Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Δημήτρη Μαρτίνου: Γιά τόν Μανώλη μας δέν ξέρω*

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Ὁ γάιδαρος, φτάνοντας δίπλα στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς, σταμάτησε μοναχός του στὸν ἴσκιο τοῦ κυπαρισσιοῦ. Τόσα χρόνια πιὰ εἶχε μάθει τὸ δρομολόγιο μὲ κάθε λεπτομέρεια. Ὁ Μιχαλιὸς ἄρχισε νὰ ξεδιπλώνει τὴν πραμάτεια του, τυλιγμένη μὲ τάξη σὲ καθαρὰ σεντόνια γιὰ νὰ μὴ σκονίζεται στὸ δρόμο, καὶ νὰ τὴν ἀκουμπᾶ προσεκτικὰ στὴν πεζούλα τῆς ἐκκλησιᾶς. Πρίν καλὰ-καλὰ τὴν ἁπλώσει ἄρχισαν νὰ φτάνουν οἱ πρῶτες πελάτισσες γελώντας καὶ πειράζοντας ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Ὁ Μιχαλιὸς ἔβγαλε τὸ τεφτέρι κι ἄρχισε νὰ μοιράζει τὶς παραγγελιὲς ποὺ εἶχε πάρει τὴν προηγούμενη βδομάδα: Τὸ μαλλὶ καὶ τὶς βελόνες γιὰ πλέξιμο τῆς κυρα-Καλλιόπης (τὸν εἶχε, βλέπεις, χαϊδεμένο τὸν κανακάρη της καὶ τὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου, ποὺ ἔγνεθε στὴ ρόκα της, τοῦ ‘πεφτε σκληρό), δυὸ πῆχες κάμποτο τῆς κυρα-Μαρίας γιὰ σώβρακα τοῦ ἄντρα καὶ τοῦ γιοῦ της, ἕνα ρετάλι τσίτι  τῆς κυρα-Θοδώρας -γιὰ κανα φουστανάκι τῆς μικρῆς κι ὅ,τι περισσέψει ποδιὰ γιὰ ‘κείνη- καὶ μιὰ νυχτικιὰ, μεγάλη σὰ στραπούντα*, γιὰ τὴν Ἑλενάρα, τὴ χοντρὴ. Μαζὶ τους εἶχαν ἔρθει κι ἄλλες γειτόνισσες γιὰ νὰ μάθουν τὰ νέα ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ χωριὰ καὶ νὰ κουτσομπολέψουν. Ὁ Μιχαλιὸς δὲν ἤθελε παρακάλια γιὰ ν’ ἀρχίσει. Τόσα χρόνια ποὺ νταραβεριζότανε μὲ τὶς γυναῖκες τοῦ ‘χε γίνει συνήθειο, τ’ ἄρεσε κι ὅλας. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως ἔφερνε νὲα τρανταχτὰ, εἶχε βουίξει ὁ τόπος. Οἱ γυναῖκες κρέμονταν ἀπὸ τὸ στόμα του.
«Γιὰ πές μας, Μιχαλιὸ, ἔγιν’ ὁ γάμος;»
«Ὁ γάμος εἶχε γίνει δυὸ-τρεῖς μῆνες πιὸ μπροστὰ. Τώρα ἔγινε ἡ στεφάνωση» τοὺς ξεκαθάρισε ὁ Μιχαλιὸς κι ἄρχισε νὰ τοὺς λέει τὰ καθέκαστα. Γιὰ τὰ «καλὰ», τὰ προικιὰ τοῦ γαμπροῦ, ποὺ «τὰ πήανε στὸ νυφικὸ τὴν προπαραμονὴ τοῦ γάμου μὲ ἕξι ζύες* βιολιά, φέρανε κι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα-δὲν τῶνε φτάνανε τὰ ντόπια- ὁ σεβντάς, ὁ βήχας κι ὁ παρὰς δὲ κρούβεται.  Τὸ παστέλι; μὲ τσὶ τάβλες τὸ μοιράζανε. Σφαχτά, φαγιά, κρασιά-τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ τ’ ἀγαθά».
«Αὐτὰ τὰ περιμέναμε» τὸν ἔκοψε ἡ Πελέγρα* «γιὰ τ’ ἄλλο πές μας, ὁ Δημητρὸς -ὁ παλαβὸς ντὲ- τραούδησε;»
«Ἄλλο καὶ δὲν ἤτανε. Αὐτὸ ἔλειπε δὰ, νὰ μὴν τραουδήσει ὁ Δημητρός», ἀποκρίθηκε ὁ Μιχαλιός. Ἔχει ἀφήσει γάμο καὶ βάφτιση ἀτραούδιστα; Καλεσμένος, ἀκάλεστος πάει καὶ τὰ λέει σὲ ξένους, ὄχι ἐδῶ ποὺ ἤτανε δικοί του ἀθρῶποι!»

Δημητρὸ τὸν εἴχανε βγάλει, ὅμως ὅλο τὸ χωριὸ παλαβὸ τὸν ἔλεγε καὶ δὲν τὸν ἔννοιαζε, τὸ ‘χε συνηθίσει. Ὁ πατέρας του, ὁ Τζώρτζης, «δὲν εἶχε πολλὰ σπίρτα»* κι αὐτὸς. Φτωχὸς, μεροκαματιάρης δούλευε στὰ ξένα χωράφια. Ὅμως εἶχε σκαρώσει ἕνα τσοῦρμο παιδιὰ.  Ὁ Σπύρος, μεγαλονοικοκύρης μὲ χωράφια καὶ ζωντανὰ, τὸν συμπονοῦσε καὶ βοηθοῦσε ὅπως μποροῦσε. Αὐτὸν ἔπαιρνε πρῶτον γιὰ μεροκάματο, ὅποτε εἶχε δουλειὲς. Τοῦ ‘χε νοικιάσει –τάχατες- καὶ κάτι βορνὲς*, ποὺ ‘χανε μείνει χέρσες, γιὰ νὰ βάζει ὁ Τζώρτζης τὰ ζωντανά του. Νοίκι ὅμως δὲν τοῦ ‘παιρνε. Τὸν συμβούλευε κι ὅλας, κι ἄς εἶχε ὁ Τζώρτζης κοντὰ τὰ διπλά του χρόνια.
«Τί θὰ γίνει, κάθε χρόνο καὶ παιδὶ; Κάνε λιγάκι κράτει μωρὲ!»
«Ἅμα τὰ στέλνει ὁ Θεὸς, ἀφεντικὸ, τὶ νὰ κάμουμε;»
«Δὲ σοῦ φταίει ὁ Θεὸς, βάλε καὶ καμιὰ καπότα!»
Μετὰ ἀπὸ πεντέξι μῆνες, μόλις ἀπόκοψε τὸ μωρὸ ποὺ βύζαινε, πάλι γκαστρωμὲνη ἡ Τζώρτζαινα.
« Μωρὲ δὲ σοῦ ‘πα νὰ βάλεις καπότα;» τὸν ἀποπῆρε καλόκαρδα ὁ Σπύρος.
«Τὴν ἔβαλα, ἀφεντικό! Καὶ μὲ τσὶ μάνικες! Μὰ ‘κείνη γκαστρώθηκε.»
«Τὴν καπότα τοῦ τσομπάνη ἔβαλες μωρὲ;» τοῦ ‘πε ὁ Σπύρος βάζοντας τὰ γέλια. «Δὲν πειράζει, μὲ τὸ καλὸ νὰ λευτερωθεῖ ἡ γυναίκα καὶ θὰ τὸ βαφτίσω ἐγώ.»
Στὸ σχολειὸ ὁ Δημητρὸς τὰ βρῆκε σκοῦρα. Οὔτε νὰ γράψει, οὔτε νὰ διαβάσει τὰ κατάφερε. Μονάχα στὸ τραγούδι ἤτανε πρῶτος, φωνὴ καμπάνα. Σ’ ὅλες τὶς σχολικὲς γιορτὲς τὸν βάζανε καὶ τραγουδοῦσε τὰ «Σαράντα παληκάρια», «Τοῦ  Κίτσου ἡ μάνα» κι ἄλλα τέτοια πατριωτικά. Ὅταν ξεσκόλισε -δεκαπεντάρης πιά, τὸν βαρεθήκανε καὶ τοῦ δώσανε ἀπολυτήριο- πῆγε παραγιὸς στὸ σπίτι τοῦ Σπύρου, τοῦ νονοῦ του. Σὰν παιδὶ τους τὸν εἴχανε. Κι ὁ Μανώλης, ὁ μοναχογιὸς τους, σὰν μικρὸ ἀδερφό του. Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ στὰ γλέντια, στὶς χαρὲς καὶ στὰ πανηγύρια. Σκάρωνε καὶ κάτι στιχάκια γουστόζικα καὶ τὸν κάνανε χάζι.
Σ’ ἕνα γλέντι, ἐκεῖ ποὺ οἱ χορευτὲς ἦταν στὸ τσακὶρ κέφι καὶ τραγουδοῦσαν
πανάθεμα τὴ μάνα σου ποὺ σ’ ἔκανε μοδίστρα
καὶ τὴν καρδιά μου τύλιξες σὰ νά ‘ταν κουβαρίστρα

ἐκεῖνος, βλέποντας πὼς μιὰ ἀπὸ τὶς ντάμες δὲ χόρευε πάνω στὸ σκοπό, ἀπάντησε τραγουδιστὰ
πανάθεμα τὴ μάνα σου ποὺ σ’ ἔκανε λεβέντρα
νὰ βοηθήσει ὁ Θεὸς νὰ γίνεις καὶ χορεύτρα
.
Ἄλλη φορὰ πάλι, σὲ μιὰ βάφτιση  τραγουδοῦσαν τὰ παινέματα
νά ζήσει ὁ νεοφώτιστος καὶ νὰ γενεῖ μεγάλος
νά ‘ χει τὶς χάρες τοῦ νονοῦ ποὺ δὲν τὶς ἔχει ἄλλος

κι ἐκεῖνος, πιὰνοντας τὸ νῆμα τοῦ τραγουδιοῦ, συνέχισε
νά ‘χει τὶς χάρες τοῦ νονοῦ, σ’ ἕνα νὰ μὴν τοῦ μοιάζει
ὅταν θὰ μπαίνει στὸ χορὸ σεντὸνια μὴν τινάζει

γιατὶ ὁ νονὸς, ποὺ δὲν τὰ πολυκατάφερνε στὸ χορὸ,­­ ἀνεβοκατέβαζε τὰ χέρια του σὰ νὰ τίναζε σεντόνια ὅταν χόρευε .

«Δικοί του ἀθρῶποι, ἀπὸ ποῦ κι ὡς ποῦ;» ρώτησε ἡ Μαρία ποὺ, κατὰ πὼς φαίνεται, δὲν γνώριζε καλὰ πρόσωπα καὶ πράματα.
«Ὁ Δημητρὸς, εἶναι φιλιότσος* τοῦ πατέρα τοῦ γαμπροῦ, τοῦ Σπύρου -τοῦ πισωγλέντη ντὲ-» ἀποκρίθηκε ἡ Πελέγρα.
«Ἀμ’ ἡ συμπεθέρα του, ἡ Φρόσω, δὲ πάει πίσω» συμπλήρωσε ἡ Ἑλενάρα. «Δὲν ἔχει ἀφήσει σερνικὸ γάτη!»
Οἱ δυὸ φαρμακόγλωσσες δὲν ἔχασαν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ θυμήσουν παλιὲς ἰστορίες. Γιὰ τὸ Σπύρο κάτι εἶχε ἀκουστεῖ ἀπὸ  τότε, στὰ νιάτα του, ποὺ τὸν εἴχανε βάλει ἐσωτερικὸ σ’ ἕνα ἀκριβὸ σχολειό, νὰ μάθει γράμματα καὶ τρόπους. Ὅταν γύρισε ἄρχισε τὸ σούσουρο. Μὲ τὸ κομψὸ, εὐρωπαϊκό του ντύσιμο, τοὺς λεπτοὺς τρόπους ποὺ ἔμαθε στὸ σχολειὸ καὶ τὴν πρωτευουσιάνικη μιλιά του ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους νέους. Στὸ στρατὸ δὲν τὸν κρατήσανε. «Γιὰ λόγους ὑγείας» εἶπαν οἱ δικοί του, ἀλλὰ στὸ χωριὸ φούντωσαν τὰ κουτσομπολιά. Τότε ἦταν ποὺ τὸν εἴπανε πισωγλέντη καὶ τοῦ ‘μεινε. Κι ἄς παντρεύτηκε μετὰ κι ἔκανε καὶ παιδὶ. Κι ἄς μὴν ἀκούστηκε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τότε.
Ὅσο γιὰ τὴ Φρόσω, τὴ συμπεθέρα του, ὄμορφη γυναίκα, γλεντζοῦ κι ἀνοιχτόκαρδη, ἀκούγονταν διάφορα. Τὴν περνοῦσε, βλέπεις ὁ ἄντρας της κάμποσα χρόνια κι ἔβρισκαν εὐκαιρία ὄσες τὴ ζήλευαν νὰ χύσουν τὸ φαρμάκι τους. Ὅ,τι καὶ νά ‘κανε πάντως, χαλάλι της.
«Μὴν ἀλλάζετε τὴ κουβέντα» τὶς ἔκοψε ἡ Θοδώρα. «Γιὰ πές μας Μιχαλιό, τί στιχάκια εἶπε ὁ Δημητρός;»
«Στὴν ἀρχὴ, στὸ τραπέζι ἀρχίσανε τὰ παινέματα οἰ πιὸ κοντινοὶ συγγενεῖς, ξέρεις, αὐτὰ ποὺ λένε τὰ συνηθισμένα, νὰ ζήσει τ’ ἀντρόγυνο, οἱ συμπεθέροι, οἱ κουμπάροι καὶ τὰ τέτοια. Μόλις ἄρχισε ὁ Δημητρὸς οὗλοι κάνανε ἡσυχία ν’ ἀκούσουνε. Ξεκίνησε μὲ τὸ γαμπρὸ ποὺ ἔχασε τὴ μάνα του πιόπερσυ* καὶ κοντέψαμε νὰ βάλουμε τὰ κλάματα.
Γαμπρὲ νὰ μὴ λυπάσαι πιὰ
ἀμάν-ἀμὰν καὶ πάλι ἀμάν
ὁποὺ δὲν ἔχεις μάνα.

Μετὰ ὅμως εἴδαμε καὶ πάθαμε μέχρι νὰ  ξετελέψει τὸ δεύτερο στιχάκι. Ἄσε ποὺ τὸ τράβηξε καὶ παραπάνω μὲ τὸ ἀμάν-ἀμάν.
Τώρα θὰ ἔχεις μάνα σου
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὴ Φρόσω τὴ, τὴ Φρόσω τὴ
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὴ Φρόσω θά ‘χεις μάνα.

Ἡ συμπεθέρα εἶχε γίνει κόκκινη σὰν τὸ πατζάρι μέχρι νὰ τ’ ἀποσώσει. Καὶ δὲν τὸν ἔφτανε αὐτό, εἶπε καὶ γιὰ τὴ νύφη.
Νύφη γιὰ σὲνα εἶν’ ἡ χαρὰ
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
γιὰ σένα καὶ τὸ γλέντι.

Γιατὶ ἐπῆρες γι’ ἄντρα σου
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὸ γιὸ τοῦ Πι, τὸ γιὸ τοῦ Πι
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τοῦ Πίπη τοῦ λεβέντη.

Μέχρι νὰ τὸ ξετελέψει κι αὐτὸ ὁ νονός του κόντεψε νὰ ‘πομείνει ξερός. Στὸ τέλος ὅμως τὸν ἐφίλησε ἀνακουφισμένος».
‘Εκεῖ τέλειωσε τὴν ἀφήγησή του ὁ Μιχαλιὸς καὶ κίνησε γιὰ τὸ Κατωχώρι ποὺ τὸν περιμένανε κι ἄλλες πελάτισσες. Τὰ ὑπόλοιπα, γιὰ τὸ πῶς φτάσανε στὸ γάμο, τά ‘μαθε ἡ Μαρία ἀπὸ τὶς ἄλλες ποὺ τὰ ξέρανε ἀπὸ παλιότερο ταξίδι τοῦ Μιχαλιοῦ.

« Ὁ Σπύρος, ὁ πατέρας τοῦ γαμπροῦ ἤτανε νοικοκύρης. Ἄν εἶχε κι ἕνα κουσούρι -ἄσε ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ λέανε κι ἀπὸ ζήλεια- οὔτε ὁ πρῶτος ἤτανε, οὔτε ὁ τελευταῖος. Καὶ μπορεῖ νὰ βρῆκε περιουσία ἀπ’ τὸν πατέρα του, ἔφτιαξε κι αὐτὸς. Εἶχε στὸ σταῦλο του σερνικὰ ζωντανὰ σοϊλίδικα, ξενικὰ. Εἶχε ταῦρο, ἄλογο, χοῖρο κι ἕνα τράο* μαλτέζικο, χώρια οἱ τράοι καὶ τὰ κριάρια ποὺ ‘χε στὰ κοπάδια. Οἱ χωριανοὶ  φέρνανε τὰ ζωντανὰ τους γιὰ γκάστρωμα καὶ τοῦ πληρώνανε λαστικά*. Ἔτσι μιὰ μέρα ἔφερε τὴ ζίκα* τους κι ἡ Κατερνιώ, ἡ κόρη τοῦ Κώστα, τοῦ μυλωνᾶ. Τοῦ Μανώλη τοῦ καλάρεσε  καὶ ἄρχισε νὰ τὴ γυροφέρνει. Ἐκείνη ὅμως ντράπηκε καὶ κρατήθηκε. Τὴν δεύτερη φορὰ ὄμως δἐν κρατήθηκε. Μπῆκε μαζὶ μὲ τὸ Μανώλη στὸ κελὶ κι ἔγινε τὸ κακό. Ὁ Δημητρὸς  κοιμούντανε στὸν κῶλο τοῦ κελιοῦ*, μέσα στ’ ἄχερα καὶ δὲν τὸν πήρανε χαμπάρι. Ξύπνησε ὅταν ἄκουσε τὴν Κατερνιὼ νὰ λέει μὲσ’ τὰ βογγητά: «Ἄχου Μανωλιό μου γλύκα! Δὲν τὸ ‘ξερα νὰ σοῦ ‘δωνα ἀπὸ τὰ πέρσυ!» Ἤτανε κατὰ πὼς φαίνεται στὶς μέρες της κι αὐτή, ὅπως ἡ ζίκα καὶ γκαστρώθηκε μὲ τὴν πρώτη. Μόλις τό ‘μαθε ὁ Κώστας, ὁ πατέρας της, ἔψαξε νὰ βρεῖ τὸ Σπύρο. Δὲν ἤτανε στὸ σπίτι καὶ τράβηξε γιὰ τὸ σταῦλο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸ Δημητρό.»
«Ποῦ ‘ναι ὁ νονός σου ρὲ σύ;» τὸν ρώτησε.
«Λείπει μπαρμπα-Κώστα. Εἴντα* τόνε θὲς;» ἀποκρίθηκε ὁ Δημητρός.
«Πές μου ποῦ εἶναι νὰ πάω νὰ τόνε βρῶ»
«Πές μου εἴντα θὲς, γιὰ νὰ σοῦ πῶ κι ἐγὼ ποῦ εἶναι» πείσμωσε ὀ μικρὸς.
«Νὰ μωρὲ, γιὰ τὸ Μανώλη ποὺ γκάστρωσε τὴν Κατερνιώ», τοῦ ‘πε φουρκισμένα ὀ Κώστας.
«Νὰ σοῦ πῶ μπαρμπα-Κώστα. Γιὰ τὸν τράο καὶ τὸ χοῖρο παίρνουμ’ ἕνα δεκάρικο, γιὰ τὸν ταῦρο καὶ τ’ ἄλογο πενήντα. Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω!»

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
βορνὴ: βορεινή, χωράφι σὲ πλαγιὰ μὲ βόρειο προσανατολισμὸ
δὲν εἶχε πολλὰ σπίρτα: δὲν εἶχε πολὺ μυαλὸ
εἴντα: τί
ζίκα: ἡ κατσίκα
ζύα: ζυγιὰ μουσικῶν ὀργάνων (βιολὶ-λαοῦτο)
κελὶ: πετρόχτιστη ἀγροικία
κῶλος τοῦ κελιοῦ: τὸ πίσω μέρος τοῦ κελιοῦ
λαστικά: πληρωμὴ τοῦ ἐπιβήτορα, τὲλη ἐπίβασης
Πελέγρα: γυνακεῖο ὄνομα, Πελαγία
πιόπερσυ: πρόπερσυ
σοῦ ‘δωνα: σοῦ ‘δινα
στραπούντα: μεγάλος ὑφαντὸς σάκος ἀπὸ μαλλὶ κατσίκας.
τράος: τράγος
φιλιότσος: βαφτιστικὸς

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Τὸ γραφτὸ αὐτὸ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ προηγούμενα ποὺ φιλοξενήθηκαν στὸ ἱστολόγιο, εἶναι ἐξ ὀλοκλήρου προϊὸν δικῆς μου μυθοπλασίας. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν κάποιοι διάλογοι, ἀνεκδοτολογικοῦ χαρακτήρα, ποὺ ἔχω ἀκούσει στὰ Θερμιὰ καὶ δὲν ξέρω ἄν εἶναι πραγματικοὶ ἤ κατασκευασμένοι.
Κάποια ἀπὸ τὰ τραγούδια ποὺ ὑπάρχουν στὸ κείμενο (τὰ πιὸ γενικά) τραγουδιοῦνται σὲ ἀνάλογες περιστάσεις (γλέντια, γάμους καὶ βαφτίσια). Τὰ πιὸ εἰδικὰ τὰ σκάρωσα ὁ ἴδιος γιὰ τὴν περίσταση.

  1. Λεξιλογικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ λέξη λαστικὰ. Εἶναι παράγωγο τοῦ ρήματος λάνω. Γιὰ περισσότερες πληροφορίες δεῖτε: https://www.slang.gr/lemma/23777-lano
 * Πρώτη δημοσίευση: ἱστολόγιο Νίκου Σαραντάκου "Οἱ λέξεις ἔχουν τή δική τους ἱστορία"

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Ποιητική Βραδιά στη μνήμη της Στέλλας Αλεξοπούλου





ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΥΑ

Τήν Τρίτη 25 Ἀπριλίου 
στό Βιβλιοπωλεῖο "Ἐπί λέξει", Ἀκαδημίας 32, στίς 8.30,
οἱ φίλοι τῆς ποιήτριας Στέλλας Ἀλεξοπούλου 
ὀργανώνουμε στήν μνήμη της 
παρουσίαση τῆς τελευταίας ποιητικῆς της συλλογῆς:
Κλαράκι Μυρτιᾶς
(Ἐκδόσεις Τυπωθήτω-λάλον ὕδωρ, 2015)

Θα μιλήσουν οἱ κριτικοί Ἀλέξης Ζήρας καί Νίκος Λάζαρης
Συντονίζει ὁ Λευτέρης Τζιώκας
Ποιήματα θά διαβάσουν οἱ φίλοι της.

Ἐλᾶτε νά τιμήσετε μαζί μας μιά ξεχωριστή ἀφανῆ ποιήτρια.

           


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Χρίστου Δάλκου, "Αὐτό μᾶς μάρανε"



Στήν πρόσφατη ἀγόρευσή του στήν βουλή, ὁ πρωθυπουργός τῆς χώρας χρησιμοποίησε ἀντί τοῦ ὀρθοῦ τύπου «αἰτεῖται» τό ἐξοργιστικό «αἰτᾶται». Ἀλλά ἀκόμα πιό ἐξοργιστική ὑπῆρξε ἡ ἀντίδρασή του στήν διόρθωση τοῦ ὀλισθήματος: «Αυτό σας μάρανε!». Καί εἶναι ἐξοργιστική ἡ ἀντίδραση αὐτή, διότι ἀντί τῆς ταπεινῆς παραδοχῆς τοῦ γλωσσικοῦ ὀλισθήματος ἐπιχειρεῖ νά καθαγιάσῃ τήν κακοποίηση τῆς γλώσσας μας μέ τό λανθάνον ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἔγνοια γιά τήν γλῶσσα μας δέν εἶναι καί τόσο σημαντικό πρᾶγμα ὅσο π.χ. τά χρέη τοῦ Ἐθνικοῦ Κήρυκα Χανίων.
Δέν ἔχω δέ καμμιά ἀμφιβολία ὅτι ἄν γινόταν θέμα γι᾿ αὐτήν τήν θρασεῖα ὑπεράσπιση τῆς ἀμορφωσιᾶς, ἕνα σωρό αὐτόκλητα (σω)τσυράκια τῆς γλωσσολογίας θά ἔσπευδαν νά ξιφουλκήσουν ἐναντίον τῶν ἐπάρατων «ρυθμιστικῶν» διορθωτικῶν παρεμβάσεων καί νά κατακεραυνώσουν ὅσους ὑπεραμύνονται ὄχι μόνο τῆς χρήσης ἀλλά καί τῆς γνώσης τῆς γλώσσας, ἀπαραίτητης προϋπόθεσης γιά τήν ὀρθή της χρήση.
Ἐξηγοῦμαι: Τό ἀρχαῖο ρῆμα «αἰτέομαι > αἰτοῦμαι» ἐνωφθαλμίστηκε στήν νέα ἑλληνική ἀπό τούς ὑπέρ τό δέον κατηγορημένους λογίους τοῦ ἔθνους -ὅπως καί τά ἐπίσης λόγια «παραιτοῦμαι», «ἀπαιτοῦμαι»- πρᾶγμα πού συνιστᾷ μιά καθ᾿ ὅλα εὐλογημένη «ρύθμιση», ἀφορῶσα τό πενῆντα καί παραπάνω τοῖς ἑκατό τοῦ λεξιλογικοῦ πλούτου τῆς γλώσσας μας. Αὐτόν τόν πλοῦτο δέν μποροῦμε νά τόν καταργήσουμε, οὔτε νά τόν προσαρμόσουμε συλλήβδην στά μορφολογικά πρότυπα τῆς «νέας» ἑλληνικῆς, γιατί ἀποτελεῖ πλέον μιά δεύτερή της φύση. Κοντολογίς, δέν μποροῦμε πιά, κατά τό πρότυπο τοῦ νεοελληνικοῦ «ζητάω» νά λέμε καί νά γράφουμε «παραιτᾶται», «ἀπαιτᾶται», ἀλλά ὀφείλουμε νά συμμορφωθοῦμε πρός τίς ἀπαιτήσεις τῆς λόγιας / ἀρχαίας γλωσσικῆς παράδοσης μαθαίνοντας ἐπί τέλους  αὐτό πού δέν ξέρουμε.
Γι᾿ αὐτό ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας, μεσαιωνικῆς καί νεώτερης, καθαρεύουσας καί δημοτικῆς, γραμματικῆς καί γραμματειακῆς μας παράδοσης ἀποτελεῖ ὅρο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τήν γλωσσική / πολιτισμική μας ὕπαρξη καί δημιουργία. Βλέπουμε ἐν τούτοις ὅτι ἡ παράδοση αὐτή πλήττεται, καί παλαιότερα, καί στίς μέρες μας ἀπό τούς θιασῶτες ἑνός στενά χρησιμοθηρικοῦ πνεύματος πού τό πρωθυπουργικό «Αυτό σας μάρανε!» ἐκφράζει παραστατικώτατα. Αὐτό λοιπόν μᾶς μάρανε πού καταργήθηκε ὁ θουκυδίδειος «Ἐπιτάφιος»· αὐτό μᾶς μάρανε πού ἐπιχειρήθηκε ὁ ὀβελισμός τῆς «Ἀντιγόνης»· καί βέβαια –καί κυριώτατα- αὐτό μᾶς μάρανε πού ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ὑπονομεύεται καίρια, ἀφοῦ τό μάθημα δέν ἐξετάζεται, ὁδεύοντας, κατά τό πάγιο ἔθος τῆς ἀνερμάτιστης νεοελληνικῆς κοινωνίας, στά ἀζήτητα.
Ἄς μή γελιώμαστε, ὅμως. Ὅταν θά ἔχουν δημιουργηθῆ τεράστιες στρατιές παιδιῶν ἀμόρφωτων καί ἀνάγωγων, ἀποξενωμένων ἐντελῶς ἀπό τίς ἀξίες τῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τότε καί ἡ διδασκαλία τῆς «Ἀντιγόνης» ἤ τοῦ «Ἐπιταφίου» θά μεταβληθῇ σέ μιά ἀξιοθρήνητη καρικατούρα –τά πρῶτα σημάδια εἶναι ἤδη ἐμφανῆ-, ὁπότε ἡ κατάργησή της θά φαντάζῃ ὡς πράξη αὐτονόητου ρεαλισμοῦ.
Αὐτό τό εὔλογο συμπέρασμα προκύπτει ἀπό τήν διαπίστωση ὅτι τό πνεῦμα τοῦ «αὐτό σᾶς μάρανε», ἡ εὐθεῖα ἐπίθεση κατά τῆς γλωσσικῆς / πολιτισμικῆς μας διαχρονίας εἶναι διάχυτο σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καί βέβαια στούς κύκλους ὅσων διαχειρίζονται τίς τύχες τῆς παιδείας μας, πολλῶν φιλολόγων / γλωσσολόγων συμπεριλαμβανομένων. Μιά ματιά στά λεγόμενα τοῦ πατέρα τῆς δομικῆς γλωσσολογίας, τοῦ Φ. ντέ Σωσσύρ, πού οἱ ἐγχώριοι ἀναμασητές τῆς ξένης σοφίας τόν ἔχουν γιά Βαγγέλιο, δείχνει ποιό εἶναι τό «θεωρητικό» ὑπόβαθρο ἀπ᾿ τό ὁποῖο πηγάζει ἡ ἀμιγῶς «συγχρονική» ἀντίληψη στήν γλῶσσα, αὐτό τό ἰσοπεδωτικό «μίσος γιά τό παρελθόν» καί ἡ ἀποθέωση τοῦ γλωσσικοῦ «παρόντος»:
«Γι᾿ αὐτό ὁ γλωσσολόγος, πού θέλει νά ἀντιληφθεῖ τήν κατάσταση αὐτή, ὀφείλει νά ἐξαλείψει ἐντελῶς καθετί πού τήν παρήγαγε καί ν᾿ ἀγνοήσει τή διαχρονία. Δέ μπορεῖ νά μπεῖ μέσα στή συνείδηση τῶν ὁμιλούντων παρά μόνο καταργώντας τό παρελθόν. Ἡ παρέμβαση τῆς ἱστορίας δέ μπορεῖ παρά νά κάνει ψεύτικη τήν κρίση του. Θά ἦταν ἀνόητο νά σχεδιάσουμε ἕνα πανόραμα τῶν Ἄλπεων παίρνοντάς το ταυτόχρονα ἀπό πολλές κορυφές τοῦ συγκροτήματος τοῦ Jura· ἕνα πανόραμα πρέπει νά παρθεῖ ἀπό ἕνα μόνο σημεῖο...» (Φ. ντέ Σωσσύρ, Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας, σ. 117, βλ. καί Χ. Δάλκου, Τά ἰδεολογήματα τῆς νέας γλωσσολογίας, σ. 16 κ.ἑ.).
Θά ᾿λεγε κανείς πώς ἡ κατάργηση τοῦ γλωσσικοῦ παρελθόντος, ἀπό τήν παιδεία μιᾶς χώρας πού τό μεγαλύτερο συγκριτικό της πλεονέκτημα εἶναι τό ἀχανές γλωσσικό της παρελθόν, ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἀπίστευτης καί βλακώδους πνευματικῆς / πολιτισμικῆς αὐτοκτονίας. Δέν πρόκειται ὅμως γιά βλακεία, πολύ περισσότερο γιά αὐτοκτονία, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, εἴτε τό ξέρουν εἴτε δέν τό ξέρουν, νοιάζονται νά ἀνταποκριθοῦν στίς ἀνάγκες καί τίς ἀπαιτήσεις ὄχι τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καί πραγματικότητας, ἀλλά αὐτές τοῦ παγκοσμιοποιούμενου χρηματιστικοῦ κεφαλαίου, πού στήν ἐποχή μας ἔχει ἀμερικανικό πρόσημο.
Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ πρεμούρα τους νά εἰσαγάγουν τήν διδασκαλία τῆς ἀγγλικῆς ἤδη ἀπό τήν β΄ δημοτικοῦ. Ποῦ πῆγαν ἐκεῖνοι οἱ ὑποκριτικοί φόβοι ὅτι θά ὑπάρξῃ γλωσσική σύγχυση στά παιδιά, ἄν διδάσκονταν τά ἀρχαῖα, καί μάλιστα ὄχι στό δημοτικό ἀλλά στό γυμνάσιο; Ἄν πῇς καί γιά τήν πρεμούρα τους νά μήν διορθώνωνται τά λάθη, καί νά μήν ὑπάρχῃ ὁποιαδήποτε γλωσσική «ρύθμιση», πῶς ὀνομάζεται ἡ πρωτοβουλία κάποιων «ἀγνώστων» -ἄχ! αὐτοί οἱ ἄγνωστοι!- νά μετονομάσουν τήν α΄ ἐθνική κατηγορία σέ Super League καί τήν β΄ ἐθνική κατηγορία σέ Football League; Δέν εἶναι αὐτή ἡ παρέμβαση ἐξόχως «ρυθμιστική»; Ἤ μήπως τό γεγονός ὅτι ἡ «ρύθμιση» εἶναι ἀφανής ἤ λαθραία τήν νομιμοποιεῖ; Τά κέντρα φιλοξενίας γιατί ὀνομάζονται hot spots; Θά μοῦ πῆτε τό ἐπέβαλε ἡ τηλεόραση. Καί ἀπό πότε ἕνα ὀλιγάριθμο ἐπιτελεῖο ἐξωνημένων δικαιοῦται νά ἐπιβάλλῃ «ρυθμίσεις», καί δέν δικαιοῦται ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πού (θά ᾿πρεπε νά) εἶναι τό Ὑπουργεῖο Παιδείας;
Καί τί νά πῇ κανείς γιά τούς (ἀμερικανο)antifaσίστες πού πότε μᾶς συνιστοῦν don᾿t call me Greek (σιγά μή σᾶς ἀπονείμουμε τόν τιμητικό τίτλο, ρετάλια τῆς ἀμερικανοκρατίας!) καί πότε μᾶς συμβουλεύουν antifaτικώτατα: support your local (φαίνεται στά «λόκαλ» δέν συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γλῶσσα τῶν ἀφελῶν ἰθαγενῶν!). Πρέπει λοιπόν νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ ποικίλοι ἐγκάθετοι ἤ ἁπλῶς χρήσιμοι ἠλίθιοι τοῦ παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμοῦ μᾶς ἔπιασαν ἀμερικανάκια (ἑλληνιστί «κώτσους») καί μᾶς ὠθοῦν νά ἐγκαταλείψουμε τά πολιτισμικά μας τιμαλφῆ στά ἀζήτητα, νά καταργήσουμε μέ μιά μονοκοντυλιά τό «παρελθόν».
Ὅμως, σήμερα, πού τείνει νά ἀποδειχθῇ περίτρανα ὅτι ἡ «συγχρονία» ἀλληλοδιαπλέκεται ἀξεδιάλυτα μέ τήν «διαχρονία», καί ὅτι ἡ «νεο»ελληνική συντηρεῖ ζωηρότατες μνῆμες ὄχι μόνο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀλλά καί τῆς λεγομένης «προελληνικῆς» (ἤτοι τῆς πρό τοῦ 2.000 π.Χ. ὁμιλουμένης σ᾿ αὐτόν τόν τόπο πρωτοελληνικῆς γλώσσας), ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ μέγιστου πολιτισμικοῦ μας ἀγαθοῦ, τῆς γλώσσας μας, πρέπει νά ἀλλάξῃ ἄρδην. Δέν πρόκειται μόνο γιά τίς ἀμμουδιές τοῦ Ὁμήρου ἀλλά καί γι᾿ αὐτές τῆς πρωτοελληνικῆς «θάλασσας»· δέν πρόκειται μόνο γιά τίς κορυφές τῶν ὁμηρικῶν «ὀρέων» ἀλλά καί γιά τίς κορφές τῶν πρωτοελληνικῶν «βουνῶν».
Τήν ἀντιπαραβολική διερεύνηση «νέας» καί ἀρχαίας, ἀρχαιοελληνικῆς καί πρωτοελληνικῆς γλωσσικῆς παράδοσης, μόνο ἐμεῖς μποροῦμε νά διεκπεραιώσουμε εἰς βάθος, συνεισφέροντας καίρια καί οὐσιαστικά στόν πανανθρώπινο πολιτισμό, ἀρκεῖ νά προσεγγίσουμε καί νά γνωρίσουμε εἰς βάθος καί τίς δύο μορφές τῆς γλώσσας μας, ὑπερβαίνοντας πνευματοκτόνα συμπλέγματα καί μικρόνοες «προοδευτισμούς». Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοια, στήν ἐπιτιμητική τῆς ἔγνοιας μας γιά τήν γλῶσσα ἀποστροφή «Αυτό σας μάρανε!» ἦρθε καιρός νά ἀπαντήσουμε: Ναί, αὐτό μᾶς μάρανε, καί μᾶς μαραίνει, αὐτό πού πιό πολύ θά μᾶς κάνῃ καί ν᾿ ἀνθίσουμε!

* Ὁ κ. Χρίστος Δάλκος εἶναι φιλόλογος

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Νατάσας Κεσμέτη: Σημειώσεις για τη Φωνή της στους Χαιρετισμούς



Μνήμη Μυρτῶς Δουλῆ-Πορφύρη

Τήν ἀκούγαμε ἀπό τόν γυναικωνίτη. Τήν ἀναγνωρίσαμε μέ τό «Ἄσπιλε», καθώς ἀνέβαινε, ὁλοένα ἀνέβαινε ἡ φωνή της. Τρομάζεις ἐκεῖ πάνω στόν κακοφωτισμένο διάδρομο· σάν στοιχειωμένο παρασκήνιο. Τρομάζεις μέ τήν ἐρήμωση, τήν ἐγκατάλειψη. Τ ό τ ε πάντως, τριάντα χρόνια πρίν δηλαδή… Οἱ παμπάλαιες ψάθες στά μωσαϊκά, οἱ σκληρές, οἱ ἄβολες, οἱ ἴδιες ἐκεῖνες καρέκλες τοῦ κατηχητικοῦ, οἱ μετακατοχικές καρέκλες. Μαζί τους κάθεται πάνω στήν καρδιά ὁ μεταπόλεμος μέ μαυρισμένες ψάθες :
Ἀπ’ τόν καιρό τοῦ πάπα Πέτρου, καί πιό πίσω οἱ ἴδιες, μοῦ ψιθύρισε ἡ Ν. πού καθόταν δίπλα μου, τή στιγμή πού σκεφτόμουνα: Τί τοῦ κάναμε τοῦ τόπου μας, Θεέ μου!..
Αἴφνης ἦρθε μέ τό «Ἄσπιλε» ἡ φωνή, καί μέ τή φωνή, κάτι βράδια ὑγρά στό φορτωμένο λεωφορεῖο. Ἐμεῖς, ἴσως γυρίζαμε ἀπ’ τό γιατρό στήν Σατωβριάνδου· ἡ Μυρτώ; Ἴσως ἀπό τό Ὠδεῖο… Μέσα στό συνωστισμό ἔλαμπε τό χρυσό της κεφάλι. Τί πλεξοῦδες!
Τά μάτια της ἀπό μαλαχίτη ἤ ἀπό ἄλλο κρυσταλλικό, ἰριδωτό πέτρωμα; Μπορεῖ ἔτσι νά μοῦ φαινόταν ἐμένα; Κι ἀφοῦ στήν πραγματικότητα ἦταν τυρκουάζ, γιατί τά συνέδεα μέ τό πιό ἀσυνήθιστο πράσινο; Ἴσως γιατί τήν ἔλεγαν Μυρτώ;
Ἀπό τότε μέ τά χρώματα τῶν λέξεων, καί ὄχι μέ τά χρώματα τῶν πραγμάτων, ἄν βέβαια εἶναι ἄλλα. Ἔστω…
Στό λεωφορεῖο τότε, ὅλα τά κουρασμένα βλέμματα πάνω της· ἦταν τό καμάρι μας. Φοροῦσε καμηλό παλτό. Οἱ πλεξοῦδες στεφάνωναν τό κεφάλι της.
Τό λιγότερο πενήντα χρόνια μετά, στόν ἐνοριακό ναό: ἐκείνη ψάλλει μπροστά στήν Εἰκόνα, ἐμεῖς ἀπ’ τή σκοτεινιά τοῦ γυναικωνίτη ‒τή συλλογική μήτρα αὐτοῦ τοῦ τόπου πού ἐπιμένει νά πάλλει, παρά τίς τόσες μαχαιριές.
Νά μποροῦσα νά κρατήσω τό μυστήριο ἐκείνου τοῦ Ἀκάθιστου πού πλανήθηκε ἀνάμεσά μας.
Ἦρθε ἡ μητέρα σου, Μυρτώ (Καί ποιός δέν τήν γνώριζε στήν περιοχή…)· ἡ Ν. μοῦ ψιθύρισε πάλι:
«Τί καλή μάνα πού εἶχε!».
Ἴσως σχετίζεται μέ τό μυστήριο τῆς ἔμπνευσης. Τῆς ρίζας τῆς ἔμπνευσης, ἐννοῶ. Ποιός θά μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ ἤ νά φανταστεῖ πώς πίσω ἀπ’ τή Μαρούσκα στό «Ζεστό Σαμοβάρ» κρύβονται οἱ πλεξοῦδες σου καί πώς, μιλώντας γιά τό κεφάλι της, τό δικό σου κεφάλι ὑψωνόταν στή μνήμη μου;
Θά μποροῦσα νά γράψω ἕνα δοκίμιο γιά τήν Μυρτώ-Ἠχώ, ἀπ’ ἐκεῖνα πού, πιθανόν, νά ἐνέκρινε ἀκόμα καί ἡ συντροφιά Μαρκίδη, Λεοντάρη, Πορφύρη, Λυκιαρδόπουλου, Ροζάνη, ἀλλά θά προτιμήσω ν’ ἀφήσω τή σιωπή μας ἀνάμεσά μας, λίγο ἀκόμη. Ἀφοῦ θά σοῦ τό στείλω αὐτό τό σημείωμα, ἀφοῦ, ἀργά ἤ γρήγορα, θά γίνουμε συγκεκριμένοι.
Πρίν ἀναδυθοῦμε μέ τά περιοριστικά μας ἐγώ ὁ καθένας, ἄς μείνουμε λίγο μέσα σ’ αὐτή τή σιωπή τῶν προσώπων πού στή μνήμη μας θάλλουν, ἄς κρατηθοῦμε στή σκοτεινιά τοῦ γυναικωνίτη, ἀφανέρωτοι, ἀκόμη, ἐμεῖς.
Μυρτώ, ὅλοι, ἐνορίτες καί ἄλλοι ἀναγαλλιάζαμε μέ τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο τῆς Φωνῆς σου, χτές, προχτές, σ’ ἐκείνους τούς Χαιρετισμούς, στούς ἄλλους. Ὑπῆρχε ὡστόσο ἕνας λυγμός ἀγωνίας τήν τελευταία φορά. Σάν νά βιαζόσουνα, ἐνῶ ἐμεῖς θέλαμε νά κρατήσει, νά κρατήσει…
Σέ ποιό καλύβι ἀγνώριστο, σέ ποιά καρδιά θλιμμένη
νά πέρασες τή νύχτα σου, Κυρά Φανερωμένη;
Ποιό μαραμένο λούλουδο ἡ χάρη Σου, Κυρούλα
κρυφά-κρυφά ν᾿ ἀνάστησε, σάν τ᾿ οὐρανοῦ δροσούλα;*
Ἡ Φανερωμένη (ἐκτός ἀπό τόσες θνητές τῆς ὄπερας πού τραγούδησες, τόσες ἡρωίδες πού ἐνσάρκωσες), ὁπού στεκόσουν μπροστά στήν Εἰκόνα της καί τήν ὑμνοῦσες πρόσωπο μέ πρόσωπο ὡσάν νά ἤσασταν μόνες οἱ δυό σας, νά σ’ ἔχει μέσα στήν ἀγκάλη της· ἀχρονολόγητη Μυρσίνη.
6.5.2015: Ἀντιγράφω ἀπό παλιό ἡμερολόγιο· χειρόγραφο, δίχως ἡμερομηνία.

[Πρώτη δημοσίευση στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ. Οἱ στίχοι (*) εἶναι τοῦ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη.]

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Μαρτυριάρα φλέβα

Ἡ σιωπή της ἀνέδιδε τήν ποιότητα τῆς σιγῆς πού βασιλεύει πρίν τήν καταιγίδα, ἐνῶ τό βλέμμα της ἀνακλοῦσε αὐτό τό δέος. Πολλές φορές μάλιστα ἔμοιαζε μέ δέντρο στήν καταχνιά. Δυσκολευόσουν νά διακρίνεις τά φύλλα, τά μικρά, ἀκόμη καί τά μεγαλύτερα κλαριά. Μέ ἀπαράμιλλη ἀφοσίωση ἔμοιαζε νά ἐπιδιώκει νά παραμένει ἑπτασφράγιστο μυστικό. Κυρίως σχετικά μέ τά ναί στά ὁποῖα ἐνέδιδε, τά ὄχι πού δέν ἔλεγε. Φαινόταν ν’ ἀποδέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή στάση ζωῆς λές καί ἦταν θέμα μοίρας ἤ, μιᾶς κάποιας ἰδιαιτερότητας πάνω στήν ὁποία εἶχε χτιστεῖ ὅλος της ὁ χαρακτήρας.
Κι ὅμως, ἄν καί δέν βγάζει ἄχνα ἀκόμη καί φτάνοντας στό ἀμήν, παρά τήν τόση κρυψίνοια, ἔχει πάνω της ἕναν καταδότη. Μέ κάθε εὐκαιρία ἀνοίγει τό στόμα κι ἡ γλώσσα του ροδάνι. Ἐτούτη ἡ φλέβα πού γιά πέντε-ἕξι ἑκατοστά ξεχωρίζει στόν ἀριστερό καρπό της (ἄν καί δεξιόχειρ ἡ ἴδια), ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού ξεκινᾶ ἡ κερκίδα, ὅπως τά ὕδατα ἑνός ἀθέατου ποταμοῦ διαρρέοντος τή λεία ἐπιφάνεια μιᾶς μαλακῆς κοιλάδας, μόλις πού φουσκώνουν κυλώντας ἄλλοτε γουργουριστά, καμαρωτά, ἄλλοτε ὁρμητικά καί θορυβώδη, πάντως βαθύτατα γαλανά μέσα στίς ἀνεξάντλητες μαρτυριές τους.
Τότε, σάν αἴφνης νά πέφτει προβολέας πάνω στό βουβό, βαρύ σκοτάδι, μπορεῖ κάποιος πού ἔχει ἔστω γιά μιά φορά μέ τόν ἴδιο τρόπ
Ἡ σιωπή της ἀνέδιδε τήν ποιότητα τῆς σιγῆς πού βασιλεύει πρίν τήν καταιγίδα, ἐνῶ τό βλέμμα της ἀνακλοῦσε αὐτό τό δέος. Πολλές φορές μάλιστα ἔμοιαζε μέ δέντρο στήν καταχνιά. Δυσκολευόσουν νά διακρίνεις τά φύλλα, τά μικρά, ἀκόμη καί τά μεγαλύτερα κλαριά. Μέ ἀπαράμιλλη ἀφοσίωση ἔμοιαζε νά ἐπιδιώκει νά παραμένει ἑπτασφράγιστο μυστικό. Κυρίως σχετικά μέ τά ναί στά ὁποῖα ἐνέδιδε, τά ὄχι πού δέν ἔλεγε. Φαινόταν ν’ ἀποδέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή στάση ζωῆς λές καί ἦταν θέμα μοίρας ἤ, μιᾶς κάποιας ἰδιαιτερότητας πάνω στήν ὁποία εἶχε χτιστεῖ ὅλος της ὁ χαρακτήρας.
Κι ὅμως, ἄν καί δέν βγάζει ἄχνα ἀκόμη καί φτάνοντας στό ἀμήν, παρά τήν τόση κρυψίνοια, ἔχει πάνω της ἕναν καταδότη. Μέ κάθε εὐκαιρία ἀνοίγει τό στόμα κι ἡ γλώσσα του ροδάνι. Ἐτούτη ἡ φλέβα πού γιά πέντε-ἕξι ἑκατοστά ξεχωρίζει στόν ἀριστερό καρπό της (ἄν καί δεξιόχειρ ἡ ἴδια), ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού ξεκινᾶ ἡ κερκίδα, ὅπως τά ὕδατα ἑνός ἀθέατου ποταμοῦ διαρρέοντος τή λεία ἐπιφάνεια μιᾶς μαλακῆς κοιλάδας, μόλις πού φουσκώνουν κυλώντας ἄλλοτε γουργουριστά, καμαρωτά, ἄλλοτε ὁρμητικά καί θορυβώδη, πάντως βαθύτατα γαλανά μέσα στίς ἀνεξάντλητες μαρτυριές τους.
Τότε, σάν αἴφνης νά πέφτει προβολέας πάνω στό βουβό, βαρύ σκοτάδι, μπορεῖ κάποιος πού ἔχει ἔστω γιά μιά φορά μέ τόν ἴδιο τρόπο συντριβεῖ πάνω σ’ ἕνα ἴδιο Ὄχι, μ’ ἕνα παρόμοιο Ναί, νά βρεῖ ἐπιτέλους τήν καρδιά της.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]


 

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Ἕνα ἄλλο εἶδος Φθινοπώρου – τοῦ Loren Eiseley (Ἀπόδοση: Νατάσα Κεσμέτη)


Τοῦτο τό ἀπολιθωμένο κλαδί μέ τήν τραχειά ὄψη καί
τίς σκλῆθρες νά τρυποῦν μετουσιωμένες σέ κοφτερές ὀρυκτές βελόνες,
ζοῦσε ἑκατό ἑκατομμύρια χρόνια πρίν,
λύγιζε σ’ ἕναν ἀθέατο ἄνεμο, φύλλα ἔριχνε νά σβήσουν πάνω στό βουνό.
Σήμερα
τό βουνό ἔχει ἐξαφανιστεῖ καί τοῦτο τό ἀπομεινάρι
ἄφθαρτο πάνω στό γραφεῖο μου περιμένει τήν ὥρα πού, μέ τή σειρά μου, κι ἐγώ
θά ἐξαφανιστῶ .
Κάποτε βρισκόταν στή ζωή, καί γιά νά παραμείνει ἅλατα ὀρυκτά μετέλαβε.
Τοῦτο τό χέρι πού γράφει
κοκκαλώνει ἄκαμπτο, ἀλλά δέν ἔχει παρόμοιες δυνάμεις, καμιά κρυσταλλική ἀπορροφητικότητα γιά νά κρατᾶ τήν πένα στούς αἰῶνες πού διαβαίνουν
καθώς ἀργή σκέψη στάζει ἀπό τούς πρασινισμένους μέ λειχῆνες πλάνητες λίθους, καί τά πεσμένα στή γῆ μεσουρανήματα τους.
Τό μελάνι θά παγώσει καί θά χαθεῖ, αὐτή ἡ πένα θά γίνει
ἡ σκουριά τῶν στοιχείων της,
ἡ σκέψη ἐδῶ, ἡ συνειδητοποίηση τοῦ χρόνου,χάνεται
μαζί μέ τόν ἐγκέφαλο πού διαλύεται. Τό σύμπαν προβάλλει προτιμήσεις στίς ραφές τοῦ ἄνθρακα,
τό χαμένο φύλλο στόν σχιστόλιθο τό ἐντύπωμά του, τό ἔντομο στό κεχριμπάρι, ἀλλά ἡ σκέψη πού παραδίδει τό πνεῦμα στόν ἄνεμο ὅμοια μέ τά φθίνοντα φύλλα τῆς ἐποχῆς σβήνει. Ποῦ εἶναι
σέ τοῦτο τό κλαδί ὁ γλύπτης του ἄνεμος;
Ἴσως ἀκόμη πλανιέται στόν αἰθέρα, μά τό κλωνάρι ἐδῶ σωρός ἔχει πλαγιάσει.
Τ’ ἀλλόκοτα φύλλα του εἶναι τώρα μέρος τοῦ σώματός μου
κι ἀφήνω τήν πένα νά πέσει μαζί μέ τό χέρι μου κάνοντας
τή σκέψη
πώς ὑπάρχει ἕνα ἄλλο εἶδος φθινοπώρου νά προσδοκοῦμε.
Τά φύλλα κ’ ἡ σκέψη σπάνια μποροῦν νά ἐπιστρέψουν. Ὁ ἄνεμος τά χάνει
ἤ κάποιο παραμένει στόν ἀργιλικό σχιστόλιθο
καθώς ἀκρυπτογράφητο ἱερογλυφικό χάραγμα
ἄλλοτε νοηματισμένο
σέ πηλό.



***


Τό συγκεκριμένο ποίημα ἔδωσε τό ὄνομα στή συλλογή Another Kind of Autumn, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τήν τελευταία χρονιά (1977) τῆς ζωῆς τοῦ Loren Eiseley, κοσμημένη μέ χαρακτικά τοῦ Walter Ferro. Πρόκειται γιά δύσκολο ποίημα τοῦ ἀνθρωπολόγου, φιλόσοφου, Hobo ποιητῆ, L.E. πού ὀνομάσθηκε δικαίως ὁ Thoreau τοῦ 20οῦ αἰώνα. Eὐχαριστῶ τούς συναδέλφους συγγραφεῖς Μαρία Μαρκαντωνάτου καί Πάνο Πρωτοπαπᾶ γιά τήν ἐνθουσιώδη συμμετοχή τους, μέ προτάσεις ἐναλλακτικῶν λύσεων στά ὡραῖα αἰνίγματα ἑνός Δαρβινιστῆ, κάθε ἄλλο παρά ὑλιστῆ, ἀντιθέτως ἕναν λάτρη τοῦ Ἱεροῦ στή Ζωή τῆς Φύσης καί τῆς Τέχνης. Οἱ ἐξηγήσεις ἀπό τόν Νικόλα Παυλόπουλο διεργασιῶν καί φαινομένων ὅπως ἡ μεταλλοποίηση, ἡ ὀρυκτοποίηση, ἡ κρυσταλλική δομή καί χρήση τοῦ ἄνθρακα στή φύση, στάθηκαν πολύτιμες γιά τήν κατανόηση τῶν μεταφορῶν τοῦ ποιήματος.

Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ, 11/10/2015]

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Σκιές

  Μιλοῦσε μέ τίς μνῆμες, τίς ἐντυπωσεις, τήν ἀπουσία. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀπέφευγε τίς διαφωνίες, οἱ ἐντάσεις πού ἴσως νά ξεσποῦσαν, ἐξαφανίζονταν ἐν τῆ γενέσει τους. Ἔτσι βασίλευε ἀνοιξιάτικη μεσογειακή θέρμη ἀνάμεσά τους, σέ ἀντίθεση μέ τήν παγωνιά πού ὅταν γιά διάφορους λόγους ἔπεφτε κάποιες στιγμές τῆς πραγματικότητας, ἐπιμένοντας μάλιστα γιά καιρό, ἔνιωθε ἀποφλοιωμένο δέντρο βορά στόν χιονιά, καί μέ κομμένες ρίζες.
  Φαινόταν καθαρά ἡ συγκίνηση, τό ἀλάφιασμα, πῶς ταλανιζόταν, πῶς μέ κάποιους αἰφνιδιασμούς ἔμενε στήλη ἅλατος, καθώς, ἀπροσδόκητα, μιά περασιά τοῦ ἀνέμου μπορεῖ νά γέμιζε τά πνευμόνια του μέ τ’ ἄρωμά της, ὅταν ἄσχετα, τυχαῖα ἀγγίγματα μέ πρόσωπα καί πράγματα ξύπναγαν στά δάκτυλά του τήν ἰδιαίτερα λεπτή κι ἐξευγενισμένη ὑφή τοῦ δέρματός της, ἄν τύχαινε μιά ἄγνωστη φωνή στό πλῆθος νά θυμίζει τή θωπεία τῆς δικῆς της.
  Συνομιλοῦσε, τῆς ἐκμυστηρευόταν τά βαθύτερα, μά καί τά ἐλαφρά τῆς κάθε ἡμέρας. Δέν τῆς κρατοῦσε τίποτα κρυφό. Κι ὄχι διότι εἶχε μονάχα ὁ ἴδιος τή διάθεση, ἀλλά αἰσθανόταν κι ἀπό ἐκείνη τήν πίεση νά μάθει, νά τῆς μοιραστεῖ καθετί. Ἔστω ἀπό τή σκιά της.
  Ἥσυχα, ἀδιατάρακτα, ἐπαρκής, σκιά ὁ ἴδιος ζοῦσε ὁλοσχερῶς μέ τή σκιά της.

Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Loren Eiseley – Ὁ Σπορέας τῶν Ἄστρων. ('Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη)

[Ἡ ἱστορία τοῦ ἀστροβόλου πού σέ μιά παραλία πετοῦσε, ὁ τρελός, ἀστερίες πίσω στή θάλασσα, ἦταν διαδεδομένη πολύ πρίν τό διαδίκτυο. Ἔδωσε ἔμπνευση για πάμπολλες παραλλαγές της. Ἡ αὐθεντική ὅμως ἀφηγηματική μαρτυρία τοῦ Loren Eiseley εἶναι ἡ ἀκόλουθη.]
Σέ μιά λιμνούλα γεμάτη ἄμμο καί ἰλύ ἕνας ἀστερίας εἶχε ἁπλώσει ἄκαμπτα τά ἄκρα του καί κρατοῦσε τό σῶμα του μακριά ἀπό τήν ἀσφυκτική λάσπη.
«Εἶναι ἀκόμη ζωντανός» τόλμησα νά πῶ
«Ναι» εἶπε, καί μέ μιά γρήγορη, ἁπαλή ὡστόσο, κίνηση, σήκωσε τόν ἀστερία καί τόν πέταξε πάνω ἀπ’ τόν κεφάλι μου μακριά στή θάλασσα. Ὁ ἀστερίας βυθίστηκε μέσα σέ μιά ἔκρηξη ἀφρῶν καί τά νερά βρυχήθηκαν ἀκόμα μιά φορά
«Ἴσως ζήσει», εἶπε αὐτός, «ἄν ἡ ἄμπωτη τόν τραβήξει κάμποσο δυνατά στ’ ἀνοιχτά». Μιλοῦσε εὐγενικά καί τό φῶς πάνω στό μπρούτζινο ρυτιδωμένο πρόσωπό του ἐρχόταν κι ἀποσυρόταν μέ ἐλαφρότατες ἐναλλαγές χρωμάτων.
«Δέν φτάνουν καί πολλοί τόσο μακριά», εἶπα δοκιμάζοντας διστακτικά τίς λέξεις μέ μιάν αἰφνίδια ντροπαλοσύνη.
«Κάνεις συλλογή;»
«Μόνον ἔτσι», εἶπε μαλακά δείχνοντας μέ μιά χειρονομία πρός τά συντρίμμια τῆς ἀκτῆς. «Καί μόνον γιά ὅσους ζοῦν». Ἔσκυψε πάλι, ἀγνοώντας τήν περιέργειά μου, κι ἁπλά πέταξε ἕναν ἄλλον ἀστερία πού ἀναπήδησε στό νερό.
«Οἱ ἀστερίες, ὅπως τά ἐπίπεδα βότσαλα, κάνουν καλές βολές. Εἶναι δυνατόν νά τούς βοηθήσεις».
Μέ κοίταξε κατάματα μέ μιά ἀόριστη ἐρώτηση νά φεγγοβολάει στά μάτια του, πού ἔμοιαζε νά παίρνουν τό χρῶμα τῆς βαθειᾶς θάλασσας.
«Δέν κάνω συλλογή», εἶπα νιώθοντας ἄβολα, ἐνῶ τά ροῦχα μου ἀνέμιζαν στά χτυπήματα τοῦ ἀέρα . «Δέν μαζεύω οὔτε τούς νεκρούς οὔτε τούς ζωντανούς. Σταμάτησα πρίν πολλά χρόνια. Μόνος ἐπιτυχημένος συλλέκτης εἶναι ὁ θάνατος».
Μποροῦσα νά νιώσω τή σκοτεινιά τῆς ἁπόλυτης νύχτας μέσα στό κρανίο μου καί τό τρομερό μάτι νά συνεχίζει τό ἀδιάφορο ταξίδι του. Μ’ ἕνα νεῦμα ἀπομακρύνθηκα ἀφήνοντάς τον ἐκεῖ πάνω στίς ἀμμοθίνες μέ ἕνα γιγάντιο οὐράνιο τόξο νά κλιμακώνει τούς τόνους τῶν ἀποχρώσεων πίσω ἀπ’ αὐτόν.
Καθώς πλησίαζα μιά στροφή τῆς ἀκτῆς γύρισα καί τόν εἶδα νά ἐκσφενδονίζει μέ δεξιοτεχνία ἀκόμα ἕναν ἀστερία ξυστά πάνω ἀπό τό ἀχόρταγο , ταραγμένο νερό.
Γιά μιά στιγμή στό φῶς πού ἄλλαζε, ὁ Σπείρων ἐμφανίστηκε σέ μεγέθυνση, ὡς νά ἔριχνε μεγαλύτερους ἀστερίες σέ μιά μέγιστη θάλασσα… Ἐν πάσει περιπτώσει, εἶχε τή στάση θεοῦ.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]