔπρεπε λοιπόν μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα νά 'ναι ὅλα ἕτοιμα. Τή ρώτησε ἄν ἤθελε ἀργότερα νά τῆς φτιάξει κάτι νά τσιμπήσει κι ἡ Μαρολύνα ἀρνήθηκε. Ὕστερα πῆγε νά τακτοποιήσει τά πράγματά της. Βαριότανε. Ὅλος της ὁ ἐνθουσιασμός ἔπεσε, ἀλλά περίμενε μέ ἀγωνία τήν ἐπιστροφή τοῦ Ζύλ. Περίμενε πώς κάποια ἔκπληξη θά τῆς εἶχε ἑτοιμάσει. Δέν γινότανε νά 'ναι ὅλα τόσο ξερά κι ἀδιάφορα, σκέφτηκε, καί ξάπλωσε. Μέ τά ροῦχα. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἀπ' τό ταξίδι ἀκόμα. Δέν θέλησε οὔτ' ἕνα ντούς νά κάνει, δέν ἤξερε τί νά φορέσει μετά, τί ἔπρεπε νά κάνει γιά νά περάσει ἡ ὥρα της, πῶς νά τόν περιμένει. Καί τότε, σάν μιά σκιά τῆς πέρασε ἀπ' τό μυαλό ἡ ἀμφιβολία γιά τό ἄν ἔπρεπε νά εἶχε ἔρθει. Ἄν ἔκανε καλά. Θυμήθηκε καί τό "πρόσεχε" τῆς Εὔας. Ὕστερα εἶπε πώς μᾶλλον ἡ κούραση θά ἔφταιγε ἀπ' τό ταξίδι. Ἤ ὁ βαρύς καιρός. Ἡ βροχή πού εἶχε ἀρχίσει ἔξω νά πέφτει κι εἶχε κλείσει σάν ἀδιαφανής κουρτίνα τόν ὁρίζοντα.
***
Ὁ Ζύλ ἦταν πολύ ἀπασχολημένος σήμερα, ἀλλά ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶχε σκεφτεῖ πώς δέν θά πήγαινε στό ἀεροδρόμιο νά τήν πάρει, ὅπως τῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ἀθήνα στίς παλιές γνωστές συνθῆκες τῆς καθημερινότητάς του, κατάλαβε πώς εἶχε παρασυρθεῖ ἐκεῖ σέ ἀποφάσεις πού ἐδῶ, μέ τέτοιους ὅρους, δέν θά τίς ἔπαιρνε ποτέ. Γι' αὐτό καί φρόντισε νά κρατήσει ἀποστάσεις πιστεύοντας πώς ἐκείνη θά καταλάβαινε μᾶλλον ἤ πώς θά τό μετάνοιωνε καί δέν θά 'ρχόταν, ὅπως συνέβη καί τήν προηγούμενη φορά. Ἀλλά τελικά τά πράγματα κύλησαν ἀλλιῶς.
Ὅταν ἐπέστρεψε σπίτι του, ἡ Μαρολύνα κοιμόταν. Νυχοπατώντας μπῆκε στό δωμάτιό της. Ἔμεινε κάποιες στιγμές ἀκίνητος κοιτάζοντάς την. Ὕστερα τήν πλησίασε. Ἐκείνη ἔνιωσε ἕνα ἐλαφρύ σκούντημα πού τήν τρόμαξε καί πετάχτηκε. Τόν εἶδε ὄρθιο ἀπό πάνω της καί προσπάθησε νά θυμηθεῖ ποῦ βρισκόταν. "Ἔλα, ἔχω ἑτοιμάσει νά τσιμπήσουμε", τήν παρότρυνε καί δέν ἔκανε καμιά ἄλλη κίνηση πρός τό μέρος της. Ἅπλωσε τά χέρια της νά τόν ἀγκαλιάσει, ἀλλά αὐτός, σάν νά μή πρόσεξε τήν πρόσκληση, τήν ἄφησε νά πέσει στό κενό καί γύρισε πρός τήν πόρτα.
Ἡ Μαρολύνα συνῆλθε ἀπότομα. Θά 'ναι κουρασμένος, σκέφτηκε, κι ἁπλῶς τόν ρώτησε, πρίν βγεῖ, τήν ὥρα. "Ἑξίμισι", τῆς ἀπάντησε ἀδιάφορα κι ἔφυγε. Ὕστερα στό τραπέζι ἦταν σχεδόν ἀμίλητοι. Οὔτε γιά τό ταξίδι της καλά-καλά δέν τή ρώτησε, κι αὐτή περιορίστηκε νά κάνει διαπιστώσεις γιά τόν καιρό. Μετά τό φαγητό ἐκεῖνος ἔβαλε τά πιάτα στό πλυντήριο καί τῆς πρότεινε νά καθήσουν στό σαλόνι. Ἑτοίμασε τά ποτά τους κι ἄνοιξε τήν τηλεόραση. Ἤθελε νά δεῖ εἰδήσεις, ὅπως τῆς δήλωσε. Ὅλες οἱ ἐκπομπές ἦταν στά γερμανικά κι ἡ Μαρολύνα οὔτε πού καταλάβαινε. Μά δέν ἤθελε νά καταλάβει κι ὅλας. Τοῦ εἶπε πώς δέν εἶχε συνέλθει ἀκόμα καλά-καλά ἀπ' τό ταξίδι κι ὅτι εἶχε πονοκέφαλο. Τοῦ πρότεινε νά μή κοιμηθοῦνε μαζί ἐκεῖνο τό βράδυ κι αὐτός δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Μιά σκιά πέρασε ἀπ' τό βλέμμα του, καθώς τήν κοίταζε, πού ἐκείνη δέν μπόρεσε νά τήν ἀποκρυπτογραφήσει, ἐνῶ αὐτός πίστεψε πώς ὁ πόλεμος μέσα του, γιά τή συμπεριφορά του αὐτή, δέν φάνηκε. Τῆς ἀπάντησε βιαστικά προσπαθώντας νά διορθώσει τήν κατάσταση, τῆς ὑποσχέθηκε δηλαδή πώς αὔριο τά πράγματα θά 'ταν καλλίτερα καί τήν καληνύχτισε μέ μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ του. Παρακολουθοῦσε στό δέκτη τά οἰκονομικά. Κι ὅπως ἐκείνη βάδιζε στό διάδρομο πρός τό δωμάτιό της, χτύπησε τό τηλέφωνο. Ὁ Ζύλ πετάχτηκε σάν ἐλατήριο ἀπό τό κάθισμά του καί δέν τό ἄφησε νά χτυπήσει δεύτερη φορά. Ἡ Μαρολύνα κοντοστάθηκε. Τήν κοίταξε στιγμιαῖα ἀλλά ἐπίμονα. Μετά τήν πρώτη του κουβέντα περίμενε, ἀφήνοντας τόν συνομιλητή του νά μιλάει. Ὑστερα τῆς γύρισε τήν πλάτη του, κάτι ψιθύρισε, μετά χαιρέτησε δυνατά κι ἔκλεισε. Στράφηκε ξανά πρός αὐτήν, τήν εἶδε πού ἄνοιγε τήν πόρτα τοῦ δωματίου της, ἔκανε νά πάει πρός τό μέρος της, δίστασε, "κάτι ἀπρόοπτο καί πρέπει νά λείψω", τῆς εἶπε. Δέν τοῦ ἀπάντησε.
Τό πρωΐ βρῆκε ἕνα σημείωμα πάνω στό κομοδίνο της, πώς τήν περίμενε νά περάσει τό μεσημέρι στή μία, πού εἶχει διάλειμμα στή δουλειά του, νά τόν πάρει νά πᾶνε γιά φαγητό. Τῆς ἔγραφε τή διεύθυνση. Εἶχε ἕνα μικρό ἄσπρο τριαντάφυλλο καρφιτσωμένο στήν ἄκρη τοῦ χαρτιοῦ κι ἕνα φιλί ζωγραφισμένο μέ τό κραγιόν της, πού ἤτανε τόσο ἀχνό, λές καί θά πέταγε ἀπό στιγμή σέ στιγμή. Τό ἀκολούθησε μέ τό βλέμμα της καί τήν πῆρε μαζί του ἔξω ἀπ' τό δωμάτιο. Γλίστρησε πάνω στά σκοῦρα νερά τῆς λίμνης καί σκόνταψε σέ κάποια ἀπ' τίς μικρές νησίδες πού ἦταν στό κέντρο της. Σκάλωσε κεῖ. Ἡ καρδιά της πετάρισε ἀπ' τή βαρειά ὑγρασία. Ἔνιωσε τό περόνιασμα νά τή διαπερνᾶ. Κι ἀπ' τήν ἄλλη, αἰσθάνθηκε σάν ἠθοποιός πού παρακολουθοῦσε τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό νά ἐνσαρκώνει τό ρόλο της. Ποιό ρόλο ὅμως; Δέν ἤξερε ἀκριβῶς. Δηλαδή τό ρόλο τόν ἤξερε. Τό γιατί τῆς ξέφευγε ἀκόμα. Τό κλειδί πού ἀκούστηκε στήν ἐξώπορτα τή συνέφερε. "Ἡ φράου-Μάρτα", θυμήθηκε, καί σηκώθηκε γρήγορα-γρήγορα γιά νά κλειδωθεῖ στό μπάνιο.
***
Τό κέντρο τῆς Ζυρίχης ἦταν μοιρασμένο ἀνάμεσα στή σύγχρονη καί στήν ἀπό τό δέκατρο τρίτο αἰώνα καί δῶθε ἀρχιτεκτονική. Τό κτήριο πού δούλευε ὁ Ζύλ ἦταν ἕνα ἀπό τά παλιά, πού κουβαλοῦσε τοὐλάχιστον τριακόσια χρόνια ἱστορίας, ὅπως τήν πληροφόρησε ἀργότερα. Τεράστιο. Κάλυπτε ἕνα ὁλόκληρο οἰκοδομικό τετράγωνο. Πολυώροφο, μέ στέγες ἐπίκλινεῖς, κεραμοσκεπεῖς, μέ πυργίσκους σ' ὅλες τίς γωνίες του κι ἀμέτρητες, μεγαλοπρεπεῖς καμινάδες.
Τήν περίμενε στήν ἔξοδο. Τόν βάραιναν οἱ τύψεις. Καταλάβαινε πώς ἡ συμπεριφορά του ἀπέναντί της στεροῦνταν κι ἀπό τούς πιό βασικούς κανόνες τῆς εὐγένειας καί τῆς καλῆς φιλοξενίας. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἤτανε σίγουρος πιά πώς ἡ ἀπόφασή του γιά τό γάμο τους εἶχε παρθεῖ ἐπιπόλαια καί βιαστικά. Παρ' ὅλ' αὐτά, μόλις τόν πλησίασε, τήν τράβηξε ἀπό τό μπράτσο, λές κι ἦταν ἀφόρητα πολλύς ὁ καιρός τῆς ἔλλειψής της, καί τό στόμα του τήν ἅρπαξε. Σάν μοναχικό κανό ἐκείνη, ἀφέθηκε νά τήν παρασύρει τό καταρρακτώδικο ρεῦμα τῆς γεύσης του. Ὕστερα ἐκεῖνος ἀποσπάστηκε, μιά ὥρα ἦταν ὅλο κι ὅλο τό διάλειμμά του, τῆς εἶπε, καί δέν ἔπρεπε καθόλου νά χάνουν χρόνο.
Πῆγαν σ' ἕνα μπιστρό πού ἦταν παλιό πανδοχεῖο ἀνακαινισμένο. Ὁ Ζὐλ ἦταν ἀφόρητα περιποιητικός μαζί της, τόσό, πού ἄρχισε ν' ἀμφιβάλλει ἄν ἡ χτεσινή του συμπεριφορά ἦταν πραγματικότητα ἤ νυχτερινός ἐφιάλτης. Παρ' ὅλ' αὐτά, δέν τῆς ἔκανε καμιά κουβέντα γιά τήν οἰκογένειά του οὔτε καί γιά τόν ἐπικείμενο γάμο τους.
Ἡ ὥρα πού μοιράστηκαν μαζί χάθηκε σάν μιά σταγόνα στή βροχή. Τή ρώτησε ἄν ἤθελε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιο ἐμπορικό κέντρο καί νά τόν περιμένει νά τελειώσει ἀπ' τή δουλειά του ἤ, ἄν προτιμοῦσε, νά γυρίσει σπίτι. Δέν εἶχε ὄρεξη νά περιφέρεται μόνη της σέ μιάν ἄγνωστη πόλη. Δέν εἶχε κέφι γιά ψώνια. Δέν εἶχε διάθεση γιά τίποτα πέρα ἀπ' αὐτόν κι ἄς ἔνιωθε ἕνα μάγκωμα στήν καρδιά της νά πάλλει, κι ἄς ἀνάβλυζε στό μυαλό της ἕνα προαίσθημα συνέχεια σάν τό "πρόσεχε" τῆς Εὔας.
Τή βρῆκε νά διαβάζει τόν Οὐσπένσκυ της, "Ὁ κόσμος τοῦ θαυμαστοῦ", ὅταν γύρισε. Σηκώθηκε νά τόν ὑποδεχτεῖ ἀγκαλιάζοντάς τον ἀλλ' αὐτός κατευθύνθηκε στό μπάρ κι ἑτοίμασε ἕνα ποτό γιά τόν ἑαυτό του μόνο. Τόν ἀκολούθησε στή μεγάλη τζαμαρία καί τύλιξε τά χέρια της γύρω του, τοῦ ἔβγαλε τό σακκάκι καί προσπάθησε νά τοῦ λύσει τή γραββάτα. "Ἄσε", τήν ἔσπρωξε μαλακά, "θά κάνω ἕνα ντούς πρῶτα", εἶπε καί τήν παράτησε σύξυλη. Χτύπησε πάλι τό τηλέφωνο κι αὐτός ὅρμησε κατά πάνω του καί κατευθύνθηκε μέ τό ἀκουστικό στό μπάνιο. Ἡ βιασύνη του τήν ξένισε. Ἔμεινε μόνη στό κενό τοῦ χώρου. Ὁ μοναδικός θόρυβος πού ξαφνικά συνέβη στό δωμάτιο ἦταν ὁ ἦχος ἀπό τά φύλλα τοῦ βιβλίου της, πού ξεφυλλίστηκαν ἀπό μόνα τους ἀπ' τό βάρος τῶν σελίδων, κι ὁ Οὐσπένσκυ ἔκλεισε. Ἔκλεισε λές κι ἔκλεινε ἡ αὐλαία, ἀλλά τό χειροκρότημα ν' ἀκούστηκε πρίν. Οἱ θεατές ἦταν φαίνεται βιαστικοί. Ἤ εἶχαν πλήρη ἄγνοια τῶν γεγονότων πού ὑπογράμμιζαν κι ἀπό ἔνστικτο μόνο ἀντέδρασαν.
Κι ἐκεῖνος ἀργοῦσε ἐπίτηδες. Αὐτή μετροῦσε λεπτό τό λεπτό τά τρία τέταρτα πού κράτησε τό ντούς του. Κι ὅμως σκέφτηκε γιά μιά φορά ἀκόμα νά μή μιλήσει, νά περιμένει μιάν ἄλλη κίνηση ἀπ' αὐτόν, νά τοῦ δώσει χρόνο καί νά μή ἔχει πλέον ἐκεῖνος περιθώρια καθόλου νά τῆς ἀμφισβητήσει καί τό παραμικρό. Καί τό βασικότερο, νά μή ἔχει ἡ Μαρολύνα καμιάν ἀμφιβολία ὅτι κάτι τό διαφορετικό μποροῦσε νά πράξει καί δέν τό 'πραξε. Ἐξ ἄλλου ἐκκρεμοῦσαν ἀκόμη πέντε μέρες παραμονῆς της ἐκεῖ. Μποροῦσε νά περιμένει, ὅ,τι κι ἄν αὐτό τῆς κόστιζε στό νευρικό της σύστημα τοὐλάχιστον. Καί λοιπόν, θά περίμενε! Ἴσως καί νά τίς ἐξαντλοῦσε κι ὅλας.
Ἀλλά καί τίς ἑπόμενες τρεῖς μέρες τίποτα ἀπολύτως δέν ἄλλαξε. Μπορεῖ νά βρίσκονταν μαζί τήν ὥρα τοῦ μεσημεριανοῦ φαγητοῦ, μπορεῖ ἐκείνη νά περιφέρθηκε σέ κάποια ἀκρολίμνια καφέ, πάντως τά βράδια τά περνοῦσαν κλεισμένοι στό σπίτι, καί τό κρεβάτι του δέν τό μοιράστηκαν, παρά μόνο τό δικό της, τοῦ ξενώνα, μιά φορά, κι αὐτό ἀνάλατα καί ψυχρά, λές κι ὁ ἄνθρωπος πού ἡ Μαρολύνα εἶχε γνωρίσει στήν Ἑλλάδα ἦταν κάποιος ἄλλος. Οὔτε κἄν ἡ σκιά ἐκείνου δέν τῆς θύμιζε κάτι ἀπ' αὐτόν πού εἶχε δίπλα της, ἐδῶ, αὐτές τίς μέρες. Κι αὐτό πού ἔζησαν ἀπόψε, ἕνα μάγκωμα στήν πραγματικότητα ἤτανε, κι ὅ,τι ἀπ' αὐτό: ἕνας πόνος ὀξύς πού τῆς τρύπησε τά σωθικά, τήν ἔκοψε μέ τόν τρόπο ἐκεῖνο πού τρυπάει ὁ ἦχος τό κενό. Ἦταν σάν νά ἔκανε μιά παγωμένη βουτιά στά θολά καί βρώμικα νερά τῆς λίμνης καί κατευθείαν νά πάτωσε. Ἄκουγε φωνές ἀπό μακρυά κι ὅμως τίποτα ἤ μέ τίποτα δέν μποροῦσε ν' ἀνασυρθεῖ. Ἤθελε νά φύγει κι ὅμως καθόταν ἐκεῖ.
Κι ὁ Ζύλ ὅμως ἔνιωθε νά τοῦ λείπει κάποιο κομμάτι πολύ βασικό γιά τήν ἰσορροπία τῆς ψυχῆς του. Διάβασε στό πρόσωπό της τίς ἀλλαγές τῆς ψυχῆς της. Τό σίγουρο ἦτανπώς δέν ἤθελε νά τήν πληγώσει. Ὅπως κι ὅτι δέν ἤθελε κανένα κλείσιμο στή ζωή του πρός τό παρόν. Τόν πόνεσε ὁ πόνος πού ἔβλεπε νά τέμνει τά μάτια της. Θέλησε νά τήν κρατήσει τρυφερά ἀλλά τόν συγκράτησε τό κατοπινό ἀδιέξοδο. Τῆς πρότεινε μονάχα νά βγοῦν μιά βόλτα, "ἔτσι γι' ἀλλαγή, νά δεῖ κάτι ἔστω κι ἀπ' τή νυχτερινή Ζυρίχη".
Ἔφτασαν στήν Bannhofstrasse πού ἦταν κατακλυσμένη ἀπό μπάρ, ἑστιατόρια καί καφέ καί κατέληξαν στό club "Der Happen". Δέν ἄλλαξε τίποτα μεταξύ τους. Ὁ κόσμος μόνο μεσολάβησε κι ἡ μουσική. Καί κάτω ἀπ' τούς πολύχρωμους ἰριδισμούς τῶν πολυελαίων πού ἄστραφταν, ἔλαμπαν αὐτοί πιό ξένοι ἀπό ποτέ. Συζητοῦσαν γιά τούς ἄλλους κι ἤπιαν ἀρκετά. Αὐτός ἀπό ἐνοχές κι αὐτή πού ἦταν ἐγκλωβισμένη ἐκεῖ, ἐνῶ θά ἤθελε νά εἶναι μίλια μακρυά.
Στό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς δέν μιλοῦσε κανείς τους. Ὁ Ζύλ ὁδηγοῦσε νευρικά στούς βρεγμένους δρόμους. Ἡ Μαρολύνα πνιγόταν ἀπ' ὅσα εὕρισκε ανούσια νά τοῦ πεῖ καί σκεφτόταν τή μουγγή πού περνοῦσε, ὅταν ἦταν μικρή, κάτω ἀπ' τό σπίτι της, κι οἱ γονεῖς της τήν τρόμαζαν πώς, ἄν δέν ἦταν καλό παιδί, θά τήν ἔδιναν νά τῆς φάει τή γλώσσα. Κι εἶχε κολλήσει στήν κομμένη της γλώσσα, ὁ πόνος τήν ἔκαιγε, τό αἷμα χτυποῦσε σάν τήν τρικυμία πάνω στόν κυματοθραύστη τοῦ λάρυγγά της, ἔνιωθε τούς μῦς της νά κινοῦνται κι ὅμως δέν κουνιόταν τίποτα, κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν της διεσταλμένες, ἔμοιαζαν μ' ἀποσιωποιητικά πού γυάλιζαν μές στή νύχτα, πού κύλαγαν πάνω στά τζάμια σάν τίς σταγόνες τῆς βροχῆς, καί σάν τά ψίχουλα τοῦ παραμυθιοῦ σημάδευαν τόν κάθε πόντο τῆς μέχρι τότε διαδρομῆς τους, ὅλης.
***
Τό ἑπόμενο πρωΐ, μόλις ἐκεῖνος ἔφυγε γιά τή δουλειά του, ἀπό πίσω του ξεπόρτισε κι ἡ Μαρολύνα. Πῆγε στά γραφεῖα τῆς Ὀλυμπιακῆς γιά ν' ἀλλάξει τό εἰσιτήριό της. Ἡ ὑπάλληλος πού τήν ἐξυπηρέτησε ἦταν Ἑλληνίδα. Μέ τό πού τῆς χαμογέλασε ἦταν σάν νά βρέθηκε σέ λημέρια γνώριμα. Ἄκουσε νά τῆς μιλᾶνε στή γλώσσα της. Εἶδε τά γράμματα τῶν λέξεων νά πεταρίζουν μπρός της. Ζεστάθηκε. Ἡ Ζυρίχη ἔξω παγωμένη, ἔμοιαζε τόσο ἀπόμακρη, σάν κουκίδα πάνω σέ μουντζουρωμένο χάρτη. Ἔριξε μιά ματιά στή μπλέ στολή τῆς ὑπαλλήλου κι ἦταν σάν νά 'δε μπρός της τό βαθύ μπλέ τοῦ Αἰγαίου. Προφασίστηκε σοβαρούς οἰκογενειακούς λόγους, ὅταν ἡ ὑπάλληλος τῆς δήλωσε πώς δέν ὑπῆρχαν θέσεις σέ κανένα δρομολόγιο, πρίν ἀπό κεῖνο τῆς ἑπομένης Κυριακῆς πού κανονικά θά ταξίδευε. Δέν παρακάλεσε. Ἀπαίτησε τήν ἀλλαγή. Τήν ἔβαλαν λίστα ἀναμονῆς καί τῆς ὑποσχέθηκαν πώς θά φρόντιζαν ὁπωσδήποτε νά φύγει.
Γύρισε στό σπίτι τοῦ Ζύλ καί μάζεψε τά πράγματά της. Ἡ φράου-Μάρτα ἔλειπε κείνη τήν ὥρα γιά τά καθημερινά ψώνια. Ἔνιωσε ἀνακουφισμένη. Δέν εἶχε νά δώσει λογαριασμό σέ κανένα. Τηλεφώνησε στόν Ζύλ καί τοῦ εἶπε πώς θά τόν περίμενε κανονικά, ὅπως κάθε μέρα, στή μία, στό γνωστό μπιστρό.
Ὅταν ἐκεῖνος ἔφτασε, ἡ Μαρολύνα εἶχε ἤδη παραγγείλει τίς μπύρες καί τό φαγητό τους. Εἶπε ὅτι σήμερα κερνοῦσε αὐτή. Ὁ Ζύλ δέν ἔδειξε ἔκπληξη οὔτε κι ἀδιαφορία. Ἔπινε τή μπύρα του μέ μεγάλες ἀργές γουλιές. Συζητούσανε σάν φίλοι πού βρέθηκαν τυχαῖα. Ὅταν ἐκεῖνος σηκώθηκε γιά νά ἐπιστρέψει στό γραφεῖο του, τόν χάϊδεψε φευγαλέα στό πρόσωπο. Ὕστερα πῆρε ἀπ' τή γκαρνταρόμπα τοῦ μπιστρό τή βαλίτσα της καί σέ λιγότερο ἀπό μιά ὥρα πετοῦσε γι' Ἀθήνα.
***
Ἡ Εὔα τήν περίμενε στό ἀεροδρόμιο τοῦ Ἑλληνικοῦ, μιά καρδιά ὁλόκληρη, νά τήν ἀγκαλιάσει. Κούρνιασε μέσα της κι ἦταν σάν φωλιά πού δίπλωσε ὁ πλανήτης σύμπας, νά τήν περιφυλάξει. Τῆς εἶχε τηλεφωνήσει ἀπ' τό ἀεροδρόμιο τῆς Ζυρίχης ἡ Μαρολύνα, λίγο πρίν ἐπιβιβαστεῖ στό ἀεροπλάνο πού θά τήν ἔφερνε πίσω. Κι εὐτυχῶς, τήν πρόλαβε σπίτι της ἀκόμα. Μέ τό "Εὔα..." πού ξεστόμισε, "Γύρισες;" τή ρώτησε κείνη. "Ὄχι, σέ λίγο φεύγω..." τῆς ἀπάντησε, "Θά 'μαι ἐκεῖ καί θά σέ περιμένω" τή βεβαίωσε ἡ Εὔα καί κλείσανε.
Δέν χρειάστηκε νά ποῦνε τίποτα. Ἡ Εὔα τήν παράσυρε σ' ἕνα παραθαλάσσιο καφέ στή Βουλιαγμένη κι ἡ Μαρολύνα ἀφέθηκε νά γλιστρήσει σ' αὐτό τό χωρίς λόγια πού τίς βάραινε καί τίς ἔδενε καί τίς δυό, πού τίς φυλάκιζε καί τίς λευτέρωνε συγχρόνως. Ψηλαφοῦσε τήν τρυφερότητα στή φωνή τῆς Εὔας, στίς κινήσεις της, ἀναγνώριζε στιγμή-στιγμή, βῆμα-βῆμα τό ἀπωλεσμένο ἀγκάλιασμα τῆς μάνας της, ρουφοῦσε τή σιγουριά τῆς Εὔας, ἀνάσαινε τόν πόνο τῆς ἐπιβεβαίωσης, κι ὅ,τι ἀνέσυρε, ἡ ἀποδοχή τοῦ κόσμου ὁλάκερου πού τήν ἔδενε μέ τό σήμερα καί τό χτές της, πού τήν σιγούρευε στό ξεσκέπαστο καί τό μετέωρο αὔριο.
Ἡ Εὔα βεβαιώθηκε γιά τίς σπασμωδικές κινήσεις ἑνός μωροῦ κυνηγημένου ἀπό τό ἔνστικτο τῆς ἐπιβίωσης καί θέλησε νά τῆς μοιράσει ἁπλόχερα τίς παραμέτρους ὅλες μιᾶς πορείας ὑγιοῦς κι ἀναμφισβήτητης. Δέν ἤξερε τί ἀκριβῶς ἔπρεπε νά κάνει γιά νά τό πετύχει, ἀλλά ἤτανε σίγουρη πόσο μετροῦσε ἡ Μαρολύνα στή ζωή της, ἔνιωθε τή χαρακιά τοῦ πόνου ἀπ' τόν πόνο της βαθιά στήν ψυχή της, καί σάν τόν οὐρανό ἀγκάλιασε τό σύγνεφο τῆς Μαρολύνας, τό 'σφιξε μέσα της, καταιγίδα τό μεταμόρφωσε, βροχή χαρισάμενη, κι ἄφησε ἕναν εὐεργέτη ἥλιο μετά νά τίς στεγνώσει καί τίς δύο, νά τίς ζεστάνει.
VI
- Σέ ζητοῦν στό τηλέφωνο τῆς φώναξε ἡ Λίτσα, ἡ συνάδελφός της.
Ἦταν ἡ Λένα. "Δέν εἴπαμε νά τηλεφωνηθοῦμε τό μεσημέρι σήμερα;..." τή ρώτησε, "ποῦ βρίσκεσαι;..." Τί νά τῆς λέει τώρα;
- Τί ἔγινε χτές λοιπόν;... Τί ἤθελε τελικά ὁ δικηγόρος τοῦ Νικήτα;
- Τί νά θέλει ἄλλο; Ἐπιμένει νά πᾶμε μέ "ἀντιδικία". Δέν καταλαβαίνεις; Κι ἔχει πείσει καί τόν πελάτη του νά μή βάζει σέ τίποτα ὑπογραφή. Νομίζω πώς θά πρέπει νά συναντηθεῖτε μέ τόν ἄντρα σου καί νά τοῦ ἑξηγήσεις. Θά μποροῦσα νά τό κάνω κι ἐγώ βέβαια, ἀλλά εἶναι καλλίτερα, νομίζω, νά προσπαθήσεις ἐσύ. Ἄν ἔχουμε μιά πιθανότητα ἐπιτυχίας, τότε μόνο ἐσύ θά μποροῦσες νά τά καταφέρεις.
- Καλά, Λένα, θά τό σκεφτῶ καί τά ξαναλέμε.
Ἔκλεισε. Δέν ἤθελε νά μιλάει ἀπ' τό γραφεῖο της κι ὅλας. Δέν τῆς ἄρεσε νά δίνει δικαιώματα γιά τήν προσωπική της ζωή. Κι ἔνιωθε πώς ὅλοι περίμεναν μέ τό ἀκουστικό τους νεῦρο σ' ἑτοιμότητα. Κάποιες φορές φανταζόταν πώς ὁλόκληρο τό δωμάτιο μεταμορφωνόταν σ' ἕνα τεράστιο αὐτί, ἕτοιμο νά καταπιεῖ καί τόν πιό ὑπόγειο κι ἀνεπαίσθητο ψίθυρο τόν πιό ἀθόρυβο ἦχο. Μιά κουβέντα ἀκούγανε κάποιοι συνάδελφοι καί τό κάνανε σήριαλ μετά. Κι ἐξ ἄλλου δέν εἶχε μαζί τους πολλά-πολλά. Ποτέ της δέν τό θέλησε. Δέν τό ἐπιδίωξε ποτέ. Οὔτε καί μέ τούς παλιούς οὔτε καί μέ τούς καινούργιους πού κάποια στιγμή τούς ἀντικατέστησαν.
Μετά τήν κουβέντα της μέ τήν Λένα, ἡ ἐξέλιξη πού ἔπαιρνε ἡ ὑπόθεσή της τήν ἐκνεύριζε. Μά δέν ἤθελε νά 'χει πιά καμιά σχέση μέ τόν Νικήτα. Καμιά! Τίποτα κοινό νά μοιραστοῦν, τίποτα νά χωρίσουν. Κι ἄν γινόταν, θά 'θελε μέσα σέ μιά στιγμή, νά 'κλεινε τά μάτια της, νά κλείδωνε τό μυαλό της, ν' ἀσφάλιζε τήν ψυχή της κι ὕστερα ἀπό ἕνα δευτερόλεπτο, νά 'χαν τελειώσει ὅλα. Καμιά ἐκκρεμότητα ἀπό κεῖ καί μετά. Καμιάν ἐπαφή. Καί τώρα... Τώρα τῆς προέκυπτε νά πρέπει νά συναντηθεῖ μέ τόν Νικήτα. Νά πρέπει νά διαπραγματευτεῖ μαζί του κι ὅλας τήν ἀξιοπρέπειά τους. Κι ὄχι μόνο τή δική της ἀλλά καί τή δική του ἐπίσης. Αὐτή! Ἡ Μαρολύνα ἔπρεπε νά φροντίσει ξανά καί γιά τούς δυό τους. Τῆς ἀνέβαινε τό αἷμα στό κεφάλι ὅσο τό σκεφτόταν κι εὐτυχῶς πού ἡ ὥρα πῆγε τρεῖς κι ἔφτασε τό "σχόλασμα", ὅπως συνήθιζε ν' ἀστειεύεται.
Γύρισε σπίτι της ἀργά τό βράδυ. Μετά τό γραφεῖο πέρασε ἀπό τά μαγαζιά καί ψώνισε. Πάντα, ὅταν πιεζόταν, ψώνιζε. Κι ὔστερα ἀναρωτιόταν, ὅλα ἐκεῖνα πού ἀγόρασε, τί θά τά 'κανε. Ὅταν τά μαγαζιά ἔκλεισαν πῆγε σινεμά. Εἶδε Κισλόφσκι, τήν "Κόκκινη ταινία". Κατάκοπη κατόπιν ἐπέστρεψε. Ἀπό νωρίς τό ἀπόγευμα ἕνας τρομερός πονοκέφαλος τήν ταλαιπωροῦσε. Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, τόν ἔνιωθε νά τῆς διαβρώνει τό κεφάλι σάν νά 'ταν ὀξύ πού ἀπ' ὅπου πέρναγε γλιστρώντας μές στό αἷμα της τό δηλητηρίαζε. Ξάπλωσε προσπαθώντας νά χαλαρώσει. Κοίταξε πάνω. Τό ταβάνι. Ἄσπρο. Λευκό. Κατάλευκο. Νύχτα ἤ μέρα. Κενό. Λευκό τοῦ κενοῦ. Ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως γύριζε σπίτι της καί δέν μιλοῦσε, καί δέν εἶχε σέ κανέναν νά μιλήσει. Καί μερικές φορές σκεφτόταν πώς ἴσως καί νά 'ταν καλλίτερα ἔτσι. Χωρίς τήν παρουσία κανενός. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, πάντοτε ἀπ' ἔξω σου εἶναι οἱ ἄλλοι. Κι ἄν ἡ ἁρμονία κάπου μπορεῖ νά ὑπάρχει, ἴσως εἶναι στό νά μπορεῖς νά "τό βλέπεις" καί στό νά καταφέρνεις νά "τό δέχεσαι" συγχρόνως.
Σηκώνεται. Τίποτα πρός τό παρόν ἀνάμεσα στόν ὕπνο πού περιμένει κάι στόν ὕπνο πού δέν ἔρχεται δέν τή βολεύει. Κι ὁ πόνος τήν κατευθύνει σέ παράταιρες διεξόδους. Ἀνοίγει τήν τηλεόραση καί τήν ἀφήνει νά μιλάει, ὑποκατάστατο κουβέντας. Οἱ εἰκόνες της χάνονται, ἀλλάζουν μέ ἄλλες. Τά πρόσωπα, οἱ σκηνές, ὅλα ἀλλάζουν. Φεύγουν. Ταξιδεύουν σ' ἄλλες παραστάσεις, σέ χαρές ἄλλες, σέ δράματα ξένα. Φθίνουν. Ἔτσι ὅπως κάποτε φθίνουν κι οἱ ἄνθρωποι μές στήν ψυχή μας, σκάβοντας συγχρόνως λαγούμια δραπέτευσης καί, κάποιο πρωΐ, τό κελλί μας βρίσκεται ἄδειο.
Ἐπιτρέπει λοιπόν στήν τηλεόρασή της νά παίζει. Νά τῆς ἁρπάζει λέξεις, προτάσεις, σκέψεις. Λέξεις πού δέν ἔχει πεῖ καί πιθανόν ποτέ δέν θά τίς ἔλεγε. Σκέψεις πού ξεστρατίζουν τήν πορεία τῆς σκέψης της. Κι ἄλλο δέ συμβαίνει τελικά, παρά νά βιάζονται οἱ νύχτες της, ὅπως κι ἀπόψε, μέ παράσιτα μοναξιᾶς, ἰδιαζόντως ἐπώδυνα.
Παρ' ὅλ' αὐτά, δέν τήν ἐνοχλεῖ νά μένει μόνη. Κι ἴσως κυρίως τό ἐπιδιώκει κι ὅλας, τό θέλει.
Θυμήθηκε τό βράδυ ἐκεῖνο τοῦ περυσινοῦ χειμώνα πού ὁ Νικήτας ἔλειπε ἐκτός Ἀθηνῶν γιά δουλειές κι ἡ Εὔα μέ τόν Ἄλκη τήν εἴχανε παρακαλέσει νά μείνει μέ τά παιδιά τους, ἀφοῦ ἐκεῖνοι δέν κατάφεραν τελικά νά ξεφύγουν ἀπό μιάν ἀνειλημμένη κοινωνική τους ὑποχρέωση.
Τά παιδιά τους τήν ἀγαποῦσαν καί μερικές φορές τό ἐπιζητοῦσαν κι ὅλας νά μένουν μόνα τους μαζί της. Νόμιζαν πώς κάτι πέρα ἀπό τά συνηθισμένα τους ὅρια θά μοιράζονταν μέ τήν Μαρολύνα, πώς θά τό 'σκαγαν, πώς κάτι ἀπαγορευμένο θά σκάρωναν, ἀκόμα κι ἄν τό 'ξεραν πολύ καλά πώς καί τό παραμικρό δέν θ' ἄλλαζε ἀπ' τό καθημερινό τους πρόγραμμα. Τούς ἀρκοῦσε ἴσως καί μόνο τό διάβασμα ἑνός παραμυθιοῦ παραπάνω, τό βούλιαγμα σέ μιάν ἀγκαλιά ἄλλη ἀπό ἐκείνη τῆς μάνας ἤ τοῦ πατέρα τους, ἡ μυρωδιά τῆς ἀγάπης ἔστω ἀπό ἕνα σῶμα πού ἡ ζέστα του εἶχε ἐξ ἴσου, γι' αὐτούς, μιάν ἀποκλειστικότητα.
Τούς εἶχε βάλει γιά ὕπνο πιά καί μές στή γαλήνη τοῦ βιβλίου πού διάβαζε ἀφουγκραζόταν τίς ἀναταράξεις τοῦ ὕπνου τους, τά παιγνίδια τῆς ἀναπνοῆς τους πού ἄλλοτε σιγομουρμούριζε κι ἄλλοτε μούγκριζε σάν τραῖνο πού σκαρφάλωνε σ' ἀνηφοριές ἀπότομες.
Τήν τελευταία φορά πού κοίταξε τό ρολόϊ ἔδειχνε δύο τά χαράματα κι ἡ Εὔα μέ τόν Ἄλκη δέν εἶχαν ἐπιστρέψει ἀκόμα. Ὕστερα ἕνα χέρι ἁπαλό, ἕνα χέρι πού τρυφερά τή σκέπαζε μές στή νύχτα, ἕνα φτερό σάν ἀγγέλου πέρασε πάνω ἀπ' τά μαλλιά της, τήν ξύπνησε, τό βλέμμα τῆς Εὔας τή φώτισε, τύλιξε στό χνούδι του τήν καρδιά της, τήν ἀνάπαυσε...
Ἔτσι κι ἀπόψε, πού τό ρίγος τῆς σιωπῆς μέ τήν ἀνάσα του τήν πνίγει, ἡ σκιά τῆς Εὔας εἶναι πού τήν τέμνει καί τήν παρηγορεῖ προσωρινά, τήν παραδίνει...
[συνεχίζεται]

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [ 3ο Μέρος ]





V




Κι ὅμως, μέ τό ζόρι σηκώθηκε τό ἑπόμενο πρωΐ. Κι εἶχε μιά γεύση στυφή ἀπό τόν ὕπνο δίχως ὄνειρα. Ἑτοιμάστηκε ἀπρόθυμα γιά τό γραφεῖο.
Ἡ Μαρολύνα ἦταν Δημόσια Ὑπάλληλος. Τελικά δηλαδή, εἶχε γίνει αὐτό πού εἶχε προσπαθήσει ν' ἀποφύγει, αὐτό πού μέ ὅλες της τίς δυνάμεις θά 'θελε ν' ἀποφευχθεῖ.
Ὁ πατέρας της διέθετε γνωριμίες κάποτε καί τίς χρησιμοποίησε. Ἐκείνη ἀντιδροῦσε. Θά πήγαινε, τοῦ 'λεγε, νά δουλέψει ὁπουδήποτε, ἀλλά μέ τίποτα στό Δημόσιο. Κι εἰδικά ὄχι "φιλώντας κατουρημένες ποδιές".
Οἱ γονεῖς της ἐπιμένανε, κι ὁ πατέρας της ίδιαίτερα, εἶχε πάρει ἄδεια ἀπ' τή δουλειά του κι ὅλας, προκειμένου γι' αὐτό, κι ἦταν στημένος πρωΐ, μεσημέρι, βράδυ ἔξω ἀπ' τό γραφεῖο τοῦ γνωστοῦ του Βουλευτῆ. Ὕστερα γυρνοῦσε σπίτι καί τούς κλαιγόταν κι ἀπό πάνω: "Μέ γράφουν ὅλοι στά παλιά τους τά παπούτσια" τούς ἔλεγε, ἤ "ἑφτά ὧρες περίμενα σήμερα κι οὔτε τόν Ἰδιαίτερο δέν κατάφερα νά δῶ κι ἡ οὐρά ἀπό τό γραφεῖο του μέχρι τήν ἔξοδο τοῦ κτηρίου ἦταν παραταγμένη. Μᾶς κοροϊδεύει ὁ ἄθλιος, ἀλλά θά τοῦ δείξω ἐγώ! Θά 'ρθουν, δέν θά 'ρθουν οἱ ἐκλογές; Ποῦ θά πάει; Σάββατο-κοντή γιορτή... Ἔ, καί θά τοῦ πῶ ἐγώ τότε τοῦ τάδε πού κάνει πώς δέν μᾶς ξέρει καί δέν μᾶς βλέπει!" οὔρλιαζε, κι ἐκείνη διαμαρτυρόταν καί τοῦ 'λεγε πώς δέν τόν ἤθελε αὐτόν τόν ἐξευτελισμό, ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στό φινάλε, πού ὀνειρεύονταν αὐτήν τήν περιβόητη θέση στό Δημόσιο, ἀλλά ὄχι ἐκείνη, μέ τίποτα ἐκείνη, ὅμως ὁ πατέρας της ἐκεῖ! "Μιά δουλειά θέλω νά 'χεις καί νά μή σέ κουνάει κανείς! Ὅσο ζῶ ἐγώ, δέν θά γίνει ἡ κόρη μου ἔρμαιο στόν κάθε ἐργοδότη... Σέ κανένα παλιοτόμαρο! Μ' ἀκοῦς; Χρέος μου εἶναι νά σ' ἐξασφαλίσω καί θά τό κάνω! Πάει καί τέρμα!"
Κι ἔβαλε λυτούς καί δεμένους, κι ὁ Βουλευτής στό τέλος, δῶσε-πάρε, τό 'κανε τό ρουσφετάκι του, προπαραμονές τῶν ἐκλογῶν, στή ζούλα τή στείλανε στό Ὑπουργεῖο, κι αὐτός τά κατάφερε κι ἐκλέχτηκε ξανά, ἄσχετα ἄν τό κόμμα του καθ' ὁλοκληρίαν πάτωσε.
Κι ἀπό τότε ἡ Μαρολύνα-ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας. Σπουδαῖα τά λάχανα δηλαδή... Εἶδε κι ἔπαθε νά συνηθίσει ἐκεῖ μέσα. Κι ὄχι νά συνηθίσει ἀκριβῶς, μά νά μάθει τοὐλάχιστον ν' ἀδιαφορεῖ, ὅταν τήν κοίταζαν ὅλοι μέ μισό μάτι. Ὅταν τήν ἄφηναν ἔξω ἀπ' τά πηγαδάκια τους ἤ τήν εἰρωνεύονταν γιά τό "μέσον" της. Ὅταν τῆς πάσσαραν νά βγάλει σέ πέρας καί τίς δικές τους τίς δουλειές καί γέλαγαν συγχρόνως πίσω ἀπό τήν πλάτη της.
Στό Τμῆμα τοῦ Πρωτοκόλλου λοιπόν γιά δεκαοχτώ ὁλόκληρα χρόνια. Πρωτοκολλημένη κι αὐτή. Ἕνα νούμερο παραπάνω στά εἰσερχόμενα, μ' ἀνοιχτή τήν ἡμερομηνία τῆς ἐξόδου, πού ἁπλῶς περίμενε στό καλαθάκι μέ τά ἐξερχόμενα. Μέ ἀποστολέα χωρίς παραλήπτη. Στήν ἴδια συσκευασία πάντα. Μέσα σ' ἕνα λευκό φάκελο πού εἶχε κιτρινίσει ἀπ' τήν παραμονή στά ἴδια ράφια τόσον καιρό. Ταξινομημένη στό ἴδιο χοντρό, μπλέ, ξεβαμμένο κλασσέρ, μέ "τ' αὐτιά" του τεντωμένα, ἕτοιμα νά ἐκραγοῦν ἀπ' τό παραχωμένο χαρτομάνι.
Κι οἱ συνάδελφοι στό γραφεῖο-παλιοχαρτοῦρες κι αὐτοί. Μέ τό: ποῦ πήγανε χτές, μέ ποιόν, τί φόραγαν, πότε θά πάρουν τήν ἑπόμενη ἄδειά τους, πότε θ' ἀνέβει ὁ πενιχρός μισθός τους, τί ὀνειρεύονταν νά πρωτοκάνουν μέ τήν ἀνύπαρκτη αὔξηση κι ὅλο παρόμοια τέτοια. Κι αὐτή ἦταν στά δεκαοχτώ της, στά δεκαεννιά, στά εἴκοσι, στά εἰκοσιένα σφύζοντας ἀπό ζωή κι ὅμως ὑποχρεωμένη νά γράφει στό Πρωτόκολλο καί νά πατάει τή μεγάλη σφραγίδα τοῦ Κράτους μέ τούς αὔξοντες ἀριθμούς στούς σωρούς τῶν ἐγγράφων, πού ποσῶς τήν ἐνδιέφερε τό περιεχόμενό τους. Κι ὅλη της ἡ δύναμη ξέσπαγε στό σφράγισμα. Ντάπ κι ἐδῶ, ντάπ κι ἐκεῖ, κι ὅλα στήν ἄκρη. Ποῦ ν' ἀπορροφηθεῖ ὅλη ἡ ἐνεργητικότητά της καί ποῦ νά ξεσπάσει;
Ὥσπου, κάποια μέρα, χτύπησε δειλά τήν πόρτα τοῦ Τμήματος καί μπῆκε ἕνας, ὄχι καί τόσο ψηλός, ὄχι κι ἰδιαίτερα ὡραῖος, μά πάντως ἀρρενωπός, κι εἶχαν τά μπλέ του μάτια μιάν ἀντάρα καί μιά φλόγα, κι ἔμεινε ἡ Μαρολύνα ἐκεῖ νά τόν κοιτάζει ἀλλά κι αὐτός τό ἴδιο, παρασυρμένος μᾶλλον ἀπ' τήν ἔνταση ἐκείνης, στάθηκε λοιπόν κι αὐτός, λές κι ἕνα δέντρο εἶχε βρεῖ ὁ κεραυνός ἐκεῖ, ἐπιτέλους, νά χτυπήσει.
Ἀλλά ὁ τύπος ὄχι μόνο δέν ἦταν Ἕλληνας, δέν ἤξερε καί λέξη Ἑλληνικά. Κι εἶχε κάνει λάθος Γραφεῖο. Ἀλλοῦ ἤθελε νά πάει κι ἀλλοῦ τόν στεῖλαν. Ἀνέλαβε λοιπόν ἡ Μαρολύνα νά τοῦ πεῖ τά τυπικά καί νά τόν κατευθύνει καταλλήλως. Αὐτός σκέφτηκε πώς ἡ "μικρή" ἦταν ὅ,τι καλλίτερο μποροῦσε νά τοῦ τύχει ἐκείνη τή μέρα, πού ἀπ' τό πρωΐ ἡ μέρα του ἀνάποδα ξεκίνησε κι ἀκόμη πήγαινε ἔτσι. Τῆς ἀπάντησε πώς ἔλπιζε νά κατάλαβε καί νά τά καταφέρει ἐπιτέλους νά τελειώσει τή δουλειά του. Τήν εὐχαρίστησε ὕστερα κι ἔφυγε.
Δέν πέρασαν οὔτε δυό μέρες καλά-καλά καί νά 'τος πάλι ἕνα πρωΐ, χτυπάει καί μπαίνει καί πάει κατευθείαν στό γραφεῖο της. "Δέν συστηθήκαμε τήν προηγούμενη φορά κι ἦρθα νά τό κάνω τώρα... Καί νά σ' εὐχαριστήσω ἐπίσης... Ἔ,... μές στή βιασύνη μου ἤμουν ἀγενής... εἶχα ταλαιπωρηθεῖ κι ὅλας..." τῆς ἔλεγε, κι ὅπως τῆς μίλαγε, τῆς ἔδωσε ἕνα κουτί μέ κόκκινη κορδέλλα. Τί ἄλλο; Ἑλβετικές σοκολάτες. Εἶχε σκεφτεῖ πώς τοῦ χρειαζόταν ἕνας φίλος ἐδῶ πού βρέθηκε κι ἦταν ἀκόμα καλλίτερο γι' αὐτόν, ἄν ἐπρόκειτο γιά γυναίκα. Ἡ Μαρολύνα ἔμεινε ἄφωνη. Τόν κοίταζε μονάχα κι ἡ θύελλα ἦταν ἐκεῖ-μπροστά της, τῆς ἔδινε τό χέρι, νόμιζε, τῆς ἀναβόσβηνε φωτάκια στήν καρδιά της. Μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ της εἶδε τίς συναδέλφισσες ἀπέναντι ἀπ' τό γραφεῖο της πού κάτι ψιθύριζαν μεταξύ τους. Συνῆλθε. Ἔδειξε τοὐλάχιστον. Ἐκεῖνος πῆρε τήν καρέκλα ἀπ' τό διπλανό γραφεῖο, τήν ἔβαλε μπροστά στό δικό της καί χωρίς κανείς νά τοῦ τό προτείνει, κάθησε. Εἶχε δουλειά, τοῦ ἑξήγησε αὐτή βιαστικά, κι ὅτι δέν ἤτανε χῶρος ἐκεῖ γιά ἐπισκέψεις. Κατάλαβε πώς, ἄν τήν πίεζε, δέν θά τοῦ ἀρνιόταν "ὡραῖα λοιπόν, πές μου ποῦ θέλεις νά τά ποῦμε" τῆς πρότεινε ἀπερίφραστα, καί δέν σηκώθηκε. Οἱ ἄλλες σχολίαζαν κι ἡ Μαρολύνα νευρίασε. "Τό μεσημέρι", ψιθύρισε, "ὅταν σχολάσω, πᾶμε νά πιοῦμε ἕναν καφέ". Ἅπλωσε τό χέρι του νά τή χαιρετήσει κι ὅταν ἔδωσε τό δικό της ἔσκυψε καί τό φίλησε. Τό τράβηξε ἀμέσως ἐνοχλημένη καί πῆρε τό κουτί μέ τά σοκολατάκια, ἔσκισε νευρικά τό περιτύλιγμα κι ἄρχισε νά τά μοιράζει. Ἐκεῖνος εἶχε ἤδη κλείσει τήν πόρτα πίσω του.
Τρεῖς ἡ ὥρα τήν περίμενε κόβοντας βόλτες ἀνυπόμονα στό πεζοδρόμιο, ἔξω ἀπό τήν κεντρική πόρτα τοῦ Ὑπουργείου. Μόλις τήν εἶδε, σήκωσε τό χέρι του κάνοντάς της νόημα. Τόν πλησίασε μέ ἀργά, μεγάλα βήματα. Ἔκανε νά τῆς κρατήσει τό χέρι. Προσποιήθηκε πώς δέν πρόσεξε τήν κίνησή του πού κόπηκε στή μέση καί συνέχισε. Προχώρησαν πρός τό Σύνταγμα. "Νά πᾶμε γιά φαγητό καλλίτερα", τῆς εἶπε. Συμφώνησε μᾶλλον ἀδιάφορα κι ἐπειδή, κυρίως, δέν εἶχε κάτι καλλίτερο νά τοῦ ἀντιπροτείνει. Ἐξ ἄλλου, ἔνιωθε ἄβολα μαζί του, καί θά προτιμοῦσε σίγουρα κάτι γρήγορο, ἀρκεῖ νά τέλειωνε μ' αὐτόν μιά ὥρα ἀρχύτερα.
Φτάσανε στήν Πλατεία Κυδαθηναίων. Ἡ Πλάκα ἔσφυζε ἀπό κίνηση. Μιά σκέτη Βαβυλωνία οἱ γλῶσσες πού ἀκούγονταν τριγύρω τους. Διάλεξαν ἕνα ἀπ' τά δυό-τρία ταβερνάκια πού ὑπῆρχαν σπαρμένα ἀνάμεσα στά μπάρ καί τίς καφετέριες καί πού ἦταν ἀρκετά τουριστικό. Ὑπαίθριο. Τά τραπέζια του μικρά, τρέκλιζαν πάνω στό πλακόστρωτο τῆς Πλατείας κι οἱ καρέκλες στριμωγμένες, ἡ μία σχεδόν πάνω στήν ἄλλη. Τά τραπεζομάντηλα χάρτινα. Τά γκαρσόνια μέ παπιγιόν. Οἱ δίσκοι σερβιρίσματος ξύλινοι, μεγάλοι, ἄβολοι, τῆς λαϊκῆς. Τά μαχαιροπήρουνα ἀνοξείδωτα μέ στραβωμένες τίς ἄκρες τους. Τά ποτήρια γδαρμένα, μέ στίγματα ἀπ' τό πλυντήριο, σάν ἄπλυτα. Ἐκείνου τοῦ ἄρεσε. Τόν λέγαν Ζύλ. Ὅταν τῆς συστήθηκε, τό μυαλό της στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του ἔτρεξε στόν Ἰούλιο Καίσαρα, στόν Ἰούλιο Βέρν, σ' ἀπέραντους σιτοβολῶνες Ἰουλιάτικους ξανθούς, λαυρωμένους, τῆς μύρισε περιπέτεια, τήν τύφλωσε τό φῶς, καθώς κοίταζε τό Διγενή στ' ἀλώνια του, κι ἦρθε 'κεῖ καί κόλλησε κι ἡ ἀντάρα τῶν ματιῶν του, καί τό φευγιό της κάλπασε πιά, στ' ἄστρα αὐτή, στά σύγνεφα-κι ἐχάθη.
Ὁ Ζύλ δούλευε σέ μιά μεγάλη Ἑλβετική Ἑταιρεία μέ ἀπόσπαση στήν Ἑλλάδα γιά δυό χρόνια. Ὅταν τοῦ κάνανε τήν πρόταση νά διαλέξει ἀνάμεσα στήν Ἀθήνα καί τήν Βόννη, αὐτός προτίμησε τήν Ἀθήνα. Εἶχε ἀνάγκη τό φῶς της. Τήν "ἀταξία" τοῦ χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Ἦταν τριάντα δύο ἐτῶν κι εἶχε βαρεθεῖ τήν ὀργάνωση καί τήν τάξη. Φανταζόταν μιά ζωή ἔκλυτη ἐδῶ, ἀπό νύχτα σέ μέρα καί τ' ἀνάποδο. Εἶχε κουραστεῖ ἀπ' τίς λίμνες τῆς πατρίδας του, τήν παγωνιά. Ἤθελε τή θάλασσα ἐπιτέλους, τό ζωντανό, καθάριο μπλέ της, τίς ἁπαλές γραμμές, τίς μαλακές καμπύλες τῆς Ἑλλάδας. "Αὐτός ὁ μύθος πάντα", σκέφτηκε ἡ Μαρολύνα, ἀλλά δέν τοῦ 'πε τίποτα. Τόν ἄφησε νά μιλάει. Ὁ Ζύλ ἤξερε τί σημαίνει γιά κάποιον νά παινεύεις τή χώρα του. Ἤξερε πόσο γρήγορα τόν κερδίζεις ἔτσι. Ἐκείνης τῆς ἄρεσε ἡ φωνή του κι ὅλας. Βραχνή σάν τόν ἦχο τοῦ κύματος πού τ' ἀκοῦς μέσ' ἀπό κοχύλι.
Ὕστερα φύγανε, χωρίς νά ποῦνε τίποτα γι' ἄλλη συνάντηση ἤ τήν αὐριανή μέρα. Αὐτή, σ' ὅλη τή διαδρομή μέ τό λεωφορεῖο γιά τό σπίτι της, τόν σκεφτόταν. Ἐκεῖνος γύρισε στό γραφεῖο του μέ τή βεβαιότητα, προσωρινά, πώς τήν εἶχε κερδίσει.
Τό ἑπόμενο μεσημέρι ἔξω ἀπ' τό Ὑπουργεῖο τήν περίμενε πάλι. Κρατοῦσε ἕνα τριαντάφυλλο καί τῆς τό πρόσφερε. Στήν ἀρχή δέν τόν εἶχε δεῖ. Βιαζόταν καί περπατοῦσε, ὅπως συνήθως, μέ τό κεφάλι της σκυφτό. Εἶχε ραντεβοῦ μέ μιά φίλη της. Κι ἄκουσε ξαφνικά κάποιον μέ ξενική προφορά νά φωνάζει τ' ὄνομά της. Κεραυνοβολήθηκε. Τοῦ εἶπε γιά τή συνάντησή της μέ τήν Ἄννα κι αὐτός ἁπλῶς τῆς δήλωσε πώς ἤθελε νά τή δεῖ καί τίποτ' ἄλλο. Τοῦ ἦταν ἀρκετό, τῆς εἶπε, καί μόνο νά περπατήσει μαζί της ὥς τό σημεῖο πού θά συναντιόταν μέ τή φιλενάδα της. Ἤξερε κεῖνος πόσο ἀξίζει κανείς νά περιμένει προκειμένου νά πετύχει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, ἀλλά ἐκτός αὐτοῦ, τοῦ φαινόταν, πώς μαζί της ἄξιζε κι ὅλας ἡ ὁποιαδήποτε ἀναμονή.
Ἀνηφορίσανε πρός τό Κολωνάκι. Τῆς ζήτησε νά καθήσουν σ' ἕνα παγκάκι τῆς Πλατείας, ἴσα γιά ἕνα τσιγάρο μόνο καί νά ποῦν δυό λόγια. Ὅπως ἔσκυψε μπροστά νά τῆς ἀνάψει καί τύλιξε μέ τήν παλάμη του τή φλόγα, μή καί τή σβήσει ὁ ἀέρας πού δέν φύσαγε, τά κεφάλια τους ἀκούμπησαν. Τό χέρι του τότε τῆς πῆρε τό τσιγάρο ἀπό τό στόμα καί τῆς ἄφησε ἀντί γι' αὐτό, τρυφερά καί σχεδόν χωρίς νά τ' ἀκουμπάει, τά χείλια του. Ἡ Μαρολύνα ξαφνιάστηκε τόσο, πού δέν ἀντιστάθηκε. Ἐκεῖνος - πού αὐτό περίμενε - σφίχτηκε περισσότερο πάνω της κι ἡ ἀνάσα της κόπηκε ἀπ' τή ληστρική εἰσβολή τῆς δικῆς του. Ἀπ' τήν κατοχή τῆς γεύσης του. Τό μπράτσο του τυλίχτηκε στούς ὤμους της. Καί τότε, σάν νά βρῆκε αὐτή τό ἀπάγκιο πού τῆς φάνηκε πώς ἔψαχνε, κούρνιασε κεῖ. Κι ὁ Ζὐλ χαλάρωσε. Ἔγινε τρυφερός. Γλυκό τό στόμα του σάν νάμα κι αὐτή τό ρούφηξε. Τό ἤπιε μονορούφι πιά καί μέθυσε. Μέ τ' ἄλλο του χέρι ἔψαυε τό στῆθος της, τήν ἔκαψε. Ἁπράχτηκε ἀπό πάνω του μ' ἀπελπισία τέτοια, λές κι ἅμα τήν ἄφηνε, θά ἔπεφτε. Κι αὐτός - πού ἔμοιαζε πώς ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς της αὐτόν ἤ κάποιον σάν αὐτόν περίμενε, πού γιά τό κάθε τί ἀνυπομονοῦσε καί πού ἐν τῶ μεταξύ σερνότανε ὅλο γραφεῖο-σπίτι καί θάνατο τίς ὧρες τίς ὑπόλοιπες - μέ τό φιλί του ἐκεῖνο τῆς τά πῆρε, καί μεμιᾶς τά ἔσβησε ὅλα. "Τέρμα οἱ ἀναμονές!" σάν νά τῆς εἶπε, "ἐδῶ εἶμαι ἐγώ, ἐδῶ, γιά σένα!". Ἀλλά ἀπέφυγε μέ λέξεις νά τῆς πεῖ ὁ,τιδήποτε. Κι ἡ συνάντηση μέ τή φίλη της πῆγε περίπατο. Θά τῆς ἑξηγοῦσε, σκέφτηκε, ἀργότερα. Ζοῦσε κι ἡ Ἄννα τώρα ἕναν ἔρωτα, θά καταλάβαινε... Ἀλλά ἡ Ἄννα, στημένη νά τήν περιμενει γιά καμιάν ὥρα, ὅταν τήν ἄκουσε, τήν ἔβρισε.


Δέν τήν ἔνοιαξε. Ἀπό κείνη τή μέρα τίποτα πιά δέν τήν ἔνοιαζε. Μονάχα ὁ Ζύλ. Κι εἶχαν περάσει κι ὅλας ἕξι μῆνες πού ἤτανε μαζί. Κι ἐκεῖνος ὅλο τήν ξάφνιαζε. Πάντα εὕρισκε ἀφορμή γιά νά τῆς ἐμφανίζεται ξαφνικά κι ἐκεῖ πού δέν τόν περίμενε. Γιά νά τῆς τηλεφωνεῖ καί τίς πιό ἀπίθανες ὧρες ἀκόμα. Τῆς ἔλεγε πώς θά 'φευγε ταξίδι, ἄς ποῦμε, κι ὅτι θά 'λειπε τάχα γιά τόσον καιρό κι ὕστερα ἐπέστρεφε σ' ἀνύποπτο χρόνο καί τήν περίμενε ἔξω ἀπ' τό γραφεῖο, ἔξω ἀπ' τό σπίτι της, στίς στάσεις τοῦ λεωφορείου, ἔξω ἀπ' τά σπίτια φίλων της, ὅπου μπορεῖ καί νά νόμιζε ἤ καί νά τό 'ξερε πώς, πράγματι, αὐτή ἐκεῖ εἶχε πάει, καί πάντα μέ μιά πρόφαση ὅλα αὐτά, μέ μια δικαιολογία τόσο πιστευτή, πού ἡ Μαρολύνα δέν τά κατάφερνε νά τοῦ ἀντιλέξει ἤ καί νά διαμαρτυρηθεῖ ἔστω, νά ἐπαναστατήσει. Νά τοῦ πεῖ πώς κάποιες φορές αὐτή ἡ κατάσταση τήν ἔπνιγε. Τήν ἔκανε νά νιώθει φυλακισμένη. Ἔστω κι ἄν, ὥς ἕνα σημεῖο, τῆς ἄρεσε. Ἔστω κι ἄν τή γοήτευε ὁ τρόπος του, πού ἀπαιτοῦσε συνήθως τήν προσοχή της. Τήν ἐπιβεβαίωνε, τήν ἔκανε νά αἰσθάνεται πώς αὐτή ἤτανε μόνο γι' αὐτόν κι ἄλλη καμιά! Τήν ἀσφάλιζε ἡ δική του ἀνασφάλεια, πώς μπορεῖ καί νά τήν ἔχανε, πώς κάποιος ἄλλος ἴσως νά τοῦ τήν ἔπαιρνε, ἀκόμα κι ἕνας ἔξαφνος ἦχος, ἕνα βλέμμα, ἕνας ψίθυρος νά τοῦ τή στεροῦσε, νά τοῦ 'κλεβε τήν προσοχή της, τό ἐνδιαφέρον της, ἀκόμα καί τήν ἴδια φοβόταν πώς θά τοῦ τήν κλέβανε, κάποιος Ἕλληνας, σίγουρα καλλίτερος ἀπ' αὐτόν.
Καί μερικές φορές τῆς τό 'λεγε κι ὅλας. Κι ὅταν βγαίνανε μαζί, ἔτσι συνήθως συνέβαινε, γιατί ἔχανε τόν ἔλεγχό του κι ἐκνευριζόταν, ὅταν ἐκείνη γελοῦσε ἤ κοίταζε δεξιά κι ἀριστερά. Ἔνιωθε κι αὐτός πιόνι μές στό παιγνίδι του, ὅρος δυσνόητος ἀνάμεσα στούς ὅρους του τούς ἴδιους. Καί πάντα τῆς ὑπενθύμιζε πώς αὐτός ἦταν ἐκεῖ!, τί ἄλλο ἔψαχνε λοιπόν νά βρεῖ τριγύρω; Ἡ κατάσταση τόν μεθοῦσε. Αἰσθανόταν σάν νά 'χε σπάσει τά δεσμά του. Πώς παραβίαζε τά σύνορα τῆς ζωῆς του τάχα, πού ὅμοια μέ τά σύνορα τῆς πατρίδας του κι αὐτά, ἦταν περιχαρακωμένα ἀνάμεσα σέ πανύψηλα βουνά πού φαίνονταν δυσπρόσιτα κι ἀδάμαστα.
Κι ἦταν κι αὐτός ὁ ἔρωτας πού ὑπῆρχε ἀνάμεσά τους ὅλην τήν ὥρα, τό δόσιμο ἐκεῖνο πού δέν εἶχε ἡ Μαρολύνα παρόμοιό του ξαναζήσει τέτοιο, ἄγριο καί τρυφερό μαζί, λές τήν κύκλωνε μιά δίνη ἔκβαθη, ὠκεανός, τήν ἔπαιρνε, τή στροβίλιζε, τήν ἔστελνε στά οὐράνια. Κι ὕστερα ξέπνοη τήν πέταγε στή γῆ, χωρίς ἁφή καί δίχως γεύση, χωρίς κορμί, χωρίς ψυχή, νερό νά εἶναι ὁλάκερη κι ἁρμύρα, σταγόνα νά 'ναι καί νά χωράει παντοῦ, καί σχῆμα μέσα της νά παίρνουνε τά πάντα, διάσταση, ζωή, καί νά 'ναι αὐτή στίς θύελλες καί στίς ἀντάρες του ἡ πυξίδα. Καί κεῖνος πού σάν βιβλίο τή διάβαζε ἀνοιχτό, τήν ἄφηνε νά ταξιδεύει.
Μιά μέρα τῆς εἶπε πώς τόν καλοῦν ἀπό τά Κεντρικά τῆς Ἑταιρείας νά γυρίσει πίσω καί πώς θά 'τανε προσωρινό. Γιά λίγο καιρό μονάχα. Γιά κάνα μήνα. Τή βρῆκε ἀπροετοίμαστη καί δέν τῆς ἄρεσε, ἔστω κι ἄν τό γνώριζε πώς δέν εἶχε κι ἄλλη ἐπιλογή. Κι ὁ Ζύλ ὅμως τό ἴδιο ἐγκλωβισμένος ἔνιωθε.
Στήν ἀρχή τῆς τηλεφωνοῦσε συχνά. Τό προτιμοῦσε ἀπ' τό νά τῆς γράφει. Σχεδόν δέν τήν ἄφηνε ν' ἀνασάνει. Πρωΐ-μεσημέρι, βράδυ. Στό σπίτι, στό γραφεῖο. Ἀπεγνωσμένες κλήσεις πού ὅταν ἡ συνδιάλεξη ἔληγε ἄφηνε καί στούς δυό τους ἐλλείψεις κι ἀποσιωποιητικά. Ὁ πρῶτος μήνας πέρασε. Πέρασε κι ὁ δεύτερος κι ὁ τρίτος. Κι ὅλο νέες ἀναβολές γιά τήν ἐπιστροφή του. Ὕστερα τῆς εἶπε πώς θά 'πρεπε νά λείψει ἕξι μῆνες συνολικά. Εἶχε συνειδητοποιήσει πόσο τοῦ 'λειπε. Πόσο ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσά τους πραγματικά τόν ἐνοχλοῦσε. Τήν κάλεσε νά πάει νά τόν βρεῖ. Ἡ Μαρολύνα δέν μποροῦσε. Τί θά 'λεγε στό σπίτι της; Ἐξ ἄλλου δέν γινότανε νά πάρει ἄδεια μέ τίποτα ἀπ' τή δουλειά της. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Τῆς ἔλειπε βέβαια ὁπωσδήποτε, ἀλλά βαθιά μέσα της, δέν ἤτανε καθόλου σίγουρη. Κάτι τήν ἀπέτρεπε, χωρίς νά ξέρει κι ἀκριβῶς τό τί. Κι αὐτός στό τέλος παραιτήθηκε. Ἔπαψε νά τῆς τηλεφωνεῖ. Ἡ τελευταία του ἀπόπειρα τῆς στάλθηκε κλεισμένη σ' ἕνα γράμμα, ὅπου τρυφερότητα κι ἀπειλές καί πόνος καί κακία ἦταν ἕνα συνοθύλευμα ἀπό λέξεις κενές πού τήν τρόμαξαν πιό πολύ, παρά τῆς τροφοδότησαν τήν ἔλλειψή του, καί δέν τήν ἔπεισαν καθόλου τελικά νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ Ζύλ, μή παίρνοντας οὔτε καί κἄν ἀπάντηση, δέν μπόρεσε νά καταλάβει ποῦ βρισκόταν πράγματι τό πρόβλημα ἀνάμεσά τους, ἔπειτα σκέφτηκε, ἡ διαφορετική τους νοοτροπία θά 'φταιγε, κι ἄφησε τή Μαρολύνα καί τή σκέψη της πρός τό παρόν στήν ἄκρη.
Ἐκείνη πέρασε τόν τελευταῖο μήνα τῆς Ἄνοιξης καί τήν ἀρχή τοῦ καλοκαιριοῦ βυθισμένη σέ μιά κατάσταση οὐδέτερη. Χωρίς νά μπορεῖ νά κάνει οὔτε μπρός οὔτε καί πίσω. Οἱ αἰσθήσεις της τόν γύρευαν ἀπελπισμένα. Ἤθελε νά τόν ἀκούσει, νά τοῦ μιλήσει. Ἀλλά δέν τοῦ τηλεφώνησε ξανά. Δέν εἶχε τί νά τοῦ πεῖ. Ἡ μόνιμη, μέχρι κάποια στιγμή, κουβέντα του πού ἦταν "ἔλα!" ἐξοστρακιζόταν στήν ψυχή της, μά αὐτή δέν ἔλυνε τό σῶμα της, τῆς τό 'χε δεμένο μέ κόμπους ἀόρατους, πού δέν τήν ἄφηναν πρός αὐτόν νά κάνει οὔτε βῆμα. Κι ἀπάντηση δέν μποροῦσε νά βρεῖ.
***
Ἤτανε Αὔγουστος, στά τελευταῖα του πιά, κι εἶχε πάει μιά Κυριακή νά ἐπισκεφτεῖ ἕνα ζευγάρι φίλους της πού μένανε στά Βόρεια. Εἶχε κατέβει μέ τό λεωφορεῖο στήν Κηφισίας καί περπατοῦσε. Φύσαγε κι εἶχε μιά νέφωση ἀραιή ὁ καιρός, τόσο, πού θύμιζε πιό πολύ φθινόπωρο. Εἶχε φτάσει κοντά στό ρέμα τῆς Φιλοθέης, ὅταν σταμάτησε στό πρῶτο γεφυράκι μετά τήν Πλατεία ν' ἀκούσει τό νερό. Μιά μαγεία ἔνιωθε, μιάν ἕλξη ἀκατανίκητη. Κι εἰδικά μέ τά ποτάμια. Μέ τήν ὁρμή πού εἶχαν τά νερά τους. Μέ τή δύναμη πού παρασέρνανε τά πάντα. Πάθαινε ἕναν ἴλιγγο, λές καί μπροστά της συντελοῦνταν ἕνα θαῦμα.
Ἄκουσε τό κλάξον ἑνός αὐτοκινήτου ἀλλά δέν ἔδωσε σημασία. Ἦταν σιγανό στήν ἀρχή. Διακριτικό. Μετά ξανά, πιό δυνατό. Ἐπίμονο. Γύρισε τό κεφάλι ἀφηρημένα. Εἶδε ἕνα μαῦρο αὐτοκίνητο σταματημένο στήν ἄκρη τοῦ δρόμου μέ τή μηχανή ἀναμένη. Ἀδιαφόρησε. Τό κορνάρισμα ἀκούστηκε ξανά. Μέ διάρκεια. Χτύπησε τόν ἀέρα, ἄγγιξε τό κελάρυσμα τοῦ νεροῦ, τό παραβίασε. Νευρίασε. Προχώρησε καταπάνω σ' αὐτόν πού τάραξε τήν ἰσορροπία τῆς στιγμῆς της. Πλησίασε πρός τ' αὐτοκίνητο. Τό παράθυρο τοῦ συνοδηγοῦ κατέβηκε κι ὅ,τι πρῶτο εἶδε: ἕνα χαμόγελο καί τά μπλέ του μάτια. Τῆς φάνηκε πώς ζοῦσε μιά παράκρουση. Ἄκουσε τή φωνή του, "δέν θά μπεῖς;", πάγωσε. "... Τί..., τί κάνεις ἐδῶ;... " ψέλλισε. "Μά ἐδῶ μένω, τό ξέχασες;" τῆς εἶπε μέ μιά δόση εἰρωνείας ἀμυδρή κι ἀμέσως γέλασε, τήν ὥρα πού τῆς ἄνοιγε τήν πόρτα.
- Ἦρθα χτές βράδυ, ἀργά..., ἄρχισε. Δε γινόταν νά σοῦ τηλεφωνήσω. Καί τώρα τό πρωΐ, σκέφτηκα ξαφνικά νά βγῶ μιά βόλτα κι εἶπα νά περάσω ἀπό δῶ πού ξέρω πόσο σοῦ ἄρεσε αὐτός ὁ δρόμος...
Τόν κοίταζε. Δέν ἤθελε νά τῆς λέει τίποτα. Τίποτα δέν εἶχε νόημα. Τοῦ ἑξήγησε ὅτι πήγαινε στόν Νίκο καί τήν Ἑλένη κι αὐτός τήν ἄφησε ἔξω ἀπό τήν πολυκατοικία πού βρισκόταν τό διαμέρισμά τους κι ἔστριψε νά φύγει. Θά τήν περίμενε μετά κι ἀπ' τό δικό του σπίτι. Καθώς ἀπομακρυνόταν, σκέφτηκε τήν ἔκπληξη πού 'χε χαραχτεῖ στό πρόσωπό της μέ τό πού τόν εἶδε. Τό γέλιο της αἰφνίδιο, κοκκαλωμένο σάν πληγή. Ἡ φωνή της, ὅταν τοῦ τραύλισε τήν πρώτη λέξη, σηκώθηκε κατά πάνω του σάν τό νυστέρι. Χαμογέλασε μέ μιά δόση κακίας νιώθοντας πώς, ἔστω καί μ' αὐτό τόν τυχαῖο τρόπο ἴσως, μπορεῖ καί νά τῆς ξεπλήρωσε κάποιο μερτικό πόνου πού 'χε ὁ ἴδιος αἰσθανθεῖ μ' ὅλες τίς ἀναμονές πού τοῦ ἐπέβαλε στό διάστημα πού ἔλειπε.
Στάθηκε σάν κλεμμένη στήν εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας κι εὐχόταν κανείς νά μή τήν εἶχε δεῖ. Ἔφυγε χωρίς νά τούς χτυπήσει καί πῆγε μέχρι τήν κεντρική πλατεία. Βρῆκε ἕνα περίπτερο καί τηλεφώνησε. Εἶπε πώς κάτι τῆς ἔτυχε καί δέν θά μποροῦσε τελικά νά 'ρθει. Ἄς τή συγχωροῦσαν. Ἡ Ἑλένη στενοχωρήθηκε, ὅμως γλυκειά καί μέ κατανόηση πάντα, οὔτε ἑξηγήσεις τῆς ζήτησε ἀλλά κι ἀπό περισσότερα ψέματα τήν ἀπάλλαξε.
Ἀπελπισμένη, φορτωμένη μέ τύψεις γιά τόν καιρό πού πέρασε, πνιγμένη στίς ἐνοχές πού δέν εἶχε πάει οὔτε γιά ἔνα Σαββατοκύριακο νά τόν δεῖ ὅσο ἔλειπε, ἀνυπόμονη γιά τό σῶμα του, μέ τό αἷμα της νά σφυροκοπᾶ καί τήν ἀναπνοή της νά κόβεται ἀπ' τό λαχάνιασμα, περπατοῦσε γρήγορα, ἔτρεχε σχεδόν, νά τόν προλάβει-μή καί ξανάφευγε, νά πάει σπίτι του, νά τόν δεῖ, λές κι ὅ,τι εἶχε γίνει πρίν μιά ὥρα ἕνα ὄνειρο ἤτανε, μέ τό στομάχι της ν' ἀνακατεύεται ἀπό τήν ἀγωνία, διχασμένη ἀνάμεσα στήν ἔνταση πού τῆς δημιουργοῦσε ὅταν ἦταν κοντά της καί στή σχεδόν οὐδετερότητα ὅταν ἔλειπε, μέ τήν ψυχή της νά 'χει φτάσει ἤδη καί τό κορμί της ν' ἀργεῖ, ἄνοιξε τήν αὐλόπορτα, ἀνέβηκε τά πέντε σκαλοπάτια τῆς μονοκατοικίας κι ἔπεσε, μ' ὅλη της τή δύναμη καί τήν ἀνυπομονησία της, στό ρόπτρο τῆς ἐξώθυρας καί τή χτύπησε.
Τῆς ἄνοιξε καί παρασυρμένος ἀπ' τήν ὁρμή πού 'χε τό σῶμα της, τήν ἀγκάλιασε, ἀπ' ὅπου προλάβαινε νά τήν ἁρπάξει. Ἔδωσε μιά κλωτσιά μέ τό πόδι του κι ἔκλεισε τήν πόρτα μέ δύναμη. Τήν κόλλησε στόν τοῖχο πού στό τέλος λύγισε. Τό σπίτι ἀπ' τή φωτιά τους κάηκε. Κι ὕστερα μεῖναν ξέπνοοι, στίς στάχτες μέσα νά ὀνειρεύονται πώς θά τό χτίσουνε ξανά. Ἀπό ποῦ θ' ἀρχίζανε καί πῶς. Καί τί τούς ἔλειπε. Τί θέλαν ἀπό ὑλικά γιά νά 'ναι πλέον στέριο. Συμπαγές. Ἀλώβητο. Κι ἀπ' αὐτούς τούς ἴδιους, ἐπιπλέον.
***
Ἔφτασαν τά Χριστούγεννα. Οἱ γονεῖς της θά φεύγανε μέ φίλους τους ἐκδρομή. Θά λεῖπαν ὅλη τήν περίοδο τῶν ἑορτῶν. Ὁ Ζύλ κι ἡ Μαρολύνα θά τά περνούσανε μαζί. Παραμονή βράδυ ἦταν καί βρισκόταν στό σπίτι του. Ὅλα τά εἶχε ἑτοιμάσει αὐτός. "Ἔκπληξη!", τῆς φώναξε. Ἕνα τεράστιο ἔλατο στολισμένο, γιρλάντες, φωτάκια πολύχρωμα, καί τό τραπέζι στρωμένο στ' ἄσπρα μέ κεριά ἀναμμένα κι οἱ δυό τους ὁ κόσμος ὅλος: ἡ γέννηση, ἡ ἅγια νύχτα, ἡ ζωή.
Τῆς πρότεινε γάμο. Θά 'φευγε τό Μάρτιο γιά Ζυρίχη, τῆς ἀνακοίνωσε κι ἤθελε νά φύγουνε μαζί. Γιά πάντα. Νά ζήσουν ἐκεῖ. Τήν ἤθελε μαζί του ὁπωσδήποτε. Δέν θ' ἄντεχε, σκεφτόταν, νά ξαναπεράσει τή στέρησή της, ὅπως καί τήν προηγούμενη φορά. Δέν θά ὑπέβαλε τόν ἑαυτό του πάλι στήν ἴδια δοκιμασία. Εἶχε σπίτι δικό του ἔτσι κι ἀλλιῶς, μέ τή δουλειά του δέν ὑπῆρχε κανένα πρόβλημα, θά μποροῦσε, ἄν κι ἐκείνη τό 'θελε νά τῆς βρεῖ κάποια δουλειά, ἀφοῦ ἀπό γνωριμίες ἄλλο τίποτα, κι ἡ θέση του σημαντική, ἀκόμα καί στήν Ἑταιρεία πού δούλευε αὐτός, ἄν ἤθελε, θά μποροῦσε ν' ἀπασχοληθεῖ, θά τά κατάφερνε νά προσαρμοστεῖ γρήγορα, τῆς εἶπε, καί νά μή ἀνησυχεῖ καθόλου, ἐξ ἄλλου κι ἡ οἰκογένειά του ἤξερε ἤδη καί θέλανε νά τή γνωρίσουν. Τήν περιμένανε ἀπό καιρό. Κι ἄν εἶχε πάει ἀπ' ὅταν τήν καλοῦσε, αὐτό θά εἶχε ἤδη συμβεῖ. Θά τή φροντίζανε. Θά ἤτανε στό πλάϊ της γιά ὅσο πιθανόν μποροῦσε νά τούς χρειαστεῖ. Κι ὅσο γιά τήν Ἐλλάδα, δέν θά τήν ἔχανε, θά 'ρχονταν γιά διακοπές. Καί τούς φίλους της ἀκόμα, μπορούσανε νά τούς καλοῦν καί, γιά ὅσο καιρό ἐκεῖνοι θά 'θελαν ἤ θά μποροῦσαν νά τούς φιλοξενοῦν. Καί τήν οἰκογένειά της τό ἴδιο. Ἕνα της ναί περίμενε μόνο κι ὅλα θά παίρνανε τό δρόμο τους. Τ' ὄνειρο ἦταν μπροστά τους, θά τό 'πιαναν, ἀρκεῖ ἡ Μαρολύνα νά ἔλεγε τό "ναί".
Τέτοια ἐξέλιξη δέν τήν περίμενε. Οὔτε καί τό δαχτυλίδι πού τῆς ἔδωσε. Ἔπεσε ἀπ' τά σύννεφα. Στά "κλασικά εἰκονογραφημένα" συμβαῖναν τέτοια πράγματα, δέν γινόταν νά τά ζοῦσε τώρα δά κι αὐτή!.. Ἦταν πού ὡραῖα ὅλα γιά νά 'ναι ἀληθινά καί νά 'ναι μέρος τῆς ζωῆς της κι ὅλας.
Τοῦ εἶπε ὅτι θά τό σκεφτεῖ. Ἔπρεπε νά τό σκεφτεῖ! Πῶς θά ξεκίναγε μιά ζωή ἀλλοιώτικη ἔτσι ξαφνικά; Κι ἐκεῖνος ὅλη μέρα στό γραφεῖο του, νά λείπει, κι αὐτή τί θά 'κανε; Πῶς θά περνούσανε οἱ ὧρες, οἱ μέρες της; Ἔνιωσε τά χέρια του νά τήν ψάχνουν. "Μή ἀναρωτιέσαι γιά τίποτα, γιά τίποτα μή ἀμφιβάλλεις!" τῆς ψιθύρισε μέ τό βάρος τοῦ βράχου στή φωνή του καί τό πίστευε. Ἀλλά ἦταν σάν ἕνα ὄστρακο νά τήν ἔπιασε ἀπότομα καί νά τήν ἔκλεινε μέσα του, σάν νά τήν κατάπινε, σάν νά τήν καταβρόχθιζε κυρίως, κι ἐκείνη νά προσπαθεῖ ν' ἀντισταθεῖ, καί νά μή ξέρει πάλι τό γιατί.
[συνεχίζεται...]

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [Μέρος 2ο]




ΙΙΙ
Παιδί ἡ Μαρολύνα φόραγε κραγιόν σ' ὅλους τούς χρωματισμούς. Ποῦ τά 'ψαχνε ἄραγε καί τά 'βρισκε ὅλα ἐκεῖνα τά πορτοκαλί, τά φραουλένια, τά καφετί σάν νά 'ταν μῆλα χαλασμένα; Τῆς μάνας της ἀσφαλῶς, ὅπως καί τά παπούτσια μέ τά σεισμόπληκτα τακούνια πού ἦταν σάν καρφιά, ἔτσι πού, ὅταν περπάταγε, τρυποῦσαν μέ τή μύτη τους τό σανιδένιο πάτωμα, τοῦ ἄνοιγαν στόματα στρογγυλά πού λές καί χάσκαν ὕστερα ἀπ' τήν ἀστραπιαῖα τους ἔκπληξη.
Τακούνια πού, ὅταν ἔκανε σάν σέ τσουλήθρα νά γλιστρήσει - πού κυρίως ὀλίσθαινε πάνω τους δηλαδή - ἀφῆναν πίσω τους καί σ' ὅλων τῶν εἰδῶν τά δάπεδα οὐλές. Οὐλές ἀπό χαρακιές σάν κι αὐτές πού σκίζαν τήν ψυχή της, ὅταν ἡ μάνα της ἔλειπε ἀπό τό σπίτι καί ξύπναγε μονάχη καί περίμενε, μά τί περίμενε ἀκριβῶς δέν ἤξερε - καί τώρα ξἐρει ἄραγε;... - πού οὔρλιαζε κλαίγοντας κι ὔστερα ζάρωνε σέ μιά γωνιά καί πετρωνόταν. Κι ἄκουγε τούς θορύβους ὅλους πού τριγύρναγαν στό σπίτι. Ἤχους παλιούς, τρομακτικούς ἄλλοτε, κι ἄλλοτε ἀγαπημένους. Ἤχους ἀπό τά βήματα ἐκείνων πού πρίν ἀπ' αὐτήν τό 'χανε περπατήσει. Ἄκουγε τίς φωνές τους νά περνᾶνε κάτω ἀπό τίς χαραμάδες. Τίς πόρτες ν' ἀνοιγοκλείνουνε μέ δύναμη ἤ ἁπαλά κάποιες φορές, μή τυχόν κι ἀναταράξουν τή γαλήνη κάποιου μωροῦ πού ἥσυχα ταξίδευε στή νηπιακή του κλίνη ἤ κάποιου ἐνήλικα πού πάσχιζε νά βυθιστεῖ μές στήν ψυχή του.
Κι ὕστερα ἔτρεχε καί φόραγε πάνω ἀπό τά ροῦχα της ἕνα σακκάκι τοῦ πατέρα της. Πάντα ἕνα δικό του σακκάκι. Ἄς ἦταν καί πυτζάμας, μά δικό του ὁπωσδήποτε, καί κράταγε στά χέρια της συνήθως ἕνα λιβανιστήρι, ἀπό δεκάρες κι εἰκοσάρες περασμένες στό λεῖο καί κατάλεπτο σκοινί του.
Κι εἶχε τά βράδια ὅλο παράξενα ὄνειρα. Σκηνές ἀπό κηδεῖες ἤ στιγμές ἀπό γάμους κι ὅλο ὅτι αὐτή πέθαινε ἤ ὅτι παντρευόταν, ὀνειρευότανε συχνά, συχνότατα στό τέλος, μέ κεῖνο τόν κοῦκλο πού τῆς ἔφεραν κάποια φορά οἱ παπποῦδες δῶρο κι ἤτανε κάτι λίγο πιό ψηλός ἀπό τό μπόϊ της καί κάτι πιό ἀνοιχτός σ' ὅλα τά χρώματα τοῦ σώματός του ἀπ' τά δικά της.
Κι ἤθελε νά κοιμᾶται πάντοτε μαζί του. Μ' αὐτόν μονάχα καί τόν γάτο της. Ἕναν γκρίζο καί τεράστιο καί πνιγμένο μές στήν πυκνότατη γούνα τῆς ράτσας του, μέ τά μάτια του βαθυκίτρινα ἤ βαθυπράσινα ἄλλοτε, χάντρες μέ κύματα ζεστασιᾶς στῆς προχωρημένης νύχτας τό ἀπόλυτο σκοτάδι. Γιούπυ, τόν ἔλεγε. Ὁ Γιούπυ, ὁ γιός της.
Τότε ὁ γάτος της κι ὁ κοῦκλος μέ τ' ἄπειρα ὀνόματα - λές κι ἤτανε γαμπρός καταζητούμενος, (ἀνάλογα μέ τ' ὄνομα πού κάθε φορά τῆς πήγαινε καλλίτερα ὡς παιγνίδι συλλαβῶν ἤ ὡς μουσική ἀπό τά γράμματα τῆς λέξης του) γέμιζαν τήν "φωλίτσα" πού ἡ μάνα της τῆς ἔφτιαχνε μέ τά σκεπάσματα στό κρεβάτι της, τή ζέσταιναν, τήν ἀγκάλιαζαν, κι ὁ ἕνας ἀπ' τή μιά μεριά κι ὁ ἄλλος ἀπ' τήν ἄλλη, φύλαγαν πάντα τήν πλευρά ἐκείνη πού τῆς εἶχε γυρισμένη τήν πλάτη. Τήν πλευρά πού δέν μποροῦσε βλέποντας νά τήν ἐλέγξει, καί σώπαινε, ἀκόμα καί τήν ἀναπνοή της προσπαθώντας νά σωπάσει, κι ἀφουγκραζόταν τό σκοτάδι, τή σιωπή, τό χάραμα, τό φόβο γυρεύοντας ν' ἀποκρυπτογραφήσει, τίς κινήσεις στά κεραμίδια, τίς λέξεις ἀπ' τήν ταραχώδη βουή τοῦ ποταμιοῦ, τό σούρσιμο τοῦ ἀγέρα πάνω στά χοντρά ντουβάρια, τούς ἤχους ἀπ' τά χτυπήματα στά τζάμια τῶν τριγωνικῶν φεγγιτῶν, τούς ψίθυρους πού κατρακύλαγαν μές στό δωμάτιο ἀπό τήν καμινάδα τοῦ τζακιοῦ, κι ἤξερε πώς δέν θά 'ρθεῖ κανείς νά τήν ἁρπάξει, κανένας νά τήν πάρει, ἀφοῦ κι ὁ γάτος της κι ὁ κοῦκλος της ἦταν ἐκεῖ, σφιγμένοι στό κορμί της, κρυμμένοι κάτω ἀπ' τά σκεπάσματα, ὅπως κι αὐτή, πού μιά χαραμάδα ἄφηνε μονάχα, μόνο καί μόνο γιά ν' ἀκούει καί ν' ἀναπνέει, γιά ν' ἀλλάζει κυρίως ὁ ἀέρας.
Ἴσως καί νά 'φταιγε γιά ὅλ' αὐτά τό "θέατρο τῆς Κυριακῆς" ἤ τῆς "Τετάρτης", πού ἡ Μαρολύνα ἄκουγε στό ράδιο ἀνελλιπῶς τίς νύχτες τοῦ χειμώνα, ἐκεῖ γύρω στίς ὀκτώ. Ἴσως καί νά 'φταιγε τό "Λάβωμα", παιδί μικρό κι αὐτό πού τό 'φαγε ἡ μαρμάγκα στόν πρῶτο Βαλκανικό τοῦ '12, καί παραμόνευε ἀπό τότε πίσω ἀπ΄ τίς σκοτεινές γωνιές νά τίς γεμίσει μέ τό κλάμα του, τότε πού ἐκείνη θά 'ταν δέν θά 'ταν στά τέσσερα ἤ τά πέντε της ἤ καί τά ἕξι, καί δέν ἤξερε τίποτα, μά ἔμαθε καί βούταγε τήν ψυχή της παραμάσχαλα καί τό 'βαζε στά πόδια. Κι ἤθελε νά πεθάνει τότε, κι ἤξερε πῶς εἶναι ὁ θάνατος, γιατί εἶχε δεῖ κηδεῖες μπόλικες, μιά πού ἤτανε θέαμα αὐτές, νά τίς κοιτάζει ὁ κόσμος ἀπ' τά μπαλκόνια του ἤ καί ν' ἀκολουθεῖ σχολιάζοντας πάντως τό ξόδι, ἔτσι κι ἀλλιῶς. Ναί, ἤξερε πῶς εἶναι ὁ θάνατος. Εἶχε δεῖ τά σώματα μέσα στίς νεκροφόρες μέ τά πρόσωπα χλωμά, τά μάτια κλειστά, τό στόμα ἀνοιχτό μπαμπακωμένο, τρομερά γεροντικά πρόσωπα-κακιασμένα, νεανικά ἀπορημένα, καί τόν κόσμο ἀπό πίσω νά φωνάζει, νά κλαίει ἄλλες φορές κι ἄλλες νά σέρνεται σάν φίδι ἁπλά, βαριεστημένα, κι ἔμαθε πώς ὁ θάνατος δέν ἔχει τέλος οὔτε κι ἀρχή καί πώς δέν ξεχωρίζει τίποτα. Οὔτε κι εἶναι κάτι καλό ἤ κακό ἔστω. Μά πού πάντως εἶναι τρόμος. Κι ὅτι εἶναι ἁπλός, ἁπλούστατος κυρίως, κι ἀκάλεστος μονίμως, ἔξαφνος. Τοὐλάχιστον γι' αὐτούς πού παραμένουν. Κι ὅσο γιά κείνους πού ἔφυγαν, δέν ἤξερε τότε, δέν ξέρει ἀκόμα, κι ἴσως ποτέ...
***
Γὐρισε σπίτι της μετά τό γραφεῖο τῆς Λένας. Σάν κυνηγημένη. Μή ἔχοντας διάθεση γιά τίποτα. Μόνο μιά κούραση βαθειά ἔνιωθε νά τῆς κόβει ὅλα της τά μέλη, νά τῆς βαραίνει τήν ψυχή. Ἀναρωτήθηκε γιά τόν Νικήτα. Ποῦ νά 'ταν τώρα, πῶς; Ὕστερα τό μετάνοιωσε. Ἕνας κατακλυσμός ἀπό γεγονότα, πρόσωπα, κουβέντες τήν περιέλουσε. Τῆς ἀνέβηκε τό αἷμα στό κεφάλι. Δέν ἤθελε νά ξανασκεφτεῖ τίποτα γιά τόν Νικήτα πιά! Ἄν μποροῦσε μέ μιά τεράστια γομολάστιχα νά τά σβήσει ὅλα!... Τή φιγούρα του, τή φωνή του, μά κι αὐτήν τήν ἀνάσα του, πού ἀκόμα τά βράδια τῆς ἵδρωνε τό δέρμα στό λαιμό, ἀπό τό διπλανό της μαξιλάρι...
Εἶχε νυχτώσει γρήγορα. Ἔτσι τοὐλάχιστον τῆς φάνηκε. Καί παρ' ὅλη τήν ἀπραξία της, τό σκοτάδι εἶχε ἐγκατασταθεῖ γιά τά καλά. Βαρέθηκε νά σέρνεται ἀπό καρέκλα σέ καρέκλα, κι ὅσο γιά τήν τηλεόραση, τῆς ἀντιστεκόταν ἀκόμα. Φοβόταν τήν ὥρα πού θά πατοῦσε τό μαγικό κουμπί καί θά 'πεφτε στήν παγίδα της. Φοβότανε τ' ὀλίσθημα στούς στείρους κόσμους της, ἄν κι ἔψαχνε τρόπο ν' ἀπομακρυνθεῖ ἀπ' τά δικά της.
Ξάπλωσε. Ὁ ὕπνος δέν τῆς κόλλαγε μέ τίποτα. Εἰδικά ἐκεῖνος ὁ κτηνώδης ὕπνος-λυτρωμός τήν ξέχασε, τήν ἔστησε στό ραντεβού τους, δέν ἦρθε νά τήν πάρει. Κι ἀπ' ὅ,τι φαίνεται, σέ δυό-τρεῖς ὧρες θά χαράξει... Κι ὅλος ὁ πανικος πού δούλευε μέσα της καί μέ σκέψεις ἀδιάφορες τάχα περικαλυμμένος, ἔφτασε, μέ μιάν ἀλλαγή πλευροῦ, νά τήν ἀνατινάξει. Εὐτυχῶς, σκέφτηκε, πού θυμήθηκε τό ἀπόγευμα κι ἀγόρασε τσιγάρα. Διαφορετικά, ἡ ἄγρυπνη νύχτα της θά γινόταν τρέλα.
Ναί, σκέφτεται, εὐτυχῶς πού ἀγόρασε τσιγάρα κι ἔχει γιά νά καπνίζει τώρα, μές στήν ἡσυχία καί τήν ἀκίνητη γαλήνη τῶν κινήσεων καί τῶν θορύβων ὅλων, τώρα πού τόσο ρωμαλέα νιώθει ὅσο κι ἡ μέρα πού σέ λίγο θ' ἀφιχθεῖ, ἔστω καί τώρα, σκέφτεται, πού μπορεῖ ὁ θάνατος νά κάμει ἕνα βῆμα - ἕνα βῆμα σάν τό τίποτα μεγάλο - ξαφνικά καί ἀπροειδοποίητα, σάν ἕνας θόρυβος νυχτερινός, ἄς ποῦμε, πού θά πατάει ἀπάτητος, νά 'ρθεῖ Αὐτός καί νά τήν καπακώσει. Καί νά τήν ἀφήσει ἐκεῖ. Ἐδῶ! Ἀκίνητη. Μ' ἕνα σπασμό μετέωρο γιά πάντα: πού δέν εἶναι ἐδῶ γιά τά τήν ἀγαπάει κανείς, κανείς γιά νά Τόν ἐμποδίσει, νά Τόν διώξει, κι ὑπῆρξε πάντα μόνη, γιά ὅσο φαινότανε τάχα πώς ἔμοιαζε νά ὑπάρχει.
Ἡ Μαρολύνα εἶναι τώρα γύρω στά σαράντα. Κι εὐτυχῶς πού ἔχει γιά τώρα νά καπνίζει. Πού ἀνάβει ἕνα κι ἀνάβει κι ἄλλο καί πάει ὅλο λέγοντας, καί κρύβει ἔτσι κι αὐτήν ἀκόμα τήν πιθανότητα τῆς παρουσίας Του, πίσω ἀπ' τήν αἰθάλη τοῦ καπνοῦ τους.
Κι ὅμως παντοῦ τριγύρω της ἀκούει θορύβους. Ἔξαφνους θορύβους μές στή νύχτα, μές στή σιωπή τρομαχτικούς. Καί δέν ἔχει μέ κανέναν νά τούς μοιραστεῖ, νά τούς ἐξευμενίσει ἔστω, νά τούς ἁπαλύνει. Καί ποῦ θά πάει, σκέφτεται, θά ξημερώσει κάποτε, ἔστω κι ἄν ἐκείνη δέν ἔχει τώρα ἕνα σακκάκι τοῦ πατέρα της γιά νά φορέσει, θά τό δεῖ πάντως μέ τό Φῶς, Αὐτός, τό τέλος Του, κι ἐκείνη θά γλιτώσει.
Ἀλλά πρός τό παρόν, τό φεγγάρι γλιστράει στό δωμάτιο ἀπό τό ἀνοιχτό παράθυρο κυνηγημένο ἀπό τίς ἐρωτοτροπίες τῶν σύγνεφων κι αὐτή ἀφήνεται. Τό βλέμμα της τρέχει πάνω σέ χάρτες. Χῶρες, λιμάνια, ἀεροδρόμια, νέες πατρίδες. Τήν καλοῦν. Μέ τόν ἀγκώνα τους τή σπρώχνουν νά ξεκολλήσει ἀπό ἐδῶ, νά φύγει. Διαβάζει τά ὀνόματά τους, ἀνεβοκατεβαίνει βουνά, περνάει λίμνες, ποτάμια, ταξιδεύει σέ θάλασσες κι ἔρχεται μπρός της, σ' ἕνα σκαρί σάν καρυδότσουφλο καβάλα ὁ Δημήτρης. Νιώθει τό χέρι του στό χέρι της, τό κορμί του κολλημένο στό σῶμα της. Τρίτη Δημοτικοῦ. Ὥρα Πατριδογνωσίας. Κι ἐκείνη τή μέρα τά σύγνεφα ἔτρεχαν ἀλαφιασμένα, καί τά μάτια τους χαμένα στό μεγάλο χάρτη τοῦ τοίχου ἀπέναντι, κι αὐτός, πώς θά στεριώσει τή μεγάλη του σκάλα κάτω ἀπ' τό παράθυρό της, τῆς λέει, καί πώς θά 'ρθει κάποιο βράδυ νά τήν κλέψει. Νά τήν πάρει μαζί του. Πάνω σ' ἕνα κατακόκκινο σάν τή φωτιά, ξεσκέπαστο Triumph, νά φύγουνε μαζί, νά γυρίσουνε τόν κόσμο ὅλον, κι αὐτόν πού φαίνεται στό χάρτη, κι ἐκεῖνον πού δέν ξέρουνε κι ἴσως δέν ἔχει σχεδιαστεῖ ἀκόμη. Κι αὐτή ζοῦσε ἀπό τότε, ἀπ' τά ὀχτώ της χρόνια ἀκόμη, γιά τό ταξίδι ἐκεῖνο. Μά μέ τό Δημήτρη χάθηκαν. Ἀλλάξανε πόλη κάποτε, μετακομίσανε κι οὔτε τόν ξαναεῖδε ἀπό τότε, μά οὔτε καί ξανάκουσε κάτι γι' αὐτόν ποτέ. Ἀλλά τό περιμένει τό ταξίδι τους. Τό ξέρει πώς θά 'ρθει μέ τή σκάλα του κάποια στιγμή αὐτός καί θά τήν πάρει. Καί θά 'ναι ξαφνικά. Οὔτε πού θά 'χει προλάβει νά φτιάξει τίς βαλίτσες της. Ἔτσι, ὅπως τό σχεδιάζανε, θά καβαλήσει τό παράθυρο καί θά χαθεῖ μαζί του. Ἄνοιξη, ἄς ποῦμε. Μέ τό ξεσκέπαστο αὐτοκίνητο πού θά μουγκρίζουν τά καρμπυρατέρ του κι ἡ ἐξάτμισή του θά χτυπάει τή γλώσσα της ἀπό ἀνυπομονησία καί θά βουΐξει ἡ νύχτα ὁλάκερη, θ' ἀναστενάξει ἡ ξαστεριά, θά βγάλουνε φωτιά τά λάστιχα ἀπό τήν ἔγνοια τῆς ψυχῆς τους...
Ξύπνησε προχωρημένο μεσημέρι. Ἕνα ράκος. Μέ τό σῶμα της ὁλόκληρο πόνο. Καί τό κεφάλι της βαρύ. Ἀσήκωτο. Σάν νά τῆς τό 'χανε δεμένο μέ μιά πέτρα πού τήν τραβοῦσε πρός τά κάτω.
Πῆρε κουρασμένα τό ἀκουστικό καί τηλεφώνησε στό γραφεῖο της. "Δέν εἶμαι καθόλου καλά σήμερα", εἶπε, "καί συγνώμη πού σᾶς παίρνω τέτοιαν ὥρα... δέν τά κατάφερα νωρίτερα...". Οἱ λέξεις βγαίνανε μέ δυσκολία τόση, πού κι αὐτή δέν ἤξερε ποιά νά 'ταν κι ἡ σειρά τους ἀκριβῶς μές στό μυαλό της, στήν τάξη τῆς πρότασης πού ἄρθρωσε.
Ἄφησε τό ἀκουστικό στή θέση του πιό ἐξαντλημένη ἀπό πρίν καί τό βλέμμα της σκαρφάλωσε στό ταβάνι. Θυμήθηκε πώς σήμερα τό ἀπόγευμα εἶχε κανονίσει συνάντηση μέ τήν ἀδελφή της. Ἔπρεπε λοιπόν νά συνέλθει ὁπωσδήποτε. Νά σηκωθεῖ τό γρηγορότερο, νά καταφέρει νά σταθεῖ στά πόδια της. Νά ἑτοιμαστεῖ. Καί νά 'ναι καί στά κέφια της, ὅταν θά πήγαινε νά τή δεῖ. Εἶχαν καιρό ἐξ ἄλλου νά τά ποῦνε...
IV
Ἡ Λουκί ἦταν σχεδόν δυό χρόνια μεγαλύτερή της, ἀλλά παρ' ὅλη τή σχεδόν ἀνύπαρκτη διαφορά τῆς ἡλικίας τους, ποτέ δέν εἶχαν ἰδιαίτερη ἐπαφή μεταξύ τους. Κι εἰδικά, ἀπό τότε πού ἐκείνη, τά δυόμισι τελευταῖα χρόνια, συζοῦσε μέ τόν Ἀντρέα. Τότε, καί τά ἐλάχιστα προηγούμενα πάρε-δῶσε τους εἶχαν κοπεῖ. Τύχαινε νά συναντηθοῦν βέβαια καμιά φορά στό σπίτι τῶν γονιῶν τους, στά οἰκογενειακά τραπέζια ἤ τηλεφωνιόνταν - ἄν τό θυμόντουσαν κι αὐτό - γιά τά χρόνια πολλά καί τίποτα παραπάνω.
Ἡ ἀδελφή τῆς Μαρολύνας ἦταν τό πρῶτο παιδί μετά ἀπό τέσσερις ἀποβολές πού εἶχε ἡ μάνα τους στή σειρά. Ἀλλά δέν πρόλαβε νά χαρεῖ ἡ Λουκία τά πρωτεῖα της γιά πολύ καιρό, ἀφοῦ μιά δεύτερη, σχεδόν κολλητή ἐγκυμοσύνη, ἔφερε τήν Μαρολύνα.
Ἡ Λουκία τήν προτιμοῦσε νά ἦταν ἀγόρι καί τῆς τό 'χε πεῖ πολλές φορές. "Τί νά τά κάνω τά παιγνίδια μαζί σου;" τῆς πέταγε μέ κάθε εὐκαιρία, "ἄν ἤσουν ἀδελφός, τότε θά εἶχαν ἄλλο νόημα ὅλα". Κι ὅσο ἔβλεπε τή μάνα τους ν' ἀσχολεῖται μέ τό μωρό, τόσο ἐκείνη γινόταν ὅλο καί πιό δύσκολη καί πιό δυσπρόσιτη ὅλο. Ἤθελε τή μάνα τους ἀποκλειστικά. Κι ἴσως αὐτό ἦταν τό κυριότερο ἔγκλημα τῆς Μαρολύνας πού ἡ Λουκία δέν τῆς συγχώρησε ποτέ. Γι αὐτό κι ὅταν ἡ κάθεμιά ἀργότερα ἀποδεσμεύτηκε κι ἀκολούθησε τίς προσταγές τῆς δικῆς της ζωῆς, ἡ ἀδελφή της βρῆκε τό πάτημα πού ἤθελε καί ξέκοψε ἀπ' τή μικρή, μιά καί καλή.
Κι εἶναι ἡ ἀλήθεια, τῆς εἶχε κάνει ἐντύπωση τῆς Μαρολύνας πού τῆς τηλεφώνησε ἡ Λουκία κάι τήν κάλεσε γιά φαγητό. Κι ὄχι μόνη της, ἀλλά καί μέ τόν Ἀντρέα μαζί. Τῆς φάνηκαν μάλιστα διαχυτικοί κι οἱ δυό. Πού τόν Ἀντρέα εἰδικά, ἄν τόν εἶχε συναντήσει καί τρεῖς ἤ τέσσερις φορές ὥς τώρα, ζήτημα θά 'ταν. Τό μόνο πού θυμᾶται μέ σιγουριά γι' αὐτόν εἶναι πώς εἶναι μικρότερος πέντε χρόνια ἀπό τήν ἀδελφή της κι ὅτι γελάει συνέχεια. Αὐτό ἐξ ἄλλου τήν ἐντυπωσίασε καί πιό πολύ ἀπό κεῖνον. Τό κολλημένο, μόνιμα, χαμόγελο στήν ἔκφρασή του. Καί ἡ σιωπή του. Τ' ὅτι δέν ἔπαιρνε θέση ἀπέναντι σέ κανέναν καί σέ τίποτα. Λέξη δέν τοῦ 'παιρνες. Σάν νά μή ἤθελε ἤ νά μή μποροῦσε νά συμμετάσχει πουθενά. Ἀμέτοχος κι ἀδιάφορος ἔδειχνε γιά ὅλα. Κι ἦταν καί δικηγόρος στό ἐπάγγελμα!... Μά, πῶς διάβολο τά κατάφερνε μέ τή δουλειά του, ἕνας θεός ἤξερε!
Ἔφτασε σπίτι τους κατά τίς ἐννιά. Ἔμεναν στή Γλυφάδα. Κι αὐτό τήν παρηγοροῦσε. Τό διαμέρισμά τους ἦταν ρετιρέ καί, στή χειρότερη περίπτωση, θά τήν ἀπασχολοῦσε ἡ θάλασσα, σκεφτόταν, καί ψάχνοντας τά ὀνόματα στόν πίνακα, χτύπησε τό κουδούνι. Ὁ ἦχος του στριγγός ἔφτασε μέχρι τ' αὐτιά της καί, πρίν ἀκόμα τῆς ἀνοίξουν, ἕνα ἄλλο κουδούνισμα τήν πρόφτασε: Θά κόντευε πέντε τό ἀπόγευμα καί θά 'ρχότανε σέ λίγο ὁ δάσκαλος τῆς μουσικῆς. Ἡ Μαρολύνα στά τέσσερά της τότε, εἶχε παιδευτεῖ ὅλο τό πρωΐ μέ τίς ἀσκήσεις γιά τό ἀριστερό χέρι καί δέν τά 'χε καταφέρει ἀκόμα. Ἡ Λουκία τήν προκαλοῦσε: "Δέν θά τά καταφέρεις ποτέ!" τῆς ἔλεγε καί γέλαγε, ὥσπου κάποια στιγμή τήν ἄκουσε ἡ μάνα τους κι ἀναρωτήθηκε τί τρέχει. "Εἶναι ἀδιάβαστη" τῆς πρόλαβε ἡ ἀδελφή της, κι ἡ Στέλλα στάθηκε ἀπό πάνω της, ἔκρυψε μέ τό σῶμα της τό φῶς καί μέ τή φωνή της ἔκοψε τόν ἀέρα, "παῖξε νά τό ἀκούσω!" τῆς εἶπε σιγανά, σφυριχτά σχεδόν, ἀλλά ἡ Μαρολύνα οὔτε τό ἀριστερό μά οὔτε καί τό δεξί της μποροῦσε πιά νά σύρει πάνω στά πλῆκτρα, ἡ μάνα της ἀνυπόμονη, ἡ Μαρολύνα κοίταζε τό κενό μπροστά της, σάν σπασμένα τά χέρια της, "οἱ Μαριονέττες" δέν χορεύανε στή μουσική, δέν ὑπῆρχε μουσική, κομμένα τά σκοινιά τους, ἡ Στέλλα σάν σίφουνας ἔφυγε τότε καί γύρισε μέ μιά καρφίτσα κι ἄρχισε νά τῆς τρυπάει τά δάχτυλα, καί τήν παλάμη τοῦ δεξιοῦ της ὥσπου τῆς τά 'κανε ὅλα κόσκινο, "νά! γιά νά μάθεις παλιόπαιδο τό πῶς πονάω ἐγώ μέχρι νά γίνεις ἄνθρωπος!" τῆς οὔρλιαζε, κι ἡ Λουκία πίσω ἀπ' τήν πλάτη της, παρ' ὅλο πού παρακολουθοῦσε μέ τά μάτια διάπλατα ἀπ' τήν ἔκπληξη, γέλαγε. "Οἱ Μαριονέττες" ἄνοιξαν, πέσανε κομμάτια, καί τότε ἀκούστηκε τό κουδούνι. Ὁ δάσκαλος τήν ἔσωσε, ἔστω κι ἄν δέν ἔγινε μάθημα τή μέρα ἐκείνη κι ἡ μάνα της τόν ἔδιωξε...
Τήν ὑποδέχτηκε ἡ Λουκία. Ὁ Ἀντρέας ἑτοιμαζότανε κι ἦταν στό μπάνιο ἀκόμη. Εἶχαν μάθει ἀπ' τή μάνα τους βέβαια γιά τό χωρισμό της, κι ἀπό τότε πού δέν εἶχαν ξεκινήσει κἄν οἱ διαδικασίες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια πώς ἡ Λουκία τόν Νικήτα δέν τόν συμπάθησε σχεδόν ποτέ. Κι ὅσο κι ἄν φρόντιζε νά μή τοῦ τό δείχνει, δέν τά κατάφερνε, πρᾶγμα πού τή Μαρολύνα ἀρκετές φορές τήν ἐνοχλοῦσε. Καί τώρα ἀποροῦσε ἄν ἡ ἀδελφή της τήν κάλεσε γιά νά τήν παρηγορήσει ἤ γιά νά τῆς πεῖ τά συχαρίκια.
Βγήκανε στή βεράντα κι ἡ Λουκία πῆγε νά τῆς φτιάξει ἕνα ποτό. Ἔσταζε μέλι πρός τό παρόν κι εἶχε μιά τρυφερότητα ἀπέναντί της, ὁλότελα ἄγνωστη στή σχέση τους ὥς τώρα. Τήν ξένιζε. Τήν ἔκανε νά νιώθει πιό μαζεμένη αὐτό. Ἑπιφυλακτική. Ἐν τῶ μεταξύ ἐμφανίστηκε, ὁλόκληρος ἕνα γέλιο, κι ὁ Ἀντρέας καί τούς ἀνήγγειλε πώς τό φαγητό θ' ἀργοῦσε λίγο ἀκόμα. Τή ρώτησαν ποῦ σχεδίαζε νά πάει διακοπές. "Δέν ξέρω", ἀπάντησε αὐτή, "δέν ἔχω τίποτα στό μυαλό μου ἀκόμα..."
- Πρέπει νά βρεῖς τρόπο νά φύγεις! εἶπαν κι οἱ δυό μαζί, σχεδόν μέ μιά φωνή. Καί μόνη σου ἀκόμα, πρέπει ὁπωσδήποτε νά πᾶς κάπου! Νά βρεῖς τρόπο ν' ἀποδεσμευτεῖς ἀπό συγγενεῖς, γνωστούς καί φίλους. Τί νά τούς κάνεις; Μιά ἄλλη ζωή ἀνοίγεται τώρα μπροστά σου...
Ὁ Ἀντρέας τῆς τά 'λεγε αὐτά. Καί πιό πολύ τήν ξένισε ἡ ἄποψή του, παρά ἡ ἀπόλυτη ἐμπλοκή του στό θέμα της. Ἡ ἀδελφή της ἄκουγε, μά φαίνεται πώς συμφωνοῦσε μαζί του. Ἁπλῶς κουνοῦσε τό κεφάλι της.
- ... Φορτώνεσαι τή ζωή σου καί πορεύεσαι, συνέχισε ὁ Ἀντρέας. Τί νά περιμένεις ἀπ' ὅλους τούς ἄλλους καί γιατί; Δικές σου οἱ ἐπιλογές, δικό σου κάι τό κόστος! Ἐξ ἄλλου ἔχει κι ὁ καθένας τόσα προβλήματα μέ τόν ἑαυτό του σήμερα... γι αὐτό σοῦ λέω, φτιάξε τή βαλιτσούλα σου καί ξεκίνα!
Κάτι συμπλήρωσε ἡ Λουκία ἀλλά δέν τήν πρόσεξε. Κοίταζε τή θάλασσα. Αὐτό τό κομμάτι τῆς νύχτας τέλος πάντων στό βάθος, πού ἔμοιαζε νά εἶναι ἡ θάλασσα. Ἄκουγε καί τίς κουβέντες ἀπ'τά διπλανά μπαλκόνια, τ' ἀπό κάτω ἤ τ' ἀπό δίπλα τους, συμμετεῖχε σέ ὅλα. Τή ρωτοῦσαν σιωπηλά-ἀπαντοῦσε. Κατάφασκαν σιωπηλά-ρωτοῦσε. Ἀναρριχιόταν στίς συλλαβές τους, στά κενά, ὑπῆρχε ἀθόρυβα δίπλα τους, γύρω τους, ὑπῆρχε παράταιρα, καί καταλάβαινε ξαφνικά πόσο εὔκολο εἶναι νά ὑπάρχει-ἀνύπαρκτα, ὑπόγεια, νά μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀπερίφραστα ἤ περιφραστικά, νά κυλιέται στή σιωπή κι οἱ φόβοι της νά περνᾶν ἀπαρατήρητοι, νά χτυπᾶν μέ μαχαιριές ὕπουλα τά κενά τῆς σιωπῆς, κι ὅταν οἱ λέξεις ἐπέστρεφαν στά χείλη τους, στ' αὐτιά της, οἱ φόβοι της νά αἴρονται κι ἡ βεβαιότητα νά τῆς ἐπιβάλλεται τότε, πώς κανείς δέν θά μποροῦσε νά τῆς παραβιάσει τίποτα, νά τήν ἀπειλήσει καί μέ τό παραμικρό ἔστω.
Κι ὅταν ἀργότερα ἔφυγε γιά τό σπίτι της, κράτησε κείνη τήν εἰκόνα τῆς θάλασσας μέ τά φῶτα στό βάθος ἀπ' τήν ἀντικρινή ἀκτή κι ἦταν τό πρῶτο βράδυ πού κατάφερε, χωρίς κανένα στριφογύρισμα τοὐλάχιστον, νά κοιμηθεῖ.
[Συνεχίζεται]

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [Μέρος 1ο]


Ι.


Δώδεκα χρόνια ἦταν παντρεμένοι ἡ Μαρολύνα κι ὁ Νικήτας. Παιδιά δέν εἶχαν κι ἔτσι τά πράγματα δεῖχναν εὐκολότερα, ὅταν χρειάστηκε κάποια στιγμή νά πάρουν τή μεγάλη ἀπόφαση γιά τίς ζωές τους. Κι ὄχι βέβαια πώς... ἁπλῶς δέν ἔτυχε ὥς τώρα ν' ἀποκτήσουν, ἀφοῦ τό 'χανε προσπαθήσει, ἀπό τόν τρίτο χρόνο τοῦ γάμου τους κι ὅλας.

Ἀπό κοινοῦ σκέφτηκαν κάποια στιγμή νά τό ψάξουν τό θέμα, νά βροῦν τί ἔφταιγε, τί δέν πήγαινε καλά καί νά τό διορθώσουν, ἄν γινόταν. Τό ἀποφάσισαν, ἀλλά μᾶλλον σάν παιγνίδι πάρθηκε ἡ ἀπόφασή τους. Μέ τήν Μαρολύνα νά προτείνει καί τόν Νικήτα νά λέει "ναί" σέ ὅλα, ἀλλά νά μή συμμετέχει, οὐσιαστικά, πουθενά. Φρόντιζε βέβαια νά γεμίζει τό μπουκαλάκι μέ τό σπέρμα του, γιά ὅλες τίς φορές πού χρειάστηκε, καί ὥς ἐκεῖ. Ὕστερα, ἐκείνη στεκόταν πάνω στούς ἀναβολεῖς - σάν ἀναβάτης πού ἀγκάλιαζε μέ τά πόδια του τό ἄτι τοῦ κενοῦ - καί περίμενε τό γιατρό πού κρατοῦσε τήν τεράστια σύριγγα ἀνάμεσα στά σκέλια της, γιά νά ὁλοκληρώσει τήν "πράξη".
Ὁ Νικήτας δέν τήν ρώτησε ποτέ πῶς αἰσθανόταν, δέν τήν βοήθησε οὔτε μιά φορά νά κρατήσει ζεστό τό μικρό ταπωμένο σωλήνα μέ τό δικό του ὑγρό, ὅταν ὁ γιατρός τούς παράγγελνε: "πρέπει νά μοῦ τό φέρετε σέ θερμοκρασία σώματος ἀπό τό ἐργαστήριο", κι αὐτή τό κουβάλαγε τρυπωμένο μές στό στῆθος της, λές καί μποροῦσαν οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς της νά παρατείνουν καί νά ἰσχυροποιήσουν τή ζωή μέσα του, τή ζωή πού θ' ἀνακατευόταν μέ τή δική της μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἐνῶ ἔπρεπε νά ὁδηγεῖ κι ὅλας, νά καλύπτει μέσα στίς ὁρισμένες, μικρές χρονικές προθεσμίες, τίς τεράστιες ἀποστάσεις ἀπ' τό Μαρούσι ὥς τόν Πειραιά καί πάλι πίσω, ὥστε νά προλάβει ἀκριβῶς τήν προκαθορισμένη ὥρα τῆς "σύλληψης".
Ὁ Νικήτας δέν τῆς εἶπε ποτέ τί σκεφτότανε ὅλην ἐκείνη τήν ὥρα ἤ πρίν ἔστω ἀπ' αὐτήν, οὔτε μέ μιά λέξη, ἤ μ' ἕνα ἄγγιγμα δέν τῆς ψιθύρισε ποτέ: "εἶμαι κι ἐγώ ἐδῶ" ἤ, ἔστω, δέν χαράκωσε τή μοναξιά της, τό κενό τῆς παράταιρης εἰσβολῆς μ' ἕνα "ἐδῶ μαζί σου εἶμαι" καί ποτέ δέν γεφύρωσε τήν ἀπογοήτευση τοῦ ἀρνητικοῦ ἀποτελέσματος κάθε φορά, μέ τήν ἑπόμενη καινούργια προσπάθεια.
Δέν τῆς μίλησε ποτέ γι' αὐτά πού ἐκεῖνος ἔνιωθε, γιά ὅ,τι ἐκεῖνος περίμενε, κι ἔπρεπε, ἀντίθετα, ἡ Μαρολύνα μονίμως νά φαντάζεται τί συνέβαινε μές στό μυαλό του, τούς κύκλους πού ἡ ψυχή του διέγραφε. Κι οὔτε ποτέ τῆς εἶπε κάτι γιά τό ἔμβρυο πού κάθε φορά μετάνοιωνε καί δέν ἔλεγε νά τούς ἐπισκεφτεῖ. Κι ἐκείνη τίποτα δέν τοῦ ἀποκάλυψε γι' αὐτό, ποτέ. Μόνο ὅτι οἱ δικοί του ἤθελαν ἐπιτέλους ἕνα ἐγγόνι, καμιά φορά τῆς ἔλεγε, καί τί ἤθελε ἐκεῖνος τῆς τό κρατοῦσε μυστικό. Ἐκτός δηλαδή, ἀπ' τ' ὅ,τι ὥς ἐκεῖ ἤ κι ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθυμίας τῶν δικῶν του, ἕνα παιδί τό ἤθελε κι αὐτός.
Κι ἔτσι τ' ἀντιμετώπιζε ὅλα. Ποτέ του δέν εἶχε ἀνησυχήσει γιά τίποτα. Ὅλα του βιωμένα μέ ἀπόλυτο τρόπο, ὅπως τό μεθυσμένο ἐκκλησίασμα βιώνει ὥς καί τά ἔσχατα τῆς Λειτουργίας, καθηλωμένο, καί πιστεύει χωρίς νά ἐρευνᾶ. Ἤ πιστεύεις λένε, ἤ ψάχνεις...
Ὁ Νικήτας, λοιπόν, εἶχε ἕνα διάλογο πάντα μέ τ' ἀπερίγραπτα κι ὅλο ἀναμενόμενα θαύματα. Ποιά καί τί καί γιατί δέν ἔμαθε ἡ Μαρολύνα ποτέ, καί ποτέ ὥς τώρα τελικά δέν κατάλαβε. Τό γεγονός ὅμως εἶναι πώς μονίμως ἐκεῖνος κάτι περίμενε πώς θά 'ρθει σάν μυστηριακό κεραυνοβόλημα, ἔτσι τό ἀνέμενε τό "θαῦμα", ὡς τό "μάννα ἐξ οὐρανοῦ", ἄς ποῦμε.
Κι ἀπό τήν ἀρχή πού τόν γνώρισε ἀντιδροῦσε τό ἴδιο. Ἀλλ' αὐτή δέν ἤθελε νά πιστέψει πώς τ' ὅλο κι ὅλο του ἦταν αὐτό. Νόμιζε πώς βαθιά μέσα του κρυβόταν μιά μεγάλη ἐπανάσταση. Μιά κραυγή. Ἕνα οὐρλιαχτό. Ἕνα μεγάλο "ἄχ", πού θ' ἅρπαζε τούς σφετεριστές τῆς ζωῆς του καί θά τούς ξαπόστελνε ἀπό κεῖ πού ἦρθαν. Ἀλλά, ὡς φαίνεται, δέν ὑπῆρχε τίποτα. Μόνο τό ἀπλανές ἐπίπεδο. Κι ἡ σιωπηλή του ἀποδοχή ἀπάναντι στά πάντα.
Κι ἔτσι ὁ Νικήτας ἔμοιαζε κυρίως μ' ἕνα μακρινό ὄνειρο, πού βέβαια ἡ Μαρολύνα δέν εἶναι καί σίγουρη ἄν τά ὄνειρα ἔχουν ὑφή συνήθως ἤ ἄν παραζαλισμένα κινοῦνται καί σχηματίζονται, ἤ ἀκόμα, ἄν βεβαιώνονται μονάχα μέσα στήν ἀχλύ. Προσπαθεῖ ὅμως, παρά πού δέν θυμᾶται, ἐκτός κι ἄν δέν ἔχει τό κουράγιο πράγματι νά θυμηθεῖ. Τά μονοπάτια πάντως αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου τήν ὁδηγοῦσαν συνεχῶς σέ κάτι πού ἔμοιαζε μέ φυλακή...
Γιατί μόνη της ἤτανε πάντα, ἐνῶ ὁ Νικήτας κοιμότανε κι ὀνειρευόταν κι ἤξερε μόνο πῶς νά βυθίζεται στό βαθύ του ὕπνο, κι ἐκείνη πνιγμένη μές στό κενό συναίσθημα, στό ἀνύπαρκτο συναίσθημα, στίς λάθος βεβαιότητες, στίς ἀνύπαρκτες ἐπιβεβαιώσεις - ἔστω ἀκόμα καί γιά τά λάθος πράγματα - μέ τόν πόνο λοιπόν, νά 'ναι μόνη καί νά 'ναι καί μαζί του, καί νά 'ναι μόνη της μαζί του καί χωρίς του, κι ὁ πόνος αὐτός νά μή μοιράζεται, νά μή τή μοιράζεται, νά μή τούς διανέμεται ἐξ ἴσου, νά τήν ἀπορρίπτει, νά 'ναι χαμένη καί νά πρέπει νά σκέφτεται καί γιά λογαριασμό του, νά καλύπτει τά κενά του, τίς ἀνασφάλειές του, ν' ἀπαντάει στούς φόβους του, νά ἐκμεταλλεύεται τά κενά του καί νά προσπαθεῖ ν' ἀποφορτίσει τό βάρος τῶν ἡμερῶν του, πού τό μεγαλύτερο μερίδιό τους τῆς ἀνῆκε κι ὅλας, νά φορτώνεται τίς ἄλεχτες ἐνοχές πού τῆς προσῆπτε, τίς ἀνείπωτες, νά προσπαθεῖ νά μή βλέπει στά μάτια του, νά ὑπερπηδᾶ τίς φωνές του, νά στέκει ἐκεῖ κουβαλώντας τό σφάλμα της καί νά μή ξέρει τί νά κάνει γιά νά ταξινομήσει ὅλες τίς εὐθύνες στήν ψυχή της, νά μή ξέρει πῶς νά βολέψει ὅλο τό βάρος τῶν πραγμάτων, πού δέν μποροῦσε νά τά βγάλει ἐκεῖνος πέρα μαζί τους, στό μυαλό της. Καί νά ξέρει πώς δέν τήν ἀγαποῦσε, νά νιώθει πώς ἁπλᾶ τήν ἐκμεταλλευότανε, κυρίως γιά νά καταφέρει νά πορευτεῖ ὅσο τό δυνατόν ἀσφαλέστερα, κι ἄν γινόταν ἀκόμη, καί τελείως ἀνώδυνα. Καί νά ψάχνει ἡ Μαρολύνα, παρ' ὅλ' αὐτά, τό ἀόρατο καλώδιο πού ἕνωνε τήν ψυχή της μέ τήν ψυχή του. Ἔψαχνε καί γιά τόν πιό ἀπόμακρο ἀπό τούς ἴσκιους του ἔστω. Μήπως καί κατάφερνε νά ξεφορτώσει κάποια κομμάτια πόνου πού σάν βράχοι δεμένοι πάνω της τή βούλιαζαν.
Κι ἔγινε ἡ ζωή τους μιά βαριεστημάρα πού βαριοῦνταν καί νά τή μοιράζονται ἀκόμα. Κι αὐτό τήν ἔσπρωχνε κάποιες φορές ν' ἀναρωτιέται ἄν κι ἀπ' τήν ἀρχή ἀκόμα ὑπῆρξε ἔρωτας ἤ μήπως, σκεφτόταν, ἡ λυσσασμένη καταφυγή της σέ μιάν ἀκίνδυνη τρυφερότητα, συνδυασμένη κι ὅλας μέ τή μανιώδη της αὐτοκαταστροφή, παραπλάνησε, κι ὅ,τι τό ἀνύπαρκτο τό ἔκανε νά φαίνεται ὅτι τάχα ὑπῆρχε παραπίσω, ἤ κι ὅτι κάποτε θά ξεμυτίσει κι αὐτό κι ἐκεῖνο καί τό ἄλλο, κι ὅλα τότε θ' ἄλλαζαν... Σκεφτόταν λοιπόν, μήπως παραποιημένες αἰσθήσεις ἤτανε τότε - στήν ἀρχή - κι ὄχι ἔρωτας καθαυτός, κι ἔτσι κατέληξε ν' ἀποφασίσει, ἀφοῦ τό ἔνστικτό της, ἀπό τότε, προσπαθοῦσε νά τήν προειδοποιήσει᾿ ἀλλά γιατί δέν τό ἄκουγε; γιατί ἐπέμενε; κι ἄραγε, τελικά, ποιός τήν πλήρωσε; Κι οἱ δυό τους, βέβαια, ὅμως βαθύτερα ποιός; Καί ποιός ἦταν πράγματι τό θύμα;...
Καί σάν σφήνα γλίστρησε στό μυαλό της ξαφνικά ἡ κουβέντα τῆς Εὔας, ὅταν τῆς εἶπε πώς σάν τό φάντασμα πέρασε ὁ Νικήτας ἀπ' τή ζωή της. Κι αὐτός κι ἡ οἰκογένειά του ὅλη. Καί τί εὐθύνες, λοιπόν, μπορεῖ νά γυρέψει κανείς ἀπ' τά φαντάσματα; Τί νά τούς καταλογίσει ἄλλο, ἐκτός ἀπό τό βάρος τῆς σκιᾶς τους καί μόνο;
Κατέβαινε μέ τό τρόλλεϋ τήν Πανεπιστημίου, ὅταν τά σκεφτόταν ὅλα αὐτά, πηγαίνοντας στό γραφεῖο τῆς Λένας. Ἦταν ὄρθια στό πίσω μεγάλο παράθυρο κοιτάζοντας ἀφηρημένα ἔξω κι οὔτε πού εἶδε τίποτα σ' ὁλόκληρη τή διαδρομή. Ξαφνιά, συνειδητοποίησε πώς ἔπρεπε νά κατέβει κι ὅρμησε στήν πόρτα πατώντας τό κουμπί γιά τή στάση. Μόλις τό τρόλλεϋ σταμάτησε, πετάχτηκε μέ δύναμη ἔξω, σάν νά ἐκσφενδονίστηκε ἐντελῶς!
Ὁ δρόμος ἦταν γεμάτος κόσμο, παρά πού ἦταν ντάλα καλοκαίρι, καί νωρίς ἀπόγευμα, κι εἰδικά Τετάρτη. Τό Κέντρο τῆς πόλης-μιά κόλαση. Τά ἔργα γιά τό Μετρό ἀποκορύφωναν τήν ἤδη ἀφόρητη κατάσταση τοῦ κυκλοφοριακοῦ. Τά πεζοδρόμια εἶχαν μικρύνει γιά νά ἐξυπηρετηθοῦν τά ἐργοτάξια. Αὐτοκίνητα καί πεζοί-ἕνας κόλαφος, κι ὁ θόρυβος ὑπερβολικός. Θόρυβος ζωῆς στό Κέντρο τῆς πόλης... Ἡ ζέστη ἀφόρητη καί τό καυσαέριο πύκνωνε τόν ἀέρα, τόν κόλλαγε πάνω της καί νόμιζε πώς δέρμα καί πνευμόνια θά 'σκαγαν ἀπό ἀσφυξία. Περπατοῦσε γρήγορα σκοντάφτοντας πάνω σ' ἄλλους διαβάτες, ὅταν ξαφνικά ἡ εἰκόνα τοῦ Κώστα διαπέρασε τό μυαλό της.
Ὁ Κώστας. Πᾶνε καμιά εἰκοσαριά χρόνια ἀπό τότε. Ποῦ τόν ξέθαψε ἡ μνήμη της ἄραγε τώρα; Κι ὅμως, τώρα πού θυμᾶται, τό ἴδιο ἐγκλωβισμένη ἔνιωθε καί μ' αὐτόν, ἀλλά γι' ἄλλους λόγους.
Ἤτανε φίλος φιλης της. Εἴχανε βγεῖ κάνα δυό φορές ὅλοι μαζί παρέα. Ἡ Νίκη, ὁ Ἀλέκος, ὁ Κώστας κι ἡ Μαρολύνα. Τῆς εἶχε φανεῖ σίγουρος γιά τόν ἑαυτό του, ἦταν ἐξ ἄλλου καί γύρω στά τριάντα ἐκεῖνος τότε, δούλευε σάν βοηθός διευθυντῆ πωλήσεων σέ μιά μεγάλη εἰσαγωγική ἑταιρεία, κι ἔδειχνε τρυφερός ἀπέναντί της κι ὅλο ἐνδιαφέρον. Δέν τούς πῆρε καί πολύ καιρό γιά ν' ἀρχίσουνε νά βγαίνουν οἱ δυό τους μόνοι. Ἦταν ὁ πρῶτος της. Καί τοῦ τό εἶπε. Κι αὐτός γινότανε κάθε στιγμή καί πιό τρυφερός, ἄν καί πιό ἀνυπόμονος.
Κάποιο ἀπόγευμα βρεθήκανε σπίτι του. Τήν περίμενε αὐτή τήν ὥρα, λές καί κάτι μαγικό θά συνέβαινε. Ἀλλ' αὐτός, σέ μιά στιγμή πού τή φίλησε, τῆς εἶπε κι ὅλας νά γδυθεῖ κι ἐκείνη ἔνιωσε ἄξαφνα ξένη καί παράταιρη μές στό χῶρο του. "Μή φοβᾶσαι, εἶσαι μεγάλο κορίτσι πιά!..." τῆς ψιθύρισε μισογελώντας πονηρά, ἐνῶ ξέλυνε τή ζώνη τοῦ παντελονιοῦ του. Ἡ Μαρολύνα γδύθηκε γρήγορα-γρήγορα καί χώθηκε κάτω ἀπ' τά σκεπάσματα τοῦ κρεβατιοῦ του. Αὐτός τά πέταξε στήν ἄκρη, ἔπεσε πάνω της, τήν κοίταξε, τραβήχτηκε στό πλάϊ, ἄνοιξε τό συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, ξανάπεσε πάνω της, κι αὐτή περίμενε σφιγμένη, ἀπόμακρη, παρατηρώντας τή διαδικασία, ξένη, νά φύγει ἤθελε, ἀλλά δέν ἤξερε τό πῶς καί ἀπό ποῦ. Ὕστερα αὐτός σηκώθηκε καί πῆγε στό μπάνιο χωρίς νά τῆς πεῖ τίποτα. Κι ἐκείνη ἔμεινε κεῖ μετέωρη, παγωμένη, χωρίς νά καταλαβαίνει ἀκριβῶς τί εἶχε συμβεῖ, κι αὐτός γύρισε ἀπ' τό μπάνιο φορώντας τό μπουρνούζι του, "ὅλες οἱ γυναῖκες πουτάνες ἀπό κούνια!" τῆς εἶπε - αἷμα!, δέν βγῆκε αἷμα! - "ἀφοῦ θά μοῦ καθόσουν τελικά, πρός τί τό ψέμα;...", τήν ἔφτυνε μιλώντας, τήν ἔφτυσε, ὅπως κι ὁ πατέρας της τότε, ἔξω ἀπό τό Ἐξεταστικό Κέντρο γιά τίς εἰσαγωγικές στό Πανεπιστήμιο, πού ἔμαθε τυχαῖα ὅτι εἶχε δηλώσει κι ἄλλες πόλεις ἐκτός ἀπό Ἀθήνα, ἐνῶ αὐτός τῆς τό 'χε ἀπαγορεύσει.
Ντύθηκε ὅπως-ὅπως καί τό 'βαλε στά πόδια. Οὔτε πού γύρισε νά κοιτάξει πίσω της. Τρία-τρία τά κατέβαινε τά σκαλιά ἀπ' τόν πέμπτο ὄροφο πού ἦταν τό διαμέρισμά του ὥς τό ἰσόγειο. Νά βγεῖ ἔξω. Ν' ἀναπνεύσει. Νά τρέξει. Κι ὕστερα σταμάτησε σέ μιά πλατεία. Βρῆκε ἕνα παγκάκι ἄδειο καί κάθησε. Πέρ' ἀπ' τή σκιά. Κάτω ἀπ' τόν ἥλιο. Κι ἦταν ἀπόγευμα, καρδιά καλοκαιριοῦ, ὅπως καί τώρα, ἡ ζέστη ἄχνιζε πάνω στήν ἄσφαλτο, κι αὐτή ἐκεῖ, κάτω ἀπ' τό φῶς, μή καί κατάφερνε νά τή ζεστάνει ὁ ἥλιος, πού ἄν εἶχε κι ἄλλα ροῦχα, θά τά φόραγε κι αὐτά, ἔστω κι ἄν ἐκεῖνο πού πράγματι τῆς ἔλειπε, τό σακκάκι τοῦ πατέρα της ἦταν, τό κάποτε ἴσως χάδι του, μά ἡ σκιά του πιό πολύ, ὁ ἴσκιος του, κι ὄχι ἀκριβῶς αὐτός ὁ ἴδιος...
ΙΙ
Ἀνέβηκε τούς τέσσερις ὀρόφους τοῦ γραφείου τῆς Λένας μέ τά πόδια. Εἶχε μιάν ἀπέχθεια γιά τούς κλειστούς χώρους γενικά καί τούς ἀνελκυστῆρες εἰδικότερα, ἀπό κεῖνο τό Πάσχα πού 'χε κλειστεῖ σ' ἕναν ἀπ' αὐτούς μέ τόν παπποῦ της, στό Λαμπρόπουλο, ὅπου εἶχαν πάει γιά νά τῆς ψωνίσει τά δῶρα της.
Ἡ πόρτα τοῦ γραφείου τῆς δικηγόρου ἦταν ἀνοιχτή, ἀλλά μιά ἔκπληξη τήν περίμενε, ὅταν μπῆκε μέσα. Στή μιά ἀπό τίς δύο πολυθρόνες, μπροστά ἀπό τό παλιό σκαλιστό ἔπιπλο τοῦ μεγάλου γραφείου, ἦταν καθισμένος φαρδύς πλατύς ἕνας ἄγνωστος ἄντρας μέ τό χαρτοφύλακά του ἀνοιγμένο πάνω στά γόνατά του, κι ἔψαχνε κάτι νά βρεῖ στό βάθος του. Ἡ φωνή τῆς Λένας ἀνέκοψε τό βαρύ της βῆμα καί τίς σκέψεις της.
- Νά σοῦ συστήσω τόν κύριο Γεωργιάδη... Εἶναι ὁ δικηγόρος τοῦ ἄντρα σου, τῆς εἶπε. Ἦρθε γιά νά κανονίσουμε κάποιες λεπτομέρειες γιά τά περιουσιακά σας κυρίως...
Ἡ Μαρολύνα δέν ἤθελε νά καταλήξουν στά δικαστήρια γιά νά λύσουν τίς διαφορές τους. Ἤθελε νά τελειώνουν ὅσο τό δυνατόν γρηγορότερα καί πολιτισμένα. Καί τό κυριότερο, νά μή χάσει κανείς ἀπ' τούς δυό τους τήν ἀξιοπρέπειά του μέ τό ν' ἀναγκαστεῖ νά λέει ἱστορίες καί ψέματα, νά κουβαλάει κάθε τρεῖς καί λίγο συγγενεῖς καί φίλους καί ψευδομάρτυρες πιθανόν ἀκόμα, κι ὅλοι νά ἐμπλακοῦν σέ μιά περιπέτεια πού δέν θά 'χει καθόλου εὐχάριστο ἀποτέλεσμα γιά κανέναν. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἡ ἀπόφαση καί μόνο γιά τό διαζύγιο ἦταν ἐξουθενωτική, πόσο μᾶλλον κι ὅλα τά ὑπόλοιπα. Κι ἐξ ἄλλου, ὅ,τι συνέβαινε ἦταν δική τους ὑπόθεση καί μόνο. Τί δουλειά εἶχε ὁ κάθε παραέξω τοῦ σπιτιοῦ τους σέ κεῖνα πού τούς ἀφοροῦσαν;
Ἡ παρουσία τοῦ δικηγόρου τοῦ Νικήτα τήν ἀναστάτωσε. Τί εἶχαν νά μοιράσουν; Ἐκτός ἀπ' τίς ζωές τους εἶχαν νά χωρίσουν τί; Κι ἐκείνη δέν θά 'χε ἀντίρρηση γιά τίποτα. Θά συμφωνοῦσε σέ ὅλα. Ἡ Λένα ἔδειχνε τυπική καί ἀπόμακρη.
- Σέ πῆρα στό τηλέφωνο νά σέ εἰδοποιήσω γιά τόν ἐρχομό τοῦ κυρίου Γεωργιάδη, ἀλλά δέν σέ πρόλαβα... Ἀπαντοῦσε ὁ τηλεφωνητής. Δέν ἄφησα μήνυμα...
Ὁ Γεωργιάδης καθάρισε τό λαιμό του ξεροβήχοντας. Τήν κοίταξε γιά μιά στιγμή κι ὕστερα ξανάσκυψε στά χαρτιά του. "Ο πελάτης μου ἀποφάσισε γιά τό διαζύγιό σας πώς..." ἄρχισε νά τῆς λέει, μέ φωνή σιγανή καί σέ τόνο διακριτικό εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλλά ἐκείνη ἔνιωσε τό νευρικό της σύστημα νά τσιτώνει. "Ὁ πελάτης του;" Μά ποιός τόν διόρισε αὐτόν συνήγορο τοῦ Νικήτα; Ἀπό πότε; Καί τῆς Μαρολύνας, γιατί δέν τῆς εἶχε πεῖ τίποτα ὥς τώρα; Γιατί τήν ἄφησε νά τό μάθει μ' αὐτόν τόν τρόπο; "Κι ἀποφάσισε"; Ἤ μήπως ὁ δικηγόρος τοῦ Νικήτα ἀποφάσισε γιά τόν πελάτη του; Μά ποιός ἀποφασίζει τέλος πάντων γιά τούς ἑαυτούς μας; Σίγουρα ὁ δυνατός ἀποφασίζει πάντα κι ὁ ἀδύναμος ἀκολουθεῖ, μπορεῖ κι ὥς ἔρμαιο νά σέρνεται δηλαδή, ὅμως, ποιός ὁ δυνατός καί ὁ ἀδύναμος ποιός ἀνάμεσά τους τελικά; Κι ἄραγε, ὁ δυνατός εἶναι αὐτός πού παίρνει τήν ἀπόφαση καί τήν τραβάει ὥς τό τέλος, ἤ τάχα ἐκεῖνος πού τήν ὑποδαυλίζει καί τήν κατευθύνει ὅλον τόν καιρό, ἔστω καί σιωπηλά, καί δίχως κανένα ἔλεος;
Ἀλλά αὐτό πού τήν νευρίασε κυρίως ἦταν πού ὁ Νικήτας δέν τήν εἶχε κἄν προετοιμάσει γιά κανένα δικηγόρο. Κι ὥς προχτές ἀκόμα, μένανε μαζί κάτω ἀπ' τήν ἴδια στέγη. Κι ἤθελε νά μοιράζονται καί τό κρεβάτι. Ἔστω κι ἄν ἐκείνη ἦταν ἀνένδοτη καί ὅλο σχεδόν τόν τελευταῖο μήνα εἶχε μετακομίσει στό στενό καί ἄβολο καναπέ τοῦ σαλονιοῦ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, μά τῆς ἔλεγε κι ὅλας πώς αὐτός δέν ἤθελε νά χωρίσει. Πώς αὐτός καί στήν ἄκρη τοῦ κόσμου ἀκόμα θά πήγαινε, ἄν τοῦ τό ζήταγε, ἀρκεῖ νά μή χωρίζανε. Ἀρκεῖ νά γύρναγε κάποια στιγμή κοντά του. Μά τί παιγνίδι τελικά τῆς ἔπαιζε; Κι ὄχι μόνο τώρα, ἀλλά ἀπό πάντα, τί παιγνίδια μαζί της ἔπαιζε; Τό κλάμα πού δέν τῆς ἔβγαινε-μιά προσπάθεια αἱματηρή. Κι ὄχι ἀπό τόν πόνο γιά κάτι πού θά 'χανε, γιά κάτι βέβαια πού δέν τό 'χε ποτέ, μά ἀπό τόν πόνο γιά τόν ἐφιάλτη της πού εἶχε ἀνέκαθεν μιάν ἐντελῶς ἀπρόσωπη μορφή.
Θυμήθηκε τούς φίλους της, τήν Εὔα καί τόν ἄντρα της, τόν Ἄλκη, πού τῆς ἔλεγαν πώς δέν θά 'χει οὔτε γρήγορα οὔτε κι εὔκολα ξεμπερδέματα μ' αὐτήν τήν ὑπόθεση. Μᾶλλον δηλαδή πώς θά 'χει μπλεξίματα τήν προετοίμαζαν. "Θά φύγω", εἶπε στή Λένα, "κανονίστε τα οἱ δυό σας. Δέ μέ χρειάζεστε ἐμένα... Θυμήθηκα καί κάτι πού εἶχα κανονίσει καί τό προλαβαίνω δέν τό προλαβαίνω τώρα..." ψέλλισε καί σηκώθηκε βιαστικά. "Τηλεφώνησέ μου αὔριο τό μεσημέρι νά μοῦ πεῖς", συμπλήρωσε καί βγῆκε στό διάδρομο, χωρίς νά ξαναρίξει οὔτε κἄν μιά ματιά πίσω της.
****
[συνεχίζεται]

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Ἄχθος Ἀρούρης


Ἄχθος εἶχε δεῖ ἕνα ὄνειρο χτές τή νύχτα, πώς ἑτοιμαζόταν τάχα γιά ἕνα μεγάλο ταξίδι κι εἶχε ἤδη προδιατεθεῖ, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὥς τώρα στή ζωή του, δέν εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπό κανένα του ὄνειρο στόν ὕπνο του ἤ καί στόν ξύπνιο του.

Σηκώθηκε λοιπόν τό πρωΐ, πιό νωρίς σήμερα ἀπ' ὅσο συνήθως τίς ἄλλες μέρες, πάτησε τόν διακόπτη τῆς καφετιέρας, προσπάθησε νά κινεῖται στίς μύτες μή καί ξυπνήσει τή νευρόσπαστη γυναίκα του, μπῆκε στό μπάνιο νά κάνει ἕνα παγωμένο ντούς, ὑπολογίζοντας τήν ὥρα πού θά χρειαζόταν νά βράσει, συγχρόνως, καί τό νερό, κι ὕστερα, πρίν ξεκινήσει γιά τό γραφεῖο του, νά καθίσει τοὐλάχιστον γιά ἕνα τέταρτο μ' ἕνα εἰκοσάλεπτο στό τραπέζι κάτω ἀπό τήν ὀμπρελάτη τέντα, πού ἦταν στημένη στό μεγάλο κῆπο τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ σπιτιοῦ του, ν' ἀπολαύσει τόν φρεσκοκομμένο πάντα βραζιλιάνικο βαρύ καφέ του.

Κι ἦταν αὐτή σχεδόν ἡ μοναδική του διασκέδαση. Εἶχε ἐπενδύσει πολλούς κόπους, χρόνο καί χρήματα γιά νά φτιάξει αὐτό τό σπίτι, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τό 'χε φανταστεῖ ἀπό τά νεανικά του χρόνια, ὅταν οἰκογενειακῶς σχεδόν μετακόμισαν στήνπρωτεύουσα, μετά τίς ἐκκαθαρίσεις πού 'κανε στίς ἐπαρχίες ὁ ἐθνικός στρατός, οὕτως ὥστε ν' ἀπελευθερωθοῦν οἱ ὀρεινές περιοχές ἀπό τά σμάρια τῶν ἀνταρτῶν καί νά ἐκκενωθοῦν πλήρως ὥς κι οἱ ἔσχατες σφηκοφωλιές-κρησφύγετά τους.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς βέβαια, ἀργότερα, ἀνδρώθηκε μέ τό Χόλλυγουντ. Μέ τά καουμπόϋκα, τίς κομεντί ἤ τά μελό καί φαντασιωνόταν μέ τίς φάρμες ἤ καί τίς ἐπαύλεις τοῦ τρυφηλοῦ Ἀμερικάνικου Νότου, στά τέλη τοῦ περασμένου καί τίς ἀρχές τοῦ δικοῦ μας αἰώνα.

Τί νά τοῦ κάνει στήν ψυχή του ἔπειτα ἡ Ψωροκώσταινα μέ τό σχέδιο Μάρσαλ, τήν Ἀστέρω, τήν Γκόλφω, τήν, κατά ὀρδές ἀνεξέλεγκτες σχεδόν, μετανάστευση, τούς διωγμούς καί τίς ὑστερίες μέ τά πολιτικά; Τί προσδοκίες καί ποιά ὄνειρα νά τοῦ προσφέρει ὁ Καραγκιόζης μελόδραμα;

Τό σπίτι του ἦταν σκαρφαλωμένο στόν ψηλότερο λόφο τῆς περιοχῆς κι εἶχε τήν πλέον μαγευτική θέα. Εἶχε μάλιστα, πρίν καμιά δεκαριά χρόνια περίπου, πουλήσει μιάν ἀπό τίς ἐπιχειρήσεις του σ' ἐξευτελιστική, γιά τήν πραγματική της ἀξία καί τίς δυνατότητες ἀνάπτυξής της τιμή, προκειμένου νά βρεῖ τό ἀπαιτούμενο κεφάλαιο καί ν' ἀγοράσει δεκάδες στρέμματα ἀπό τήν κορυφή ἕως καί τή μέση σχεδόν τοῦ ἐν λόγω λόφου, ὥστε νά καταφέρει ν' ἀποκλείσει τόν ὁποιονδήποτε ἄλλο μνηστήρα κι ἀπό τήν παραμικρότερη πιθανότητα γιά οἰκοδόμηση τῆς περιοχῆς.

Εὐτυχῶς πού 'χε γνωστούς μ' ὅλες τίς "καταστάσεις" στά πράγματα πάντοτε κι ἔτσι μπόρεσε, ἄν καί πληρώνοντας ἁλμυρότατα, εἶν' ἡ ἀλήθεια, νά περάσει μέ Νομοσχέδιο στή Βουλή ὁ ἀποχαρακτηρισμός τῆς περιοχῆς ἀπό Δασική Ἔκταση σέ οἰκοδομήσιμη, ἔστω κι ἄν Β' κατηγορίας, δηλαδή γιά Νοσοκομεῖα, Σχολεῖα ἤ καί παρόμοιες συναφεῖς χρήσεις, κι ἔβγαλε, ἐν κατακλείδι, δόξα νά 'χει ὁ Θεός, καί τήν ἄδεια.

Ὁ Ἄχθος δέν εἶχε καταφέρει ποτέ νά ξεπεράσει τό ἕνα κι ἑξήντα πέντε, ἀλλά μ' ὅ,τι κι ἄν καταπιανόταν, ὅ,τι κι ἄν ἔφτιαχνε, ἦταν πάντοτε μεγαλειῶδες κι ὅλα του τά σχέδια κι οἱ ἰδέες ἦταν ἀκραιφνῶς μεγαλεπήβολα. Εἶχε πάντως μιά λατρεία ἕως καί καταλυτική ἀδυναμία ὥς τώρα στή ζωή του ἐπιδείξει γιά τίς λεπτές καί θεόψηλες γυναῖκες.

Κι οἱ δύο πού παντρεύτηκε, ἀλλά καί οἱ κατά καιρούς ἐρωμένες του - εἴτε ἦταν παντρεμένος εἴτε ὄχι - ἦταν, ὅταν πατοῦσαν ἐν Ἀδαμιαῖα περιβολῆ τά ποδαράκια τους στή γῆ, τοὐλάχιστον ἕνα κι ἑβδομήντα ὀκτώ ἡ κοντύτερη. Τίς ἄλλες οὔτε πού καταδεχόταν νά τίς κοιτάξει, τίς δέ κοντύτερες ἀπ' αὐτόν τίς ἔλεγε "τάπες μπουκαλιῶν" κι οὔτε στίς ἐπιχειρήσεις του δεχόταν να τίς προσλάβει. Τά ὑπόλοιπα προσόντα τους οὐδόλως τόν ἐνδιέφεραν. Εἰμή μόνον τό ὕψος.

Χαιρόταν μάλιστα πού καί τά τρία του ἀγόρια - ἀντίθετα μέ τή μία καί μοναδική του κόρη, πού τοῦ 'μοιαζε κι ἦταν κοντή σάν ἀπόρριμα (ἔτσι ὅπως ἐκεῖνος τή θεωροῦσε καί τῆς τό πέταγε συνήθως πάνω στά νεῦρα του) τή μισοῦσε σχεδόν, ἀρκεῖ καί μόνο νά τή σκεφτόταν - εἶχαν πάρει ἀπό τίς μανάδες τους κι ἦταν πανύψηλα. Ἀντί νά τά κοιτάζει αὐτός ἀφ' ὑψηλοῦ-τόν κοίταζαν ἐκεῖνα.

Κι ὅσο γιά τήν παρακάτω κληρονομικότητα-ποσῶς τόν ἐνδιέφερε. Πίστευε πάντοτε πώς ὅλα, καλά ἤ κακά, ἀρχίζουν καί τελειώνουν σ' ὅ,τι αὐτός ἀγγίζει, σκέφτεται, βλέπει. Καί τό μόνο δικαίωμα τό ὁποῖο ἐν τέλει ἀναγνώριζε στά παιδιά του, ἦταν νά τόν ἐκλιπαροῦν μονίμως γιά τήν πραγματοποίηση τῆς ὅποιας τους ἐπιθυμίας, πέρα ἀπό τίς δικές τους ἐπιλογές γιά τίς ζωές τους, διότι, ὅπως ὁ Ἄχθος διατεινόταν, "κάνει κάποιος ὅσα παιδιά μπορεῖ, προκειμένου πάντα καί γιά κάτι κάποιο ἀπ' ὅλα τους νά τόν ἔχει ἀνάγκη καί νά μή τόν ἐγκαταλείπουν, ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ποτέ!"


*

Κάθισε ὅσο πιό ἀναπαυτικά μποροῦσε στή μπαμπού πολυθρόνα τοῦ κήπου κι ἀναλογίστηκε τό χθεσινοβραδινό του ὄνειρο. Ἀνέτρεξε στό πρόγραμμα τῆς τρέχουσας ἑβδομάδας του καί, σίγουρα, κατέληξε, δέν εἶχε κανένα ταξίδι προγραμματιστεῖ. Οὔτε γιά δουλειές οὔτε καί γιά διακοπές.

Ρούφηξε τόν καφέ μέ θόρυβο. Ποτέ δέν εἶχε καταφέρει ν' ἀποδεσμευτεῖ ἀπ' αὐτή τή συνήθεια, τήν ὁποία κουβαλοῦσε ἀπό τά μακρινά πρῶτα ἐφηβικά του χρόνια, ὅταν καθόταν μέ τόν πατέρα του καί τούς ἄλλους γέρους στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ τους, ἀρκετά βορειότερα τῶν κεντρικῶν δασωδῶν περιοχῶν τῆς χώρας, κάτω ἀπό τόν διακοσιοντούτη πλάτανο καί μαζί μέ τόν καφέ του ρουφοῦσε συγχρόνως κι ὅλο τ' ὀξυγόνο κι ὅλες τίς μυρωδιές καί τά χρώματα τῆς φύσης τριγύρω, χωρίς βεβαίως τότε νά μπορεῖ κἄν νά φανταστεῖ τήν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς του καί πόσο, κάποια μέρα, ὅλ' αὐτά θά τοῦ 'λειπαν καί δέν θά 'χε ἀκόμη κι ἕνα λεπτό καιρό ν' ἀκολουθήσει κάποια τους ἴχνη μέσ' ἀπ' τίς βαθύτερες μνῆμες του, νά ξανανηφορίσει στό χωριουδάκι του καί νά τίς ξαναβρεῖ.

Κι ὅμως, ἕνα βάρος ἔνιωθε ἀπό παιδί. Ἔνιωθε νά τόν πνίγει, νά τόν βαστάει γερά στή γῆ, πίστεψε μάλιστα, ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, πώς καί γι' αὐτό δέν ψήλωσε, πώς ἦταν δεμένος μέ τό χῶμα, ἔστω κι ἄν ἀνέκαθέν του προσπαθοῦσε ν' ἀποδεσμευτεῖ, νά ξεφύγει, νά πετάξει ἄν ἦταν δυνατόν, ξόδευε καί ξόδευε ἀλόγιστα σ' ὅλη τήν ἕως τώρα του ζωή νά φτιάξει φτερά, νά φύγει, νά φύγει, μέ ἐδῶ ἦταν πάντα, στό ἕνα κι ἑξήντα πέντε, καρφωμένος στή γῆ.

Ἤθελε νά ταξιδεύσει. Ἀπό πάντα του λάτρευε τά ταξίδια. Μέ ἀεροπλάνο, καράβι ἤ κι αὐτοκίνητο. Μονάχα τό τραῖνο ἀπεχθανόταν, τί τό ἀπεχθανόταν δηλαδή;-τό μισοῦσε! Κυριολεκτικῶς τό μισοῦσε! Ἅμα ἄκουγε γι' ἁμαξοστοιχίες, φούσκωνε σάν θάλασσα πρίν ἀπό τρικυμία ἡ καρδιά του κι ὕστερα ξεσποῦσε θαρρεῖς μέ μίσος ἐναντίον τῶν σιδηροτροχιῶν κι ὅλων ἐκείνων, ὄχι ἁπλῶς πού τά χρησιμοποιοῦσαν ὡς μεταφορικό μέσο, ἀλλά κι ἐκείνων πού δούλευαν σ' ὅλα τά κλιμάκια τῶν σιδηροδρόμων.

Κι ὄχι μόνο γιατί εἶχε ὑπ' ὄψιν του τά βαριά καί δυσκίνητα τραῖνα τοῦ ΟΣΕ, εἶχε μάλιστα γιά τό λόγο αὐτό, ἐπίτηδες, ἐπιχειρήσει νά ταξιδεύσει καί μέ τίς ὑπερταχεῖες τοῦ Γαλλικοῦ TGV, ἀλλά καί μέ τά Ἰαπωνικά τραῖνα, τά πραγματικά ἐπιτεύγματα τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καί τεχνικῆς. Ὅμως κανένα ταξίδι του δέν εἶχε καταφέρει νά τόν μεταπείσει. Καί νά τά συμπαθήσει, ἔστω καί λίγο, νά τ' ἀντιμετωπίζει τοὐλάχιστον πιό συγκαταβατικά.

Μά ἐκεῖνο πού κυριολεκτικῶς τόν πάθιαζε καί τόν ἡδόνιζε καταλυτικῶς, ἦταν τό αὐτοκίνητο. Εἶχε δύο ὁδηγούς, ἀλλά ἐκεῖνος ποτέ δέν τούς χρησιμοποιοῦσε. Ὁδηγοῦσε πάντοτε ὁ ἴδιος. Ἔχωνε τό πόδι του βαθιά στό πεντάλ τοῦ γκαζιοῦ κι ἔνιωθε τό ἴδιο σχεδόν μεθυσμένα μέ τότε πού 'χωνε τίς γυμνές του πατοῦσες - πού ἦταν σκληρές ἀπό τό περπάτημα ἤ τό τρέξιμο πάνω στίς πέτρες καί τ' ἀγκωνάρια τῶν μονοπατιῶν τοῦ χωριοῦ του, λές κι ἦταν παπούτσι δίσολο - στήν κοιλιά τοῦ ἀλόγου του καί τό ἀνάγκαζε νά τιναχτεῖ μπροστά, νά ἐκσφενδονιστεῖ σχεδόν, νά κοντραριστεῖ μέ τόν ἄνεμο-νά τόν ἐκμηδενίσει.

Μιά φορά μάλιστα, ταλαιπώρησε τόσο πολύ τό ζωντανό, τόν φτωχό τόν Μήτσουρα, ὥστε μόλις ἐπέστρεψαν στό σπίτι, τό ἄλογο πού ἤδη ἔβγαζε ἀφορύς ἀπό στόμα, ρουθούνια κι αὐτιά, σωριάστηκε στό χῶμα σάν τσουβάλι καί δέν ξανασηκώθηκε ποτέ.

Ἴσως λοιπόν κάπως παρόμοια νά 'νιωθε καί μέ τίς γυναῖκες. "Ἀλόγες" χαρακτήριζαν τίς ἐπιλογές του οἰ φίλοι του. "Οἱ σύζυγοι", τοῦ 'λεγαν, "ἄς εἶναι ὅπως νά 'ναι. Οἱ γκόμενες ὅμως, πρέπει νά 'ναι ἀέρινες, λεπτεπίλεπτες κι εὐθραυστες σάν τά μπιμπλώ. Τί νά τίς κάνεις τίς φοράδες;"

Ἀλλ' αὐτός τό χούϊ του. Ἀνέβαινε πάνω τους καί τούς ἔδινε νά καταλάβουν. Τούς τράβαγε τά χέρια σάν νά 'ταν γκέμια. Μπρούμυτα κι ἀνάσκελα. Γιά μιά ξέφρενη κούρσα δευτερολέπτων κι ὕστερα τίς παράταγε. Εὐτυχῶς πού, ὥς τώρα βέβαια, στά χέρια του δέν εἶχε ἀφρίσει καμιά. Συνήθως ἔφριτταν, τοῦ "τά παίρνανε" κι ἔφευγαν. Αὐτός πίστευε πώς τούς ἔδινε πάντοτε τό καλλίτερο μάθημα σέξ καί ἀντρικῆς γαλαντομίας κι ὅταν τίς βαριόταν τίς παράταγε.

Ἀλλά τόσην ὥρα στό μυαλό του, παράλληλα μ' ὅλες τίς ἄλλες σκέψεις, τριγυρνοῦσε καί τό χθεσινοβραδινό του ὄνειρο. Πιό πολύ ἀπ' ὅλα ὅμως τοῦ 'κανε ἐντύπωση ἡ θάλασσα πού εἶχε δεῖ. Γιατί τό νερό, κι ἡ θάλασσα εἰδικότερα, ἦταν ἐκεῖνο τό στοιχεῖο ἀπ' ὅλα πού, ἐντελῶς, ἀπεχθανόταν.

Κι ὅμως, θυμᾶται πολύ ἔντονα τήν αἴσθηση πού εἶχε, ὅτι αὐτή ἡ θάλασσα τοῦ ἀνῆκε. Ἤ μᾶλλον, πώς αὐτός τῆς ἀνῆκε. Κι ὄχι ὡς ἰδιοκτησία, ἀλλά, ναί, λές καί σάν ἀπό πάντα, ἐδῶ ἦταν τό σημεῖο ὅπου θά 'πρεπε αὐτός νά βρίσκεται. Δέν ἦταν ἡ τυχαία ὁποιαδήποτε θάλασσα, ἦταν ἡ δική του, ἡ μονάκριβή του, ἀκριβῶς!

Γαλανογκριζοβαθυπράσινη-σμαραγδί, μέ μιά διαφάνεια πού δέν εἶχε ποτέ καί πουθενά ὥς τώρα συναντήσει σέ κανένα μέρος τοῦ κόσμου, στήν πραγματικότητα, μέ τά νερά της οἰκεῖα, ζεστά, βαθύτατη κι ἀνάβαθη, συγχρόνως, βρισκόταν ἐκεῖ, ἐδῶ, σάν ὁλόκληρο τ' ὄνειρο νά 'ταν ἐτούτη ἡ θάλασσα ἀκριβέστατα κι αὐτός κομμάτι της, κύμα της, παφλασμός της. Δέν τήν τσαλάκωνε ρυτίδα. Δέν τήν ἐτάραζε παρά ἡ σιωπή. Κοίταζε στό βάθος, νά βρεῖ ὁρίζοντα καί δέν διέκρινε τίποτα. Μονάχα ὑπῆρχε ἡ θάλασσα κι αὐτός. Ἀπό Πάντα.

Θά 'λεγε μάλιστα μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα πώς, γιά πρώτη φορά στή ζωή του, κατάφερε νά μή νιώθει οὔτε γιά τήν παραμικρή στιγμή τό βάρος πού τόν κυνηγοῦσε ἀπό παιδί. Ποιός καί τί ἄραγε τό εἶχε διώξει;

Δέν καταλάβαινε τίποτα. Κι ἦταν ἀπολύτως σίγουρος πώς, γιά πρώτη, ἐπίσης, φορά, ἐπιβαλλόταν νά καταλάβει ἐτοῦτο τ' ὄνειρο. Γιατί δέν κρατοῦσε οὔτε ἀποσκευές οὔτε τίποτα, δέν θυμᾶται καί καταλεπτῶς ὅσο νά 'ναι, μά νομίζει κι ὅλας πώς, ἴσως νά μή φοροῦσε καί τίποτα... Πάντως ἐπρόκειτο γιά ταξίδι. Μόνο γι' αὐτό ἦταν βέβαιος. Καί τώρα πού τό ξανασκέφτεται, ναί, αὐτό, ἀναμφιβόλως αὐτό ἦταν: Δέν θά 'φευγε ταξίδι-ἤδη ταξίδευε. Ναί, ἔνιωθε νά ταξιδεύει. Πῶς ὅμως; Πεζός-πεζότατος στό κέντρο τῆς θαλάσσης; Τί σοῦ εἶναι κι αὐτά τά ὄνειρα τελικά!... Σκέτη παραλογία ὧρες-ὧρες...

Δέν ἔβγαζε ἄκρη. Ὁ καφές του μιά γουλιά εἶχε μείνει ὅλος κι ὅλος. Τόν ρούφηξε ἀπότομα καί σηκώθηκε νά φύγει. Εἶδε τήν Φλορίτα, τή γυναίκα του, ὄρθια στήν πόρτα νά τεντώνεται νυσταγμένη ἀκόμη. Τά μακρυά της χέρια ἀνέβηκαν πίσω ἀπό τό κεφάλι της, ἔμειναν ἐκεῖ γιά λίγα δευτερόλεπτα νά τό βοηθήσουν νά σταθεῖ ὄρθιο, ὅσο ἐκείνη εἶχε κλειστά τά μάτια, κι ὕστερα τυλίχτηκαν γύρω ἀπό τό λεπτό κορμί ἀγκαλιάζοντάς το. "Δέν σέ κατάλαβα πού σηκώθηκες...", τοῦ εἶπε. "Μήπως καταλαβαίνεις καί τίποτα ποτέ σου;", ψιθύρισε μέσ' ἀπ' τά δόντια του ὁ Ἄχθος, παραμέρισε τήν πολυθρόνα πού καθόταν, πέρασε δίπλα της προσέχοντας μή καί τήν ἀκουμπήσει, πῆρε τό χαρτοφύλακα καί τά κλειδιά τοῦ πάνω ἀπό τό μασίφ τριανταφυλλένιο κομό μέ τά σκαλίσματα καί τήν ἐπικάλυψη ἀπό φύλλο χρυσοῦ στά πόδια καί τίς γωνίες του, πού βρισκόταν στό πλάϊ τῆς λευκῆς μαρμάρινης - ἀπό Πεντελικό - ἀψίδας στήν ἔξοδο τοῦ τεραστίου λίβινγκ-ρούμ καί, πρίν τήν πόρτα τῆς κυρίως εἰσόδου, μίλησε-ἁπλῶς γιά νά πεῖ κάτι, δίχως οὐσιαστικά ν' ἀπευθύνεται σέ κανέναν ἤ καί νά περιμένει ἀπάντηση, πώς θά 'ρθει ἀργά τό βράδυ, καί βγῆκε.


**


Χώθηκε μ' ἀπόλαυση βαθιά στό δερμάτινο κάθισμα τοῦ αὐτοκινήτου του, γύρισε τή μίζα κι ἔβαλε μπροστά τόν κλιματισμό. Ἄγγιξε μαλακά τό ὑδραυλικό τιμόνι καί τό αὐτοκίνητο ὑπάκουσε κι ἔστριψε ἀθόρυβα ἀπό τό γκαράζ, ἀκολουθώντας τό φιδίσιο δρομάκι τῆς ἀλέας, πρός τήν ἔξοδο τοῦ κήπου τῆς βίλας. Πάτησε τό κουμπί τοῦ σί-ντί πλέϊερ κι ἡ καμπίνα πλημμύρισε ἀπό τούς ἤχους τοῦ πιάνου κάποιου κλασσικοῦ κομματιοῦ.

Ὅταν κόντευε πιά νά φτάσει στή μεγάλη σιδερένια πόρτα, ἐκείνη ἄρχισε σιγά-σιγά ν' ἀνοίγει αὐτόματα καί μόλις τό ὄχημα πέρασε, μέ τόν ἴδιο ἀργό ρυθμό ξανάκλεισε. Πάντα ὅταν περνοῦσε ἀπό κεῖ ἔνιωθε σάν τόν Ἀλῆ-Μπαμπά μπροστά ἀπό τόν Σουσάμι. Ἔστω καί χωρίς τούς Σαράντα Κλέφτες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια πώς φοβόταν. Μ' ὅσες κάμερες καί μέτρα προστασίας κι ἄν εἶχε ἐξοπλίσει τό σπίτι του, ὅσο κι ἄν τό 'χε κάνει σάν ἀστακό, ὅσο κι ἄν φαινόταν σάν φρούριο ἀπόρθητο καί μόνο πού 'βλεπε κανείς τούς τεράστιους μαντρότοιχους ὕψους πέντε μέτρων καί τή σιδερένια περίφραξη τοῦ ἐνάμισι μέτρου ἀπό κεῖ καί πάνω, μέ σίδερα σάν λόγχες, ἐκεῖνος φοβόταν.

Τό πρῶτο ἄγχος μάλιστα τῆς μέρας του ἤτανε καθημερινά αὐτό: Νά περάσει τήν κεντρική εἴσοδο τῆς βίλας, νά κατηφορίσει τό σχετικά στενό ἑλικοειδές δρομάκι, πού δεξιά κι ἀριστερά του εἶχε θάμνους καί δέντρα, καί νά φτάσει στόν κεντρικό δρόμο τοῦ προαστείου, πρός τήν παραλιακή λεωφόρο.

Εἶχε φροντίσει, ἡ ἀλήθεια, νά κάνει τίς δουλειές του πάντα μέ προσοχή, νά κλείνει καλά τά στόματα καί νά μή ἀφήνει κανένα δυσαρεστημένο, κι εἶχε, ὥς τώρα, περιβάλλει καί διατηρήσει τήν ὕπαρξή του στή σκιά τῆς ἀνωνυμίας. Ἀλλά ποτέ κανείς δέν ξέρει... "Εἶναι κι αὐτές οἱ τρομοκρατικές ὀργανώσεις, πανάθεμά τες!", σκεφτόταν ὁ Ἄχθος, "πού δέν κάνουν ἀστεῖα. Σέ μελετοῦν ἐξονυχιστικά κι ἐσύ χαμπάρι..., κι ὕστερα σοῦ βαρᾶν μιά μπαταριά καί... καληνύχτα... Τάχαμου-δῆθεν ὅτι ἐπιτελοῦν κοινωνικό ἔργο καί λοιπές μπαροῦφες!..."

"Μ' ἄν, πράγματι, ἔτσι ἤθελαν, θά χτύπαγαν τούς ἐμπόρους ναρκωτικῶν, τούς παιδεραστές καί τ' ἄλλα παρόμοια ἀποβράσματα... Ἀλλά παίρνουν μιά ψυχρή ἐντολή καί τρῶν τούς "καρχαρίες". Γιά ποιούς "καρχαρίες" μιλᾶμε; Ἀθῶοι ἄνθρωποι, νά παίξουμε θέλουμε μόνο... Ἀντί γιά σκάκι ἤ μονόπολη, ἁπλώνουμε στό τραπέζι τούς χάρτες μέ τίς ἐπιχειρήσεις καί παίζουμε μ' ἀληθινά λεφτά. Λεφτά... Κουραφέξαλα! Λές κι ἔχει νόημα τό χρῆμα... Τό παιγνίδι εἶναι πού μετράει πάντα. Τό παιγνίδι κι ἡ ταχύτητα τῆς σκέψης καί τῆς κίνησης. Ἐκεῖ βρίσκεται στήν πραγματικότητα ἡ μαγεία. Τά λεφτά-ἕνα μονάχα ἀπό τ' ἀποτελέσματα. Κι ὄχι τό κυριότερο πάντα..."

"Ἐξ ἄλλου, ὅσο καί νά προσθέτεις, τί παραπάνω νά κάνεις; Ὅλα γιά τήν ἀρχή εἶναι. Κι ἡ συγκίνηση-ὅσο διαρκεῖ τό πρωτόγνωρο. Πῆρες καί κόττερο κι ἀεροπλάνο, τά 'χεις νά περιμένουνε νά ἐξυπηρετήσουν καί τήν πιό παρανοϊκή καί βιαστική σου ἐπιθυμία: Ἕναν καφέ στή Νέα Ὑόρκη, ἄς ποῦμε, ἕνα πέταγμα πάνω ἀπό τό Κιλιμάντζαρο καί ν' ἀκοῦς καί τόν Pascal Danel νά σοῦ τό τραγουδάει, νά θυμᾶσαι κάποιες στιγμές ἀπό τά νειᾶτα σου ἤ καί μιά κρουαζιέρα μ' ὅλους τούς φίλους σου σέ παραλίες ἀπάτητες, σέ νερά ἄγνωστα, πού ἀμέσως μόλις περάσεις σοῦ γίνονται γνωστά, ἔ, καί;... Κι ἔρχονται κατόπιν οἱ πιστολέρος καί σοῦ τήν ἀνάβουν. Γιατί ρέ κύριοι; Στό κάτω-κάτω, τρῶμε ἐμεῖς, ταΐζουμε καί δέκα στόματα... Ἐτοῦτο τό κοινωνικό χρέος πού ἐπιτελοῦμε, ποῦ τό πᾶτε;..."

Αὐτό φοβόταν πάντα. Καί περισσότερο ἀπό τότε, ἐδῶ καί δυό χρόνια, πού μετακόμισαν στή νέα βίλα. Μή καί τόν παραφυλάξουν σέ καμιά γωνιά καί τοῦ ἀδειάσουν καμιά γεμιστήρα κατάστηθα καί δέν προλάβει νά κάνει οὔτε κίχ. Καί μετά; Ἡ ἄχρηστη ἡ Φλορίτα καί τά παιδιά του θά τά κάνουν ὅλα-νά! Ἅμα λείψει αὐτός, τί μποροῦνε νά διαχειριστοῦν αὐτοί πού τούς ἔχει, ἡ ἀλήθεια, καλομαθημένους καί μέ τό νά μή τούς λείψει τίποτα; Θά μείνουν κάποια στιγμή στόν ἄσσο κι οὔτε πού θά 'χουν πάρει εἴδηση τό πῶς...

Ὅλο ἀλήθειες, σκέφτεται, ἔχει ἡ μέρα του ἀπό τό πρωΐ σήμερα... Κι αὐτή τή γυναίκα του δέν μπορεῖ νά τήν ἀντέξει πιά... Ψἀχνει νά βρεῖ ἕνα σοβαρό λόγο γιά τόν ὁποῖο τήν παντρεύτηκε καί, τελικῶς, δέν βρίσκει μήτε καί μισό.

Ἀφοῦ κι ἐκείνη, ἡ δόλια, ἡ πρώτη του, σέ τίποτα δέν τοῦ ἀντιμιλοῦσε, δέν ἀντιδροῦσε, ἀποδεχόταν τή ζωή του ἔτσι ὅπως τῆς τήν εἶχε ἐπιβάλλει, μέ τίς ἐξαιρέσεις καί τίς μικρές ἤ μεγάλες παρασπονδίες του, τί ἤθελε κάι τή χώρισε καί ξαναπαντρεύτηκε κι ὄχι μόνο αὐτό, τά παιδιά, τ' ἄλλα του δυό παιδιά, τί τά 'θελε; Μήπως, καί πότε πρόλαβε νά τά ζήσει ἀπό κοντά; Τί ξέρει ἄραγε γι' αὐτά;

Ὅσο ἦταν μικρά τά συναντοῦσε τοὐλάχιστον κάποιες φορές τό βράδυ πρίν κοιμηθοῦν, ἄν τύχαινε κεῖνος νά ἐπιστρέψει νωρίς. Ὕστερα, μέ τά χρόνια, ἡ Φλορίτα ἔπαθε τόν πρῶτο της νευρικό κλονισμό, αὐτός δέν ἤξερε πῶς ν' ἀντιδράσει, πλήρωνε ἔτσι κι ἀλλιῶς τούς καλλίτερους εἰδικούς... Τί νά 'κανε αὐτός; Εἶχε καί τίς δουλειές του, καί τοῦ λόγου τους ποτέ δέν περιμένουν. Ἔρχεται μιά στιγμή, ἀντιθέτως, πού περιμένεις ἐσύ καί τίς κοιτᾶς σάν χάνος νά περνοῦν δίπλα σου, πηγαίνοντας σάν κακιασμένες ἐρωμένες σ' ἄλλους, καί σοῦ βγάζουν μάλιστα τότε κι ὅλας καί τή γλώσσα κοροϊδευτικά... Πῶς ν' ἄφηνε τίς δουλειές του;

Καί τά παιδιά του χαμένα μέ τά σχολεῖα, τίς ἱππασίες, τίς ἱστιοπλοΐες, τά μπαλέτα, τίς ἐπί πλέον ξένες γλῶσσες, τά ἰδιαίτερα, μέ τίς σπουδές τους στό ἐξωτερικό μετά, ἄλλο στήν Ἑλβετία, ἄλλο στήν Ἀγγλία, τ' ἄλλα δύο στήν Ἀμερική, σέ διαφορετικές Πολιτεῖες, ποῦ νά τά προλάβει;

Καμιά φορά μάλιστα, ἀναρωτιέται τί εἴδους σπουδές πλήρωνε τόσα χρόνια. Πού τά 'χει βάλει στίς ἐπιχειρήσεις του, κι ἅμα δέν ἦταν συνεχῶς ἀπό πάνω τους αὐτός νά τά ἐλέγχει, νά τά συμβουλεύει καί νά 'χει τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο πάντα λόγο, δέν θά 'ταν ἱκανά ἀκόμη νά ξέρουνε, ὄχι μόνο ποῦ πᾶν, ἀλλά οὔτε καί ποῦ καί πῶς μπουσουλᾶν τά τέσσερα...


**


Κόντευε νά φτάσει στό Ἀεροδρόμιο. Ἡ κίνηση μπροστά του εἶχε ἀρχίσει νά πυκνώνει. Τόν ἐκνεύριζαν ὅλ' αὐτά τ' αὐτοκίνητα. Δεκάδες-χιλιάδες αὐτοκίνητα. Δέν ὑπῆρχε κανένας δρόμος πλέον γιά νά μπορεῖ νά κινηθεῖ ἄνετα κάποιος. Κι ἦταν γι' αὐτόν φοβερό χάσιμο χρόνου. Ὅσο κι ἄν διέθετε τηλέφωνο, φάξ κι ἕνα σωρό ἄλλες ἀνέσεις στό αὐτοκίνητό του, ἐπρόκειτο, ὁπωσδήποτε, γιά ἕνα ἀδυσσώπητο χάσιμο χρόνου.

Ἀλλά καί μέ τόν δεύτερο γάμο του, τελικῶς, ἔχανε χρόνο. Θυμήθηκε τή στιγμή ἐκείνη, πρίν ἕνα-ἑνάμισι χρόνο, πού ἦρθε ὁ δεύτερος κλονισμός τῆς Φλορίτας κι ἀποξενώθηκαν τελείως. Τελευταῖα, μάλιστα, κάποιος τοῦ 'χε σφυρίξει ἀπ' ἔξω-ἀπ' ἔξω πώς τήν εἶχαν δεῖ ἀρκετές φορές νά γευματίζει μέ κάποιον νεαρό κι ὄχι μόνο σέ ἀπόμερα, μά καί σέ πιό γνωστά στέκια.

Τό νά τή χωρίσει, σκέφτηκε, ἦταν γι' αὐτόν τό πιό εὔκολο καί τό πιό γρήγορο πράγμα στόν κόσμο. Καί γι' αὐτήν, ἴσως, πιό συμφέρον ἀπό τό νά πέθαινε κεῖνος καί νά χήρευε. Θά τήν ἐξασφάλιζε καλλίτερα καί μέ τέτοιον τρόπο, ἀσφαλῶς, πού θά ζοῦσε ἄνετα γιά τήν ὑπόλοιπη ζωή της. Τό πρῶτο μάλιστα πού θά τῆς ἔδινε, θά 'ταν αὐτό τό σπίτι. Τό σπίτι-ἐφιάλτη του.

Τώρα λοιπόν πού τό ἀναλογιζόταν, πράγματι, δέν εἶχε ποτέ του νοιαστεῖ νά κάνει μιά διαθήκη. Οὔτε καί σάν πιθανότητα ἤ σάν ἀστεῖο ἔστω δέν τοῦ 'χε ὥς σήμερα, ξαναπεράσει ἀπό τό μυαλό. Κι ἄραγε, αὐτή τή στιγμμή, γιατί νά 'χει τέτοιους συνειρμούς; Κι εἰδικά πού ἔνιωθε περισσότερο ἀπό ποτέ καλά κι ὑγιέστατος. Ἀκμαιότατος. Οὔτε στήν ἐφηβεία του, τρόπος τοῦ λέγειν, ἔτσι... Τί κόλπα τοῦ 'στηνε τό μυαλό του μέ διαθῆκες καί σχετικές βλακεῖες;

Ἴσως καί νά γερνοῦσε, σκέφτηκε, κι ἀπόρησε. Κόντευε τά ἑβδομήντα, ἀλλά δέν τοῦ φαινόταν. Τά μαλλιά του παρέμεναν πυκνά καί διατηροῦσαν τό χρῶμα ἐκεῖνο πού 'χαν καί στά σαράντα του, ἔστω κι ἄν κάνα-δυό φορές τό χρόνο χρησιμοποιοῦσε στό λούσιμό τους τό παπαζωτό, ἕνα μαντζούνι πού τοῦ 'χε μάθει ἡ μάνα του, ἀπ' ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδί - τό χρησιμοποιοῦσε ἄλλωστε κι ἐκείνη - κι ἄν τοῦ ζητοῦσε κάποιος ἀπό τούς οἰκείους του, τοὐλάχιστον, τή συνταγή μέ τήν ἀκριβῆ δοσολογία, ὁ Ἄχθος τήν κρατοῦσε ζηλότυπα ἀποκλειστική.

Κι ἄν κανείς τύχαινε νά τόν ρωτήσει γιά τήν ἡλικία του, δέν τήν ἔκρυβε ποτέ. Ἀντίθετα, τόνιζε τό ἀκριβές της νούμερο μέ μιά χαιρεκακία στή φωνή, καί πάντοτε περίμενε τήν ἴδια στερεότυπη ἀπάντηση-ἔκπληξη: "Ἀδύνατον! Δέν σᾶς ἔκανα οὔτε μιά μέρα παραπάνω ἀπό πενήντα!" Πενήντα, τριάντα, δέκα ὀχτώ... Πότε ἦταν; Σήμερα;... Χτές;...


**


Ἅπλωσε τό χέρι του νευρικά κι ἔκλεισε τή μουσική. Κάποιες της φράσεις τόν πονοῦσαν. Περνοῦσαν μέσα του κι ἔνιωθε σάν νά τόν φίλτραραν, σάν νά τόν ἔκοβαν, ἀλλά εἶχε, ἀπό ἀρκετά νέος ἀκόμη, ἀποφασίσει νά διαφεύγει ἀπ' ὅ,τι τόν πονᾶ. Πολλές φορές, μάλιστα, ἀπό ἕνα ἔνστικτο ἴσως, στό κρισιμότερο σημεῖο μιᾶς κουβέντας, ἄς ποῦμε, ἔπαυε ν' ἀκούει. Ἄλλες φορές σταματοῦσε νά μιλᾶ καί νά νιώθει. Λές καί μιά τεράστια, πάνβαρεια μπουκαπόρτα ἔπεφτε ξαφνικά κι ἀπομόνωνε τό ἔξω ἀπό τό μέσα του κι ἐκεῖνο τό μέσα του ἀπό ἕνα ἄλλο πιό βαθύτερο μέσα του.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ἄξιζε γιά κανέναν καί γιά τίποτα νά στενοχωριέται. Ἔπρεπε ὅμως νά ἐπιβιώσει. Δυό ἀδέλφια του εἶχαν πεθάνει στόν πόλεμο, μωρά ἀκόμη, ἀπό θέρμες. Ἔπειτα αὐτός ἔγινε, ἀναγκαστικά, τό πρῶτο παιδί, τό μεγαλύτερο ἀπὀ τ' ἄλλα τρία πού ἦρθαν ἀργότερα, κι ἐπιβαλλόταν, μαζί μέ τόν πατέρα καί τή μάνα του, νά φροντίσει, ἐκτός άπό τόν ἑαυτό του κάι γιά τή δική τους ἐπιβίωση.

Ὁ πατέρας τόν ἔπαιρνε μαζί του στά χωράφια καί τά πρόβατα. Ποῦ καιρός γιά σχολεῖα καί ἄλλα; Ὥς τή δευτέρα δημοτικοῦ πῆγε κι αὐτό μέ τά χίλια ζόρια. Ἴσα πού νά μάθει νά γράφει τ' ὄνομά του, νά διαβάζει τήν Ἄλφα-Βήτα καί νά διδαχτεῖ τίς τέσσερις πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς. Μόνο στή διαίρεση κόλλαγε ἀπό πάντα. Στή μοιρασιά.

Πάντως φρόντισε τ' ἀδέλφια του καί δέν θά 'πρεπε νά τοῦ 'χουν κανένα παράπονο. Ἀρσενικά καί θηλυκά, τά 'βαλε ὅλα στίς δουλειές του, καί τά προίκισε μέ τό παραπάνω. Ὥς καί τ' ἀνήψια του, αὐτός τά σπούδασε. Μαζί μέ τά παιδιά του. Κάποια μάλιστα ἀπ' αὐτά καί καλλίτερα ἀπό τά δικά του. Κι ἐτοῦτα μέ τίς δουλειές του τά 'χει κι ἀνακατεύονται.

Κι ὄχι βεβαίως ἐπειδή ἔχει τάχα στούς συγγενεῖς περισσότερη ἐμπιστοσύνη. Πιστεύει ἄλλωστε ἀκράδαντα πώς "μέ συγγενή φάε καί πιέ κι ἀλισβερισι μή ἔχεις" καί προτιμάει ἀσύγκριτα τούς ξένους. Αὐτοί στό κάτω-κάτω τῆς γραφῆς ἀναγνωρίζουν τούς κόπους καί τήν προσφορά σου. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, οἱ συγγενεῖς, ὅλο παράπονα εἶναι κι ὅλο κατεβασμένα μοῦτρα. Δέν χορταίνουν μέ ποτέ. Ὅλο "δῶσε καί δῶσε". Ἀνικανοποίητοι καί μέ τίς ἀμοιβές τους καί μέ τίς θέσεις. Ἴσως γιατί δέν ἀφήνει κανένα τους νά κάνει πουθενά στίς δουλειές του κουμάντο... Τί νά ὑποθέσει ἄλλο;...

Τήν καλή κουβέντα πάντως καί τό χάδι τους -τό χάδι τους!; τρόπος τοῦ λέγειν - δέν τά γνώρισε ποτέ. Οὔτε ἀπό τόν πατέρα ἤ κι ἀπό τή μάνα του. Κι εἰδικά ἀπό τή μάνα του, πού τό στόμα της κόλλαγε ὅταν μιλοῦσε γιά τά παιδιά πού τῆς πεθάναν, καί στ' ἄλλα, τά μικρότερά του. Εὐχή της καί κατάρα της στόν Ἄχθο νά τά φροντίζει ὅσο ζεῖ. Αὐτά καί τά παιδιά τους καί τά παιδιά τῶν παιδιῶν τους, ἄν ἦταν δυνατόν.

Εἶχε φτάσει ἐπιτέλους στή μεγάλη διχάλα τῆς παραλιακῆς. Σέ λίγο, μετά τόν ἀνισόπεδο κόμβο, θ' ἄνοιγε ὁ δρόμος καί θά 'φτανε στό γραφεῖο του. Ἴσως θά 'πρεπε νά συνεννοηθεῖ μέ τή γραμματέα του ν' ἀκυρώσει ὅλα του τά ραντεβού, ὄχι μόνο αὐτῆς, ἀλλά καί τῆς ἑπόμενης ἑβδομάδας, καί νά 'φευγε γιά ἕνα ταξίδι. Ἔπρεπε κάποια στιγμή στή ζωή του νά σταματήσει πλέον αὐτόν τόν τρελό ρυθμό δουλειᾶς. Τῆς δουλειᾶς-καταδίωξης.

Σταμάτησε μαλακά στό κόκκινο φανάρι καί κατέβασε τό παράθυρο. Ἡ θάλασσα στήν ἀντικρινή μεριά τῆς Λεωφόρου εἶχε - πράγμα περίεργο ὅσο καί σπάνιο - ἕνα βαθύ μπλέ, πού τοῦ φάνηκε, πρώτη φορά, νά τόν καλοῦσε, νά τόν προκαλοῦσε, νά τόν φώναζε - ἤτανε σίγουρος πώς ἄκουσε τή φωνή της - σάν νά τόν ἤθελε, τοῦ φάνηκε, νά τοῦ παραδινότανε σάν χάρις. Πῆρε βαθειάν ἀνάσα.

Καί τότε νόμισε σάν κάτι αἴφνης νά γλίστρησε ἐντός τοῦ αὐτοκινήτου. Κάτι ὡς χέρι, ἄς ποῦμε, πού φευγαλέα τεντώθηκε νά τόν ἀγγίξει. Ἀνατρίχιασε. Κι ἔνιωσε, συγχρόνως, μιάν ἀκατάσχετη ταχυπαλμία. "Τί διάβολο!...", μονολόγησε, δίχως καί νά τά καταφέρει νά ἐπιβληθεῖ στόν ἑαυτό του.

Τό φανάρι εἶχε ἀνάψει πράσινο ἐν τῶ μεταξύ κι ὅλα τά ὀχήματα πού στέκονταν στήν οὐρά πίσω του, ἄρχισαν τρελό κορνάρισμα, καθώς καθυστεροῦσε τήν ἐκκίνηση τοῦ δικοῦ του.

Ἀσυναίσθητα κι αὐτόματα πάτησε τό γκάζι ὥς τό τέρμα, οἱ τροχοί σπίνιαραν, τό αὐτοκίνητο, λές κι αἰφνίδια τό κλώτσησε κάποιος ἀόρατος γίγαντας, τινάχτηκε μπροστά, τό χέρι - ἐκεῖνο πού τοῦ 'χε φανεῖ σάν χάδι ὅτι τόν ἄγγιξε - ὅπως ξερόφυλλο, ὁ ἀγέρας πού σηκώθηκε τό βούτηξε, τό ξαναπέταξε ἔξω κι ὁ Ἄχθος τό 'χασε.


**


Ὅταν μπῆκε στό γραφεῖο του ἦταν ἄσπρος σάν τό χαρτί. Ἡ γραμματεύς του μέ τό πού τόν εἶδε-τρόμαξε. Τοῦ εἶπε ἁπλῶς ὅτι ὁ καφές του τόν περίμενε σερβιρισμένος ἤδη κι ἀπέφυγε νά τοῦ ἀναφέρει τ' ὁτιδήποτε ἄλλο γιά τό πρόγραμμα τῆς σημερινῆς του μέρας.

Σωριάστηκε στή δερμάτινη πολυθρόνα του, μή μπορώντας νά συνέλθει ἀκόμα ἀπό τήν ἔκβαθη ταραχή κι ἀδυνατώντας ἐπίσης νά ἑξηγήσει τό γιατί ὅλης αὐτῆς τῆς ὑπερβολικῆς ἀντίδρασής του.

"Πάρε μου τόν Μικρόπουλος, τόν δικηγόρο", ψέλλισε μονάχα, ἀφηρημένα σχεδόν, "καί πέρασέ μου τή γραμμή, μόλις τόν βρεῖς. Ἐπειγόντως!... Ἄ, καί ποῦ εἶσαι...", σταμάτησε τή γραμματέα του λίγο πρίν βγεῖ ἀπό τήν πόρτα, "δέν εἶμ' ἐδῶ γιά κανέναν ἅλλον, ἄκουσες;", συμπλήρωσε ἀπότομα κι ἀρκετά πιό ζωηρά αὐτή τή φορά.

Δέν ἄφηνε ποτέ του καμιά σκέψη ἤ καί τήν παραμικρή του ἰδέα σ' ἐκκρεμότητα. Παρά μόνο γιά πολύ προσωρινά, τοὐλάχιστον ἕως νά προλάβει νά προλειάνει κατάλληλα τό ἔδαφος γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ἀποφάσιζε-σκόπευε-ἐκτελοῦσε. Μέ ταχύτητα ὁπλοπολυβόλου. Πιθανόν, ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐπιτυχιῶν του νά τ' ὤφειλε σ' αὐτό: Αἰφνιδίαζε τούς πάντες καί τά πάντα κι ὅλοι ἀντιδροῦσαν τό ἴδιο μέ τό σῶμα πού δέχεται μιάν ὁλόκληρη γεμιστήρα στό κλίκ τοῦ χρόνου μιᾶς ριπῆς.

Κι ἀπό τό πρωΐ σήμερα τοῦ 'χε σφηνωθεῖ ἡ ἰδέα τῆς διαθήκης του κι ἔπρεπε νά ξοφλήσει καί μ' ἀυτό. Τί νά μοιράσει βέβαια καί σέ ποιούς; Καί πῶς; Σάν τή ζωή του ἄραγε, πού μοιρασμένη δῶθε-κεῖθε κι ὅλο ἀμοίραστη παρέμενε τελικά, πού ὅλο τήν περιφύλαγε σάν περιούσιο φυλαχτό;...

Ἔπρεπε νά ξεμπερδεύει, σκέφτηκε, καί νά τελειώνει! Μ' ἐκεῖνο ὅμως πού ἀκόμα δέν εἶχε τελειώσει, ἦταν ἕνα βάρος ἀσήκωτο σάν πόνος ὀξύτατος καί, συγχρόνως, διάχυτος στήν ὕπαρξή του σύμπασα, ὅπως ἐπίσης καί μέ τό συνεχές κι ἀδιάλειπτο φτεροκόπημα τῆς καρδιᾶς του.

Κοίταξε τό στέρνο του καί τοῦ φάνηκε στό ἄσπρο του πουκάμισο σάν νά 'χε ἀποτυπωθεῖ ἕνα χνάρι. Σάν νά 'δε ξανά κεῖνο τό χέρι πού 'χε παραβιάσει τήν ἰδιωτικότητα τοῦ χώρου τοῦ αὐτοκινήτου του. Τόν ζέσταινε. Τόν ἔκαιγε. Ὅπως σέ ζεματάει καί σέ λιώνει τό πιό ἀφόρητα λαχταρισμένο χάδι. Ἕνα κράκ. Θέ μου..., μάνα μου...

Κύμα παλιρροϊκό σηκώθηκε σάν ἀπό τό πουθενά. Οὐδείς κυματοθραύστης ἀντιστάθηκε. Τόσο τσιμέντο ξόδεψε... Μ' ἀρραγές μπετόν τούς ἔχτιζε καί τούς ὕψωνε τόσα χρόνια... Καί τώρα σάν νά 'ταν τίποτα ἐθραύσθησαν...

Ἕνα κράκ ἀθόρυβο, βαθύτερο. Σάν ἀπό δάκρυα τό πέλαγος πού ἀνοίχτηκε. Ποιός Θεός, ποιά μάνα θάλασσα τόν βαστάει ἀγκαλιά; Ποιός ἄνεμος πῆρε τό βάρος του, τό φύσηξε καί φούσκωσε μ' αὐτό λευκά πανιά;...

Γαλήνη. Καί τό χτεσινοβραδινό του ὄνειρο κομμάτι ἀπό τό τώρα. Δέν πρόφτασε νά πάρει ἀποσκευές, ν' ἀφήσει ὁδηγίες. Καί τό εἰσιτήριο θά τό 'παιρνε στό δρόμο. Δέν πρόλαβε παρά ἕν' ἄγγιγμα κι ἐκεῖνο ἀπό τύχη...

... Λευκά φτερά -τόσο τό βάρος- πετοῦν σ' ἕνα διάδρομο πού βλέπει φῶς, περιστέρι ὁ Ἄχθος πλέον-ταξιδεύει...