Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Στέπα IV




Τῆς Ν.Κ.

Καθώς σουρούπωνε, τά λαμπερά σμαραγδί χορτάρια παῖρναν χρῶμα γκρί. Μαλακή σιωπή, ἄπνοια ὅπως περίπου πρίν τόν ρόγχο. Ἡ γῆ καμπύλη. Ἡ στέπα γεμάτη ἀστέρια∙ ἑκατομμύρια πυγολαμπίδες κρέμονταν ἀπ’ τόν βαθύ οὐρανό. Ἄνοιξη παντοῦ. Αὐτός ἔξω∙ μακριά ἀπό τή φωλιά∙ ἔχοντας σχεδόν λησμονήσει κάθε φωλιά, ἤρεμος, πρηνηδόν. Ἄν μέ τό νά ἐγκαταλείψει τήν ἀγέλη, τά σίγουρα λημέρια, ἀκόμη καί τά θηράματα πού σεργιάνιζαν ἀμέριμνα, δῆθεν ἐλεύθερα στά ἐκτεταμένα βοσκοτόπια φτάνοντας ὥς ἐδῶ ἦταν κάποιου εἴδους τίμημα, ἔστω κι ἄν σήμερα-αὔριο πέθαινε ἄσιτος-ἄξιζε! Γι’ αὐτόν στήν ἔξω, στή μέσα στέπα ἔ τ σ ι πήγαινε ὁ δρόμος. Μέ κέφι θηρευτῆ μετά ἀπό ζουμερό κυνήγι, «ἐγώ ὁ λύκος κατάφερα τέτοιαν ἀπόσπαση!» ἀνομολόγησε, κι ἔγειρε τό στενόμακρο μουσούδι, τήν ὑγρή του μύτη στό κοντό, σκληρό χορτάρι.

[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Στέπα Τεῦχος 7]

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Στέπα ΙΙΙ





Ὧρες ἀτέλειωτες ἔτρεχε τό λεωφορεῖο στόν κακόπαθο ἀσφάλτινο δρόμο καταμεσίς τῆς στέπας. Ζητήσαμε στάση ἀπό τόν ὁδηγό γιά ἕνα τσιγάρο, νά ἰσιώσουν τά σώματα, μερικά τεντώματα, λίγο βάδισμα. Ὅπου ἔβλεπες γῆ κι οὐρανός σέ τόνους ὤχρας, ἐνῶ στήν ἀπόμακρη, δυσδιάκριτη ἄκρη τοῦ ἐπίπεδου ὁρίζοντα, καί μόνο ἐκεῖ, ὁ ἥλιος ἀργοπλάγιαζε αἱμόφυρτος. Μυρουδιά βασιλεύουσα πυρπολημένου, ἀλλοῦ ὅμοιου μέ πούλβερη, ἀλλοῦ γεμάτου γρόμπους χώματος. Ποῦ καί ποῦ θάμνοι, πόες, κλαριά-ἀποκαΐδια, ἄν καί στούς ξερούς βλαστούς τους κόχλαζαν χυμοί.
Τεράστιο πεδίο μάχης, ἀκαταμέτρητο, ἁλώνι τῆς ζωῆς, σέ γοργή ἀνασκόπιση ταινία τῆς δικῆς μου. Λαγοί, νυφίτσες, ὄρνια, πεταλοῦδες μέ μουντά φτερά, ἀετοί, κροταλίες, ἀνακόντες. Μπορεῖ ἀπό πείνα, μπορεῖ ἀπό βῆμα σου ἀπρόσεχτο, ἴσως κι ἀπό κίνηση αὐθόρμητη, ἄσκεφτη νά σέ νομίσουν ἀπειλή, μιά δαγκωνιά, ἕνα ἀπροσδόκητο, ἀστραπιαῖο τύλιγμα μέ τρόπο ὅπως στό γαϊτανάκι ἡ χρωματιστή κορδέλα, ἤ τό γυναικεῖο κορμί μ’ ἔρωτα ἀνεκδιήγητο στό ἀρσενικό-κι ἄντε γειά!  Ὅπως καί νά ‘χει, τίποτα κακό ἀπό μόνο του. Ὡστόσο ἡ ἑρμηνεία… Στά ζῶα, τόν ἄνθρωπο… Ἴσως νά ‘χε ἐνδιαφέρον ἄμποτες, ὅπως ἐδῶ πα’ δά στή στέπα, ὅπως ἡ ἴδια ἡ στέπα, ἄν ζοῦσα στό ἀκαριαῖο κι ὄχι τή ζωή στό ἑρμήνευμά της.


[Πρώτη δημοσίευση Περιοδικό Στέπα τεῦχος 7]

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Κυριάκου Πλησῆ: Δέηση σέ φίλο




Φίλε,
Πολύτιμο, ἀβάσταχτο φορτίο.

Κουβαλῶ τ' ἀποκαϊδια τοῦ περήφανου σαρκίου σου
σέ τόπους ἀλλότριους,
σέ βουνά καί θάλασσες.

Πᾶσα στιγμή μέ βρίσκει τό κακό
μικραίνει τό μπόι μου
κύπτει ὁ αὐχένας μου
κάλπικος παράς ἡ μονέδα μου.

Ξεφτίζω τή ζωή μου
γράφοντας τραγούδια
πουλώντας ἀναιμική σοφία
ἀγκαλιάζοντας χωρίς ψυχή σώματα ἄψυχα.

Λέμε πώς καί τά μικρά εἶναι καλά.
Μή μᾶς ἀκοῦς.
Ἄλλο ἥλιος κι ἄλλο λυχνάρι
ἄλλο ἀητός κι ἄλλο κοράκι.

Χτίζουμε πύργους λαμπρούς πάνω στήν ἄμμο.
Δέν ὁρκιζόμαστε πιά.
Ποιό μυστικό νά φυλάξουμε;
Ἡ λίμνη στό Παραλίμνι ἔγινε οἰκόπεδα
καί φτηνῆς τέχνης ἐκθετήριο
ἡ συκομοριά τῆς Ἁγιάναπας.

Φίλε,
ὁ λίβας ἔκαψε τή σπορά μας.
Βρέξε βροχή τ' ἀποκαϊδια σου

νά ψωμώσει τό στάχυ μας
καί νά καρπίσει τ' ἀμπέλι μας.

Στῆσε τό μετερίζι σου
καί φτιάξε τό κρησφύγετό σου.
Κάλεσε ξανά κοντά σου
τόν Ἀντώνη, τό Σωτήρη καί τόν Λένα.

Στόλισέ το μέ τήν ἐκκλησιά τῆς Λύσης,
τήν Κανακαριά, τόν Ἀντιφωνητή καί τή Γλυκιώτισσα,
τά Στυλάρκα, τό Δκιατρυπητό, τόν Μαῦρον Ὄρος.

Φύτεψε κυκλάμινα τοῦ Πενταδάχτυλου,
λαλέδες τῆς Σαλαμίνος
καί μιτσηκόριδα τῆς Μεσαρκᾶς.

Μάζεψε τή φωνή σου καί βρόντησε.
"Μή λησμονεῖτε τούς κεκοιμημένους
τά ὀστά τους καί τίς ψυχές τους.
Μή λησμονεῖτε τήν πέτρα ἐν ἧ ἐστερεώθητε".

Κι ἄν μάταιη ἡ φωνή σου
πυρράχτωσε τή στάχτη σου
ρίξε φωτιά
καί κάψε τήν ἀκηδία μας.
Κάψε μας ὅλους.


[Ἀπό τήν συλλογή Ὁ Κῆπος καί ἡ Ἄνοιξη. Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 2017. Φιλολογική Ἐπιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός.]

[Ἀπό τόν Πρόλογο τοῦ Θ.Π. : Κυπροκεντρική, βαθιά ἑλληνική καί πλατωνικά ἐρωτική ἡ ποίηση τοῦ Κυριάκου Πλησῆ, ἐξωτερικεύει τόν πόνο καί τήν ἀγωνία τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος, τή λατρεία γιά τή φύση καί τήν παράδοση τοῦ τόπου του. Αἴτημα της αὐστηρό ἡ ἀπόδοση δικαιοσύνης μέ τήν ἀποκατάσταση τῆς διασαλευμένης τάξης, πολιτικῆς καί ἠθικῆς.]

[Ο Κυριάκος Πλήσης γεννήθηκε στην Ακανθού της Αμμοχώστου το 1929. Μετά την αποφοίτησή του από το Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, φοίτησε στο Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου και εργάστηκε επί μια πενταετία ως δάσκαλος. Εν συνεχεία σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στα παιδαγωγικά στα Πανεπιστήμια Εδιμβούργου και Λονδίνου. Εργάστηκε στο Α' Γυμνάσιο Αμμοχώστου ως καθηγητής, υποδιευθυντής και γυμνασιάρχης. Το 1973 προήχθηκε σε επιθεωρητή φιλολογικών μαθημάτων. Από το 1975 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής και λυκειάρχης σε διάφορα σχολεία. Το 1985 έγινε σχολικός σύμβουλος και συνταξιοδοτήθηκε το 1989.
Ασχολήθηκε, εκτός από την εκπαίδευση, και με τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα με την ποίηση και το δοκίμιο. Βραβεύτηκε τρεις φορές με το Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου. Δύο φορές για τις συλλογές δοκιμίων "Προβληματισμοί" 1972, και "Μετά τη χρεοκοπία του δόγματος" 1992, και μια φορά για την ποιητική του συλλογή: "Γραφή οδύνης" 1975. Το 1997 το βιβλίο του "Δοκίμιο περί έρωτος και άλλα δοκίμια" βραβεύτηκε με το βραβείο του Χρήστου Μαλεβίτση. Συνεργάζεται τακτικά με τα περιοδικά "Νέα Παιδεία" και "Ευθύνη" και εκτάκτως με άλλα κυπριακά και ελλαδικά περιοδικά. Πηγή Biblionet
]

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Στέπα ΙΙ



Χρυσή ἀπεραντοσύνη. Καμπύλες οὔτε γιά δεῖγμα. Τά σταροχώραφα θερισμένα μέ δρεπάνια καί κόσες. Ὁ καρπός ἤδη ἁλωνισμένος. Κι ἐκεῖ πού τέλειωνε ἡ στέπα, πέλαγο βαθύ, τήν ξάκριζε δαντελωτά, ἡ ἔρημος. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε χωρίς νά καίει, ὁ ἄνεμος λυσσομανοῦσε ἀκίνητος.
Πῆρε τήν παράδοξη ἀπόφαση νά ‘ρθει σ’ ἕναν τόπο δίχως μνῆμες ἀπό ἐκείνη. Νά προσπαθήσει ἀπό τώρα, ὅσο ἀκόμη ἦταν ἐδῶ, ἦσαν μαζί, νά βρεῖ ὑλικά, νά στήσει ἀναχώματα ἄν κάποτε…
Τό πρῶτο εἰκοσιτετράωρο ἡ τακτοποίηση, ἡ προσαρμογή, ἡ κόπωση - ἡσυχία. Ἀλλά τήν ἑπομένη, ἔτσι ὅπως χάραζε, καθώς οἱ ἀκτίνες προσγειώνονταν στή φαιόξανθη λόγω τῆς ὥρας γῆ, εἶδε μιά μεταξωτή φαρδειά κορδέλα πού χορεύοντας ἔπεφτε ἀπό τόν ἀνέφιαστο οὐρανό. Ἀναγνώρισε τό μαντήλι της, αὐτό πού πρίν χρόνια σέ μιάν ἀσιατική ἀγορά διάλεξαν μαζί. Πῶς λύθηκε κι ἔπεσε ἀπό τόν λαιμό της; Ἔτρεξε πρός τά κεῖ. Ἔκανε νά τό πιάσει–διαλύθηκε∙ μοσχοβόλισε μέ  συγκεκριμένα ἀρώματα τόν ἀέρα: βάλσαμο τοῦ Περού, ζάχαρη βανίλιας, κεχριμπάρι, σπόρο Τόνκα, πατσουλί, καραμέλα, σανδαλόξυλο, ρετσίνι τοῦ Σιάμ, θυμίαμα, φλοιό πορτοκαλιού, βελανίδι, κέδρο, καί τήν σπάνια ὑφή τοῦ δέρματός της. Ἀναπόφευκτα, ἡ στέπα πῆρε τ’ ὄνομά της.
Τά μάζεψε ἆρον ἆρον, ἐπέστρεψε. Δέν βρῆκε πουθενά ὑλικά μήτε γιά προχώματα μήτε γιά ὀχυρά. Οὔτε ἕνα τόσο δά κομματάκι ἄδειας γῆς πού νά τά στήσει. Ἡ ἀγάπη μοιάζει νά εἶναι ὅλοι οἱ κίνδυνοι πού ζεῖ ἡ στέπα κάθε ἐποχή, κάθε στιγμή, κι ἴσως γι’ αὐτό καί καθηλωτική ἐν τέλει ἡ χρυσή της ἀπεραντοσύνη.


[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Στέπα, τεῦχος 7]