Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Νατάσα Κεσμέτη, "Νησί από ελαφρόπετρα"



Το νερό δεν έχει σχήμα, δεν έχει χρώμα. Παίρνει το σχήμα και το χρώμα του υλικού εντός του οποίου περιέχεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει το σχήμα και το χρώμα των ηρώων της Νατάσας Κεσμέτη στο «Νησί από ελαφρόπετρα», αλλά επίσης το σχήμα και το χρώμα της μνήμης και όλου του εσωτερικού κόσμου της συγγραφέως.
Ταυτόχρονα το νερό διαρρέει όλα τα διηγήματα της συλλογής και λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους. Το νερό περιβρέχει το «νησί από ελαφρόπετρα» αλλά και το διαπερνά. Πλάσματα νερένια το περιποιούνται και το περιφυλάσσουν.
Ωστόσο το βιβλίο είναι στέρεο και γαιώδες. Κι αυτό αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της ικανότητας της Ν.Κ., της «κυρίας Νηρού» ή «Ρανούς», του «Νηρίτη», που διαπλέκεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ηρώων της, περιπλεκόμενη η ίδια, και που δεν περιορίζεται μόνο στις κλασικές λογοτεχνικές αναζητήσεις περί ζωής, αλλά προβληματίζεται και γι’ αυτή καθαυτή την ποιότητα και την αναγκαιότητα της ίδιας της λογοτεχνίας, ειδικότερα μάλιστα στις μέρες μας.
Από το πρώτο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο «Τροφώς» ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι δεν έχει να κάνει με μια «εύκολη» λογοτεχνία. Κι όμως δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του.
Και δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, αυτό στην ηδονή που προκαλεί ο κατακλυσμός των λέξεων, που μόνο σε τυχαία επιλογή δεν βασίζεται, αλλά οι πολυποίκιλες αισθητικές και έσω-έξω αισθητηριακές κλιμακώσεις, οι οποίες συχνά φτάνουν τον αναγνώστη στο αίσθημα βαθειάς πληρότητας, κατάσταση η οποία είναι αφ’ ενός προϋπόθεση κι αφ’ ετέρου υποχρέωση της λογοτεχνίας.
Σκέφτεσαι διαβάζοντας, αλλά δεν θέλεις να σκεφτείς. Νιώθεις. Και δεν θέλεις να σωπάσεις. Θέλεις να κρατήσεις και συγχρόνως να μοιραστείς τις «πεταλούδες» που μέ κάθε νεύμα-κάλεσμα της κυρίας Νηρού ή Ρανούς σηκώνονται από τις μυστικές φωλιές τους, από τη νάρκη τους και φτερουγίζουν προς το φως που ξεχύνεται παντού ένα γύρω και λαμποκοπά και φωτίζει της ψυχής τα πείρατα και γαργαλούν κι αυτού του σώματος την ευδαιμονία: «Κι εσύ υπάρχεις».
Η ψυχή του αναγνώστη συναντάει επιτέλους το αληθινό. Το αναγνωρίζει. Η πλοκή των κειμένων δεν στήνεται για να γίνει είδος του λόγου, αλλά οι λέξεις υπηρετούν ό,τι προϋπάρχει: της καρδιάς τα πάθη, το πλάνταγμα, τις βαθειές οδύνες, το άνοιγμα.
Όταν η δύναμη του λόγου ξεχειλίζει χωρίς να υπηρετεί τίποτα ψεύτικο, τίποτα δήθεν, αλλά όταν κάθε λέξη συνηθισμένη ή σπάνια – δείγμα μιας ακμαίας νοητικής ικανότητας κι ενός συναισθηματισμού όχι βολεμένου στις επιδερμικές ψυχο-ερμηνείες, αλλά βυθισμένου στην αναζήτηση και τη γνώση καταστάσεων που φτάνουν μέχρι τις ρίζες της ατομικής ύπαρξης που είναι ξεχωριστή και συνάμα αλληλένδετη με τις υπόλοιπες – υπηρετεί τον εναλλασσόμενο ρυθμό της καρδιάς, άλλοτε ταχύ άλλοτε άρρυθμο, αγωνιώδη, πάσχοντα, συμπάσχοντα, νευρώδη, ατίθασο, σπηλαιώδη, ευγνωμονούντα, διαμπερή, συμπάλλοντα.
Κανονικά αδυνατώ να επιλέξω κάποιο κείμενο που να υπερτερεί ή να υστερεί. Όλα δυνατά, εφάμιλλα. Το καθένα με τον τρόπο του και για τους λόγους που γράφηκε. Το καθένα ένα διαμάντι. Καλοδουλεμένο χωρίς προεξοχές, γωνίες, ακατέργαστα στοιχεία.
Η επιμονή στη λεπτομέρεια, η οποία όμως δεν γίνεται εμμονή, χαρακτηρίζει την Ν.Κ.. Λατρεύει να περιγράφει επιμελώς την απαρατήρητη λεπτομέρεια, που εντέλει χαρακτηρίζει τη μοναδικότητα ενός εκάστου.
Η πένα της στριφογυρίζει γύρω από πρόσωπα, καταστάσεις, αντικείμενα, γεγονότα, συνθήκες ζωής και παράλληλα ανατέμνει σε βάθος, εισχωρεί στο αντικείμενο της παρατήρησής της, χωρίς να ναρκισσεύεται. Διαγράφει σπειροειδείς κινήσεις ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας επίπεδα παρατηρητικότητας και καταγραφής λεπτομερειών, που οδηγούν τόσο την ίδια τη συγγραφέα όσο και τους αναγνώστες της σε λεπτεπίλεπτα και ιδιαίτερα εσωτερικά επίπεδα νοητικής και συναισθηματικής υφής. Και το πράττει χωρίς να βιάζεται, χωρίς να χρονοτριβεί. Δίνει χώρο και χρόνο. Και μοιάζει να έχει βρει τη χρυσή τομή ώστε να μην απολέσει το ενδιαφέρον όποιου θα εμβαπτισθεί στα κείμενά της.
Οπωσδήποτε τη σπάνια αυτή της ικανότητα δεν την οφείλει μόνο στην 35ετή της εμπειρία από την ενασχόληση με το λόγο, ούτε και στην εμπειρία ζωής με την οποία έχει ως τώρα προικιστεί. Είναι αυτό το κάτι πίσω και πέρα από τις λέξεις. Είναι της ψυχής το φτεροκόπημα που σαρκώνεται και σαρκώνει το λόγο, που χαρίζει ποιότητα σ’ αυτή την ίδια τη ζωή και τα τεκταινόμενά της. Αλλιώς είναι προτιμότερη η σιωπή. Υπάρχει πολλαπλάσιο κέρδος άλλωστε από αυτή.
Και δεν έχω παρά να συμφωνήσω με όσους τεχνίτες του λόγου («Καμωμένα από Νηρίτη», σελ. 185, ο πρώτος, που «είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, ο δεύτερος ο «ποιητής» και ο τρίτος, το «πολύ σκληρό… κοχύλι») που είδαν και αναγνώρισαν αυτό το κάτι, και άλλα κάτι συγχρόνως, όπως το προσωπικό της στυλ γραφής, παρά που σε μερικά σημεία έχει και τις λογοτεχνικές του αναφορές, και την παρότρυναν. Όμως είναι σημαντικό κάτι επίσης να υποψιάζεσαι ή και να γνωρίζεις και ο ίδιος τις επιρροές και να ασκείσαι συνεχώς και συγχρόνως παλεύοντας ν’ αποφύγεις τις παγίδες της ταύτισης, ώστε να τις υπερβείς, βρίσκοντας και χρησιμοποιώντας εντέλει την ιδιαιτερότητα της δικής σου φωνής.
Η Ν.Κ. πιστεύει ότι η θεραπεία βρίσκεται στο να «διορθώσουμε τα μάτια μας» κι αυτό προσπαθεί. Να μας βοηθήσει «να βλέπουμε με τα μάτια των νεκρών την Ιερότητα» («Εικαστική λογοτεχνία» ή «νησί από ελαφρόπετρα», σελ. 159), όπου «Ιερότητα» είναι τόσο η ζωή όσο κι η λογοτεχνία.
Άλλωστε, τόσο ο ζωντανός, ο Παρών αναγνώστης όσο κι ζωντανός, ο Παρών συγγραφέας πρέπει «ισόβεια και ιώβεια να υπομένουν» και «να δειπνούν αργά-αργά τη Σκιά τους» («Καμωμένα από Νηρίτη»).
Εν κατακλείδι, το «Νησί από ελαφρόπετρα» είναι μια εξαίρετη συλλογή διηγημάτων που σε κρατάει εδώ, παρόντα στο παρόν των κειμένων, και σε αποτρέπει από το να γίνεσαι απλώς χρονοφάγος φυλλομετρητής. 

[Νατάσα Κεσμέτη, Νησί από ελαφρόπετρα, Διηγήματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008]

[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 8, Δεκέμβριος 2009-Φεβρουάριος 2010] 

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Συνεντευξη στο "Βακχικόν" για το μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ"

Τα πάντα ανατράπηκαν μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Ξαφνικά η Χαλκιδική έγινε Λευκάδα και το κάμπινγκ έδωσε τη θέση του σ' ένα δωμάτιο μιας μονοκατοικίας 5 χλμ έξω από τη Χώρα. Στο διάστημα της -εκεί- παραμονής μου, με συντρόφευε το δεύτερο μυθιστόρημα της κ. Ζαχαροπούλου (σε απάντηση των κακεντρεχών σχολίων περί ρεμβάσματος). Στο νησί, λοιπόν, των Βαλαωρίτη και Σικελιανού προσπάθησα ν' ανακαλύψω αν και εφόσον "Η Ζωή Είναι Εδώ". Είναι τελικά; Και ποιός θα μπορούσε να δώσει μια πιο κατατοπιστική απάντηση από την ίδια τη δημιουργό. Κάπως έτσι, λοιπόν, κλείστηκε η συνάντηση μας. Απόγευμα Σαββάτου, ενώ κοντοζύγωνε το τέλος του καλοκαιριού, το ραντεβού είχε κανονιστεί στη γωνία Ναυαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής (για τους γνωρίζοντες). Καθίσαμε με τη συγγραφέα στο ξύλινο τραπέζι και συζητήσαμε παρέα με παγωμένο λευκό κρασί και μπόλικους φίλους στα πέριξ. Ακολουθεί μία γεύση για το τι διαδραματίστηκε :


Στο τελευταίο σας βιβλίο περιγράφετε δύο 24ωρά της ζωής έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που στην πραγματικότητα αφορούν μόλις τρείς... Εξηγήστε μας ποιοι είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές; 

Είναι νέοι, στην ηλικία των τριάντα με τριάντα πέντε χρόνων και ένας περίπου πενηντάρης. Ζουν μίαν άνετη -οικονομικά- ζωή και κάποιοι είναι καριερίστες. Πρόκειται για κατοίκους μιάς σύγχρονης μεγαλούπολης, διαθέτουν κοινωνικές γνωριμίες αλλά βιώνουν την απομόνωση και το ανεκπλήρωτο, όπως και αρκετοί άνθρωποι γύρω μας στο σήμερα. Το είδος της ζωής που κάνουν τους έχει αναγκάσει να έχουν κάποια μυστικά. Αυτά διαπλέκουν τις ζωές τους... περιπλέκοντάς τους και, έτσι, το μυθιστόρημα τούς συναντά και τούς παρακολουθεί σ’ αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο.


Ποιοι λόγοι έχουν οδηγήσει τους ήρωες σας σ’ αυτή τη διπλή ζωή;

Το γεγονός ότι έχουν αρνηθεί ν’ αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους, κατά πρώτον, και τις επιθυμίες και τα θέλω τους, εν συνεχεία. Είναι μια κατάσταση που συμβαίνει συχνά και σε πολλούς από εμάς. Όχι ακριβώς όπως συμβαίνει στους ήρωες του βιβλίου, αλλά κατ’ αναλογίαν.
Και αυτή η άρνηση της πραγμάτωσης των βαθύτερων επιθυμιών μας, που μπορεί να προκαλείται από πολλές καταστάσεις και κυρίως από φόβο, μας οδηγεί με τη λογική να βρίσκουμε αρκετές δικαιολογίες για την επιλογή να κάνουμε μια ζωή πολύ διαφορετική από αυτήν που χρειαζόμαστε και που μας εκφράζει. Αυτό δημιουργεί πολύ θυμό. Δημιουργεί συναισθηματικές εκρήξεις, οι οποίες όταν δεν εκφράζονται, συστρέφονται και γεννούν νοσηρότητα. Πολλές φορές μοιάζει να είμαστε θύματα των επιλογών κάποιων άλλων, που έχουν αποφασίσει πριν από εμάς για μας, για το είδος της ζωής μας και την εξέλιξή της. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε όλοι ότι η ευθύνη είναι ατομική. Αυτό μας θυμώνει περισσότερο, έστω κι αν διαλέγουμε τρόπους οικτρά βίαιους για να ξεσπάσουμε την ακόρεστη εσωτερική μας οργή.


Τι είναι αυτό που μας φρενάρει να πετάξουμε αυτά που μας "χαλάνε";

Νομίζω ο φόβος. Ο φόβος απέναντι στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, αφού είμαστε κοινωνικά όντα, και φυσικά απέναντι στον εαυτό μας. Έχουμε μεγαλώσει και έχουμε γαλουχηθεί με πρότυπα που αδυνατούμε να ξεφύγουμε. Φοβόμαστε την απόρριψη. Την απόρριψη των γύρω, την απομόνωση. Πασχίζουμε να χτίσουμε έναν χαρακτήρα και μια ζωή που θα είναι αποδεκτά. Κάθε στραβοπάτημα που πιθανόν να ραγίσει την εικόνα φαίνεται να είναι οδυνηρό. Δεν αντέχεται. Επίσης, το κενό και το ανικανοποίητο, το αίσθημα της διαρκούς έλλειψης είναι διαδικασίες επώδυνες.


Ξέρουμε τον τρόπο για να τα αποβάλλουμε;

Ίσως και να τον ξέρουμε, αλλά όσο παραμένουμε στην ίδια κατάσταση, εκείνο που υπολογίζουμε είναι το κόστος. Είναι μια κατάσταση που δημιουργεί αφ’ ενός μια μόνιμη γκρίνια κι αφ’ ετέρου διαιωνίζει το βόλεμα. Οι ήρωες του μυθιστορήματος πάντως, όταν βρίσκονται στη δική τους οριακή στιγμή ρισκάρουν να σπάσουν τους καθρέφτες  τους. Ο ένας μάλιστα στη θέση τού σπασμένου δεν βάζει έναν άλλον καινούργιο. Γιατί και τότε θα έβλεπε το είδωλο που θα ήθελε και τον εξυπηρετούσε. Σπάζει τον καθρέφτη του για να δει τον εαυτό του. Τον βλέπει και τον αποδέχεται. Δεν τον αντιμετωπίζει όμως. Και σ’ εκείνο το σημείο ξαναβρίσκει τον άνθρωπο μέσα του. Βρίσκει την καρδιά του. Αλήθεια, σε ποιάν άκρη βρίσκεται η καρδιά μας μέσα στη ζωή μας; Μέσα στην καθημερινότητά μας;


Γιατί όμως δίνουμε περισσότερη σημασία σε αξίες που μας κάνουν λιγότερο ευτυχισμένους;


Οι ήρωες του βιβλίου ζουν το σήμερα στο έπακρο. Όπως κι ο κάθε ζωντανός άνθρωπος δίπλα και γύρω μας, πίστεψαν κι αυτοί βασισμένοι στο μοντέλο της ζωής και τις εμπειρίες τους πως οι εξωτερικές αναζητήσεις, η υλική εξασφάλιση και το κυνήγι όλων αυτών των καταστάσεων που ονομάζουμε επιτυχία και επιτυχημένη ζωή, θα τους έκανε να αισθανθούν και εσωτερικά ασφαλείς και πλήρεις. Όμως ποιες είναι οι αξίες που έχουμε σήμερα; Κανονικά η αξία σαν έννοια δεν θα έπρεπε να διαχωρίζεται σε αξία που μας κάνει περισσότερο ευτυχισμένους και σε αξία που μας κάνει δυστυχισμένους. Η αξία δεν μπορεί να ορίσει το μέτρο της ευτυχίας γιατί ορίζεται από εμάς, όπως επίσης και το μέτρο της ευτυχίας ή της δυστυχίας ορίζεται από εμάς. Οπότε σημασία έχει αν υπερτιμούμε πράγματα και καταστάσεις των οποίων η αξία εκ προοιμίου είναι χαμηλή. Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε κατεβάσει εμείς οι ίδιοι τον πήχυ της ευτυχίας μας. Και στο "γιατί" της ερώτησής σας καλείται να απαντήσει ο καθένας μας ατομικά : Τι χρειάζομαι; Τι είμαι; Ποιος είμαι; Ποιο είναι το μέτρο μου; ποια η αποτίμηση του εαυτού μου;


Από πού ορμώμενη γράψατε αυτό το αφήγημα-μυθιστόρημα;


Αφορμές πήρα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και είναι ένα κομμάτι πραγματικότητας που βιώνουμε όλοι μας, όπως επίσης και τα αδιέξοδα μέσα στα οποία έχει περιπλακεί η ζωή μας.


Πόσο τυχαία είναι η επιλογή των χαρακτήρων σας;

Δεν είναι καθόλου τυχαία, αν και ο ένας ήρωας, ο τρομοκράτης, θα μπορουσα να πω ότι αυτοπαρουσιάστηκε μπρος μου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι ήρωες ζουν κομμάτια πραγματικής ζωής πραγματικών ανθρώπων, που ορισμένες συγκυρίες της ζωής διασταυρώθηκαν μαζί μου.

Και γιατί επιλέξατε αυτούς τους χαρακτήρες και οχι άλλους;


Γιατί ακριβώς κοίταξα γύρω μου, κοντά μου, πολύ κοντά μου. Και έπαθα σοκ. Και το σοκ μάλλον ήταν ότι η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από αυτό που νόμιζα ότι είναι πραγματικότητα.  Δεν γνωρίζω μόνο ανθρώπους σαν τους ήρωες του βιβλίου, οπωσδήποτε, αλλά οι άνθρωποι αυτοί είναι στα διπλανά μας σπίτια. Το φαίνεσθαι και η υποκρισία που διακρίνει την οικογένεια και την κοινωνία τους ντύνει με τα καλά τους, τους μακιγιάρει, τους λουστράρει και προσπαθεί να θολώσει την οπτική και την κρίση των υπολοίπων,  μειώνοντας  τα συμβαίνοντα ή προσπαθώντας να μηδενίσει τις συνέπειες, και φτάνοντας κάποια στιγμή στο σημείο να τους εξιλεώσει ή και να τους οδηγήσει στη κάθαρση χαρίζοντάς τους απλόχερα μεγαλόσχημους τίτλους και εξιδανικευμένα κοινωνικά προφίλ. Δεν ισχυρίζομαι ότι τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν την πλειοψηφία, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι μειοψηφία. Το θέμα είναι αν τελικά μας συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στους ήρωες του βιβλίου : αν δηλαδή παραδεχόμαστε μπροστά στον καθρέφτη μας την αλήθεια κι αν μετά από αυτό αναζητούμε το φως.


Ως αναγνώστρια και όχι ως δημιουργός ποιά σημεία θα ξεχωρίζατε απο το βιβλίο;

Όσο και να το θέλω  η αλήθεια είναι πώς  δεν μου είναι εύκολο να ξεχωρίσω κομμάτια του.
Θα σας μεταφέρω όμως τις απόψεις κάποιων ήδη αναγνωστών, που μου έχουν πει τη δική τους γνώμη. Κάποιοι θεωρούν πολύ δυνατό το πρώτο κεφάλαιο, κάποιοι άλλοι την ερωτική συνάντηση της Bianca και του Night Walker, ορισμένοι  βρίσκουν ενδιαφέροντες τους διαλόγους του chatting, κάποιοι άλλοι το κεφάλαιο όπου ο Nero βιώνει τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής του, κάποιοι το τελευταίο κεφάλαιο, ορισμένοι το κεφάλαιο με τη γρήγορη εναλλαγή των γεγονότων που έχει πολύ και εναλλασσόμενη δράση και κάποιοι, επίσης, σοκαρίστικαν από τις συνθήκες της ζωής που περιγράφονται.


Στην αρχή του βιβλίου αναφέρετε μια φράση του Χάνεκε. Πόσο επηρεάζει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις η συγκεκριμένη  ιδεολογία?


Επειδή το "εγώ" περισσεύει καθημερινά σε όλο το φάσμα των σχέσεών μας, αυτό συνιστά φασισμό. Ο φασισμός χρειάζεται την απομόνωση και την περιχαράκωση. Την εσωτερική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είτε ατομική είτε συλλογική που ο αποκλεισμός περισσεύει και η ανταλλαγή της καρδιάς δεν συμβαίνει, υπάρχει φασισμός. Ο φόβος του να συνυπάρξεις ή να μοιραστείς, η αρπακτικότητα με το πρόσχημα του εδώ και τώρα, ο φόβος κάθε πιθανής απώλειας διατηρεί ή εφευρίσκει όλο και περισσότερες ευκαιρίες και κανόνες δεσμεύσεων και ελέγχου.  Αυτού του είδους οι συμπεριφορές είναι φασιστικές ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος μέσα σε μία σχέση επιλέγει το ρόλο του θύματος. Ο φασισμός δεν ασκείται μόνο από εκείνον που έχει τον έλεγχο, αλλά και από εκείνον που τον αποδέχεται είτε προσπαθεί να τον αποτινάξει είτε επειδή καταπιέζεται και συνθλίβεται. Ο φασισμός σε συλλογικό ή ατομικό επίπεδο έχει πάντα αναφορά στη μονάδα. Όπως και κάθε τι. Και τελικά, για να κάνουμε μία ακόμη σύνδεση του φασισμού ως μότο του βιβλίου και των ηρώων του, όταν θέλεις μονάχα να παίρνεις τα πάντα που θεωρείς ότι δικαιούσαι και να επιβάλλεις το δικό σου τρόπο σκέψης ή αντίδρασης στα πράγματα, τι άλλο υπάρχει εκτός από από φασισμός;

Τελικά "Η Ζωή είναι εδώ" ή "Η Ζωή είναι αλλού"  κατά Κούντερα;

Ο Γιάρομιλ, ο ήρωας του Κούντερα, ψάχνει τη ζωή αλλού από εκεί που είναι. Είναι κι αυτός απομονωμένος εξαιτίας της μητρικής αγάπης που τον κυνηγά και που έχει σκηνοθετήσει τη ζωή του και εξαιτίας των ευαισθησιών του, που του δημιουργούν πρόβλημα στη ζωή και τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Γίνεται τελικά οπαδός του καθεστώτος και καταδότης. Και οι ήρωες του «H Ζωή είναι εδώ» βρίσκονται σ’ ένα παρόμοιο οριακό σημείο με τον Γιάρομιλ. Αναζητούν τη ζωή, που είναι από άλλους "έτοιμη", είτε από φόβο να ακολουθήσουν το δρόμο που θέλει η καρδιά τους, είτε εγκλωβισμένοι σε στρεβλές πεποιθήσεις για το τι είναι ζωή και ειδικότερα τι θεωρείται "επιτυχημένη ζωή, κοινωνικές σχέσεις και καριέρα". Όμως υπάρχει ένα οριακό σημείο στους ήρωες του "Η Ζωή είναι εδώ" : θα πρέπει να διαλέξουν αν θα μείνουν με τη σκοτεινή τους πλευρά ή αν θα αποφασίσουν να αφήσουν το φως να γλιστρήσει από μια χαραμάδα και να γίνει δρόμος τους. Τελικά ανακαλύπτουν ότι η ζωή δεν ήταν εκεί που την ζούσαν αλλά εδώ που ετοιμάζονται να βαδίσουν τώρα. Η ζωή άλλωστε είναι πάντα εκεί που είμαστε ολόκληροι : mε το σώμα, τον νου και την καρδιά μας.

H Nατάσα Ζαχαροπούλου είναι συγγραφέας και ποιήτρια. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Ίχνος κραγιόν η νύχτα" (Ανατολικός, 1996) και "Η Ζωή είναι εδώ" (Ανατολικός, 2009), τις συλλογές διηγημάτων "Κι ας με ταξιδεύεις όπου" (Λύχνος, 1995) και "Όπου ορίζει το φιλί" (Ανατολικός, 1999) και τις ποιητικές συλλογές "Να σ' έχω" (Λύχνος, 1995) και "Ατμός" (Ανατολικός, 2008). 

Βακχικόν, τεύχος 7, 2-11-2009 

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Παρουσίαση του βιβλίου "Η ζωή είναι εδώ"


Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Κριτικό σημείωμα της Μαρίας Μαρκαντωνάτου για το μυθιστόρημα "Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ"

Στο πρώτο μυθιστόρημα της Νατάσας Ζαχαροπούλου: « Ίχνος κραγιόν η νύχτα» επισημάναμε αρετές όπως: ικανότητα σύνθεσης, νεύρο και τόλμη, αλλά και μια ευκολία γραφής που συχνά παρασύρει, μυθιστορηματική απόπειρα με τις συνήθεις αδυναμίες πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Στο δεύτερο μυθιστόρημά της η Ν.Ζ.,με πιο ώριμη ματιά, κάνει μια κατάδυση στο χάος της σύγχρονης μεγαλόπολης ανασύροντα πρόσωπα εγκλωβισμένα ανάμεσα στα θέλω τους και τα θέλω των γονιών τους ή και τις επιταγές της Ανάγκης, παρακολουθεί τον αγώνα και την αγωνία τους για μια έστω μικροαπόδραση, ως την έξοδο προς μια πιο ανθρώπινη εκδοχή, μέσα από το δικό τους , πρωτίστως, εσωτερικό προχώρημα.
Με όρους που τείνουν σιγά-σιγά να επικρατήσουν στο λεγόμενο « παγκόσμιο χωριό», οι ήρωες της Ν.Ζ. μοιάζουν δέντρα δίχως ρίζα βαθειά, αρπάζονται απ΄ό,τι βρουν, για να μη ξεριζωθούν, όπως είναι Διαδικτυακή δυνατότητα, η δήθεν ισχύ που εξασφαλίζει η μυστική συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, η ψευδαίσθηση μιας υπερύπαρξης μέσω κερδοφόρων, για τους επιτήδειους, τελετών, πράγματα που συνιστούν, εν τέλει, έλλειμμα συλλογικής ταυτότητας.
Κατά τον γνωστό τρόπο, ο αφηγητής- συγγραφέας παρακολουθεί, κατά κεφάλαια, τους πρωταγωνιστές και τη ζωή τους, όπως αυτή εξελίσσεται σε δύο εικοσιτετράωρα, ενώ, με τη μέθοδο του συνειρμού ή της αναδρομής, ο αναγνώστης πληροφορείται σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους.
Η γραφή, κοφτή και ασθμαίνουσα- στους ρυθμούς της εποχής μας, αποτυπώνει δραστικά στάσεις και συμπεριφορές, σκέψεις και ψυχικές εντάσεις, σκιτσάρει με μαεστρία,σκιαγραφεί, ζωγραφίζει. Κάποτε χαλαρώνει κάπως, ρεμβάζει ή και επιδίδεται σε ποιητική απεικόνιση της πραγματικότητας, πράγμα που απογειώνει και ξεκουράζει.
Στον ζοφερό κόσμο του μυθιστορήματος, αντί για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας, μέσα από ένα στέρεο σύστημα αξιών, κυριαρχούν το κυνήγι της καριέρας και του ευδαιμονισμού, αντί για τον έρωτα ως σχέση ουσίας και πληρότητας, το σεξ και η λαγνεία, αντί για την αληθινή ανθρώπινη επαφή, η απρόσωπη συνεργασία που συχνά εκφυλλίζεται σε βάρβαρη μηχανιστική διαδικασία, καταστάσεις σαθρωτικές,ιδίως για τους νέους, που κυριολεκτικά πλαντάζουν για ομορφιά και αρμονία, αίσθηση δημιουργική και επικοινωνία.
Η Ν.Ζ., άνθρωπος της γενιάς των ηρώων της, γνωρίζει καλά τα μορφώματα αυτά του καιρού μας και, αν το μυθιστόρημά της έχει μια θέση στη λογοτεχνία, είναι ακριβώς αυτή: Ρίχνει φως σε σκοτεινούς λαβυρίνθους, εκθέτοντας με ρεαλισμό αλλά και ποίηση το έρεβος της ύπαρξής μας, όταν χάνει τον βηματισμό της, και παραπαίει επώδυνα.
Σ’ ένα τέτοιο ανθρώπινο τοπίο, το τρυφερό κομμάτι της ζωής εξεγείρεται διεκδικώντας τον ζωτικό του χώρο. Θα τον βρεί; Αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό συνειδητότητας και τις ηθικές αντιστάσεις του καθενός. Η συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει πως, μ’ όλη τη στρέβλωση και την κακοποίησή της , η ζωή είν’ εδώ.

Μαρία Μαρκαντωνάτου

(Δημοσιεύεται στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 86, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009)

Δευτέρα, 08 Ιουνίου 2009

Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ (Προδημοσίευση)


1.

CaCl
Ώρα 3.00 π.μ. στο κέντρο της πόλης

Ἔκλεισε μέ δύναμη τό φερμουάρ τοῦ μαύρου σακιδίου του. Προηγουμένως, εἶχε ἐλέγξει τέσσερις φορές τό περιεχόμενο. Φόρεσε τήν περούκα μέ τά μακριά ξανθά μαλλιά καί μετά κόλλησε ἕνα ξανθό καί ψιλογκριζαρισμένο μουστάκι, κάνοντας τήν κίνηση, ἀπό πείρα, στόν ἀέρα.
Ἔστρωσε τό μαῦρο μαντήλι στό λαιμό του, δένοντας τίς ἄκρες του πίσω ἀπό τόν σβέρκο. Τό ἄγχος του γιά τό περιεχόμενο τῆς τσάντας εἶχε χτυπήσει κόκκινο. Ἑτοιμάστηκε νά τήν ἀνοίξει ἀκόμα μιά φορά, ἀλλά ἀντιστάθηκε στόν πειρασμό.
Πῆρε ἀπό τό κρεβάτι, ὅπου ἦταν ὥς τώρα πεταμένο τό μαῦρο πέτσινο μπουφάν του, καί βιαστικά προσπάθησε νά τό κουμπώσει ὅμως, γιά μιάν ἀκόμη φορά, τό φερμουάρ του σκάλωσε.
Σιχτίρισε ἀπό τά νεῦρα. Τά μακριά νευρώδη του δάχτυλα ἐπέμειναν μέ ἄτσαλες κινήσεις. Κοίταξε τό ἠλεκτρονικό ρολόϊ πάνω στό κομοδίνο του, πού σιωπηλά ἀλλά ἀμείλικτα χρονομετροῦσε, ἐνῶ ἡ ἀντήχηση τοῦ βίαιου καλπασμοῦ τοῦ χρόνου στό μυαλό του ἦταν ἐκκωφαντική, καθώς πλησίαζε ἐπικίνδυνα γρήγορα στό ὁριακό σημεῖο. Καί 'κεῖνος ἀκόμη δέν εἶχε ξεκινήσει.
Τελικά τά κατάφερε. Τό τράβηξε ὥς τό τελευταῖο χιλιοστό τοῦ γιακά, μέ τό ἕνα χέρι σήκωσε τό σακίδιο περνώντας το στόν ὦμο καί μέ τό ἄλλο βούτηξε τό κράνος, πού εἶχε φροντισμένα ἀκουμπήσει στό γραφεῖο του.
Τό μυαλό του δούλευε πυρεττωδῶς, ἄν καί ὀργανωμένα, παρ' ὅλο πού ἦταν χωρισμένο σέ διάφορες λειτουργίες συγχρόνως: ἀπό τή μιά προσπαθοῦσε νά κάνει ξανά καί ξανά ἔλεγχο σ' ὅλη του τήν προετοιμασία, ἀπό τήν ἄλλη, σκεφτόταν κάθε μικρή κίνηση ἀπό ὅσες θά ἐπακολουθοῦσαν στήν πορεία τῆς νύχτας καί, παράλληλα, φρόντιζε νά θυμᾶται ἐπαναλαμβάνοντας τίς ὑπόλοιπες ὑποχρεώσεις τῆς συνήθους καθημερινότητάς του.
Δυνάμωσε τήν ἔνταση τοῦ μικροῦ στερεοφωνικοῦ, πού βρισκόταν στό πρῶτο ράφι τῆς σκούρας βιβλιοθήκης. Ὄχι τόσο δυνατά πού νά ἐνοχλεῖ, ἀλλά σέ τέτοιο βαθμό πού ν' ἀκούγεται, τουλάχιστον, ὥς ἔξω ἀπό τήν πόρτα του, ἄν κάποιος τύχαινε νά περάσει ἀπό 'κεῖ.

Ἄνοιξε μαλακά τήν ἐξώπορτα καί βγαίνοντας στόν μακρύ στενό διάδρομο τοῦ ὀρόφου του ἀφουγκράστηκε τό πνιχτό σκοτάδι. Γνώριζε ὅλους τούς ἤχους τῆς νύχτας ἀπό τή συγκεκριμένη γειτονιά, ἀπό τά διπλανά του διαμερίσματα. Τράβηξε ἀργά τό πόμολο κι ἔκλεισε τήν πόρτα ἀθόρυβα πίσω του.
Δέν ἄναψε κανένα φῶς. Ἔφτασε μέχρι τά σκαλοπάτια τοῦ κλιμακοστασίου καί τά κατέβηκε στά τυφλά, νυχοπατώντας σάν τή γάτα. Φτάνοντας στό ἰσόγειο, κοίταξε νά δεῖ ἄν ὑπῆρχε γείτονας ἤ τυχαῖος περαστικός τριγύρω καί ὕστερα προχώρησε ὥς τήν κεντρική εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας.
Προσπάθησε νά διακρίνει κάποια κίνηση ἤ παρουσία στό πεζοδρόμιο ἤ καί στόν δρόμο, κι ἀφοῦ τίποτα δέν κινιόταν, πετάχτηκε, τρέχοντας σχεδόν, ὥς τήν ἀπέναντι πλευρά, πού ἦταν παρκαρισμένη ἡ πολλῶν κυβικῶν μηχανή του.
Κρέμασε τό σακίδιο στήν πλάτη του, καβάλησε φορώντας συγχρόνως τό μαῦρο μάτ κράνος του, μισοκατέβασε τή σκούρα φυμέ ζελατίνα, ἔβαλε τό κλειδί στή μίζα ξεκλειδώνοντας πρῶτα τό τιμόνι, καί πάτησε τό μπουτόν τῆς ἠλεκτρονικῆς ἀνάφλεξης.
Ξεπάρκαρε μαλακά, ἄν καί μέσα του ἔβραζε ἀπό ἀνυπομονησία καί ὅλες του οἱ αἰσθήσεις ἦταν τεντωμένες ἀπό τό ἄγχος, καί μέ προσοχή, μή καί ζημιώσει τ' αὐτοκίνητα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα ἦταν σφηνωμένος.
Γέμισε τήν πρώτη δίνοντας μερικές παραπάνω στροφές στό γκάζι, πράγμα πού ἔκανε ν' ἀκουστεῖ δυνατά μέσα στήν ἐκκωφαντική ἡσυχία τό κλείδωμα τῆς ταχύτητας, καί σέ μερικά ἑκατοστά τοῦ δευτερολέπτου τόν κατάπινε ὁ μισοφωτισμένος δρόμος.

Ἔφτασε σ' ἕνα μικρό στενό στήν ἀνατολική ἄκρη τῆς πόλης...

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Θοδωρή Βοριᾶ, Νυχτερινές Ἐπιπλοκές



Ἔχω τήν αἴσθηση διαβάζοντας τήν ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Ἐπιπλοκές», ὅτι ὁ Θοδωρής Βοριάς εἶναι ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, ἕνας ἔφηβος, πού ἡ νύχτα τόν ἐπιπλέκει καί τόν περιπλέκει μέ τίς καί στίς διαδρομές της.

Ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς εἶναι νυχτερινά ἐπεισόδια τῆς πόλης του, τῆς Θεσσαλονίκης, τά ὁποῖα ξετυλίγονται μπροστά μας, καθώς ἐπίσης καί στιγμιότυπα ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πού συμπλέκεται μαζί τους, γι' αὐτό ἴσως ἀκόμη καί στά πιό μικρά του ποιήματα ἐπιλέγει τήν ἀφηγηματική ἐξομολόγηση, παρά τήν ἀφαιρετική οἰκονομία τῆς ποίησης.
Ἡ πόλη εἶναι, μέ τήν παραμικρή εὐκαιρία, πανταχού παρούσα (ὁ Λευκόπυργος, ἡ Ἀρετσού, Μητροπόλεως, Μπενιζέλου, Ἐγνατία, στό Βαρδάρι), λές κι ἀποτελεῖ μιά δικλείδα ἀσφαλείας, τήν ἀνάγκη ἑνός ριζικοῦ καταφυγίου, στή μελαγχολική ἐπαναστατικότητα, τή διαψευσμένη (...γερασμένα συνθήματα.../...περισσέματα ὁραμάτων.../... Ὅποιος μπορεῖ να στέκει ἤρεμος/σ' αὐτή τήν πόλη/μπορεῖ ν' ἀφουγκραστεῖ τίς φωνές/καί τά συνθήματα/πού δραπετεύουν κάθε μέρα/κι ἔρχονται πάλι τίς νύχτες/ να λουφάξουν/πίσω ἀπό τούς ξεφτισμένους τοίχους) τοῦ ἔφηβου ποιητῆ.
Ἀκόμα καί στόν ἔρωτα ὁ Θ.Β., παρ' ὅλη τή «συναλλαγή», «τῶν τραβεστί τά στέκια», «τίς ἀνάσες ὀργασμοῦ», τ' «ἀγκαλιάσματα/στά σκοτεινά ἀποδυτήρια» παραμένει τρυφερός κι ὀνειροπόλος, «ἄν λιποθυμήσεις/θά σέ πάρω στά χέρια/νά σ' ἁπλώσω σ' ἄλλο ποίημα», λέει, καί γλιστράει στήν ἐσωτερική του κρύπτη, ὅπως «βρῆκε χαραμάδες ὁ ἀέρας/καί σιγά σιγά δραπέτευσε», πού τόν περιφυλάσσει ἁπαλό ἡ ποιητική του μοναξιά καί τόν περισώζει.
Ἡ γλώσσα του, συνεπής στό ἀφηγηματικό της ὕφος εἶναι λιτή καί χωρίς ἐξάρσεις ἤ ἐξεζητημένες λέξεις, καθημερινή, κάποιες φορές γίνεται, κατά τή γνώμη μου, ἐπίμονη στό νά μεταβάλλει τό ξύλινο λεκτικῶς σήμερα (γκράφιτι, γλουτολίνη, ἀφισοκόλληση, μολότοφ) προσπαθώντας νά τό μεταβάλλει καί νά τό ἐντάξει στό ποιητικό περιεχόμενο.
Στά σύν τῆς συλλογῆς ἡ ἐπιλογή τοῦ πολυτονικοῦ, σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς γλωσσικῆς μας συνέχειας, πού ἐπιστεγάζει ἡ ποίηση.

Ἐν ὥρᾳ ὑπηρεσίας

Κλέβεις ἀνύποπτες στιγμές

γιά νά τίς κάνεις ποιήματα,

ἐσύ, ἕνας ἔνστολος ἐν ὑπηρεσίᾳ!

Γέρνουν οἱ τοῖχοι,

σ' ἐλέγχουν κάθε νύχτα,

σέ ὑποπτεύονται

γιατί ἔσκυψες στό δρόμο

ἤ γιατί βρῆκες κάτι

καί τό ἔβαλες στήν τσέπη σου...

Ἤξερες νά κρύβεις τά κλεμμένα᾿

λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα,

κρυμμένα μές στήν τσέπη

ἦταν τά ὄνειρα κι οἱ στίχοι σου.

Ὅταν ἔσφιγγε τό κρύο

ἔχωνες ἐκεῖ τά χέρια

καί τά ζέσταινες.

[Νυχτερινές Ἐπιπλοκές, Θοδωρής Βοριᾶς, ποιήματα, ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2008]

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

[Ατμός]...



θρόμβοι θάλασσας
στεγνώνουν πάνω σου
Λάμνει το καλοκαίρι

Τετάρτη, 04 Φεβρουαρίου 2009

Δημήτρη Ἀθηνάκη, Ιστορίες Ψυχοθεραπείας


Ψυχαναλυτές με προβλήματα ψυχικά, ψυχαναλυτές-σχιζοφρενείς, ψυχαναλυτές-δολοφόνοι, ψυχαναλυτές-ψυχαναλυτές. Κι από την άλλη, ψυχαναλυόμενοι σε ανάγκη, ψυχαναλυόμενοι από συνήθεια, ψυχαναλυόμενοι από περιέργεια, ψυχαναλυόμενοι από βαριεστιμάρα. Όλοι αυτοί παρελαύνουν περιπαθώς απ' τα διηγήματα που έχουν συγκεντρωθεί σ' αυτό το βιβλίο και προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια και να μιλήσουν στον αναγνώστη όχι μόνο γι' αυτά που έχουν "πάθει", αλλά για όλα εκείνα που νομίζουν ότι έχουν πάθει. Και οι ψυχαναλυτές βρίσκονται στο δρόμο των ψυχαναλυόμενων όχι μόνο για να τους βοηθήσουν, αλλά -παράλληλα- για να βοηθηθούν. Παντί τρόπω.
Οι ιστορίες Ψυχοθεραπείας αναψηλαφούν και ανασύρουν στην επιφάνεια τόσο το πρόσωπο του ψυχαναλυτή όσο και του ψυχαναλυόμενου, όπως αυτά διαγράφονται σε διάφορες εκφάνσεις τους. Το πρόσωπο του ψυχαναλυτή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εικόνα που ο καθένας μας έχει σχηματίσει στο μυαλό του. Και εδώ κρύβεται το μυστικό των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας.

Ὁ Δημήτρης Ἀθηνάκης ἐπέλεξε καί μετέφρασε ὀκτώ ἱστορίες. Θεωρῶ, κατ' ἀρχήν, ὅτι ἡ μεταφραστική του δουλειά εἶναι πολύ καλή, ἐπειδή δέν μοῦ ἄφησε κενά, ἔτσι ὥστε δέν μ' ἐνδιέφερε, τελικά, νά γνωρίζω ἤ ν' ἀνατρέξω στά πρωτότυπα κείμενα.
Κατά δεύτερον, θεωρῶ ὅτι εἶναι πολύ καλός, γιατί χρησιμοποίησε ὡραία καί στέρεη ἑλληνική γλώσσα. Σωστή ἑλληνική, χωρίς ἰδιοτυπίες καί ἀγγλισμούς, πού, δυστυχῶς, συναντιοῦνται συχνά στίς μέρες μας, σέ ἀρκετές μεταφραστικές ἀπόπειρες.
Ἡ γλώσσα του εἶναι ἁπλή καί εὔληπτη, ἀλλά ἀπαιτήσεων, χωρίς, ὅμως, νά γίνεται λόγια ἤ ἐξεζητημένη, προκειμένου νά δείξει τήν γλωσσική δεινότητα ἤ, τό ἀναμφίβολο εὖρος τῶν ἱκανοτήτων καί τῶν γνώσεων τοῦ μεταφραστῆ.
Ὁ Δημήτρης Ἀθηνάκης δέν ἀφέθηκε στήν εὐκολία τῆς ἐπανάληψης λέξεων, δέν παρασύρθηκε ἀπό τή ροή τοῦ «νά τελειώνω».
Ἡ δουλειά του φανερώνει ὅτι βασανίστηκε καί, νομίζω, ὅτι ὁ κόπος του θ' ἀνταμειφθεῖ ἀπό τήν ὑποδοχή, πού θά ἔχει τό βιβλίο.
Διότι καί τά ἴδια τά κείμενα, σίγουρα, δέν ἦταν εὔκολα. Κι ἀκόμα κι ἄν ἡ ἐπιλογή τους ἔγινε ἀπό ἐκεῖνον, τό νά μπορέσει, ἐν τέλει, νά διαλέξει μιά ποικιλία θεμάτων, πού καί τό μέγεθός τους νά εἶναι μικρό καί σύντομο (ὀκτώ ἱστορίες, 187 οἱ καθαρές σελίδες) κι ὅταν εἶχε, μάλιστα, νά διαχειριστεῖ, τό «ἀπό μέσα» τους, σίγουρα, δέν ἦταν καί δέν θά μποροῦσε νά εἶναι μιά ἁπλή, εὔκολη καί γρήγορη δουλειά.
Ἡ ἐπιτυχία του, ἐξ ἄλλου, σ' αὐτό τό θέμα ἔγκειται στό ὅτι κατάφερε νά ἀκολουθήσει τόν ρυθμό τοῦ κάθε συγγραφέα καί νά μᾶς τόν μεταφέρει. Κατάφερε, ἐπίσης, νά μᾶς χρωματίσει τή σημερινή Ἀμερική καί τά ἀδιέξοδά της. Χωρίς νά ὀλισθαίνει σέ προσωπικές ἐξάρσεις. Πού θά μποροῦσε, ἐφ' ὅσον ὁ μεταφραστής εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων καί συνδημιουργός.
Καταλαβαίνει, πάντως, διαβάζοντας κάποιος τίς «Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας» ὅτι πρόκειται ὡραία σύγχρονη ἀμερικάνικη γραφή (κι αὐτό, ἐπίσης, ὀφείλεται στό ταλέντο τοῦ μεταφραστῆ) σέ ὡραία σύγχρονη καί φρέσκια ἑλληνική.
Γι΄ αὐτό καί συστήνω τό βιβλίο σ' ἐκείνους πού ἐνδιαφέρονται γιά θεματογραφίες τοῦ εἴδους.

Συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου: Peter Collier, Martha McPhee, Francine Prose, Jonathan Baumbach, Charles Baxter, James Gorman, Barbara Lawrence, Steven Barthelme

[Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας, ἐπιλογή-μετάφραση Δ. Ἀθηνάκης, ἐκδ. Μελάνι]

[Τό πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου εἶναι μεταφορά ἀπό τό ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου καί ἀπό τόν πρόλογο τοῦ μεταφραστῆ]

Δευτέρα, 02 Φεβρουαρίου 2009

[Ἀτμός]...

Σκαριά τρύπες
τ' ἀντικρινά
νησιά στήν πάχνη.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

['Ατμός]...


Ἡ βροχή στό σῶμα σου
Σάν νά ξέπλυνε
τόν κόσμο σύμπα

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

[Ἀτμός]...

Φαίνεται
πώς στά μπαγκάζια σου
τά φόρτωσες ὅλα.
Καί τά χαρακτηριστικά σου ἀκόμα.
Ἀλλά πῶς γίνεται
κι ὅσοι ἄντρες συναντῶ
κρατᾶν ἀπό ἕνα δῶρο σου
πατέρα;

Πέμπτη, 08 Ιανουαρίου 2009

[Ἀτμός]...


Κρότος χεριοῦ
τῆς μάνας
Ζωή κεραυνός

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

['Ατμός] ...


Σμάρια πουλιῶν
ἀνθίζουν στούς κήπους
φωλιές ἀνθρώπων
πνίγουν τό βουνό





Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

['Ατμός] ...



Ἄδολη μέρα
Ἕνας ἄντρας γυμνός
στ' ἀνοιχτό παράθυρο
ὄφις ἐγερτικός

Τρίτη, 07 Οκτωβρίου 2008

[Ἀτμός]...


Ἔτρεχα νά προλάβω
νά προλάβω!
Τώρα ἀργῶ -
Νά προλάβω!

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

['Ατμός] ...


Σμάρια πουλιῶν
ἀνθίζουν στούς κήπους
φωλιές ἀνθρώπων
πνίγουν τό βουνό

Τρίτη, 02 Σεπτεμβρίου 2008

['Ατμός] ...






Ἄν καί δέν κόπασε
ἡ ἀφή, μνήμη
πώς σ' ἔχω

Δευτέρα, 01 Σεπτεμβρίου 2008

[Ἀτμός] ...


Ἀνέβαινε ἡ νύχτα
Ὁ ἔρωτας σκόνταψε
Ἔσταξε κίτρο

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [ Μέρος 4ο ]






***
Ὁ Ζύλ ἦρθε στό σπίτι της. Οἱ δικοί της τόν γνώρισαν ἀλλά ἐπιφυλάχτηκαν. Δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν ἀπ' εὐθείας κι ὅλας μαζί του κι αὐτό καταντοῦσε ἰδιαιτέρως ἐκνευριστικό. Ἡ Μαρολύνα ἔκανε τή μετάφραση βέβαια, ἀλλά ὑπῆρχαν ἀρκετές δόσεις ἀμηχανίας ἀνάμεσά τους. Παρ' ὅλ' αὐτά, οἱ γονεῖς της τήν εἶδαν πού ἐπέμενε καί δέν τῆς ἀρνήθηκαν. Ὁ πατέρας της μόνο, "παπούτσι ἀπό τόν τόπο σου", τῆς θύμισε, καί δέν ξανασυζήτησε τό θέμα.
Ἔφτασε Φεβρουάριος. Ἐκεῖνος ἑτοιμαζότανε νά φύγει. Τό Πάσχα θά τήν περίμενε κι αὐτήν. Ἡ Μαρολύνα ἀνυπομονοῦσε. Ἡ προοπτική τοῦ ταξιδιοῦ της τήν ἀναστάτωνε. Πρώτη φορά θά 'φευγε ἔξω ἀπ' τήν Ἑλλάδα. Καί γιά τόσες μέρες κι ὄλας. Μά ἰδίως, μέ τήν ἔγκριση τῶν δικῶν της.
Ὁ Ζύλ δέν τῆς τηλεφωνοῦσε συχνά ὅλον αὐτόν τόν καιρό πού μεσολάβησε, ἀλλά ἐκείνη δέν ἔδωσε κι ἰδιαίτερη σημασία στό γεγονός. Ὁ Μάρτιος πέρασε γρήγορα σχετικά. Ἔτσι τῆς φάνηκε τοὐλάχιστον. Ἀρχές τοῦ Ἀπρίλη ἐπέστρεψε κι ἡ Εὔα ἀπό ἕνα ἐπαγγελματικό της ταξίδι, γιά νά μείνει καμιά δεκαριά μέρες ἐδῶ καί μετά νά ξαναφύγει. Συναντήθηκαν. Τῆς τά εἶπε ὅλα. Κι ἀκόμα ὅσα δέν εἶχε προλάβει νά τῆς γράψει, μέ τό νί καί μέ τό σίγμα τῆς τ' ἀράδιασε. Χαριτολόγησε κι ὅλας μαζί της ἡ Μαρολύνα: "Νά καί μιά φορά πού ἐσύ ἔρχεσαι, καί φεύγω ἐγώ", τῆς εἶπε, κι ὕστερα, "... πόσο ἀκόμα θ' ἀντέξουμε σ' αὐτό, τ' ὅλο νά χανόμαστε, βρέ Εὔα;..."
Ἡ Εὔα φοροῦσε ἕνα γαλάζιο φόρεμα πού εἶχε ἀγοράσει στό τελευταῖο της ταξίδι ἀπ' τό Παρίσι - περίεργο γι' αὐτήν, πρώτη φορά φοροῦσε τέτοιο χρῶμα! - πού φώτιζε γλυκά τό σταράτο δέρμα της. Πίνανε τά κονιάκ τους στό Quartier Latin στή Μασσαλίας-νά θυμηθοῦνε τά παλιά. "Πρόσεχε" τῆς εἶπε μόνο γι' αὐτόν, καί τῆς ἄλλαξε κουβέντα.
***
Τίς ἑπόμενες μέρες, μόλις τέλειωνε ἡ Μαρολύνα ἀπ' τή δουλειά της, ἔτρεχε γιά τίς ἑτοιμασίες τοῦ ταξιδιοῦ. Στίς δέκα Ἀπριλίου τό πρωΐ πετοῦσε γιά Ζυρίχη.
Ἔφτασε τό μεσημεράκι στό ἀεροδρόμιο, ὅπου δέν τήν πέρίμενε κανείς. Τηλεφώνησε στό γραφεῖο τοῦ Ζύλ καί πράγματι τόν βρῆκε κεῖ. Τῆς δικαιολογήθηκε πώς ἦταν πνιγμένος στή δουλειά καί τῆς εἶπε νά πάρει ταξί καί νά πάει σπίτι του. Θά τή συναντοῦσε τό μεσημέρι. Μέ τό πού ἔκλεισαν, ἔνιωσε ἀνακουφισμένο, ἄν κι ἤξερε πώς ἐκείνη σπάνια ἀντιδροῦσε. Ἡ Μαρολύνα τήν ἴδια στιγμή αἰσθάνθηκε ξαφνικά μιά κούραση νά τῆς ρίχνει τή διάθεση, πῆρε σέρνοντας τή βαλίτσα της ἀπό τό χῶρο τῶν ἀποσκευῶν καί κατευθύνθηκε πρός τήν ἔξοδο.
Ὁ οὐρανός ἦταν γκρίζος, βαρύς κι ἡ λίμνη μιά μολυβένια ἀντανάκλαση. Ἡ κίνηση στούς δρόμους περιορισμένη. Τό ταξί τράβηξε πρός τά προάστεια, ἀποφεύγοντας γιά πολύ ὥρα τίς κεντρικές λεωφόρους. Μετά ἀπό κάνα μισάωρο, φτάσανε στήν Lachenstrasse 38.
Τό διαμέρισμα τοῦ Ζύλ ἦταν στόν τέταρτο ὄροφο. Τῆς ἄνοιξε μιά μεσήλικη γυναίκα, μ' ἕνα χαμόγελο τόσο πλατύ, ὅσο κι ὁ ἥλιος πού δέν ἔλεγε μέ τίποτα, οὔτε ἔστω κι ἀπό μιά μικρή σχισμή τ' οὐρανοῦ, νά προβάλει. Συνεννοηθήκανε μέ νοήματα πιό πολύ. Ἡ Μαρολύνα μίλαγε ἀγγλικά, ἐκείνη γερμανικά. Τῆς πῆρε τή βαλίτσα καί τήν ὁδήγησε στό δωμάτιό της. Τό διαμέρισμα ἦταν ἀρκετά εὐρύχωρο, ἀλλά τόσο λιτό, ἀποκλειστικά ἐργένικο. Τό καλλίτερο σημεῖο του πάντως ἦταν τά μεγάλα παράθυρα στή μεσημβρινή του πλευρά, πού κοίταζαν κατευθείαν στή Λίμνη τῆς Ζυρίχης.
Ἡ φράου-Μάρτα πού ἦταν ἡ οἰκονόμος τοῦ Ζύλ, ὅπως συμπέρανε ἡ Μαρολύνα ἀπό τήν παντομίμα της, τήν πέρασε στό καθιστικό καί τῆς σέρβιρε μιά τεράστια κούπα γαλλικοῦ καφέ, μ' ἕνα δίσκο κέϊκ καί βουτήματα. Δέν κάθησε παρέα της. Τήν ἄφησε γιά νά συνεχίσει τίς δουλειές της. Ὁ Ζύλ ἐπέστρεφε κατά τίς ἕξι τό ἀπόγευμα κι ἐκείνη θά 'φευγε στίς τρεῖς. Ἔπρεπε λοιπόν μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα νά 'ναι ὅλα ἕτοιμα. Τή ρώτησε ἄν ἤθελε ἀργότερα νά τῆς φτιάξει κάτι νά τσιμπήσει κι ἡ Μαρολύνα ἀρνήθηκε. Ὕστερα πῆγε νά τακτοποιήσει τά πράγματά της. Βαριότανε. Ὅλος της ὁ ἐνθουσιασμός ἔπεσε, ἀλλά περίμενε μέ ἀγωνία τήν ἐπιστροφή τοῦ Ζύλ. Περίμενε πώς κάποια ἔκπληξη θά τῆς εἶχε ἑτοιμάσει. Δέν γινότανε νά 'ναι ὅλα τόσο ξερά κι ἀδιάφορα, σκέφτηκε, καί ξάπλωσε. Μέ τά ροῦχα. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἀπ' τό ταξίδι ἀκόμα. Δέν θέλησε οὔτ' ἕνα ντούς νά κάνει, δέν ἤξερε τί νά φορέσει μετά, τί ἔπρεπε νά κάνει γιά νά περάσει ἡ ὥρα της, πῶς νά τόν περιμένει. Καί τότε, σάν μιά σκιά τῆς πέρασε ἀπ' τό μυαλό ἡ ἀμφιβολία γιά τό ἄν ἔπρεπε νά εἶχε ἔρθει. Ἄν ἔκανε καλά. Θυμήθηκε καί τό "πρόσεχε" τῆς Εὔας. Ὕστερα εἶπε πώς μᾶλλον ἡ κούραση θά ἔφταιγε ἀπ' τό ταξίδι. Ἤ ὁ βαρύς καιρός. Ἡ βροχή πού εἶχε ἀρχίσει ἔξω νά πέφτει κι εἶχε κλείσει σάν ἀδιαφανής κουρτίνα τόν ὁρίζοντα.
***
Ὁ Ζύλ ἦταν πολύ ἀπασχολημένος σήμερα, ἀλλά ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶχε σκεφτεῖ πώς δέν θά πήγαινε στό ἀεροδρόμιο νά τήν πάρει, ὅπως τῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ἀθήνα στίς παλιές γνωστές συνθῆκες τῆς καθημερινότητάς του, κατάλαβε πώς εἶχε παρασυρθεῖ ἐκεῖ σέ ἀποφάσεις πού ἐδῶ, μέ τέτοιους ὅρους, δέν θά τίς ἔπαιρνε ποτέ. Γι' αὐτό καί φρόντισε νά κρατήσει ἀποστάσεις πιστεύοντας πώς ἐκείνη θά καταλάβαινε μᾶλλον ἤ πώς θά τό μετάνοιωνε καί δέν θά 'ρχόταν, ὅπως συνέβη καί τήν προηγούμενη φορά. Ἀλλά τελικά τά πράγματα κύλησαν ἀλλιῶς.
Ὅταν ἐπέστρεψε σπίτι του, ἡ Μαρολύνα κοιμόταν. Νυχοπατώντας μπῆκε στό δωμάτιό της. Ἔμεινε κάποιες στιγμές ἀκίνητος κοιτάζοντάς την. Ὕστερα τήν πλησίασε. Ἐκείνη ἔνιωσε ἕνα ἐλαφρύ σκούντημα πού τήν τρόμαξε καί πετάχτηκε. Τόν εἶδε ὄρθιο ἀπό πάνω της καί προσπάθησε νά θυμηθεῖ ποῦ βρισκόταν. "Ἔλα, ἔχω ἑτοιμάσει νά τσιμπήσουμε", τήν παρότρυνε καί δέν ἔκανε καμιά ἄλλη κίνηση πρός τό μέρος της. Ἅπλωσε τά χέρια της νά τόν ἀγκαλιάσει, ἀλλά αὐτός, σάν νά μή πρόσεξε τήν πρόσκληση, τήν ἄφησε νά πέσει στό κενό καί γύρισε πρός τήν πόρτα.
Ἡ Μαρολύνα συνῆλθε ἀπότομα. Θά 'ναι κουρασμένος, σκέφτηκε, κι ἁπλῶς τόν ρώτησε, πρίν βγεῖ, τήν ὥρα. "Ἑξίμισι", τῆς ἀπάντησε ἀδιάφορα κι ἔφυγε. Ὕστερα στό τραπέζι ἦταν σχεδόν ἀμίλητοι. Οὔτε γιά τό ταξίδι της καλά-καλά δέν τή ρώτησε, κι αὐτή περιορίστηκε νά κάνει διαπιστώσεις γιά τόν καιρό. Μετά τό φαγητό ἐκεῖνος ἔβαλε τά πιάτα στό πλυντήριο καί τῆς πρότεινε νά καθήσουν στό σαλόνι. Ἑτοίμασε τά ποτά τους κι ἄνοιξε τήν τηλεόραση. Ἤθελε νά δεῖ εἰδήσεις, ὅπως τῆς δήλωσε. Ὅλες οἱ ἐκπομπές ἦταν στά γερμανικά κι ἡ Μαρολύνα οὔτε πού καταλάβαινε. Μά δέν ἤθελε νά καταλάβει κι ὅλας. Τοῦ εἶπε πώς δέν εἶχε συνέλθει ἀκόμα καλά-καλά ἀπ' τό ταξίδι κι ὅτι εἶχε πονοκέφαλο. Τοῦ πρότεινε νά μή κοιμηθοῦνε μαζί ἐκεῖνο τό βράδυ κι αὐτός δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Μιά σκιά πέρασε ἀπ' τό βλέμμα του, καθώς τήν κοίταζε, πού ἐκείνη δέν μπόρεσε νά τήν ἀποκρυπτογραφήσει, ἐνῶ αὐτός πίστεψε πώς ὁ πόλεμος μέσα του, γιά τή συμπεριφορά του αὐτή, δέν φάνηκε. Τῆς ἀπάντησε βιαστικά προσπαθώντας νά διορθώσει τήν κατάσταση, τῆς ὑποσχέθηκε δηλαδή πώς αὔριο τά πράγματα θά 'ταν καλλίτερα καί τήν καληνύχτισε μέ μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ του. Παρακολουθοῦσε στό δέκτη τά οἰκονομικά. Κι ὅπως ἐκείνη βάδιζε στό διάδρομο πρός τό δωμάτιό της, χτύπησε τό τηλέφωνο. Ὁ Ζύλ πετάχτηκε σάν ἐλατήριο ἀπό τό κάθισμά του καί δέν τό ἄφησε νά χτυπήσει δεύτερη φορά. Ἡ Μαρολύνα κοντοστάθηκε. Τήν κοίταξε στιγμιαῖα ἀλλά ἐπίμονα. Μετά τήν πρώτη του κουβέντα περίμενε, ἀφήνοντας τόν συνομιλητή του νά μιλάει. Ὑστερα τῆς γύρισε τήν πλάτη του, κάτι ψιθύρισε, μετά χαιρέτησε δυνατά κι ἔκλεισε. Στράφηκε ξανά πρός αὐτήν, τήν εἶδε πού ἄνοιγε τήν πόρτα τοῦ δωματίου της, ἔκανε νά πάει πρός τό μέρος της, δίστασε, "κάτι ἀπρόοπτο καί πρέπει νά λείψω", τῆς εἶπε. Δέν τοῦ ἀπάντησε.
Τό πρωΐ βρῆκε ἕνα σημείωμα πάνω στό κομοδίνο της, πώς τήν περίμενε νά περάσει τό μεσημέρι στή μία, πού εἶχει διάλειμμα στή δουλειά του, νά τόν πάρει νά πᾶνε γιά φαγητό. Τῆς ἔγραφε τή διεύθυνση. Εἶχε ἕνα μικρό ἄσπρο τριαντάφυλλο καρφιτσωμένο στήν ἄκρη τοῦ χαρτιοῦ κι ἕνα φιλί ζωγραφισμένο μέ τό κραγιόν της, πού ἤτανε τόσο ἀχνό, λές καί θά πέταγε ἀπό στιγμή σέ στιγμή. Τό ἀκολούθησε μέ τό βλέμμα της καί τήν πῆρε μαζί του ἔξω ἀπ' τό δωμάτιο. Γλίστρησε πάνω στά σκοῦρα νερά τῆς λίμνης καί σκόνταψε σέ κάποια ἀπ' τίς μικρές νησίδες πού ἦταν στό κέντρο της. Σκάλωσε κεῖ. Ἡ καρδιά της πετάρισε ἀπ' τή βαρειά ὑγρασία. Ἔνιωσε τό περόνιασμα νά τή διαπερνᾶ. Κι ἀπ' τήν ἄλλη, αἰσθάνθηκε σάν ἠθοποιός πού παρακολουθοῦσε τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό νά ἐνσαρκώνει τό ρόλο της. Ποιό ρόλο ὅμως; Δέν ἤξερε ἀκριβῶς. Δηλαδή τό ρόλο τόν ἤξερε. Τό γιατί τῆς ξέφευγε ἀκόμα. Τό κλειδί πού ἀκούστηκε στήν ἐξώπορτα τή συνέφερε. "Ἡ φράου-Μάρτα", θυμήθηκε, καί σηκώθηκε γρήγορα-γρήγορα γιά νά κλειδωθεῖ στό μπάνιο.
***
Τό κέντρο τῆς Ζυρίχης ἦταν μοιρασμένο ἀνάμεσα στή σύγχρονη καί στήν ἀπό τό δέκατρο τρίτο αἰώνα καί δῶθε ἀρχιτεκτονική. Τό κτήριο πού δούλευε ὁ Ζύλ ἦταν ἕνα ἀπό τά παλιά, πού κουβαλοῦσε τοὐλάχιστον τριακόσια χρόνια ἱστορίας, ὅπως τήν πληροφόρησε ἀργότερα. Τεράστιο. Κάλυπτε ἕνα ὁλόκληρο οἰκοδομικό τετράγωνο. Πολυώροφο, μέ στέγες ἐπίκλινεῖς, κεραμοσκεπεῖς, μέ πυργίσκους σ' ὅλες τίς γωνίες του κι ἀμέτρητες, μεγαλοπρεπεῖς καμινάδες.
Τήν περίμενε στήν ἔξοδο. Τόν βάραιναν οἱ τύψεις. Καταλάβαινε πώς ἡ συμπεριφορά του ἀπέναντί της στεροῦνταν κι ἀπό τούς πιό βασικούς κανόνες τῆς εὐγένειας καί τῆς καλῆς φιλοξενίας. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἤτανε σίγουρος πιά πώς ἡ ἀπόφασή του γιά τό γάμο τους εἶχε παρθεῖ ἐπιπόλαια καί βιαστικά. Παρ' ὅλ' αὐτά, μόλις τόν πλησίασε, τήν τράβηξε ἀπό τό μπράτσο, λές κι ἦταν ἀφόρητα πολλύς ὁ καιρός τῆς ἔλλειψής της, καί τό στόμα του τήν ἅρπαξε. Σάν μοναχικό κανό ἐκείνη, ἀφέθηκε νά τήν παρασύρει τό καταρρακτώδικο ρεῦμα τῆς γεύσης του. Ὕστερα ἐκεῖνος ἀποσπάστηκε, μιά ὥρα ἦταν ὅλο κι ὅλο τό διάλειμμά του, τῆς εἶπε, καί δέν ἔπρεπε καθόλου νά χάνουν χρόνο.
Πῆγαν σ' ἕνα μπιστρό πού ἦταν παλιό πανδοχεῖο ἀνακαινισμένο. Ὁ Ζὐλ ἦταν ἀφόρητα περιποιητικός μαζί της, τόσό, πού ἄρχισε ν' ἀμφιβάλλει ἄν ἡ χτεσινή του συμπεριφορά ἦταν πραγματικότητα ἤ νυχτερινός ἐφιάλτης. Παρ' ὅλ' αὐτά, δέν τῆς ἔκανε καμιά κουβέντα γιά τήν οἰκογένειά του οὔτε καί γιά τόν ἐπικείμενο γάμο τους.
Ἡ ὥρα πού μοιράστηκαν μαζί χάθηκε σάν μιά σταγόνα στή βροχή. Τή ρώτησε ἄν ἤθελε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιο ἐμπορικό κέντρο καί νά τόν περιμένει νά τελειώσει ἀπ' τή δουλειά του ἤ, ἄν προτιμοῦσε, νά γυρίσει σπίτι. Δέν εἶχε ὄρεξη νά περιφέρεται μόνη της σέ μιάν ἄγνωστη πόλη. Δέν εἶχε κέφι γιά ψώνια. Δέν εἶχε διάθεση γιά τίποτα πέρα ἀπ' αὐτόν κι ἄς ἔνιωθε ἕνα μάγκωμα στήν καρδιά της νά πάλλει, κι ἄς ἀνάβλυζε στό μυαλό της ἕνα προαίσθημα συνέχεια σάν τό "πρόσεχε" τῆς Εὔας.
Τή βρῆκε νά διαβάζει τόν Οὐσπένσκυ της, "Ὁ κόσμος τοῦ θαυμαστοῦ", ὅταν γύρισε. Σηκώθηκε νά τόν ὑποδεχτεῖ ἀγκαλιάζοντάς τον ἀλλ' αὐτός κατευθύνθηκε στό μπάρ κι ἑτοίμασε ἕνα ποτό γιά τόν ἑαυτό του μόνο. Τόν ἀκολούθησε στή μεγάλη τζαμαρία καί τύλιξε τά χέρια της γύρω του, τοῦ ἔβγαλε τό σακκάκι καί προσπάθησε νά τοῦ λύσει τή γραββάτα. "Ἄσε", τήν ἔσπρωξε μαλακά, "θά κάνω ἕνα ντούς πρῶτα", εἶπε καί τήν παράτησε σύξυλη. Χτύπησε πάλι τό τηλέφωνο κι αὐτός ὅρμησε κατά πάνω του καί κατευθύνθηκε μέ τό ἀκουστικό στό μπάνιο. Ἡ βιασύνη του τήν ξένισε. Ἔμεινε μόνη στό κενό τοῦ χώρου. Ὁ μοναδικός θόρυβος πού ξαφνικά συνέβη στό δωμάτιο ἦταν ὁ ἦχος ἀπό τά φύλλα τοῦ βιβλίου της, πού ξεφυλλίστηκαν ἀπό μόνα τους ἀπ' τό βάρος τῶν σελίδων, κι ὁ Οὐσπένσκυ ἔκλεισε. Ἔκλεισε λές κι ἔκλεινε ἡ αὐλαία, ἀλλά τό χειροκρότημα ν' ἀκούστηκε πρίν. Οἱ θεατές ἦταν φαίνεται βιαστικοί. Ἤ εἶχαν πλήρη ἄγνοια τῶν γεγονότων πού ὑπογράμμιζαν κι ἀπό ἔνστικτο μόνο ἀντέδρασαν.
Κι ἐκεῖνος ἀργοῦσε ἐπίτηδες. Αὐτή μετροῦσε λεπτό τό λεπτό τά τρία τέταρτα πού κράτησε τό ντούς του. Κι ὅμως σκέφτηκε γιά μιά φορά ἀκόμα νά μή μιλήσει, νά περιμένει μιάν ἄλλη κίνηση ἀπ' αὐτόν, νά τοῦ δώσει χρόνο καί νά μή ἔχει πλέον ἐκεῖνος περιθώρια καθόλου νά τῆς ἀμφισβητήσει καί τό παραμικρό. Καί τό βασικότερο, νά μή ἔχει ἡ Μαρολύνα καμιάν ἀμφιβολία ὅτι κάτι τό διαφορετικό μποροῦσε νά πράξει καί δέν τό 'πραξε. Ἐξ ἄλλου ἐκκρεμοῦσαν ἀκόμη πέντε μέρες παραμονῆς της ἐκεῖ. Μποροῦσε νά περιμένει, ὅ,τι κι ἄν αὐτό τῆς κόστιζε στό νευρικό της σύστημα τοὐλάχιστον. Καί λοιπόν, θά περίμενε! Ἴσως καί νά τίς ἐξαντλοῦσε κι ὅλας.
Ἀλλά καί τίς ἑπόμενες τρεῖς μέρες τίποτα ἀπολύτως δέν ἄλλαξε. Μπορεῖ νά βρίσκονταν μαζί τήν ὥρα τοῦ μεσημεριανοῦ φαγητοῦ, μπορεῖ ἐκείνη νά περιφέρθηκε σέ κάποια ἀκρολίμνια καφέ, πάντως τά βράδια τά περνοῦσαν κλεισμένοι στό σπίτι, καί τό κρεβάτι του δέν τό μοιράστηκαν, παρά μόνο τό δικό της, τοῦ ξενώνα, μιά φορά, κι αὐτό ἀνάλατα καί ψυχρά, λές κι ὁ ἄνθρωπος πού ἡ Μαρολύνα εἶχε γνωρίσει στήν Ἑλλάδα ἦταν κάποιος ἄλλος. Οὔτε κἄν ἡ σκιά ἐκείνου δέν τῆς θύμιζε κάτι ἀπ' αὐτόν πού εἶχε δίπλα της, ἐδῶ, αὐτές τίς μέρες. Κι αὐτό πού ἔζησαν ἀπόψε, ἕνα μάγκωμα στήν πραγματικότητα ἤτανε, κι ὅ,τι ἀπ' αὐτό: ἕνας πόνος ὀξύς πού τῆς τρύπησε τά σωθικά, τήν ἔκοψε μέ τόν τρόπο ἐκεῖνο πού τρυπάει ὁ ἦχος τό κενό. Ἦταν σάν νά ἔκανε μιά παγωμένη βουτιά στά θολά καί βρώμικα νερά τῆς λίμνης καί κατευθείαν νά πάτωσε. Ἄκουγε φωνές ἀπό μακρυά κι ὅμως τίποτα ἤ μέ τίποτα δέν μποροῦσε ν' ἀνασυρθεῖ. Ἤθελε νά φύγει κι ὅμως καθόταν ἐκεῖ.
Κι ὁ Ζύλ ὅμως ἔνιωθε νά τοῦ λείπει κάποιο κομμάτι πολύ βασικό γιά τήν ἰσορροπία τῆς ψυχῆς του. Διάβασε στό πρόσωπό της τίς ἀλλαγές τῆς ψυχῆς της. Τό σίγουρο ἦτανπώς δέν ἤθελε νά τήν πληγώσει. Ὅπως κι ὅτι δέν ἤθελε κανένα κλείσιμο στή ζωή του πρός τό παρόν. Τόν πόνεσε ὁ πόνος πού ἔβλεπε νά τέμνει τά μάτια της. Θέλησε νά τήν κρατήσει τρυφερά ἀλλά τόν συγκράτησε τό κατοπινό ἀδιέξοδο. Τῆς πρότεινε μονάχα νά βγοῦν μιά βόλτα, "ἔτσι γι' ἀλλαγή, νά δεῖ κάτι ἔστω κι ἀπ' τή νυχτερινή Ζυρίχη".
Ἔφτασαν στήν Bannhofstrasse πού ἦταν κατακλυσμένη ἀπό μπάρ, ἑστιατόρια καί καφέ καί κατέληξαν στό club "Der Happen". Δέν ἄλλαξε τίποτα μεταξύ τους. Ὁ κόσμος μόνο μεσολάβησε κι ἡ μουσική. Καί κάτω ἀπ' τούς πολύχρωμους ἰριδισμούς τῶν πολυελαίων πού ἄστραφταν, ἔλαμπαν αὐτοί πιό ξένοι ἀπό ποτέ. Συζητοῦσαν γιά τούς ἄλλους κι ἤπιαν ἀρκετά. Αὐτός ἀπό ἐνοχές κι αὐτή πού ἦταν ἐγκλωβισμένη ἐκεῖ, ἐνῶ θά ἤθελε νά εἶναι μίλια μακρυά.
Στό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς δέν μιλοῦσε κανείς τους. Ὁ Ζύλ ὁδηγοῦσε νευρικά στούς βρεγμένους δρόμους. Ἡ Μαρολύνα πνιγόταν ἀπ' ὅσα εὕρισκε ανούσια νά τοῦ πεῖ καί σκεφτόταν τή μουγγή πού περνοῦσε, ὅταν ἦταν μικρή, κάτω ἀπ' τό σπίτι της, κι οἱ γονεῖς της τήν τρόμαζαν πώς, ἄν δέν ἦταν καλό παιδί, θά τήν ἔδιναν νά τῆς φάει τή γλώσσα. Κι εἶχε κολλήσει στήν κομμένη της γλώσσα, ὁ πόνος τήν ἔκαιγε, τό αἷμα χτυποῦσε σάν τήν τρικυμία πάνω στόν κυματοθραύστη τοῦ λάρυγγά της, ἔνιωθε τούς μῦς της νά κινοῦνται κι ὅμως δέν κουνιόταν τίποτα, κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν της διεσταλμένες, ἔμοιαζαν μ' ἀποσιωποιητικά πού γυάλιζαν μές στή νύχτα, πού κύλαγαν πάνω στά τζάμια σάν τίς σταγόνες τῆς βροχῆς, καί σάν τά ψίχουλα τοῦ παραμυθιοῦ σημάδευαν τόν κάθε πόντο τῆς μέχρι τότε διαδρομῆς τους, ὅλης.
***
Τό ἑπόμενο πρωΐ, μόλις ἐκεῖνος ἔφυγε γιά τή δουλειά του, ἀπό πίσω του ξεπόρτισε κι ἡ Μαρολύνα. Πῆγε στά γραφεῖα τῆς Ὀλυμπιακῆς γιά ν' ἀλλάξει τό εἰσιτήριό της. Ἡ ὑπάλληλος πού τήν ἐξυπηρέτησε ἦταν Ἑλληνίδα. Μέ τό πού τῆς χαμογέλασε ἦταν σάν νά βρέθηκε σέ λημέρια γνώριμα. Ἄκουσε νά τῆς μιλᾶνε στή γλώσσα της. Εἶδε τά γράμματα τῶν λέξεων νά πεταρίζουν μπρός της. Ζεστάθηκε. Ἡ Ζυρίχη ἔξω παγωμένη, ἔμοιαζε τόσο ἀπόμακρη, σάν κουκίδα πάνω σέ μουντζουρωμένο χάρτη. Ἔριξε μιά ματιά στή μπλέ στολή τῆς ὑπαλλήλου κι ἦταν σάν νά 'δε μπρός της τό βαθύ μπλέ τοῦ Αἰγαίου. Προφασίστηκε σοβαρούς οἰκογενειακούς λόγους, ὅταν ἡ ὑπάλληλος τῆς δήλωσε πώς δέν ὑπῆρχαν θέσεις σέ κανένα δρομολόγιο, πρίν ἀπό κεῖνο τῆς ἑπομένης Κυριακῆς πού κανονικά θά ταξίδευε. Δέν παρακάλεσε. Ἀπαίτησε τήν ἀλλαγή. Τήν ἔβαλαν λίστα ἀναμονῆς καί τῆς ὑποσχέθηκαν πώς θά φρόντιζαν ὁπωσδήποτε νά φύγει.
Γύρισε στό σπίτι τοῦ Ζύλ καί μάζεψε τά πράγματά της. Ἡ φράου-Μάρτα ἔλειπε κείνη τήν ὥρα γιά τά καθημερινά ψώνια. Ἔνιωσε ἀνακουφισμένη. Δέν εἶχε νά δώσει λογαριασμό σέ κανένα. Τηλεφώνησε στόν Ζύλ καί τοῦ εἶπε πώς θά τόν περίμενε κανονικά, ὅπως κάθε μέρα, στή μία, στό γνωστό μπιστρό.
Ὅταν ἐκεῖνος ἔφτασε, ἡ Μαρολύνα εἶχε ἤδη παραγγείλει τίς μπύρες καί τό φαγητό τους. Εἶπε ὅτι σήμερα κερνοῦσε αὐτή. Ὁ Ζύλ δέν ἔδειξε ἔκπληξη οὔτε κι ἀδιαφορία. Ἔπινε τή μπύρα του μέ μεγάλες ἀργές γουλιές. Συζητούσανε σάν φίλοι πού βρέθηκαν τυχαῖα. Ὅταν ἐκεῖνος σηκώθηκε γιά νά ἐπιστρέψει στό γραφεῖο του, τόν χάϊδεψε φευγαλέα στό πρόσωπο. Ὕστερα πῆρε ἀπ' τή γκαρνταρόμπα τοῦ μπιστρό τή βαλίτσα της καί σέ λιγότερο ἀπό μιά ὥρα πετοῦσε γι' Ἀθήνα.
***
Ἡ Εὔα τήν περίμενε στό ἀεροδρόμιο τοῦ Ἑλληνικοῦ, μιά καρδιά ὁλόκληρη, νά τήν ἀγκαλιάσει. Κούρνιασε μέσα της κι ἦταν σάν φωλιά πού δίπλωσε ὁ πλανήτης σύμπας, νά τήν περιφυλάξει. Τῆς εἶχε τηλεφωνήσει ἀπ' τό ἀεροδρόμιο τῆς Ζυρίχης ἡ Μαρολύνα, λίγο πρίν ἐπιβιβαστεῖ στό ἀεροπλάνο πού θά τήν ἔφερνε πίσω. Κι εὐτυχῶς, τήν πρόλαβε σπίτι της ἀκόμα. Μέ τό "Εὔα..." πού ξεστόμισε, "Γύρισες;" τή ρώτησε κείνη. "Ὄχι, σέ λίγο φεύγω..." τῆς ἀπάντησε, "Θά 'μαι ἐκεῖ καί θά σέ περιμένω" τή βεβαίωσε ἡ Εὔα καί κλείσανε.
Δέν χρειάστηκε νά ποῦνε τίποτα. Ἡ Εὔα τήν παράσυρε σ' ἕνα παραθαλάσσιο καφέ στή Βουλιαγμένη κι ἡ Μαρολύνα ἀφέθηκε νά γλιστρήσει σ' αὐτό τό χωρίς λόγια πού τίς βάραινε καί τίς ἔδενε καί τίς δυό, πού τίς φυλάκιζε καί τίς λευτέρωνε συγχρόνως. Ψηλαφοῦσε τήν τρυφερότητα στή φωνή τῆς Εὔας, στίς κινήσεις της, ἀναγνώριζε στιγμή-στιγμή, βῆμα-βῆμα τό ἀπωλεσμένο ἀγκάλιασμα τῆς μάνας της, ρουφοῦσε τή σιγουριά τῆς Εὔας, ἀνάσαινε τόν πόνο τῆς ἐπιβεβαίωσης, κι ὅ,τι ἀνέσυρε, ἡ ἀποδοχή τοῦ κόσμου ὁλάκερου πού τήν ἔδενε μέ τό σήμερα καί τό χτές της, πού τήν σιγούρευε στό ξεσκέπαστο καί τό μετέωρο αὔριο.
Ἡ Εὔα βεβαιώθηκε γιά τίς σπασμωδικές κινήσεις ἑνός μωροῦ κυνηγημένου ἀπό τό ἔνστικτο τῆς ἐπιβίωσης καί θέλησε νά τῆς μοιράσει ἁπλόχερα τίς παραμέτρους ὅλες μιᾶς πορείας ὑγιοῦς κι ἀναμφισβήτητης. Δέν ἤξερε τί ἀκριβῶς ἔπρεπε νά κάνει γιά νά τό πετύχει, ἀλλά ἤτανε σίγουρη πόσο μετροῦσε ἡ Μαρολύνα στή ζωή της, ἔνιωθε τή χαρακιά τοῦ πόνου ἀπ' τόν πόνο της βαθιά στήν ψυχή της, καί σάν τόν οὐρανό ἀγκάλιασε τό σύγνεφο τῆς Μαρολύνας, τό 'σφιξε μέσα της, καταιγίδα τό μεταμόρφωσε, βροχή χαρισάμενη, κι ἄφησε ἕναν εὐεργέτη ἥλιο μετά νά τίς στεγνώσει καί τίς δύο, νά τίς ζεστάνει.
VI
- Σέ ζητοῦν στό τηλέφωνο τῆς φώναξε ἡ Λίτσα, ἡ συνάδελφός της.
Ἦταν ἡ Λένα. "Δέν εἴπαμε νά τηλεφωνηθοῦμε τό μεσημέρι σήμερα;..." τή ρώτησε, "ποῦ βρίσκεσαι;..." Τί νά τῆς λέει τώρα;
- Τί ἔγινε χτές λοιπόν;... Τί ἤθελε τελικά ὁ δικηγόρος τοῦ Νικήτα;
- Τί νά θέλει ἄλλο; Ἐπιμένει νά πᾶμε μέ "ἀντιδικία". Δέν καταλαβαίνεις; Κι ἔχει πείσει καί τόν πελάτη του νά μή βάζει σέ τίποτα ὑπογραφή. Νομίζω πώς θά πρέπει νά συναντηθεῖτε μέ τόν ἄντρα σου καί νά τοῦ ἑξηγήσεις. Θά μποροῦσα νά τό κάνω κι ἐγώ βέβαια, ἀλλά εἶναι καλλίτερα, νομίζω, νά προσπαθήσεις ἐσύ. Ἄν ἔχουμε μιά πιθανότητα ἐπιτυχίας, τότε μόνο ἐσύ θά μποροῦσες νά τά καταφέρεις.
- Καλά, Λένα, θά τό σκεφτῶ καί τά ξαναλέμε.
Ἔκλεισε. Δέν ἤθελε νά μιλάει ἀπ' τό γραφεῖο της κι ὅλας. Δέν τῆς ἄρεσε νά δίνει δικαιώματα γιά τήν προσωπική της ζωή. Κι ἔνιωθε πώς ὅλοι περίμεναν μέ τό ἀκουστικό τους νεῦρο σ' ἑτοιμότητα. Κάποιες φορές φανταζόταν πώς ὁλόκληρο τό δωμάτιο μεταμορφωνόταν σ' ἕνα τεράστιο αὐτί, ἕτοιμο νά καταπιεῖ καί τόν πιό ὑπόγειο κι ἀνεπαίσθητο ψίθυρο τόν πιό ἀθόρυβο ἦχο. Μιά κουβέντα ἀκούγανε κάποιοι συνάδελφοι καί τό κάνανε σήριαλ μετά. Κι ἐξ ἄλλου δέν εἶχε μαζί τους πολλά-πολλά. Ποτέ της δέν τό θέλησε. Δέν τό ἐπιδίωξε ποτέ. Οὔτε καί μέ τούς παλιούς οὔτε καί μέ τούς καινούργιους πού κάποια στιγμή τούς ἀντικατέστησαν.
Μετά τήν κουβέντα της μέ τήν Λένα, ἡ ἐξέλιξη πού ἔπαιρνε ἡ ὑπόθεσή της τήν ἐκνεύριζε. Μά δέν ἤθελε νά 'χει πιά καμιά σχέση μέ τόν Νικήτα. Καμιά! Τίποτα κοινό νά μοιραστοῦν, τίποτα νά χωρίσουν. Κι ἄν γινόταν, θά 'θελε μέσα σέ μιά στιγμή, νά 'κλεινε τά μάτια της, νά κλείδωνε τό μυαλό της, ν' ἀσφάλιζε τήν ψυχή της κι ὕστερα ἀπό ἕνα δευτερόλεπτο, νά 'χαν τελειώσει ὅλα. Καμιά ἐκκρεμότητα ἀπό κεῖ καί μετά. Καμιάν ἐπαφή. Καί τώρα... Τώρα τῆς προέκυπτε νά πρέπει νά συναντηθεῖ μέ τόν Νικήτα. Νά πρέπει νά διαπραγματευτεῖ μαζί του κι ὅλας τήν ἀξιοπρέπειά τους. Κι ὄχι μόνο τή δική της ἀλλά καί τή δική του ἐπίσης. Αὐτή! Ἡ Μαρολύνα ἔπρεπε νά φροντίσει ξανά καί γιά τούς δυό τους. Τῆς ἀνέβαινε τό αἷμα στό κεφάλι ὅσο τό σκεφτόταν κι εὐτυχῶς πού ἡ ὥρα πῆγε τρεῖς κι ἔφτασε τό "σχόλασμα", ὅπως συνήθιζε ν' ἀστειεύεται.
Γύρισε σπίτι της ἀργά τό βράδυ. Μετά τό γραφεῖο πέρασε ἀπό τά μαγαζιά καί ψώνισε. Πάντα, ὅταν πιεζόταν, ψώνιζε. Κι ὔστερα ἀναρωτιόταν, ὅλα ἐκεῖνα πού ἀγόρασε, τί θά τά 'κανε. Ὅταν τά μαγαζιά ἔκλεισαν πῆγε σινεμά. Εἶδε Κισλόφσκι, τήν "Κόκκινη ταινία". Κατάκοπη κατόπιν ἐπέστρεψε. Ἀπό νωρίς τό ἀπόγευμα ἕνας τρομερός πονοκέφαλος τήν ταλαιπωροῦσε. Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, τόν ἔνιωθε νά τῆς διαβρώνει τό κεφάλι σάν νά 'ταν ὀξύ πού ἀπ' ὅπου πέρναγε γλιστρώντας μές στό αἷμα της τό δηλητηρίαζε. Ξάπλωσε προσπαθώντας νά χαλαρώσει. Κοίταξε πάνω. Τό ταβάνι. Ἄσπρο. Λευκό. Κατάλευκο. Νύχτα ἤ μέρα. Κενό. Λευκό τοῦ κενοῦ. Ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως γύριζε σπίτι της καί δέν μιλοῦσε, καί δέν εἶχε σέ κανέναν νά μιλήσει. Καί μερικές φορές σκεφτόταν πώς ἴσως καί νά 'ταν καλλίτερα ἔτσι. Χωρίς τήν παρουσία κανενός. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, πάντοτε ἀπ' ἔξω σου εἶναι οἱ ἄλλοι. Κι ἄν ἡ ἁρμονία κάπου μπορεῖ νά ὑπάρχει, ἴσως εἶναι στό νά μπορεῖς νά "τό βλέπεις" καί στό νά καταφέρνεις νά "τό δέχεσαι" συγχρόνως.
Σηκώνεται. Τίποτα πρός τό παρόν ἀνάμεσα στόν ὕπνο πού περιμένει κάι στόν ὕπνο πού δέν ἔρχεται δέν τή βολεύει. Κι ὁ πόνος τήν κατευθύνει σέ παράταιρες διεξόδους. Ἀνοίγει τήν τηλεόραση καί τήν ἀφήνει νά μιλάει, ὑποκατάστατο κουβέντας. Οἱ εἰκόνες της χάνονται, ἀλλάζουν μέ ἄλλες. Τά πρόσωπα, οἱ σκηνές, ὅλα ἀλλάζουν. Φεύγουν. Ταξιδεύουν σ' ἄλλες παραστάσεις, σέ χαρές ἄλλες, σέ δράματα ξένα. Φθίνουν. Ἔτσι ὅπως κάποτε φθίνουν κι οἱ ἄνθρωποι μές στήν ψυχή μας, σκάβοντας συγχρόνως λαγούμια δραπέτευσης καί, κάποιο πρωΐ, τό κελλί μας βρίσκεται ἄδειο.
Ἐπιτρέπει λοιπόν στήν τηλεόρασή της νά παίζει. Νά τῆς ἁρπάζει λέξεις, προτάσεις, σκέψεις. Λέξεις πού δέν ἔχει πεῖ καί πιθανόν ποτέ δέν θά τίς ἔλεγε. Σκέψεις πού ξεστρατίζουν τήν πορεία τῆς σκέψης της. Κι ἄλλο δέ συμβαίνει τελικά, παρά νά βιάζονται οἱ νύχτες της, ὅπως κι ἀπόψε, μέ παράσιτα μοναξιᾶς, ἰδιαζόντως ἐπώδυνα.
Παρ' ὅλ' αὐτά, δέν τήν ἐνοχλεῖ νά μένει μόνη. Κι ἴσως κυρίως τό ἐπιδιώκει κι ὅλας, τό θέλει.
Θυμήθηκε τό βράδυ ἐκεῖνο τοῦ περυσινοῦ χειμώνα πού ὁ Νικήτας ἔλειπε ἐκτός Ἀθηνῶν γιά δουλειές κι ἡ Εὔα μέ τόν Ἄλκη τήν εἴχανε παρακαλέσει νά μείνει μέ τά παιδιά τους, ἀφοῦ ἐκεῖνοι δέν κατάφεραν τελικά νά ξεφύγουν ἀπό μιάν ἀνειλημμένη κοινωνική τους ὑποχρέωση.
Τά παιδιά τους τήν ἀγαποῦσαν καί μερικές φορές τό ἐπιζητοῦσαν κι ὅλας νά μένουν μόνα τους μαζί της. Νόμιζαν πώς κάτι πέρα ἀπό τά συνηθισμένα τους ὅρια θά μοιράζονταν μέ τήν Μαρολύνα, πώς θά τό 'σκαγαν, πώς κάτι ἀπαγορευμένο θά σκάρωναν, ἀκόμα κι ἄν τό 'ξεραν πολύ καλά πώς καί τό παραμικρό δέν θ' ἄλλαζε ἀπ' τό καθημερινό τους πρόγραμμα. Τούς ἀρκοῦσε ἴσως καί μόνο τό διάβασμα ἑνός παραμυθιοῦ παραπάνω, τό βούλιαγμα σέ μιάν ἀγκαλιά ἄλλη ἀπό ἐκείνη τῆς μάνας ἤ τοῦ πατέρα τους, ἡ μυρωδιά τῆς ἀγάπης ἔστω ἀπό ἕνα σῶμα πού ἡ ζέστα του εἶχε ἐξ ἴσου, γι' αὐτούς, μιάν ἀποκλειστικότητα.
Τούς εἶχε βάλει γιά ὕπνο πιά καί μές στή γαλήνη τοῦ βιβλίου πού διάβαζε ἀφουγκραζόταν τίς ἀναταράξεις τοῦ ὕπνου τους, τά παιγνίδια τῆς ἀναπνοῆς τους πού ἄλλοτε σιγομουρμούριζε κι ἄλλοτε μούγκριζε σάν τραῖνο πού σκαρφάλωνε σ' ἀνηφοριές ἀπότομες.
Τήν τελευταία φορά πού κοίταξε τό ρολόϊ ἔδειχνε δύο τά χαράματα κι ἡ Εὔα μέ τόν Ἄλκη δέν εἶχαν ἐπιστρέψει ἀκόμα. Ὕστερα ἕνα χέρι ἁπαλό, ἕνα χέρι πού τρυφερά τή σκέπαζε μές στή νύχτα, ἕνα φτερό σάν ἀγγέλου πέρασε πάνω ἀπ' τά μαλλιά της, τήν ξύπνησε, τό βλέμμα τῆς Εὔας τή φώτισε, τύλιξε στό χνούδι του τήν καρδιά της, τήν ἀνάπαυσε...
Ἔτσι κι ἀπόψε, πού τό ρίγος τῆς σιωπῆς μέ τήν ἀνάσα του τήν πνίγει, ἡ σκιά τῆς Εὔας εἶναι πού τήν τέμνει καί τήν παρηγορεῖ προσωρινά, τήν παραδίνει...
[συνεχίζεται]

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [ 3ο Μέρος ]





V




Κι ὅμως, μέ τό ζόρι σηκώθηκε τό ἑπόμενο πρωΐ. Κι εἶχε μιά γεύση στυφή ἀπό τόν ὕπνο δίχως ὄνειρα. Ἑτοιμάστηκε ἀπρόθυμα γιά τό γραφεῖο.
Ἡ Μαρολύνα ἦταν Δημόσια Ὑπάλληλος. Τελικά δηλαδή, εἶχε γίνει αὐτό πού εἶχε προσπαθήσει ν' ἀποφύγει, αὐτό πού μέ ὅλες της τίς δυνάμεις θά 'θελε ν' ἀποφευχθεῖ.
Ὁ πατέρας της διέθετε γνωριμίες κάποτε καί τίς χρησιμοποίησε. Ἐκείνη ἀντιδροῦσε. Θά πήγαινε, τοῦ 'λεγε, νά δουλέψει ὁπουδήποτε, ἀλλά μέ τίποτα στό Δημόσιο. Κι εἰδικά ὄχι "φιλώντας κατουρημένες ποδιές".
Οἱ γονεῖς της ἐπιμένανε, κι ὁ πατέρας της ίδιαίτερα, εἶχε πάρει ἄδεια ἀπ' τή δουλειά του κι ὅλας, προκειμένου γι' αὐτό, κι ἦταν στημένος πρωΐ, μεσημέρι, βράδυ ἔξω ἀπ' τό γραφεῖο τοῦ γνωστοῦ του Βουλευτῆ. Ὕστερα γυρνοῦσε σπίτι καί τούς κλαιγόταν κι ἀπό πάνω: "Μέ γράφουν ὅλοι στά παλιά τους τά παπούτσια" τούς ἔλεγε, ἤ "ἑφτά ὧρες περίμενα σήμερα κι οὔτε τόν Ἰδιαίτερο δέν κατάφερα νά δῶ κι ἡ οὐρά ἀπό τό γραφεῖο του μέχρι τήν ἔξοδο τοῦ κτηρίου ἦταν παραταγμένη. Μᾶς κοροϊδεύει ὁ ἄθλιος, ἀλλά θά τοῦ δείξω ἐγώ! Θά 'ρθουν, δέν θά 'ρθουν οἱ ἐκλογές; Ποῦ θά πάει; Σάββατο-κοντή γιορτή... Ἔ, καί θά τοῦ πῶ ἐγώ τότε τοῦ τάδε πού κάνει πώς δέν μᾶς ξέρει καί δέν μᾶς βλέπει!" οὔρλιαζε, κι ἐκείνη διαμαρτυρόταν καί τοῦ 'λεγε πώς δέν τόν ἤθελε αὐτόν τόν ἐξευτελισμό, ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στό φινάλε, πού ὀνειρεύονταν αὐτήν τήν περιβόητη θέση στό Δημόσιο, ἀλλά ὄχι ἐκείνη, μέ τίποτα ἐκείνη, ὅμως ὁ πατέρας της ἐκεῖ! "Μιά δουλειά θέλω νά 'χεις καί νά μή σέ κουνάει κανείς! Ὅσο ζῶ ἐγώ, δέν θά γίνει ἡ κόρη μου ἔρμαιο στόν κάθε ἐργοδότη... Σέ κανένα παλιοτόμαρο! Μ' ἀκοῦς; Χρέος μου εἶναι νά σ' ἐξασφαλίσω καί θά τό κάνω! Πάει καί τέρμα!"
Κι ἔβαλε λυτούς καί δεμένους, κι ὁ Βουλευτής στό τέλος, δῶσε-πάρε, τό 'κανε τό ρουσφετάκι του, προπαραμονές τῶν ἐκλογῶν, στή ζούλα τή στείλανε στό Ὑπουργεῖο, κι αὐτός τά κατάφερε κι ἐκλέχτηκε ξανά, ἄσχετα ἄν τό κόμμα του καθ' ὁλοκληρίαν πάτωσε.
Κι ἀπό τότε ἡ Μαρολύνα-ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας. Σπουδαῖα τά λάχανα δηλαδή... Εἶδε κι ἔπαθε νά συνηθίσει ἐκεῖ μέσα. Κι ὄχι νά συνηθίσει ἀκριβῶς, μά νά μάθει τοὐλάχιστον ν' ἀδιαφορεῖ, ὅταν τήν κοίταζαν ὅλοι μέ μισό μάτι. Ὅταν τήν ἄφηναν ἔξω ἀπ' τά πηγαδάκια τους ἤ τήν εἰρωνεύονταν γιά τό "μέσον" της. Ὅταν τῆς πάσσαραν νά βγάλει σέ πέρας καί τίς δικές τους τίς δουλειές καί γέλαγαν συγχρόνως πίσω ἀπό τήν πλάτη της.
Στό Τμῆμα τοῦ Πρωτοκόλλου λοιπόν γιά δεκαοχτώ ὁλόκληρα χρόνια. Πρωτοκολλημένη κι αὐτή. Ἕνα νούμερο παραπάνω στά εἰσερχόμενα, μ' ἀνοιχτή τήν ἡμερομηνία τῆς ἐξόδου, πού ἁπλῶς περίμενε στό καλαθάκι μέ τά ἐξερχόμενα. Μέ ἀποστολέα χωρίς παραλήπτη. Στήν ἴδια συσκευασία πάντα. Μέσα σ' ἕνα λευκό φάκελο πού εἶχε κιτρινίσει ἀπ' τήν παραμονή στά ἴδια ράφια τόσον καιρό. Ταξινομημένη στό ἴδιο χοντρό, μπλέ, ξεβαμμένο κλασσέρ, μέ "τ' αὐτιά" του τεντωμένα, ἕτοιμα νά ἐκραγοῦν ἀπ' τό παραχωμένο χαρτομάνι.
Κι οἱ συνάδελφοι στό γραφεῖο-παλιοχαρτοῦρες κι αὐτοί. Μέ τό: ποῦ πήγανε χτές, μέ ποιόν, τί φόραγαν, πότε θά πάρουν τήν ἑπόμενη ἄδειά τους, πότε θ' ἀνέβει ὁ πενιχρός μισθός τους, τί ὀνειρεύονταν νά πρωτοκάνουν μέ τήν ἀνύπαρκτη αὔξηση κι ὅλο παρόμοια τέτοια. Κι αὐτή ἦταν στά δεκαοχτώ της, στά δεκαεννιά, στά εἴκοσι, στά εἰκοσιένα σφύζοντας ἀπό ζωή κι ὅμως ὑποχρεωμένη νά γράφει στό Πρωτόκολλο καί νά πατάει τή μεγάλη σφραγίδα τοῦ Κράτους μέ τούς αὔξοντες ἀριθμούς στούς σωρούς τῶν ἐγγράφων, πού ποσῶς τήν ἐνδιέφερε τό περιεχόμενό τους. Κι ὅλη της ἡ δύναμη ξέσπαγε στό σφράγισμα. Ντάπ κι ἐδῶ, ντάπ κι ἐκεῖ, κι ὅλα στήν ἄκρη. Ποῦ ν' ἀπορροφηθεῖ ὅλη ἡ ἐνεργητικότητά της καί ποῦ νά ξεσπάσει;
Ὥσπου, κάποια μέρα, χτύπησε δειλά τήν πόρτα τοῦ Τμήματος καί μπῆκε ἕνας, ὄχι καί τόσο ψηλός, ὄχι κι ἰδιαίτερα ὡραῖος, μά πάντως ἀρρενωπός, κι εἶχαν τά μπλέ του μάτια μιάν ἀντάρα καί μιά φλόγα, κι ἔμεινε ἡ Μαρολύνα ἐκεῖ νά τόν κοιτάζει ἀλλά κι αὐτός τό ἴδιο, παρασυρμένος μᾶλλον ἀπ' τήν ἔνταση ἐκείνης, στάθηκε λοιπόν κι αὐτός, λές κι ἕνα δέντρο εἶχε βρεῖ ὁ κεραυνός ἐκεῖ, ἐπιτέλους, νά χτυπήσει.
Ἀλλά ὁ τύπος ὄχι μόνο δέν ἦταν Ἕλληνας, δέν ἤξερε καί λέξη Ἑλληνικά. Κι εἶχε κάνει λάθος Γραφεῖο. Ἀλλοῦ ἤθελε νά πάει κι ἀλλοῦ τόν στεῖλαν. Ἀνέλαβε λοιπόν ἡ Μαρολύνα νά τοῦ πεῖ τά τυπικά καί νά τόν κατευθύνει καταλλήλως. Αὐτός σκέφτηκε πώς ἡ "μικρή" ἦταν ὅ,τι καλλίτερο μποροῦσε νά τοῦ τύχει ἐκείνη τή μέρα, πού ἀπ' τό πρωΐ ἡ μέρα του ἀνάποδα ξεκίνησε κι ἀκόμη πήγαινε ἔτσι. Τῆς ἀπάντησε πώς ἔλπιζε νά κατάλαβε καί νά τά καταφέρει ἐπιτέλους νά τελειώσει τή δουλειά του. Τήν εὐχαρίστησε ὕστερα κι ἔφυγε.
Δέν πέρασαν οὔτε δυό μέρες καλά-καλά καί νά 'τος πάλι ἕνα πρωΐ, χτυπάει καί μπαίνει καί πάει κατευθείαν στό γραφεῖο της. "Δέν συστηθήκαμε τήν προηγούμενη φορά κι ἦρθα νά τό κάνω τώρα... Καί νά σ' εὐχαριστήσω ἐπίσης... Ἔ,... μές στή βιασύνη μου ἤμουν ἀγενής... εἶχα ταλαιπωρηθεῖ κι ὅλας..." τῆς ἔλεγε, κι ὅπως τῆς μίλαγε, τῆς ἔδωσε ἕνα κουτί μέ κόκκινη κορδέλλα. Τί ἄλλο; Ἑλβετικές σοκολάτες. Εἶχε σκεφτεῖ πώς τοῦ χρειαζόταν ἕνας φίλος ἐδῶ πού βρέθηκε κι ἦταν ἀκόμα καλλίτερο γι' αὐτόν, ἄν ἐπρόκειτο γιά γυναίκα. Ἡ Μαρολύνα ἔμεινε ἄφωνη. Τόν κοίταζε μονάχα κι ἡ θύελλα ἦταν ἐκεῖ-μπροστά της, τῆς ἔδινε τό χέρι, νόμιζε, τῆς ἀναβόσβηνε φωτάκια στήν καρδιά της. Μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ της εἶδε τίς συναδέλφισσες ἀπέναντι ἀπ' τό γραφεῖο της πού κάτι ψιθύριζαν μεταξύ τους. Συνῆλθε. Ἔδειξε τοὐλάχιστον. Ἐκεῖνος πῆρε τήν καρέκλα ἀπ' τό διπλανό γραφεῖο, τήν ἔβαλε μπροστά στό δικό της καί χωρίς κανείς νά τοῦ τό προτείνει, κάθησε. Εἶχε δουλειά, τοῦ ἑξήγησε αὐτή βιαστικά, κι ὅτι δέν ἤτανε χῶρος ἐκεῖ γιά ἐπισκέψεις. Κατάλαβε πώς, ἄν τήν πίεζε, δέν θά τοῦ ἀρνιόταν "ὡραῖα λοιπόν, πές μου ποῦ θέλεις νά τά ποῦμε" τῆς πρότεινε ἀπερίφραστα, καί δέν σηκώθηκε. Οἱ ἄλλες σχολίαζαν κι ἡ Μαρολύνα νευρίασε. "Τό μεσημέρι", ψιθύρισε, "ὅταν σχολάσω, πᾶμε νά πιοῦμε ἕναν καφέ". Ἅπλωσε τό χέρι του νά τή χαιρετήσει κι ὅταν ἔδωσε τό δικό της ἔσκυψε καί τό φίλησε. Τό τράβηξε ἀμέσως ἐνοχλημένη καί πῆρε τό κουτί μέ τά σοκολατάκια, ἔσκισε νευρικά τό περιτύλιγμα κι ἄρχισε νά τά μοιράζει. Ἐκεῖνος εἶχε ἤδη κλείσει τήν πόρτα πίσω του.
Τρεῖς ἡ ὥρα τήν περίμενε κόβοντας βόλτες ἀνυπόμονα στό πεζοδρόμιο, ἔξω ἀπό τήν κεντρική πόρτα τοῦ Ὑπουργείου. Μόλις τήν εἶδε, σήκωσε τό χέρι του κάνοντάς της νόημα. Τόν πλησίασε μέ ἀργά, μεγάλα βήματα. Ἔκανε νά τῆς κρατήσει τό χέρι. Προσποιήθηκε πώς δέν πρόσεξε τήν κίνησή του πού κόπηκε στή μέση καί συνέχισε. Προχώρησαν πρός τό Σύνταγμα. "Νά πᾶμε γιά φαγητό καλλίτερα", τῆς εἶπε. Συμφώνησε μᾶλλον ἀδιάφορα κι ἐπειδή, κυρίως, δέν εἶχε κάτι καλλίτερο νά τοῦ ἀντιπροτείνει. Ἐξ ἄλλου, ἔνιωθε ἄβολα μαζί του, καί θά προτιμοῦσε σίγουρα κάτι γρήγορο, ἀρκεῖ νά τέλειωνε μ' αὐτόν μιά ὥρα ἀρχύτερα.
Φτάσανε στήν Πλατεία Κυδαθηναίων. Ἡ Πλάκα ἔσφυζε ἀπό κίνηση. Μιά σκέτη Βαβυλωνία οἱ γλῶσσες πού ἀκούγονταν τριγύρω τους. Διάλεξαν ἕνα ἀπ' τά δυό-τρία ταβερνάκια πού ὑπῆρχαν σπαρμένα ἀνάμεσα στά μπάρ καί τίς καφετέριες καί πού ἦταν ἀρκετά τουριστικό. Ὑπαίθριο. Τά τραπέζια του μικρά, τρέκλιζαν πάνω στό πλακόστρωτο τῆς Πλατείας κι οἱ καρέκλες στριμωγμένες, ἡ μία σχεδόν πάνω στήν ἄλλη. Τά τραπεζομάντηλα χάρτινα. Τά γκαρσόνια μέ παπιγιόν. Οἱ δίσκοι σερβιρίσματος ξύλινοι, μεγάλοι, ἄβολοι, τῆς λαϊκῆς. Τά μαχαιροπήρουνα ἀνοξείδωτα μέ στραβωμένες τίς ἄκρες τους. Τά ποτήρια γδαρμένα, μέ στίγματα ἀπ' τό πλυντήριο, σάν ἄπλυτα. Ἐκείνου τοῦ ἄρεσε. Τόν λέγαν Ζύλ. Ὅταν τῆς συστήθηκε, τό μυαλό της στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του ἔτρεξε στόν Ἰούλιο Καίσαρα, στόν Ἰούλιο Βέρν, σ' ἀπέραντους σιτοβολῶνες Ἰουλιάτικους ξανθούς, λαυρωμένους, τῆς μύρισε περιπέτεια, τήν τύφλωσε τό φῶς, καθώς κοίταζε τό Διγενή στ' ἀλώνια του, κι ἦρθε 'κεῖ καί κόλλησε κι ἡ ἀντάρα τῶν ματιῶν του, καί τό φευγιό της κάλπασε πιά, στ' ἄστρα αὐτή, στά σύγνεφα-κι ἐχάθη.
Ὁ Ζύλ δούλευε σέ μιά μεγάλη Ἑλβετική Ἑταιρεία μέ ἀπόσπαση στήν Ἑλλάδα γιά δυό χρόνια. Ὅταν τοῦ κάνανε τήν πρόταση νά διαλέξει ἀνάμεσα στήν Ἀθήνα καί τήν Βόννη, αὐτός προτίμησε τήν Ἀθήνα. Εἶχε ἀνάγκη τό φῶς της. Τήν "ἀταξία" τοῦ χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Ἦταν τριάντα δύο ἐτῶν κι εἶχε βαρεθεῖ τήν ὀργάνωση καί τήν τάξη. Φανταζόταν μιά ζωή ἔκλυτη ἐδῶ, ἀπό νύχτα σέ μέρα καί τ' ἀνάποδο. Εἶχε κουραστεῖ ἀπ' τίς λίμνες τῆς πατρίδας του, τήν παγωνιά. Ἤθελε τή θάλασσα ἐπιτέλους, τό ζωντανό, καθάριο μπλέ της, τίς ἁπαλές γραμμές, τίς μαλακές καμπύλες τῆς Ἑλλάδας. "Αὐτός ὁ μύθος πάντα", σκέφτηκε ἡ Μαρολύνα, ἀλλά δέν τοῦ 'πε τίποτα. Τόν ἄφησε νά μιλάει. Ὁ Ζύλ ἤξερε τί σημαίνει γιά κάποιον νά παινεύεις τή χώρα του. Ἤξερε πόσο γρήγορα τόν κερδίζεις ἔτσι. Ἐκείνης τῆς ἄρεσε ἡ φωνή του κι ὅλας. Βραχνή σάν τόν ἦχο τοῦ κύματος πού τ' ἀκοῦς μέσ' ἀπό κοχύλι.
Ὕστερα φύγανε, χωρίς νά ποῦνε τίποτα γι' ἄλλη συνάντηση ἤ τήν αὐριανή μέρα. Αὐτή, σ' ὅλη τή διαδρομή μέ τό λεωφορεῖο γιά τό σπίτι της, τόν σκεφτόταν. Ἐκεῖνος γύρισε στό γραφεῖο του μέ τή βεβαιότητα, προσωρινά, πώς τήν εἶχε κερδίσει.
Τό ἑπόμενο μεσημέρι ἔξω ἀπ' τό Ὑπουργεῖο τήν περίμενε πάλι. Κρατοῦσε ἕνα τριαντάφυλλο καί τῆς τό πρόσφερε. Στήν ἀρχή δέν τόν εἶχε δεῖ. Βιαζόταν καί περπατοῦσε, ὅπως συνήθως, μέ τό κεφάλι της σκυφτό. Εἶχε ραντεβοῦ μέ μιά φίλη της. Κι ἄκουσε ξαφνικά κάποιον μέ ξενική προφορά νά φωνάζει τ' ὄνομά της. Κεραυνοβολήθηκε. Τοῦ εἶπε γιά τή συνάντησή της μέ τήν Ἄννα κι αὐτός ἁπλῶς τῆς δήλωσε πώς ἤθελε νά τή δεῖ καί τίποτ' ἄλλο. Τοῦ ἦταν ἀρκετό, τῆς εἶπε, καί μόνο νά περπατήσει μαζί της ὥς τό σημεῖο πού θά συναντιόταν μέ τή φιλενάδα της. Ἤξερε κεῖνος πόσο ἀξίζει κανείς νά περιμένει προκειμένου νά πετύχει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, ἀλλά ἐκτός αὐτοῦ, τοῦ φαινόταν, πώς μαζί της ἄξιζε κι ὅλας ἡ ὁποιαδήποτε ἀναμονή.
Ἀνηφορίσανε πρός τό Κολωνάκι. Τῆς ζήτησε νά καθήσουν σ' ἕνα παγκάκι τῆς Πλατείας, ἴσα γιά ἕνα τσιγάρο μόνο καί νά ποῦν δυό λόγια. Ὅπως ἔσκυψε μπροστά νά τῆς ἀνάψει καί τύλιξε μέ τήν παλάμη του τή φλόγα, μή καί τή σβήσει ὁ ἀέρας πού δέν φύσαγε, τά κεφάλια τους ἀκούμπησαν. Τό χέρι του τότε τῆς πῆρε τό τσιγάρο ἀπό τό στόμα καί τῆς ἄφησε ἀντί γι' αὐτό, τρυφερά καί σχεδόν χωρίς νά τ' ἀκουμπάει, τά χείλια του. Ἡ Μαρολύνα ξαφνιάστηκε τόσο, πού δέν ἀντιστάθηκε. Ἐκεῖνος - πού αὐτό περίμενε - σφίχτηκε περισσότερο πάνω της κι ἡ ἀνάσα της κόπηκε ἀπ' τή ληστρική εἰσβολή τῆς δικῆς του. Ἀπ' τήν κατοχή τῆς γεύσης του. Τό μπράτσο του τυλίχτηκε στούς ὤμους της. Καί τότε, σάν νά βρῆκε αὐτή τό ἀπάγκιο πού τῆς φάνηκε πώς ἔψαχνε, κούρνιασε κεῖ. Κι ὁ Ζὐλ χαλάρωσε. Ἔγινε τρυφερός. Γλυκό τό στόμα του σάν νάμα κι αὐτή τό ρούφηξε. Τό ἤπιε μονορούφι πιά καί μέθυσε. Μέ τ' ἄλλο του χέρι ἔψαυε τό στῆθος της, τήν ἔκαψε. Ἁπράχτηκε ἀπό πάνω του μ' ἀπελπισία τέτοια, λές κι ἅμα τήν ἄφηνε, θά ἔπεφτε. Κι αὐτός - πού ἔμοιαζε πώς ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς της αὐτόν ἤ κάποιον σάν αὐτόν περίμενε, πού γιά τό κάθε τί ἀνυπομονοῦσε καί πού ἐν τῶ μεταξύ σερνότανε ὅλο γραφεῖο-σπίτι καί θάνατο τίς ὧρες τίς ὑπόλοιπες - μέ τό φιλί του ἐκεῖνο τῆς τά πῆρε, καί μεμιᾶς τά ἔσβησε ὅλα. "Τέρμα οἱ ἀναμονές!" σάν νά τῆς εἶπε, "ἐδῶ εἶμαι ἐγώ, ἐδῶ, γιά σένα!". Ἀλλά ἀπέφυγε μέ λέξεις νά τῆς πεῖ ὁ,τιδήποτε. Κι ἡ συνάντηση μέ τή φίλη της πῆγε περίπατο. Θά τῆς ἑξηγοῦσε, σκέφτηκε, ἀργότερα. Ζοῦσε κι ἡ Ἄννα τώρα ἕναν ἔρωτα, θά καταλάβαινε... Ἀλλά ἡ Ἄννα, στημένη νά τήν περιμενει γιά καμιάν ὥρα, ὅταν τήν ἄκουσε, τήν ἔβρισε.


Δέν τήν ἔνοιαξε. Ἀπό κείνη τή μέρα τίποτα πιά δέν τήν ἔνοιαζε. Μονάχα ὁ Ζύλ. Κι εἶχαν περάσει κι ὅλας ἕξι μῆνες πού ἤτανε μαζί. Κι ἐκεῖνος ὅλο τήν ξάφνιαζε. Πάντα εὕρισκε ἀφορμή γιά νά τῆς ἐμφανίζεται ξαφνικά κι ἐκεῖ πού δέν τόν περίμενε. Γιά νά τῆς τηλεφωνεῖ καί τίς πιό ἀπίθανες ὧρες ἀκόμα. Τῆς ἔλεγε πώς θά 'φευγε ταξίδι, ἄς ποῦμε, κι ὅτι θά 'λειπε τάχα γιά τόσον καιρό κι ὕστερα ἐπέστρεφε σ' ἀνύποπτο χρόνο καί τήν περίμενε ἔξω ἀπ' τό γραφεῖο, ἔξω ἀπ' τό σπίτι της, στίς στάσεις τοῦ λεωφορείου, ἔξω ἀπ' τά σπίτια φίλων της, ὅπου μπορεῖ καί νά νόμιζε ἤ καί νά τό 'ξερε πώς, πράγματι, αὐτή ἐκεῖ εἶχε πάει, καί πάντα μέ μιά πρόφαση ὅλα αὐτά, μέ μια δικαιολογία τόσο πιστευτή, πού ἡ Μαρολύνα δέν τά κατάφερνε νά τοῦ ἀντιλέξει ἤ καί νά διαμαρτυρηθεῖ ἔστω, νά ἐπαναστατήσει. Νά τοῦ πεῖ πώς κάποιες φορές αὐτή ἡ κατάσταση τήν ἔπνιγε. Τήν ἔκανε νά νιώθει φυλακισμένη. Ἔστω κι ἄν, ὥς ἕνα σημεῖο, τῆς ἄρεσε. Ἔστω κι ἄν τή γοήτευε ὁ τρόπος του, πού ἀπαιτοῦσε συνήθως τήν προσοχή της. Τήν ἐπιβεβαίωνε, τήν ἔκανε νά αἰσθάνεται πώς αὐτή ἤτανε μόνο γι' αὐτόν κι ἄλλη καμιά! Τήν ἀσφάλιζε ἡ δική του ἀνασφάλεια, πώς μπορεῖ καί νά τήν ἔχανε, πώς κάποιος ἄλλος ἴσως νά τοῦ τήν ἔπαιρνε, ἀκόμα κι ἕνας ἔξαφνος ἦχος, ἕνα βλέμμα, ἕνας ψίθυρος νά τοῦ τή στεροῦσε, νά τοῦ 'κλεβε τήν προσοχή της, τό ἐνδιαφέρον της, ἀκόμα καί τήν ἴδια φοβόταν πώς θά τοῦ τήν κλέβανε, κάποιος Ἕλληνας, σίγουρα καλλίτερος ἀπ' αὐτόν.
Καί μερικές φορές τῆς τό 'λεγε κι ὅλας. Κι ὅταν βγαίνανε μαζί, ἔτσι συνήθως συνέβαινε, γιατί ἔχανε τόν ἔλεγχό του κι ἐκνευριζόταν, ὅταν ἐκείνη γελοῦσε ἤ κοίταζε δεξιά κι ἀριστερά. Ἔνιωθε κι αὐτός πιόνι μές στό παιγνίδι του, ὅρος δυσνόητος ἀνάμεσα στούς ὅρους του τούς ἴδιους. Καί πάντα τῆς ὑπενθύμιζε πώς αὐτός ἦταν ἐκεῖ!, τί ἄλλο ἔψαχνε λοιπόν νά βρεῖ τριγύρω; Ἡ κατάσταση τόν μεθοῦσε. Αἰσθανόταν σάν νά 'χε σπάσει τά δεσμά του. Πώς παραβίαζε τά σύνορα τῆς ζωῆς του τάχα, πού ὅμοια μέ τά σύνορα τῆς πατρίδας του κι αὐτά, ἦταν περιχαρακωμένα ἀνάμεσα σέ πανύψηλα βουνά πού φαίνονταν δυσπρόσιτα κι ἀδάμαστα.
Κι ἦταν κι αὐτός ὁ ἔρωτας πού ὑπῆρχε ἀνάμεσά τους ὅλην τήν ὥρα, τό δόσιμο ἐκεῖνο πού δέν εἶχε ἡ Μαρολύνα παρόμοιό του ξαναζήσει τέτοιο, ἄγριο καί τρυφερό μαζί, λές τήν κύκλωνε μιά δίνη ἔκβαθη, ὠκεανός, τήν ἔπαιρνε, τή στροβίλιζε, τήν ἔστελνε στά οὐράνια. Κι ὕστερα ξέπνοη τήν πέταγε στή γῆ, χωρίς ἁφή καί δίχως γεύση, χωρίς κορμί, χωρίς ψυχή, νερό νά εἶναι ὁλάκερη κι ἁρμύρα, σταγόνα νά 'ναι καί νά χωράει παντοῦ, καί σχῆμα μέσα της νά παίρνουνε τά πάντα, διάσταση, ζωή, καί νά 'ναι αὐτή στίς θύελλες καί στίς ἀντάρες του ἡ πυξίδα. Καί κεῖνος πού σάν βιβλίο τή διάβαζε ἀνοιχτό, τήν ἄφηνε νά ταξιδεύει.
Μιά μέρα τῆς εἶπε πώς τόν καλοῦν ἀπό τά Κεντρικά τῆς Ἑταιρείας νά γυρίσει πίσω καί πώς θά 'τανε προσωρινό. Γιά λίγο καιρό μονάχα. Γιά κάνα μήνα. Τή βρῆκε ἀπροετοίμαστη καί δέν τῆς ἄρεσε, ἔστω κι ἄν τό γνώριζε πώς δέν εἶχε κι ἄλλη ἐπιλογή. Κι ὁ Ζύλ ὅμως τό ἴδιο ἐγκλωβισμένος ἔνιωθε.
Στήν ἀρχή τῆς τηλεφωνοῦσε συχνά. Τό προτιμοῦσε ἀπ' τό νά τῆς γράφει. Σχεδόν δέν τήν ἄφηνε ν' ἀνασάνει. Πρωΐ-μεσημέρι, βράδυ. Στό σπίτι, στό γραφεῖο. Ἀπεγνωσμένες κλήσεις πού ὅταν ἡ συνδιάλεξη ἔληγε ἄφηνε καί στούς δυό τους ἐλλείψεις κι ἀποσιωποιητικά. Ὁ πρῶτος μήνας πέρασε. Πέρασε κι ὁ δεύτερος κι ὁ τρίτος. Κι ὅλο νέες ἀναβολές γιά τήν ἐπιστροφή του. Ὕστερα τῆς εἶπε πώς θά 'πρεπε νά λείψει ἕξι μῆνες συνολικά. Εἶχε συνειδητοποιήσει πόσο τοῦ 'λειπε. Πόσο ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσά τους πραγματικά τόν ἐνοχλοῦσε. Τήν κάλεσε νά πάει νά τόν βρεῖ. Ἡ Μαρολύνα δέν μποροῦσε. Τί θά 'λεγε στό σπίτι της; Ἐξ ἄλλου δέν γινότανε νά πάρει ἄδεια μέ τίποτα ἀπ' τή δουλειά της. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Τῆς ἔλειπε βέβαια ὁπωσδήποτε, ἀλλά βαθιά μέσα της, δέν ἤτανε καθόλου σίγουρη. Κάτι τήν ἀπέτρεπε, χωρίς νά ξέρει κι ἀκριβῶς τό τί. Κι αὐτός στό τέλος παραιτήθηκε. Ἔπαψε νά τῆς τηλεφωνεῖ. Ἡ τελευταία του ἀπόπειρα τῆς στάλθηκε κλεισμένη σ' ἕνα γράμμα, ὅπου τρυφερότητα κι ἀπειλές καί πόνος καί κακία ἦταν ἕνα συνοθύλευμα ἀπό λέξεις κενές πού τήν τρόμαξαν πιό πολύ, παρά τῆς τροφοδότησαν τήν ἔλλειψή του, καί δέν τήν ἔπεισαν καθόλου τελικά νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ Ζύλ, μή παίρνοντας οὔτε καί κἄν ἀπάντηση, δέν μπόρεσε νά καταλάβει ποῦ βρισκόταν πράγματι τό πρόβλημα ἀνάμεσά τους, ἔπειτα σκέφτηκε, ἡ διαφορετική τους νοοτροπία θά 'φταιγε, κι ἄφησε τή Μαρολύνα καί τή σκέψη της πρός τό παρόν στήν ἄκρη.
Ἐκείνη πέρασε τόν τελευταῖο μήνα τῆς Ἄνοιξης καί τήν ἀρχή τοῦ καλοκαιριοῦ βυθισμένη σέ μιά κατάσταση οὐδέτερη. Χωρίς νά μπορεῖ νά κάνει οὔτε μπρός οὔτε καί πίσω. Οἱ αἰσθήσεις της τόν γύρευαν ἀπελπισμένα. Ἤθελε νά τόν ἀκούσει, νά τοῦ μιλήσει. Ἀλλά δέν τοῦ τηλεφώνησε ξανά. Δέν εἶχε τί νά τοῦ πεῖ. Ἡ μόνιμη, μέχρι κάποια στιγμή, κουβέντα του πού ἦταν "ἔλα!" ἐξοστρακιζόταν στήν ψυχή της, μά αὐτή δέν ἔλυνε τό σῶμα της, τῆς τό 'χε δεμένο μέ κόμπους ἀόρατους, πού δέν τήν ἄφηναν πρός αὐτόν νά κάνει οὔτε βῆμα. Κι ἀπάντηση δέν μποροῦσε νά βρεῖ.
***
Ἤτανε Αὔγουστος, στά τελευταῖα του πιά, κι εἶχε πάει μιά Κυριακή νά ἐπισκεφτεῖ ἕνα ζευγάρι φίλους της πού μένανε στά Βόρεια. Εἶχε κατέβει μέ τό λεωφορεῖο στήν Κηφισίας καί περπατοῦσε. Φύσαγε κι εἶχε μιά νέφωση ἀραιή ὁ καιρός, τόσο, πού θύμιζε πιό πολύ φθινόπωρο. Εἶχε φτάσει κοντά στό ρέμα τῆς Φιλοθέης, ὅταν σταμάτησε στό πρῶτο γεφυράκι μετά τήν Πλατεία ν' ἀκούσει τό νερό. Μιά μαγεία ἔνιωθε, μιάν ἕλξη ἀκατανίκητη. Κι εἰδικά μέ τά ποτάμια. Μέ τήν ὁρμή πού εἶχαν τά νερά τους. Μέ τή δύναμη πού παρασέρνανε τά πάντα. Πάθαινε ἕναν ἴλιγγο, λές καί μπροστά της συντελοῦνταν ἕνα θαῦμα.
Ἄκουσε τό κλάξον ἑνός αὐτοκινήτου ἀλλά δέν ἔδωσε σημασία. Ἦταν σιγανό στήν ἀρχή. Διακριτικό. Μετά ξανά, πιό δυνατό. Ἐπίμονο. Γύρισε τό κεφάλι ἀφηρημένα. Εἶδε ἕνα μαῦρο αὐτοκίνητο σταματημένο στήν ἄκρη τοῦ δρόμου μέ τή μηχανή ἀναμένη. Ἀδιαφόρησε. Τό κορνάρισμα ἀκούστηκε ξανά. Μέ διάρκεια. Χτύπησε τόν ἀέρα, ἄγγιξε τό κελάρυσμα τοῦ νεροῦ, τό παραβίασε. Νευρίασε. Προχώρησε καταπάνω σ' αὐτόν πού τάραξε τήν ἰσορροπία τῆς στιγμῆς της. Πλησίασε πρός τ' αὐτοκίνητο. Τό παράθυρο τοῦ συνοδηγοῦ κατέβηκε κι ὅ,τι πρῶτο εἶδε: ἕνα χαμόγελο καί τά μπλέ του μάτια. Τῆς φάνηκε πώς ζοῦσε μιά παράκρουση. Ἄκουσε τή φωνή του, "δέν θά μπεῖς;", πάγωσε. "... Τί..., τί κάνεις ἐδῶ;... " ψέλλισε. "Μά ἐδῶ μένω, τό ξέχασες;" τῆς εἶπε μέ μιά δόση εἰρωνείας ἀμυδρή κι ἀμέσως γέλασε, τήν ὥρα πού τῆς ἄνοιγε τήν πόρτα.
- Ἦρθα χτές βράδυ, ἀργά..., ἄρχισε. Δε γινόταν νά σοῦ τηλεφωνήσω. Καί τώρα τό πρωΐ, σκέφτηκα ξαφνικά νά βγῶ μιά βόλτα κι εἶπα νά περάσω ἀπό δῶ πού ξέρω πόσο σοῦ ἄρεσε αὐτός ὁ δρόμος...
Τόν κοίταζε. Δέν ἤθελε νά τῆς λέει τίποτα. Τίποτα δέν εἶχε νόημα. Τοῦ ἑξήγησε ὅτι πήγαινε στόν Νίκο καί τήν Ἑλένη κι αὐτός τήν ἄφησε ἔξω ἀπό τήν πολυκατοικία πού βρισκόταν τό διαμέρισμά τους κι ἔστριψε νά φύγει. Θά τήν περίμενε μετά κι ἀπ' τό δικό του σπίτι. Καθώς ἀπομακρυνόταν, σκέφτηκε τήν ἔκπληξη πού 'χε χαραχτεῖ στό πρόσωπό της μέ τό πού τόν εἶδε. Τό γέλιο της αἰφνίδιο, κοκκαλωμένο σάν πληγή. Ἡ φωνή της, ὅταν τοῦ τραύλισε τήν πρώτη λέξη, σηκώθηκε κατά πάνω του σάν τό νυστέρι. Χαμογέλασε μέ μιά δόση κακίας νιώθοντας πώς, ἔστω καί μ' αὐτό τόν τυχαῖο τρόπο ἴσως, μπορεῖ καί νά τῆς ξεπλήρωσε κάποιο μερτικό πόνου πού 'χε ὁ ἴδιος αἰσθανθεῖ μ' ὅλες τίς ἀναμονές πού τοῦ ἐπέβαλε στό διάστημα πού ἔλειπε.
Στάθηκε σάν κλεμμένη στήν εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας κι εὐχόταν κανείς νά μή τήν εἶχε δεῖ. Ἔφυγε χωρίς νά τούς χτυπήσει καί πῆγε μέχρι τήν κεντρική πλατεία. Βρῆκε ἕνα περίπτερο καί τηλεφώνησε. Εἶπε πώς κάτι τῆς ἔτυχε καί δέν θά μποροῦσε τελικά νά 'ρθει. Ἄς τή συγχωροῦσαν. Ἡ Ἑλένη στενοχωρήθηκε, ὅμως γλυκειά καί μέ κατανόηση πάντα, οὔτε ἑξηγήσεις τῆς ζήτησε ἀλλά κι ἀπό περισσότερα ψέματα τήν ἀπάλλαξε.
Ἀπελπισμένη, φορτωμένη μέ τύψεις γιά τόν καιρό πού πέρασε, πνιγμένη στίς ἐνοχές πού δέν εἶχε πάει οὔτε γιά ἔνα Σαββατοκύριακο νά τόν δεῖ ὅσο ἔλειπε, ἀνυπόμονη γιά τό σῶμα του, μέ τό αἷμα της νά σφυροκοπᾶ καί τήν ἀναπνοή της νά κόβεται ἀπ' τό λαχάνιασμα, περπατοῦσε γρήγορα, ἔτρεχε σχεδόν, νά τόν προλάβει-μή καί ξανάφευγε, νά πάει σπίτι του, νά τόν δεῖ, λές κι ὅ,τι εἶχε γίνει πρίν μιά ὥρα ἕνα ὄνειρο ἤτανε, μέ τό στομάχι της ν' ἀνακατεύεται ἀπό τήν ἀγωνία, διχασμένη ἀνάμεσα στήν ἔνταση πού τῆς δημιουργοῦσε ὅταν ἦταν κοντά της καί στή σχεδόν οὐδετερότητα ὅταν ἔλειπε, μέ τήν ψυχή της νά 'χει φτάσει ἤδη καί τό κορμί της ν' ἀργεῖ, ἄνοιξε τήν αὐλόπορτα, ἀνέβηκε τά πέντε σκαλοπάτια τῆς μονοκατοικίας κι ἔπεσε, μ' ὅλη της τή δύναμη καί τήν ἀνυπομονησία της, στό ρόπτρο τῆς ἐξώθυρας καί τή χτύπησε.
Τῆς ἄνοιξε καί παρασυρμένος ἀπ' τήν ὁρμή πού 'χε τό σῶμα της, τήν ἀγκάλιασε, ἀπ' ὅπου προλάβαινε νά τήν ἁρπάξει. Ἔδωσε μιά κλωτσιά μέ τό πόδι του κι ἔκλεισε τήν πόρτα μέ δύναμη. Τήν κόλλησε στόν τοῖχο πού στό τέλος λύγισε. Τό σπίτι ἀπ' τή φωτιά τους κάηκε. Κι ὕστερα μεῖναν ξέπνοοι, στίς στάχτες μέσα νά ὀνειρεύονται πώς θά τό χτίσουνε ξανά. Ἀπό ποῦ θ' ἀρχίζανε καί πῶς. Καί τί τούς ἔλειπε. Τί θέλαν ἀπό ὑλικά γιά νά 'ναι πλέον στέριο. Συμπαγές. Ἀλώβητο. Κι ἀπ' αὐτούς τούς ἴδιους, ἐπιπλέον.
***
Ἔφτασαν τά Χριστούγεννα. Οἱ γονεῖς της θά φεύγανε μέ φίλους τους ἐκδρομή. Θά λεῖπαν ὅλη τήν περίοδο τῶν ἑορτῶν. Ὁ Ζύλ κι ἡ Μαρολύνα θά τά περνούσανε μαζί. Παραμονή βράδυ ἦταν καί βρισκόταν στό σπίτι του. Ὅλα τά εἶχε ἑτοιμάσει αὐτός. "Ἔκπληξη!", τῆς φώναξε. Ἕνα τεράστιο ἔλατο στολισμένο, γιρλάντες, φωτάκια πολύχρωμα, καί τό τραπέζι στρωμένο στ' ἄσπρα μέ κεριά ἀναμμένα κι οἱ δυό τους ὁ κόσμος ὅλος: ἡ γέννηση, ἡ ἅγια νύχτα, ἡ ζωή.
Τῆς πρότεινε γάμο. Θά 'φευγε τό Μάρτιο γιά Ζυρίχη, τῆς ἀνακοίνωσε κι ἤθελε νά φύγουνε μαζί. Γιά πάντα. Νά ζήσουν ἐκεῖ. Τήν ἤθελε μαζί του ὁπωσδήποτε. Δέν θ' ἄντεχε, σκεφτόταν, νά ξαναπεράσει τή στέρησή της, ὅπως καί τήν προηγούμενη φορά. Δέν θά ὑπέβαλε τόν ἑαυτό του πάλι στήν ἴδια δοκιμασία. Εἶχε σπίτι δικό του ἔτσι κι ἀλλιῶς, μέ τή δουλειά του δέν ὑπῆρχε κανένα πρόβλημα, θά μποροῦσε, ἄν κι ἐκείνη τό 'θελε νά τῆς βρεῖ κάποια δουλειά, ἀφοῦ ἀπό γνωριμίες ἄλλο τίποτα, κι ἡ θέση του σημαντική, ἀκόμα καί στήν Ἑταιρεία πού δούλευε αὐτός, ἄν ἤθελε, θά μποροῦσε ν' ἀπασχοληθεῖ, θά τά κατάφερνε νά προσαρμοστεῖ γρήγορα, τῆς εἶπε, καί νά μή ἀνησυχεῖ καθόλου, ἐξ ἄλλου κι ἡ οἰκογένειά του ἤξερε ἤδη καί θέλανε νά τή γνωρίσουν. Τήν περιμένανε ἀπό καιρό. Κι ἄν εἶχε πάει ἀπ' ὅταν τήν καλοῦσε, αὐτό θά εἶχε ἤδη συμβεῖ. Θά τή φροντίζανε. Θά ἤτανε στό πλάϊ της γιά ὅσο πιθανόν μποροῦσε νά τούς χρειαστεῖ. Κι ὅσο γιά τήν Ἐλλάδα, δέν θά τήν ἔχανε, θά 'ρχονταν γιά διακοπές. Καί τούς φίλους της ἀκόμα, μπορούσανε νά τούς καλοῦν καί, γιά ὅσο καιρό ἐκεῖνοι θά 'θελαν ἤ θά μποροῦσαν νά τούς φιλοξενοῦν. Καί τήν οἰκογένειά της τό ἴδιο. Ἕνα της ναί περίμενε μόνο κι ὅλα θά παίρνανε τό δρόμο τους. Τ' ὄνειρο ἦταν μπροστά τους, θά τό 'πιαναν, ἀρκεῖ ἡ Μαρολύνα νά ἔλεγε τό "ναί".
Τέτοια ἐξέλιξη δέν τήν περίμενε. Οὔτε καί τό δαχτυλίδι πού τῆς ἔδωσε. Ἔπεσε ἀπ' τά σύννεφα. Στά "κλασικά εἰκονογραφημένα" συμβαῖναν τέτοια πράγματα, δέν γινόταν νά τά ζοῦσε τώρα δά κι αὐτή!.. Ἦταν πού ὡραῖα ὅλα γιά νά 'ναι ἀληθινά καί νά 'ναι μέρος τῆς ζωῆς της κι ὅλας.
Τοῦ εἶπε ὅτι θά τό σκεφτεῖ. Ἔπρεπε νά τό σκεφτεῖ! Πῶς θά ξεκίναγε μιά ζωή ἀλλοιώτικη ἔτσι ξαφνικά; Κι ἐκεῖνος ὅλη μέρα στό γραφεῖο του, νά λείπει, κι αὐτή τί θά 'κανε; Πῶς θά περνούσανε οἱ ὧρες, οἱ μέρες της; Ἔνιωσε τά χέρια του νά τήν ψάχνουν. "Μή ἀναρωτιέσαι γιά τίποτα, γιά τίποτα μή ἀμφιβάλλεις!" τῆς ψιθύρισε μέ τό βάρος τοῦ βράχου στή φωνή του καί τό πίστευε. Ἀλλά ἦταν σάν ἕνα ὄστρακο νά τήν ἔπιασε ἀπότομα καί νά τήν ἔκλεινε μέσα του, σάν νά τήν κατάπινε, σάν νά τήν καταβρόχθιζε κυρίως, κι ἐκείνη νά προσπαθεῖ ν' ἀντισταθεῖ, καί νά μή ξέρει πάλι τό γιατί.
[συνεχίζεται...]

Τετάρτη, 09 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [Μέρος 2ο]




ΙΙΙ
Παιδί ἡ Μαρολύνα φόραγε κραγιόν σ' ὅλους τούς χρωματισμούς. Ποῦ τά 'ψαχνε ἄραγε καί τά 'βρισκε ὅλα ἐκεῖνα τά πορτοκαλί, τά φραουλένια, τά καφετί σάν νά 'ταν μῆλα χαλασμένα; Τῆς μάνας της ἀσφαλῶς, ὅπως καί τά παπούτσια μέ τά σεισμόπληκτα τακούνια πού ἦταν σάν καρφιά, ἔτσι πού, ὅταν περπάταγε, τρυποῦσαν μέ τή μύτη τους τό σανιδένιο πάτωμα, τοῦ ἄνοιγαν στόματα στρογγυλά πού λές καί χάσκαν ὕστερα ἀπ' τήν ἀστραπιαῖα τους ἔκπληξη.
Τακούνια πού, ὅταν ἔκανε σάν σέ τσουλήθρα νά γλιστρήσει - πού κυρίως ὀλίσθαινε πάνω τους δηλαδή - ἀφῆναν πίσω τους καί σ' ὅλων τῶν εἰδῶν τά δάπεδα οὐλές. Οὐλές ἀπό χαρακιές σάν κι αὐτές πού σκίζαν τήν ψυχή της, ὅταν ἡ μάνα της ἔλειπε ἀπό τό σπίτι καί ξύπναγε μονάχη καί περίμενε, μά τί περίμενε ἀκριβῶς δέν ἤξερε - καί τώρα ξἐρει ἄραγε;... - πού οὔρλιαζε κλαίγοντας κι ὔστερα ζάρωνε σέ μιά γωνιά καί πετρωνόταν. Κι ἄκουγε τούς θορύβους ὅλους πού τριγύρναγαν στό σπίτι. Ἤχους παλιούς, τρομακτικούς ἄλλοτε, κι ἄλλοτε ἀγαπημένους. Ἤχους ἀπό τά βήματα ἐκείνων πού πρίν ἀπ' αὐτήν τό 'χανε περπατήσει. Ἄκουγε τίς φωνές τους νά περνᾶνε κάτω ἀπό τίς χαραμάδες. Τίς πόρτες ν' ἀνοιγοκλείνουνε μέ δύναμη ἤ ἁπαλά κάποιες φορές, μή τυχόν κι ἀναταράξουν τή γαλήνη κάποιου μωροῦ πού ἥσυχα ταξίδευε στή νηπιακή του κλίνη ἤ κάποιου ἐνήλικα πού πάσχιζε νά βυθιστεῖ μές στήν ψυχή του.
Κι ὕστερα ἔτρεχε καί φόραγε πάνω ἀπό τά ροῦχα της ἕνα σακκάκι τοῦ πατέρα της. Πάντα ἕνα δικό του σακκάκι. Ἄς ἦταν καί πυτζάμας, μά δικό του ὁπωσδήποτε, καί κράταγε στά χέρια της συνήθως ἕνα λιβανιστήρι, ἀπό δεκάρες κι εἰκοσάρες περασμένες στό λεῖο καί κατάλεπτο σκοινί του.
Κι εἶχε τά βράδια ὅλο παράξενα ὄνειρα. Σκηνές ἀπό κηδεῖες ἤ στιγμές ἀπό γάμους κι ὅλο ὅτι αὐτή πέθαινε ἤ ὅτι παντρευόταν, ὀνειρευότανε συχνά, συχνότατα στό τέλος, μέ κεῖνο τόν κοῦκλο πού τῆς ἔφεραν κάποια φορά οἱ παπποῦδες δῶρο κι ἤτανε κάτι λίγο πιό ψηλός ἀπό τό μπόϊ της καί κάτι πιό ἀνοιχτός σ' ὅλα τά χρώματα τοῦ σώματός του ἀπ' τά δικά της.
Κι ἤθελε νά κοιμᾶται πάντοτε μαζί του. Μ' αὐτόν μονάχα καί τόν γάτο της. Ἕναν γκρίζο καί τεράστιο καί πνιγμένο μές στήν πυκνότατη γούνα τῆς ράτσας του, μέ τά μάτια του βαθυκίτρινα ἤ βαθυπράσινα ἄλλοτε, χάντρες μέ κύματα ζεστασιᾶς στῆς προχωρημένης νύχτας τό ἀπόλυτο σκοτάδι. Γιούπυ, τόν ἔλεγε. Ὁ Γιούπυ, ὁ γιός της.
Τότε ὁ γάτος της κι ὁ κοῦκλος μέ τ' ἄπειρα ὀνόματα - λές κι ἤτανε γαμπρός καταζητούμενος, (ἀνάλογα μέ τ' ὄνομα πού κάθε φορά τῆς πήγαινε καλλίτερα ὡς παιγνίδι συλλαβῶν ἤ ὡς μουσική ἀπό τά γράμματα τῆς λέξης του) γέμιζαν τήν "φωλίτσα" πού ἡ μάνα της τῆς ἔφτιαχνε μέ τά σκεπάσματα στό κρεβάτι της, τή ζέσταιναν, τήν ἀγκάλιαζαν, κι ὁ ἕνας ἀπ' τή μιά μεριά κι ὁ ἄλλος ἀπ' τήν ἄλλη, φύλαγαν πάντα τήν πλευρά ἐκείνη πού τῆς εἶχε γυρισμένη τήν πλάτη. Τήν πλευρά πού δέν μποροῦσε βλέποντας νά τήν ἐλέγξει, καί σώπαινε, ἀκόμα καί τήν ἀναπνοή της προσπαθώντας νά σωπάσει, κι ἀφουγκραζόταν τό σκοτάδι, τή σιωπή, τό χάραμα, τό φόβο γυρεύοντας ν' ἀποκρυπτογραφήσει, τίς κινήσεις στά κεραμίδια, τίς λέξεις ἀπ' τήν ταραχώδη βουή τοῦ ποταμιοῦ, τό σούρσιμο τοῦ ἀγέρα πάνω στά χοντρά ντουβάρια, τούς ἤχους ἀπ' τά χτυπήματα στά τζάμια τῶν τριγωνικῶν φεγγιτῶν, τούς ψίθυρους πού κατρακύλαγαν μές στό δωμάτιο ἀπό τήν καμινάδα τοῦ τζακιοῦ, κι ἤξερε πώς δέν θά 'ρθεῖ κανείς νά τήν ἁρπάξει, κανένας νά τήν πάρει, ἀφοῦ κι ὁ γάτος της κι ὁ κοῦκλος της ἦταν ἐκεῖ, σφιγμένοι στό κορμί της, κρυμμένοι κάτω ἀπ' τά σκεπάσματα, ὅπως κι αὐτή, πού μιά χαραμάδα ἄφηνε μονάχα, μόνο καί μόνο γιά ν' ἀκούει καί ν' ἀναπνέει, γιά ν' ἀλλάζει κυρίως ὁ ἀέρας.
Ἴσως καί νά 'φταιγε γιά ὅλ' αὐτά τό "θέατρο τῆς Κυριακῆς" ἤ τῆς "Τετάρτης", πού ἡ Μαρολύνα ἄκουγε στό ράδιο ἀνελλιπῶς τίς νύχτες τοῦ χειμώνα, ἐκεῖ γύρω στίς ὀκτώ. Ἴσως καί νά 'φταιγε τό "Λάβωμα", παιδί μικρό κι αὐτό πού τό 'φαγε ἡ μαρμάγκα στόν πρῶτο Βαλκανικό τοῦ '12, καί παραμόνευε ἀπό τότε πίσω ἀπ΄ τίς σκοτεινές γωνιές νά τίς γεμίσει μέ τό κλάμα του, τότε πού ἐκείνη θά 'ταν δέν θά 'ταν στά τέσσερα ἤ τά πέντε της ἤ καί τά ἕξι, καί δέν ἤξερε τίποτα, μά ἔμαθε καί βούταγε τήν ψυχή της παραμάσχαλα καί τό 'βαζε στά πόδια. Κι ἤθελε νά πεθάνει τότε, κι ἤξερε πῶς εἶναι ὁ θάνατος, γιατί εἶχε δεῖ κηδεῖες μπόλικες, μιά πού ἤτανε θέαμα αὐτές, νά τίς κοιτάζει ὁ κόσμος ἀπ' τά μπαλκόνια του ἤ καί ν' ἀκολουθεῖ σχολιάζοντας πάντως τό ξόδι, ἔτσι κι ἀλλιῶς. Ναί, ἤξερε πῶς εἶναι ὁ θάνατος. Εἶχε δεῖ τά σώματα μέσα στίς νεκροφόρες μέ τά πρόσωπα χλωμά, τά μάτια κλειστά, τό στόμα ἀνοιχτό μπαμπακωμένο, τρομερά γεροντικά πρόσωπα-κακιασμένα, νεανικά ἀπορημένα, καί τόν κόσμο ἀπό πίσω νά φωνάζει, νά κλαίει ἄλλες φορές κι ἄλλες νά σέρνεται σάν φίδι ἁπλά, βαριεστημένα, κι ἔμαθε πώς ὁ θάνατος δέν ἔχει τέλος οὔτε κι ἀρχή καί πώς δέν ξεχωρίζει τίποτα. Οὔτε κι εἶναι κάτι καλό ἤ κακό ἔστω. Μά πού πάντως εἶναι τρόμος. Κι ὅτι εἶναι ἁπλός, ἁπλούστατος κυρίως, κι ἀκάλεστος μονίμως, ἔξαφνος. Τοὐλάχιστον γι' αὐτούς πού παραμένουν. Κι ὅσο γιά κείνους πού ἔφυγαν, δέν ἤξερε τότε, δέν ξέρει ἀκόμα, κι ἴσως ποτέ...
***
Γὐρισε σπίτι της μετά τό γραφεῖο τῆς Λένας. Σάν κυνηγημένη. Μή ἔχοντας διάθεση γιά τίποτα. Μόνο μιά κούραση βαθειά ἔνιωθε νά τῆς κόβει ὅλα της τά μέλη, νά τῆς βαραίνει τήν ψυχή. Ἀναρωτήθηκε γιά τόν Νικήτα. Ποῦ νά 'ταν τώρα, πῶς; Ὕστερα τό μετάνοιωσε. Ἕνας κατακλυσμός ἀπό γεγονότα, πρόσωπα, κουβέντες τήν περιέλουσε. Τῆς ἀνέβηκε τό αἷμα στό κεφάλι. Δέν ἤθελε νά ξανασκεφτεῖ τίποτα γιά τόν Νικήτα πιά! Ἄν μποροῦσε μέ μιά τεράστια γομολάστιχα νά τά σβήσει ὅλα!... Τή φιγούρα του, τή φωνή του, μά κι αὐτήν τήν ἀνάσα του, πού ἀκόμα τά βράδια τῆς ἵδρωνε τό δέρμα στό λαιμό, ἀπό τό διπλανό της μαξιλάρι...
Εἶχε νυχτώσει γρήγορα. Ἔτσι τοὐλάχιστον τῆς φάνηκε. Καί παρ' ὅλη τήν ἀπραξία της, τό σκοτάδι εἶχε ἐγκατασταθεῖ γιά τά καλά. Βαρέθηκε νά σέρνεται ἀπό καρέκλα σέ καρέκλα, κι ὅσο γιά τήν τηλεόραση, τῆς ἀντιστεκόταν ἀκόμα. Φοβόταν τήν ὥρα πού θά πατοῦσε τό μαγικό κουμπί καί θά 'πεφτε στήν παγίδα της. Φοβότανε τ' ὀλίσθημα στούς στείρους κόσμους της, ἄν κι ἔψαχνε τρόπο ν' ἀπομακρυνθεῖ ἀπ' τά δικά της.
Ξάπλωσε. Ὁ ὕπνος δέν τῆς κόλλαγε μέ τίποτα. Εἰδικά ἐκεῖνος ὁ κτηνώδης ὕπνος-λυτρωμός τήν ξέχασε, τήν ἔστησε στό ραντεβού τους, δέν ἦρθε νά τήν πάρει. Κι ἀπ' ὅ,τι φαίνεται, σέ δυό-τρεῖς ὧρες θά χαράξει... Κι ὅλος ὁ πανικος πού δούλευε μέσα της καί μέ σκέψεις ἀδιάφορες τάχα περικαλυμμένος, ἔφτασε, μέ μιάν ἀλλαγή πλευροῦ, νά τήν ἀνατινάξει. Εὐτυχῶς, σκέφτηκε, πού θυμήθηκε τό ἀπόγευμα κι ἀγόρασε τσιγάρα. Διαφορετικά, ἡ ἄγρυπνη νύχτα της θά γινόταν τρέλα.
Ναί, σκέφτεται, εὐτυχῶς πού ἀγόρασε τσιγάρα κι ἔχει γιά νά καπνίζει τώρα, μές στήν ἡσυχία καί τήν ἀκίνητη γαλήνη τῶν κινήσεων καί τῶν θορύβων ὅλων, τώρα πού τόσο ρωμαλέα νιώθει ὅσο κι ἡ μέρα πού σέ λίγο θ' ἀφιχθεῖ, ἔστω καί τώρα, σκέφτεται, πού μπορεῖ ὁ θάνατος νά κάμει ἕνα βῆμα - ἕνα βῆμα σάν τό τίποτα μεγάλο - ξαφνικά καί ἀπροειδοποίητα, σάν ἕνας θόρυβος νυχτερινός, ἄς ποῦμε, πού θά πατάει ἀπάτητος, νά 'ρθεῖ Αὐτός καί νά τήν καπακώσει. Καί νά τήν ἀφήσει ἐκεῖ. Ἐδῶ! Ἀκίνητη. Μ' ἕνα σπασμό μετέωρο γιά πάντα: πού δέν εἶναι ἐδῶ γιά τά τήν ἀγαπάει κανείς, κανείς γιά νά Τόν ἐμποδίσει, νά Τόν διώξει, κι ὑπῆρξε πάντα μόνη, γιά ὅσο φαινότανε τάχα πώς ἔμοιαζε νά ὑπάρχει.
Ἡ Μαρολύνα εἶναι τώρα γύρω στά σαράντα. Κι εὐτυχῶς πού ἔχει γιά τώρα νά καπνίζει. Πού ἀνάβει ἕνα κι ἀνάβει κι ἄλλο καί πάει ὅλο λέγοντας, καί κρύβει ἔτσι κι αὐτήν ἀκόμα τήν πιθανότητα τῆς παρουσίας Του, πίσω ἀπ' τήν αἰθάλη τοῦ καπνοῦ τους.
Κι ὅμως παντοῦ τριγύρω της ἀκούει θορύβους. Ἔξαφνους θορύβους μές στή νύχτα, μές στή σιωπή τρομαχτικούς. Καί δέν ἔχει μέ κανέναν νά τούς μοιραστεῖ, νά τούς ἐξευμενίσει ἔστω, νά τούς ἁπαλύνει. Καί ποῦ θά πάει, σκέφτεται, θά ξημερώσει κάποτε, ἔστω κι ἄν ἐκείνη δέν ἔχει τώρα ἕνα σακκάκι τοῦ πατέρα της γιά νά φορέσει, θά τό δεῖ πάντως μέ τό Φῶς, Αὐτός, τό τέλος Του, κι ἐκείνη θά γλιτώσει.
Ἀλλά πρός τό παρόν, τό φεγγάρι γλιστράει στό δωμάτιο ἀπό τό ἀνοιχτό παράθυρο κυνηγημένο ἀπό τίς ἐρωτοτροπίες τῶν σύγνεφων κι αὐτή ἀφήνεται. Τό βλέμμα της τρέχει πάνω σέ χάρτες. Χῶρες, λιμάνια, ἀεροδρόμια, νέες πατρίδες. Τήν καλοῦν. Μέ τόν ἀγκώνα τους τή σπρώχνουν νά ξεκολλήσει ἀπό ἐδῶ, νά φύγει. Διαβάζει τά ὀνόματά τους, ἀνεβοκατεβαίνει βουνά, περνάει λίμνες, ποτάμια, ταξιδεύει σέ θάλασσες κι ἔρχεται μπρός της, σ' ἕνα σκαρί σάν καρυδότσουφλο καβάλα ὁ Δημήτρης. Νιώθει τό χέρι του στό χέρι της, τό κορμί του κολλημένο στό σῶμα της. Τρίτη Δημοτικοῦ. Ὥρα Πατριδογνωσίας. Κι ἐκείνη τή μέρα τά σύγνεφα ἔτρεχαν ἀλαφιασμένα, καί τά μάτια τους χαμένα στό μεγάλο χάρτη τοῦ τοίχου ἀπέναντι, κι αὐτός, πώς θά στεριώσει τή μεγάλη του σκάλα κάτω ἀπ' τό παράθυρό της, τῆς λέει, καί πώς θά 'ρθει κάποιο βράδυ νά τήν κλέψει. Νά τήν πάρει μαζί του. Πάνω σ' ἕνα κατακόκκινο σάν τή φωτιά, ξεσκέπαστο Triumph, νά φύγουνε μαζί, νά γυρίσουνε τόν κόσμο ὅλον, κι αὐτόν πού φαίνεται στό χάρτη, κι ἐκεῖνον πού δέν ξέρουνε κι ἴσως δέν ἔχει σχεδιαστεῖ ἀκόμη. Κι αὐτή ζοῦσε ἀπό τότε, ἀπ' τά ὀχτώ της χρόνια ἀκόμη, γιά τό ταξίδι ἐκεῖνο. Μά μέ τό Δημήτρη χάθηκαν. Ἀλλάξανε πόλη κάποτε, μετακομίσανε κι οὔτε τόν ξαναεῖδε ἀπό τότε, μά οὔτε καί ξανάκουσε κάτι γι' αὐτόν ποτέ. Ἀλλά τό περιμένει τό ταξίδι τους. Τό ξέρει πώς θά 'ρθει μέ τή σκάλα του κάποια στιγμή αὐτός καί θά τήν πάρει. Καί θά 'ναι ξαφνικά. Οὔτε πού θά 'χει προλάβει νά φτιάξει τίς βαλίτσες της. Ἔτσι, ὅπως τό σχεδιάζανε, θά καβαλήσει τό παράθυρο καί θά χαθεῖ μαζί του. Ἄνοιξη, ἄς ποῦμε. Μέ τό ξεσκέπαστο αὐτοκίνητο πού θά μουγκρίζουν τά καρμπυρατέρ του κι ἡ ἐξάτμισή του θά χτυπάει τή γλώσσα της ἀπό ἀνυπομονησία καί θά βουΐξει ἡ νύχτα ὁλάκερη, θ' ἀναστενάξει ἡ ξαστεριά, θά βγάλουνε φωτιά τά λάστιχα ἀπό τήν ἔγνοια τῆς ψυχῆς τους...
Ξύπνησε προχωρημένο μεσημέρι. Ἕνα ράκος. Μέ τό σῶμα της ὁλόκληρο πόνο. Καί τό κεφάλι της βαρύ. Ἀσήκωτο. Σάν νά τῆς τό 'χανε δεμένο μέ μιά πέτρα πού τήν τραβοῦσε πρός τά κάτω.
Πῆρε κουρασμένα τό ἀκουστικό καί τηλεφώνησε στό γραφεῖο της. "Δέν εἶμαι καθόλου καλά σήμερα", εἶπε, "καί συγνώμη πού σᾶς παίρνω τέτοιαν ὥρα... δέν τά κατάφερα νωρίτερα...". Οἱ λέξεις βγαίνανε μέ δυσκολία τόση, πού κι αὐτή δέν ἤξερε ποιά νά 'ταν κι ἡ σειρά τους ἀκριβῶς μές στό μυαλό της, στήν τάξη τῆς πρότασης πού ἄρθρωσε.
Ἄφησε τό ἀκουστικό στή θέση του πιό ἐξαντλημένη ἀπό πρίν καί τό βλέμμα της σκαρφάλωσε στό ταβάνι. Θυμήθηκε πώς σήμερα τό ἀπόγευμα εἶχε κανονίσει συνάντηση μέ τήν ἀδελφή της. Ἔπρεπε λοιπόν νά συνέλθει ὁπωσδήποτε. Νά σηκωθεῖ τό γρηγορότερο, νά καταφέρει νά σταθεῖ στά πόδια της. Νά ἑτοιμαστεῖ. Καί νά 'ναι καί στά κέφια της, ὅταν θά πήγαινε νά τή δεῖ. Εἶχαν καιρό ἐξ ἄλλου νά τά ποῦνε...
IV
Ἡ Λουκί ἦταν σχεδόν δυό χρόνια μεγαλύτερή της, ἀλλά παρ' ὅλη τή σχεδόν ἀνύπαρκτη διαφορά τῆς ἡλικίας τους, ποτέ δέν εἶχαν ἰδιαίτερη ἐπαφή μεταξύ τους. Κι εἰδικά, ἀπό τότε πού ἐκείνη, τά δυόμισι τελευταῖα χρόνια, συζοῦσε μέ τόν Ἀντρέα. Τότε, καί τά ἐλάχιστα προηγούμενα πάρε-δῶσε τους εἶχαν κοπεῖ. Τύχαινε νά συναντηθοῦν βέβαια καμιά φορά στό σπίτι τῶν γονιῶν τους, στά οἰκογενειακά τραπέζια ἤ τηλεφωνιόνταν - ἄν τό θυμόντουσαν κι αὐτό - γιά τά χρόνια πολλά καί τίποτα παραπάνω.
Ἡ ἀδελφή τῆς Μαρολύνας ἦταν τό πρῶτο παιδί μετά ἀπό τέσσερις ἀποβολές πού εἶχε ἡ μάνα τους στή σειρά. Ἀλλά δέν πρόλαβε νά χαρεῖ ἡ Λουκία τά πρωτεῖα της γιά πολύ καιρό, ἀφοῦ μιά δεύτερη, σχεδόν κολλητή ἐγκυμοσύνη, ἔφερε τήν Μαρολύνα.
Ἡ Λουκία τήν προτιμοῦσε νά ἦταν ἀγόρι καί τῆς τό 'χε πεῖ πολλές φορές. "Τί νά τά κάνω τά παιγνίδια μαζί σου;" τῆς πέταγε μέ κάθε εὐκαιρία, "ἄν ἤσουν ἀδελφός, τότε θά εἶχαν ἄλλο νόημα ὅλα". Κι ὅσο ἔβλεπε τή μάνα τους ν' ἀσχολεῖται μέ τό μωρό, τόσο ἐκείνη γινόταν ὅλο καί πιό δύσκολη καί πιό δυσπρόσιτη ὅλο. Ἤθελε τή μάνα τους ἀποκλειστικά. Κι ἴσως αὐτό ἦταν τό κυριότερο ἔγκλημα τῆς Μαρολύνας πού ἡ Λουκία δέν τῆς συγχώρησε ποτέ. Γι αὐτό κι ὅταν ἡ κάθεμιά ἀργότερα ἀποδεσμεύτηκε κι ἀκολούθησε τίς προσταγές τῆς δικῆς της ζωῆς, ἡ ἀδελφή της βρῆκε τό πάτημα πού ἤθελε καί ξέκοψε ἀπ' τή μικρή, μιά καί καλή.
Κι εἶναι ἡ ἀλήθεια, τῆς εἶχε κάνει ἐντύπωση τῆς Μαρολύνας πού τῆς τηλεφώνησε ἡ Λουκία κάι τήν κάλεσε γιά φαγητό. Κι ὄχι μόνη της, ἀλλά καί μέ τόν Ἀντρέα μαζί. Τῆς φάνηκαν μάλιστα διαχυτικοί κι οἱ δυό. Πού τόν Ἀντρέα εἰδικά, ἄν τόν εἶχε συναντήσει καί τρεῖς ἤ τέσσερις φορές ὥς τώρα, ζήτημα θά 'ταν. Τό μόνο πού θυμᾶται μέ σιγουριά γι' αὐτόν εἶναι πώς εἶναι μικρότερος πέντε χρόνια ἀπό τήν ἀδελφή της κι ὅτι γελάει συνέχεια. Αὐτό ἐξ ἄλλου τήν ἐντυπωσίασε καί πιό πολύ ἀπό κεῖνον. Τό κολλημένο, μόνιμα, χαμόγελο στήν ἔκφρασή του. Καί ἡ σιωπή του. Τ' ὅτι δέν ἔπαιρνε θέση ἀπέναντι σέ κανέναν καί σέ τίποτα. Λέξη δέν τοῦ 'παιρνες. Σάν νά μή ἤθελε ἤ νά μή μποροῦσε νά συμμετάσχει πουθενά. Ἀμέτοχος κι ἀδιάφορος ἔδειχνε γιά ὅλα. Κι ἦταν καί δικηγόρος στό ἐπάγγελμα!... Μά, πῶς διάβολο τά κατάφερνε μέ τή δουλειά του, ἕνας θεός ἤξερε!
Ἔφτασε σπίτι τους κατά τίς ἐννιά. Ἔμεναν στή Γλυφάδα. Κι αὐτό τήν παρηγοροῦσε. Τό διαμέρισμά τους ἦταν ρετιρέ καί, στή χειρότερη περίπτωση, θά τήν ἀπασχολοῦσε ἡ θάλασσα, σκεφτόταν, καί ψάχνοντας τά ὀνόματα στόν πίνακα, χτύπησε τό κουδούνι. Ὁ ἦχος του στριγγός ἔφτασε μέχρι τ' αὐτιά της καί, πρίν ἀκόμα τῆς ἀνοίξουν, ἕνα ἄλλο κουδούνισμα τήν πρόφτασε: Θά κόντευε πέντε τό ἀπόγευμα καί θά 'ρχότανε σέ λίγο ὁ δάσκαλος τῆς μουσικῆς. Ἡ Μαρολύνα στά τέσσερά της τότε, εἶχε παιδευτεῖ ὅλο τό πρωΐ μέ τίς ἀσκήσεις γιά τό ἀριστερό χέρι καί δέν τά 'χε καταφέρει ἀκόμα. Ἡ Λουκία τήν προκαλοῦσε: "Δέν θά τά καταφέρεις ποτέ!" τῆς ἔλεγε καί γέλαγε, ὥσπου κάποια στιγμή τήν ἄκουσε ἡ μάνα τους κι ἀναρωτήθηκε τί τρέχει. "Εἶναι ἀδιάβαστη" τῆς πρόλαβε ἡ ἀδελφή της, κι ἡ Στέλλα στάθηκε ἀπό πάνω της, ἔκρυψε μέ τό σῶμα της τό φῶς καί μέ τή φωνή της ἔκοψε τόν ἀέρα, "παῖξε νά τό ἀκούσω!" τῆς εἶπε σιγανά, σφυριχτά σχεδόν, ἀλλά ἡ Μαρολύνα οὔτε τό ἀριστερό μά οὔτε καί τό δεξί της μποροῦσε πιά νά σύρει πάνω στά πλῆκτρα, ἡ μάνα της ἀνυπόμονη, ἡ Μαρολύνα κοίταζε τό κενό μπροστά της, σάν σπασμένα τά χέρια της, "οἱ Μαριονέττες" δέν χορεύανε στή μουσική, δέν ὑπῆρχε μουσική, κομμένα τά σκοινιά τους, ἡ Στέλλα σάν σίφουνας ἔφυγε τότε καί γύρισε μέ μιά καρφίτσα κι ἄρχισε νά τῆς τρυπάει τά δάχτυλα, καί τήν παλάμη τοῦ δεξιοῦ της ὥσπου τῆς τά 'κανε ὅλα κόσκινο, "νά! γιά νά μάθεις παλιόπαιδο τό πῶς πονάω ἐγώ μέχρι νά γίνεις ἄνθρωπος!" τῆς οὔρλιαζε, κι ἡ Λουκία πίσω ἀπ' τήν πλάτη της, παρ' ὅλο πού παρακολουθοῦσε μέ τά μάτια διάπλατα ἀπ' τήν ἔκπληξη, γέλαγε. "Οἱ Μαριονέττες" ἄνοιξαν, πέσανε κομμάτια, καί τότε ἀκούστηκε τό κουδούνι. Ὁ δάσκαλος τήν ἔσωσε, ἔστω κι ἄν δέν ἔγινε μάθημα τή μέρα ἐκείνη κι ἡ μάνα της τόν ἔδιωξε...
Τήν ὑποδέχτηκε ἡ Λουκία. Ὁ Ἀντρέας ἑτοιμαζότανε κι ἦταν στό μπάνιο ἀκόμη. Εἶχαν μάθει ἀπ' τή μάνα τους βέβαια γιά τό χωρισμό της, κι ἀπό τότε πού δέν εἶχαν ξεκινήσει κἄν οἱ διαδικασίες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια πώς ἡ Λουκία τόν Νικήτα δέν τόν συμπάθησε σχεδόν ποτέ. Κι ὅσο κι ἄν φρόντιζε νά μή τοῦ τό δείχνει, δέν τά κατάφερνε, πρᾶγμα πού τή Μαρολύνα ἀρκετές φορές τήν ἐνοχλοῦσε. Καί τώρα ἀποροῦσε ἄν ἡ ἀδελφή της τήν κάλεσε γιά νά τήν παρηγορήσει ἤ γιά νά τῆς πεῖ τά συχαρίκια.
Βγήκανε στή βεράντα κι ἡ Λουκία πῆγε νά τῆς φτιάξει ἕνα ποτό. Ἔσταζε μέλι πρός τό παρόν κι εἶχε μιά τρυφερότητα ἀπέναντί της, ὁλότελα ἄγνωστη στή σχέση τους ὥς τώρα. Τήν ξένιζε. Τήν ἔκανε νά νιώθει πιό μαζεμένη αὐτό. Ἑπιφυλακτική. Ἐν τῶ μεταξύ ἐμφανίστηκε, ὁλόκληρος ἕνα γέλιο, κι ὁ Ἀντρέας καί τούς ἀνήγγειλε πώς τό φαγητό θ' ἀργοῦσε λίγο ἀκόμα. Τή ρώτησαν ποῦ σχεδίαζε νά πάει διακοπές. "Δέν ξέρω", ἀπάντησε αὐτή, "δέν ἔχω τίποτα στό μυαλό μου ἀκόμα..."
- Πρέπει νά βρεῖς τρόπο νά φύγεις! εἶπαν κι οἱ δυό μαζί, σχεδόν μέ μιά φωνή. Καί μόνη σου ἀκόμα, πρέπει ὁπωσδήποτε νά πᾶς κάπου! Νά βρεῖς τρόπο ν' ἀποδεσμευτεῖς ἀπό συγγενεῖς, γνωστούς καί φίλους. Τί νά τούς κάνεις; Μιά ἄλλη ζωή ἀνοίγεται τώρα μπροστά σου...
Ὁ Ἀντρέας τῆς τά 'λεγε αὐτά. Καί πιό πολύ τήν ξένισε ἡ ἄποψή του, παρά ἡ ἀπόλυτη ἐμπλοκή του στό θέμα της. Ἡ ἀδελφή της ἄκουγε, μά φαίνεται πώς συμφωνοῦσε μαζί του. Ἁπλῶς κουνοῦσε τό κεφάλι της.
- ... Φορτώνεσαι τή ζωή σου καί πορεύεσαι, συνέχισε ὁ Ἀντρέας. Τί νά περιμένεις ἀπ' ὅλους τούς ἄλλους καί γιατί; Δικές σου οἱ ἐπιλογές, δικό σου κάι τό κόστος! Ἐξ ἄλλου ἔχει κι ὁ καθένας τόσα προβλήματα μέ τόν ἑαυτό του σήμερα... γι αὐτό σοῦ λέω, φτιάξε τή βαλιτσούλα σου καί ξεκίνα!
Κάτι συμπλήρωσε ἡ Λουκία ἀλλά δέν τήν πρόσεξε. Κοίταζε τή θάλασσα. Αὐτό τό κομμάτι τῆς νύχτας τέλος πάντων στό βάθος, πού ἔμοιαζε νά εἶναι ἡ θάλασσα. Ἄκουγε καί τίς κουβέντες ἀπ'τά διπλανά μπαλκόνια, τ' ἀπό κάτω ἤ τ' ἀπό δίπλα τους, συμμετεῖχε σέ ὅλα. Τή ρωτοῦσαν σιωπηλά-ἀπαντοῦσε. Κατάφασκαν σιωπηλά-ρωτοῦσε. Ἀναρριχιόταν στίς συλλαβές τους, στά κενά, ὑπῆρχε ἀθόρυβα δίπλα τους, γύρω τους, ὑπῆρχε παράταιρα, καί καταλάβαινε ξαφνικά πόσο εὔκολο εἶναι νά ὑπάρχει-ἀνύπαρκτα, ὑπόγεια, νά μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀπερίφραστα ἤ περιφραστικά, νά κυλιέται στή σιωπή κι οἱ φόβοι της νά περνᾶν ἀπαρατήρητοι, νά χτυπᾶν μέ μαχαιριές ὕπουλα τά κενά τῆς σιωπῆς, κι ὅταν οἱ λέξεις ἐπέστρεφαν στά χείλη τους, στ' αὐτιά της, οἱ φόβοι της νά αἴρονται κι ἡ βεβαιότητα νά τῆς ἐπιβάλλεται τότε, πώς κανείς δέν θά μποροῦσε νά τῆς παραβιάσει τίποτα, νά τήν ἀπειλήσει καί μέ τό παραμικρό ἔστω.
Κι ὅταν ἀργότερα ἔφυγε γιά τό σπίτι της, κράτησε κείνη τήν εἰκόνα τῆς θάλασσας μέ τά φῶτα στό βάθος ἀπ' τήν ἀντικρινή ἀκτή κι ἦταν τό πρῶτο βράδυ πού κατάφερε, χωρίς κανένα στριφογύρισμα τοὐλάχιστον, νά κοιμηθεῖ.
[Συνεχίζεται]

Τρίτη, 08 Ιουλίου 2008

Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα [Μέρος 1ο]


Ι.


Δώδεκα χρόνια ἦταν παντρεμένοι ἡ Μαρολύνα κι ὁ Νικήτας. Παιδιά δέν εἶχαν κι ἔτσι τά πράγματα δεῖχναν εὐκολότερα, ὅταν χρειάστηκε κάποια στιγμή νά πάρουν τή μεγάλη ἀπόφαση γιά τίς ζωές τους. Κι ὄχι βέβαια πώς... ἁπλῶς δέν ἔτυχε ὥς τώρα ν' ἀποκτήσουν, ἀφοῦ τό 'χανε προσπαθήσει, ἀπό τόν τρίτο χρόνο τοῦ γάμου τους κι ὅλας.

Ἀπό κοινοῦ σκέφτηκαν κάποια στιγμή νά τό ψάξουν τό θέμα, νά βροῦν τί ἔφταιγε, τί δέν πήγαινε καλά καί νά τό διορθώσουν, ἄν γινόταν. Τό ἀποφάσισαν, ἀλλά μᾶλλον σάν παιγνίδι πάρθηκε ἡ ἀπόφασή τους. Μέ τήν Μαρολύνα νά προτείνει καί τόν Νικήτα νά λέει "ναί" σέ ὅλα, ἀλλά νά μή συμμετέχει, οὐσιαστικά, πουθενά. Φρόντιζε βέβαια νά γεμίζει τό μπουκαλάκι μέ τό σπέρμα του, γιά ὅλες τίς φορές πού χρειάστηκε, καί ὥς ἐκεῖ. Ὕστερα, ἐκείνη στεκόταν πάνω στούς ἀναβολεῖς - σάν ἀναβάτης πού ἀγκάλιαζε μέ τά πόδια του τό ἄτι τοῦ κενοῦ - καί περίμενε τό γιατρό πού κρατοῦσε τήν τεράστια σύριγγα ἀνάμεσα στά σκέλια της, γιά νά ὁλοκληρώσει τήν "πράξη".
Ὁ Νικήτας δέν τήν ρώτησε ποτέ πῶς αἰσθανόταν, δέν τήν βοήθησε οὔτε μιά φορά νά κρατήσει ζεστό τό μικρό ταπωμένο σωλήνα μέ τό δικό του ὑγρό, ὅταν ὁ γιατρός τούς παράγγελνε: "πρέπει νά μοῦ τό φέρετε σέ θερμοκρασία σώματος ἀπό τό ἐργαστήριο", κι αὐτή τό κουβάλαγε τρυπωμένο μές στό στῆθος της, λές καί μποροῦσαν οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς της νά παρατείνουν καί νά ἰσχυροποιήσουν τή ζωή μέσα του, τή ζωή πού θ' ἀνακατευόταν μέ τή δική της μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἐνῶ ἔπρεπε νά ὁδηγεῖ κι ὅλας, νά καλύπτει μέσα στίς ὁρισμένες, μικρές χρονικές προθεσμίες, τίς τεράστιες ἀποστάσεις ἀπ' τό Μαρούσι ὥς τόν Πειραιά καί πάλι πίσω, ὥστε νά προλάβει ἀκριβῶς τήν προκαθορισμένη ὥρα τῆς "σύλληψης".
Ὁ Νικήτας δέν τῆς εἶπε ποτέ τί σκεφτότανε ὅλην ἐκείνη τήν ὥρα ἤ πρίν ἔστω ἀπ' αὐτήν, οὔτε μέ μιά λέξη, ἤ μ' ἕνα ἄγγιγμα δέν τῆς ψιθύρισε ποτέ: "εἶμαι κι ἐγώ ἐδῶ" ἤ, ἔστω, δέν χαράκωσε τή μοναξιά της, τό κενό τῆς παράταιρης εἰσβολῆς μ' ἕνα "ἐδῶ μαζί σου εἶμαι" καί ποτέ δέν γεφύρωσε τήν ἀπογοήτευση τοῦ ἀρνητικοῦ ἀποτελέσματος κάθε φορά, μέ τήν ἑπόμενη καινούργια προσπάθεια.
Δέν τῆς μίλησε ποτέ γι' αὐτά πού ἐκεῖνος ἔνιωθε, γιά ὅ,τι ἐκεῖνος περίμενε, κι ἔπρεπε, ἀντίθετα, ἡ Μαρολύνα μονίμως νά φαντάζεται τί συνέβαινε μές στό μυαλό του, τούς κύκλους πού ἡ ψυχή του διέγραφε. Κι οὔτε ποτέ τῆς εἶπε κάτι γιά τό ἔμβρυο πού κάθε φορά μετάνοιωνε καί δέν ἔλεγε νά τούς ἐπισκεφτεῖ. Κι ἐκείνη τίποτα δέν τοῦ ἀποκάλυψε γι' αὐτό, ποτέ. Μόνο ὅτι οἱ δικοί του ἤθελαν ἐπιτέλους ἕνα ἐγγόνι, καμιά φορά τῆς ἔλεγε, καί τί ἤθελε ἐκεῖνος τῆς τό κρατοῦσε μυστικό. Ἐκτός δηλαδή, ἀπ' τ' ὅ,τι ὥς ἐκεῖ ἤ κι ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθυμίας τῶν δικῶν του, ἕνα παιδί τό ἤθελε κι αὐτός.
Κι ἔτσι τ' ἀντιμετώπιζε ὅλα. Ποτέ του δέν εἶχε ἀνησυχήσει γιά τίποτα. Ὅλα του βιωμένα μέ ἀπόλυτο τρόπο, ὅπως τό μεθυσμένο ἐκκλησίασμα βιώνει ὥς καί τά ἔσχατα τῆς Λειτουργίας, καθηλωμένο, καί πιστεύει χωρίς νά ἐρευνᾶ. Ἤ πιστεύεις λένε, ἤ ψάχνεις...
Ὁ Νικήτας, λοιπόν, εἶχε ἕνα διάλογο πάντα μέ τ' ἀπερίγραπτα κι ὅλο ἀναμενόμενα θαύματα. Ποιά καί τί καί γιατί δέν ἔμαθε ἡ Μαρολύνα ποτέ, καί ποτέ ὥς τώρα τελικά δέν κατάλαβε. Τό γεγονός ὅμως εἶναι πώς μονίμως ἐκεῖνος κάτι περίμενε πώς θά 'ρθει σάν μυστηριακό κεραυνοβόλημα, ἔτσι τό ἀνέμενε τό "θαῦμα", ὡς τό "μάννα ἐξ οὐρανοῦ", ἄς ποῦμε.
Κι ἀπό τήν ἀρχή πού τόν γνώρισε ἀντιδροῦσε τό ἴδιο. Ἀλλ' αὐτή δέν ἤθελε νά πιστέψει πώς τ' ὅλο κι ὅλο του ἦταν αὐτό. Νόμιζε πώς βαθιά μέσα του κρυβόταν μιά μεγάλη ἐπανάσταση. Μιά κραυγή. Ἕνα οὐρλιαχτό. Ἕνα μεγάλο "ἄχ", πού θ' ἅρπαζε τούς σφετεριστές τῆς ζωῆς του καί θά τούς ξαπόστελνε ἀπό κεῖ πού ἦρθαν. Ἀλλά, ὡς φαίνεται, δέν ὑπῆρχε τίποτα. Μόνο τό ἀπλανές ἐπίπεδο. Κι ἡ σιωπηλή του ἀποδοχή ἀπάναντι στά πάντα.
Κι ἔτσι ὁ Νικήτας ἔμοιαζε κυρίως μ' ἕνα μακρινό ὄνειρο, πού βέβαια ἡ Μαρολύνα δέν εἶναι καί σίγουρη ἄν τά ὄνειρα ἔχουν ὑφή συνήθως ἤ ἄν παραζαλισμένα κινοῦνται καί σχηματίζονται, ἤ ἀκόμα, ἄν βεβαιώνονται μονάχα μέσα στήν ἀχλύ. Προσπαθεῖ ὅμως, παρά πού δέν θυμᾶται, ἐκτός κι ἄν δέν ἔχει τό κουράγιο πράγματι νά θυμηθεῖ. Τά μονοπάτια πάντως αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου τήν ὁδηγοῦσαν συνεχῶς σέ κάτι πού ἔμοιαζε μέ φυλακή...
Γιατί μόνη της ἤτανε πάντα, ἐνῶ ὁ Νικήτας κοιμότανε κι ὀνειρευόταν κι ἤξερε μόνο πῶς νά βυθίζεται στό βαθύ του ὕπνο, κι ἐκείνη πνιγμένη μές στό κενό συναίσθημα, στό ἀνύπαρκτο συναίσθημα, στίς λάθος βεβαιότητες, στίς ἀνύπαρκτες ἐπιβεβαιώσεις - ἔστω ἀκόμα καί γιά τά λάθος πράγματα - μέ τόν πόνο λοιπόν, νά 'ναι μόνη καί νά 'ναι καί μαζί του, καί νά 'ναι μόνη της μαζί του καί χωρίς του, κι ὁ πόνος αὐτός νά μή μοιράζεται, νά μή τή μοιράζεται, νά μή τούς διανέμεται ἐξ ἴσου, νά τήν ἀπορρίπτει, νά 'ναι χαμένη καί νά πρέπει νά σκέφτεται καί γιά λογαριασμό του, νά καλύπτει τά κενά του, τίς ἀνασφάλειές του, ν' ἀπαντάει στούς φόβους του, νά ἐκμεταλλεύεται τά κενά του καί νά προσπαθεῖ ν' ἀποφορτίσει τό βάρος τῶν ἡμερῶν του, πού τό μεγαλύτερο μερίδιό τους τῆς ἀνῆκε κι ὅλας, νά φορτώνεται τίς ἄλεχτες ἐνοχές πού τῆς προσῆπτε, τίς ἀνείπωτες, νά προσπαθεῖ νά μή βλέπει στά μάτια του, νά ὑπερπηδᾶ τίς φωνές του, νά στέκει ἐκεῖ κουβαλώντας τό σφάλμα της καί νά μή ξέρει τί νά κάνει γιά νά ταξινομήσει ὅλες τίς εὐθύνες στήν ψυχή της, νά μή ξέρει πῶς νά βολέψει ὅλο τό βάρος τῶν πραγμάτων, πού δέν μποροῦσε νά τά βγάλει ἐκεῖνος πέρα μαζί τους, στό μυαλό της. Καί νά ξέρει πώς δέν τήν ἀγαποῦσε, νά νιώθει πώς ἁπλᾶ τήν ἐκμεταλλευότανε, κυρίως γιά νά καταφέρει νά πορευτεῖ ὅσο τό δυνατόν ἀσφαλέστερα, κι ἄν γινόταν ἀκόμη, καί τελείως ἀνώδυνα. Καί νά ψάχνει ἡ Μαρολύνα, παρ' ὅλ' αὐτά, τό ἀόρατο καλώδιο πού ἕνωνε τήν ψυχή της μέ τήν ψυχή του. Ἔψαχνε καί γιά τόν πιό ἀπόμακρο ἀπό τούς ἴσκιους του ἔστω. Μήπως καί κατάφερνε νά ξεφορτώσει κάποια κομμάτια πόνου πού σάν βράχοι δεμένοι πάνω της τή βούλιαζαν.
Κι ἔγινε ἡ ζωή τους μιά βαριεστημάρα πού βαριοῦνταν καί νά τή μοιράζονται ἀκόμα. Κι αὐτό τήν ἔσπρωχνε κάποιες φορές ν' ἀναρωτιέται ἄν κι ἀπ' τήν ἀρχή ἀκόμα ὑπῆρξε ἔρωτας ἤ μήπως, σκεφτόταν, ἡ λυσσασμένη καταφυγή της σέ μιάν ἀκίνδυνη τρυφερότητα, συνδυασμένη κι ὅλας μέ τή μανιώδη της αὐτοκαταστροφή, παραπλάνησε, κι ὅ,τι τό ἀνύπαρκτο τό ἔκανε νά φαίνεται ὅτι τάχα ὑπῆρχε παραπίσω, ἤ κι ὅτι κάποτε θά ξεμυτίσει κι αὐτό κι ἐκεῖνο καί τό ἄλλο, κι ὅλα τότε θ' ἄλλαζαν... Σκεφτόταν λοιπόν, μήπως παραποιημένες αἰσθήσεις ἤτανε τότε - στήν ἀρχή - κι ὄχι ἔρωτας καθαυτός, κι ἔτσι κατέληξε ν' ἀποφασίσει, ἀφοῦ τό ἔνστικτό της, ἀπό τότε, προσπαθοῦσε νά τήν προειδοποιήσει᾿ ἀλλά γιατί δέν τό ἄκουγε; γιατί ἐπέμενε; κι ἄραγε, τελικά, ποιός τήν πλήρωσε; Κι οἱ δυό τους, βέβαια, ὅμως βαθύτερα ποιός; Καί ποιός ἦταν πράγματι τό θύμα;...
Καί σάν σφήνα γλίστρησε στό μυαλό της ξαφνικά ἡ κουβέντα τῆς Εὔας, ὅταν τῆς εἶπε πώς σάν τό φάντασμα πέρασε ὁ Νικήτας ἀπ' τή ζωή της. Κι αὐτός κι ἡ οἰκογένειά του ὅλη. Καί τί εὐθύνες, λοιπόν, μπορεῖ νά γυρέψει κανείς ἀπ' τά φαντάσματα; Τί νά τούς καταλογίσει ἄλλο, ἐκτός ἀπό τό βάρος τῆς σκιᾶς τους καί μόνο;
Κατέβαινε μέ τό τρόλλεϋ τήν Πανεπιστημίου, ὅταν τά σκεφτόταν ὅλα αὐτά, πηγαίνοντας στό γραφεῖο τῆς Λένας. Ἦταν ὄρθια στό πίσω μεγάλο παράθυρο κοιτάζοντας ἀφηρημένα ἔξω κι οὔτε πού εἶδε τίποτα σ' ὁλόκληρη τή διαδρομή. Ξαφνιά, συνειδητοποίησε πώς ἔπρεπε νά κατέβει κι ὅρμησε στήν πόρτα πατώντας τό κουμπί γιά τή στάση. Μόλις τό τρόλλεϋ σταμάτησε, πετάχτηκε μέ δύναμη ἔξω, σάν νά ἐκσφενδονίστηκε ἐντελῶς!
Ὁ δρόμος ἦταν γεμάτος κόσμο, παρά πού ἦταν ντάλα καλοκαίρι, καί νωρίς ἀπόγευμα, κι εἰδικά Τετάρτη. Τό Κέντρο τῆς πόλης-μιά κόλαση. Τά ἔργα γιά τό Μετρό ἀποκορύφωναν τήν ἤδη ἀφόρητη κατάσταση τοῦ κυκλοφοριακοῦ. Τά πεζοδρόμια εἶχαν μικρύνει γιά νά ἐξυπηρετηθοῦν τά ἐργοτάξια. Αὐτοκίνητα καί πεζοί-ἕνας κόλαφος, κι ὁ θόρυβος ὑπερβολικός. Θόρυβος ζωῆς στό Κέντρο τῆς πόλης... Ἡ ζέστη ἀφόρητη καί τό καυσαέριο πύκνωνε τόν ἀέρα, τόν κόλλαγε πάνω της καί νόμιζε πώς δέρμα καί πνευμόνια θά 'σκαγαν ἀπό ἀσφυξία. Περπατοῦσε γρήγορα σκοντάφτοντας πάνω σ' ἄλλους διαβάτες, ὅταν ξαφνικά ἡ εἰκόνα τοῦ Κώστα διαπέρασε τό μυαλό της.
Ὁ Κώστας. Πᾶνε καμιά εἰκοσαριά χρόνια ἀπό τότε. Ποῦ τόν ξέθαψε ἡ μνήμη της ἄραγε τώρα; Κι ὅμως, τώρα πού θυμᾶται, τό ἴδιο ἐγκλωβισμένη ἔνιωθε καί μ' αὐτόν, ἀλλά γι' ἄλλους λόγους.
Ἤτανε φίλος φιλης της. Εἴχανε βγεῖ κάνα δυό φορές ὅλοι μαζί παρέα. Ἡ Νίκη, ὁ Ἀλέκος, ὁ Κώστας κι ἡ Μαρολύνα. Τῆς εἶχε φανεῖ σίγουρος γιά τόν ἑαυτό του, ἦταν ἐξ ἄλλου καί γύρω στά τριάντα ἐκεῖνος τότε, δούλευε σάν βοηθός διευθυντῆ πωλήσεων σέ μιά μεγάλη εἰσαγωγική ἑταιρεία, κι ἔδειχνε τρυφερός ἀπέναντί της κι ὅλο ἐνδιαφέρον. Δέν τούς πῆρε καί πολύ καιρό γιά ν' ἀρχίσουνε νά βγαίνουν οἱ δυό τους μόνοι. Ἦταν ὁ πρῶτος της. Καί τοῦ τό εἶπε. Κι αὐτός γινότανε κάθε στιγμή καί πιό τρυφερός, ἄν καί πιό ἀνυπόμονος.
Κάποιο ἀπόγευμα βρεθήκανε σπίτι του. Τήν περίμενε αὐτή τήν ὥρα, λές καί κάτι μαγικό θά συνέβαινε. Ἀλλ' αὐτός, σέ μιά στιγμή πού τή φίλησε, τῆς εἶπε κι ὅλας νά γδυθεῖ κι ἐκείνη ἔνιωσε ἄξαφνα ξένη καί παράταιρη μές στό χῶρο του. "Μή φοβᾶσαι, εἶσαι μεγάλο κορίτσι πιά!..." τῆς ψιθύρισε μισογελώντας πονηρά, ἐνῶ ξέλυνε τή ζώνη τοῦ παντελονιοῦ του. Ἡ Μαρολύνα γδύθηκε γρήγορα-γρήγορα καί χώθηκε κάτω ἀπ' τά σκεπάσματα τοῦ κρεβατιοῦ του. Αὐτός τά πέταξε στήν ἄκρη, ἔπεσε πάνω της, τήν κοίταξε, τραβήχτηκε στό πλάϊ, ἄνοιξε τό συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, ξανάπεσε πάνω της, κι αὐτή περίμενε σφιγμένη, ἀπόμακρη, παρατηρώντας τή διαδικασία, ξένη, νά φύγει ἤθελε, ἀλλά δέν ἤξερε τό πῶς καί ἀπό ποῦ. Ὕστερα αὐτός σηκώθηκε καί πῆγε στό μπάνιο χωρίς νά τῆς πεῖ τίποτα. Κι ἐκείνη ἔμεινε κεῖ μετέωρη, παγωμένη, χωρίς νά καταλαβαίνει ἀκριβῶς τί εἶχε συμβεῖ, κι αὐτός γύρισε ἀπ' τό μπάνιο φορώντας τό μπουρνούζι του, "ὅλες οἱ γυναῖκες πουτάνες ἀπό κούνια!" τῆς εἶπε - αἷμα!, δέν βγῆκε αἷμα! - "ἀφοῦ θά μοῦ καθόσουν τελικά, πρός τί τό ψέμα;...", τήν ἔφτυνε μιλώντας, τήν ἔφτυσε, ὅπως κι ὁ πατέρας της τότε, ἔξω ἀπό τό Ἐξεταστικό Κέντρο γιά τίς εἰσαγωγικές στό Πανεπιστήμιο, πού ἔμαθε τυχαῖα ὅτι εἶχε δηλώσει κι ἄλλες πόλεις ἐκτός ἀπό Ἀθήνα, ἐνῶ αὐτός τῆς τό 'χε ἀπαγορεύσει.
Ντύθηκε ὅπως-ὅπως καί τό 'βαλε στά πόδια. Οὔτε πού γύρισε νά κοιτάξει πίσω της. Τρία-τρία τά κατέβαινε τά σκαλιά ἀπ' τόν πέμπτο ὄροφο πού ἦταν τό διαμέρισμά του ὥς τό ἰσόγειο. Νά βγεῖ ἔξω. Ν' ἀναπνεύσει. Νά τρέξει. Κι ὕστερα σταμάτησε σέ μιά πλατεία. Βρῆκε ἕνα παγκάκι ἄδειο καί κάθησε. Πέρ' ἀπ' τή σκιά. Κάτω ἀπ' τόν ἥλιο. Κι ἦταν ἀπόγευμα, καρδιά καλοκαιριοῦ, ὅπως καί τώρα, ἡ ζέστη ἄχνιζε πάνω στήν ἄσφαλτο, κι αὐτή ἐκεῖ, κάτω ἀπ' τό φῶς, μή καί κατάφερνε νά τή ζεστάνει ὁ ἥλιος, πού ἄν εἶχε κι ἄλλα ροῦχα, θά τά φόραγε κι αὐτά, ἔστω κι ἄν ἐκεῖνο πού πράγματι τῆς ἔλειπε, τό σακκάκι τοῦ πατέρα της ἦταν, τό κάποτε ἴσως χάδι του, μά ἡ σκιά του πιό πολύ, ὁ ἴσκιος του, κι ὄχι ἀκριβῶς αὐτός ὁ ἴδιος...
ΙΙ
Ἀνέβηκε τούς τέσσερις ὀρόφους τοῦ γραφείου τῆς Λένας μέ τά πόδια. Εἶχε μιάν ἀπέχθεια γιά τούς κλειστούς χώρους γενικά καί τούς ἀνελκυστῆρες εἰδικότερα, ἀπό κεῖνο τό Πάσχα πού 'χε κλειστεῖ σ' ἕναν ἀπ' αὐτούς μέ τόν παπποῦ της, στό Λαμπρόπουλο, ὅπου εἶχαν πάει γιά νά τῆς ψωνίσει τά δῶρα της.
Ἡ πόρτα τοῦ γραφείου τῆς δικηγόρου ἦταν ἀνοιχτή, ἀλλά μιά ἔκπληξη τήν περίμενε, ὅταν μπῆκε μέσα. Στή μιά ἀπό τίς δύο πολυθρόνες, μπροστά ἀπό τό παλιό σκαλιστό ἔπιπλο τοῦ μεγάλου γραφείου, ἦταν καθισμένος φαρδύς πλατύς ἕνας ἄγνωστος ἄντρας μέ τό χαρτοφύλακά του ἀνοιγμένο πάνω στά γόνατά του, κι ἔψαχνε κάτι νά βρεῖ στό βάθος του. Ἡ φωνή τῆς Λένας ἀνέκοψε τό βαρύ της βῆμα καί τίς σκέψεις της.
- Νά σοῦ συστήσω τόν κύριο Γεωργιάδη... Εἶναι ὁ δικηγόρος τοῦ ἄντρα σου, τῆς εἶπε. Ἦρθε γιά νά κανονίσουμε κάποιες λεπτομέρειες γιά τά περιουσιακά σας κυρίως...
Ἡ Μαρολύνα δέν ἤθελε νά καταλήξουν στά δικαστήρια γιά νά λύσουν τίς διαφορές τους. Ἤθελε νά τελειώνουν ὅσο τό δυνατόν γρηγορότερα καί πολιτισμένα. Καί τό κυριότερο, νά μή χάσει κανείς ἀπ' τούς δυό τους τήν ἀξιοπρέπειά του μέ τό ν' ἀναγκαστεῖ νά λέει ἱστορίες καί ψέματα, νά κουβαλάει κάθε τρεῖς καί λίγο συγγενεῖς καί φίλους καί ψευδομάρτυρες πιθανόν ἀκόμα, κι ὅλοι νά ἐμπλακοῦν σέ μιά περιπέτεια πού δέν θά 'χει καθόλου εὐχάριστο ἀποτέλεσμα γιά κανέναν. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἡ ἀπόφαση καί μόνο γιά τό διαζύγιο ἦταν ἐξουθενωτική, πόσο μᾶλλον κι ὅλα τά ὑπόλοιπα. Κι ἐξ ἄλλου, ὅ,τι συνέβαινε ἦταν δική τους ὑπόθεση καί μόνο. Τί δουλειά εἶχε ὁ κάθε παραέξω τοῦ σπιτιοῦ τους σέ κεῖνα πού τούς ἀφοροῦσαν;
Ἡ παρουσία τοῦ δικηγόρου τοῦ Νικήτα τήν ἀναστάτωσε. Τί εἶχαν νά μοιράσουν; Ἐκτός ἀπ' τίς ζωές τους εἶχαν νά χωρίσουν τί; Κι ἐκείνη δέν θά 'χε ἀντίρρηση γιά τίποτα. Θά συμφωνοῦσε σέ ὅλα. Ἡ Λένα ἔδειχνε τυπική καί ἀπόμακρη.
- Σέ πῆρα στό τηλέφωνο νά σέ εἰδοποιήσω γιά τόν ἐρχομό τοῦ κυρίου Γεωργιάδη, ἀλλά δέν σέ πρόλαβα... Ἀπαντοῦσε ὁ τηλεφωνητής. Δέν ἄφησα μήνυμα...
Ὁ Γεωργιάδης καθάρισε τό λαιμό του ξεροβήχοντας. Τήν κοίταξε γιά μιά στιγμή κι ὕστερα ξανάσκυψε στά χαρτιά του. "Ο πελάτης μου ἀποφάσισε γιά τό διαζύγιό σας πώς..." ἄρχισε νά τῆς λέει, μέ φωνή σιγανή καί σέ τόνο διακριτικό εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλλά ἐκείνη ἔνιωσε τό νευρικό της σύστημα νά τσιτώνει. "Ὁ πελάτης του;" Μά ποιός τόν διόρισε αὐτόν συνήγορο τοῦ Νικήτα; Ἀπό πότε; Καί τῆς Μαρολύνας, γιατί δέν τῆς εἶχε πεῖ τίποτα ὥς τώρα; Γιατί τήν ἄφησε νά τό μάθει μ' αὐτόν τόν τρόπο; "Κι ἀποφάσισε"; Ἤ μήπως ὁ δικηγόρος τοῦ Νικήτα ἀποφάσισε γιά τόν πελάτη του; Μά ποιός ἀποφασίζει τέλος πάντων γιά τούς ἑαυτούς μας; Σίγουρα ὁ δυνατός ἀποφασίζει πάντα κι ὁ ἀδύναμος ἀκολουθεῖ, μπορεῖ κι ὥς ἔρμαιο νά σέρνεται δηλαδή, ὅμως, ποιός ὁ δυνατός καί ὁ ἀδύναμος ποιός ἀνάμεσά τους τελικά; Κι ἄραγε, ὁ δυνατός εἶναι αὐτός πού παίρνει τήν ἀπόφαση καί τήν τραβάει ὥς τό τέλος, ἤ τάχα ἐκεῖνος πού τήν ὑποδαυλίζει καί τήν κατευθύνει ὅλον τόν καιρό, ἔστω καί σιωπηλά, καί δίχως κανένα ἔλεος;
Ἀλλά αὐτό πού τήν νευρίασε κυρίως ἦταν πού ὁ Νικήτας δέν τήν εἶχε κἄν προετοιμάσει γιά κανένα δικηγόρο. Κι ὥς προχτές ἀκόμα, μένανε μαζί κάτω ἀπ' τήν ἴδια στέγη. Κι ἤθελε νά μοιράζονται καί τό κρεβάτι. Ἔστω κι ἄν ἐκείνη ἦταν ἀνένδοτη καί ὅλο σχεδόν τόν τελευταῖο μήνα εἶχε μετακομίσει στό στενό καί ἄβολο καναπέ τοῦ σαλονιοῦ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, μά τῆς ἔλεγε κι ὅλας πώς αὐτός δέν ἤθελε νά χωρίσει. Πώς αὐτός καί στήν ἄκρη τοῦ κόσμου ἀκόμα θά πήγαινε, ἄν τοῦ τό ζήταγε, ἀρκεῖ νά μή χωρίζανε. Ἀρκεῖ νά γύρναγε κάποια στιγμή κοντά του. Μά τί παιγνίδι τελικά τῆς ἔπαιζε; Κι ὄχι μόνο τώρα, ἀλλά ἀπό πάντα, τί παιγνίδια μαζί της ἔπαιζε; Τό κλάμα πού δέν τῆς ἔβγαινε-μιά προσπάθεια αἱματηρή. Κι ὄχι ἀπό τόν πόνο γιά κάτι πού θά 'χανε, γιά κάτι βέβαια πού δέν τό 'χε ποτέ, μά ἀπό τόν πόνο γιά τόν ἐφιάλτη της πού εἶχε ἀνέκαθεν μιάν ἐντελῶς ἀπρόσωπη μορφή.
Θυμήθηκε τούς φίλους της, τήν Εὔα καί τόν ἄντρα της, τόν Ἄλκη, πού τῆς ἔλεγαν πώς δέν θά 'χει οὔτε γρήγορα οὔτε κι εὔκολα ξεμπερδέματα μ' αὐτήν τήν ὑπόθεση. Μᾶλλον δηλαδή πώς θά 'χει μπλεξίματα τήν προετοίμαζαν. "Θά φύγω", εἶπε στή Λένα, "κανονίστε τα οἱ δυό σας. Δέ μέ χρειάζεστε ἐμένα... Θυμήθηκα καί κάτι πού εἶχα κανονίσει καί τό προλαβαίνω δέν τό προλαβαίνω τώρα..." ψέλλισε καί σηκώθηκε βιαστικά. "Τηλεφώνησέ μου αὔριο τό μεσημέρι νά μοῦ πεῖς", συμπλήρωσε καί βγῆκε στό διάδρομο, χωρίς νά ξαναρίξει οὔτε κἄν μιά ματιά πίσω της.
****
[συνεχίζεται]

Δευτέρα, 07 Ιουλίου 2008

Ἄχθος Ἀρούρης


Ἄχθος εἶχε δεῖ ἕνα ὄνειρο χτές τή νύχτα, πώς ἑτοιμαζόταν τάχα γιά ἕνα μεγάλο ταξίδι κι εἶχε ἤδη προδιατεθεῖ, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὥς τώρα στή ζωή του, δέν εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπό κανένα του ὄνειρο στόν ὕπνο του ἤ καί στόν ξύπνιο του.

Σηκώθηκε λοιπόν τό πρωΐ, πιό νωρίς σήμερα ἀπ' ὅσο συνήθως τίς ἄλλες μέρες, πάτησε τόν διακόπτη τῆς καφετιέρας, προσπάθησε νά κινεῖται στίς μύτες μή καί ξυπνήσει τή νευρόσπαστη γυναίκα του, μπῆκε στό μπάνιο νά κάνει ἕνα παγωμένο ντούς, ὑπολογίζοντας τήν ὥρα πού θά χρειαζόταν νά βράσει, συγχρόνως, καί τό νερό, κι ὕστερα, πρίν ξεκινήσει γιά τό γραφεῖο του, νά καθίσει τοὐλάχιστον γιά ἕνα τέταρτο μ' ἕνα εἰκοσάλεπτο στό τραπέζι κάτω ἀπό τήν ὀμπρελάτη τέντα, πού ἦταν στημένη στό μεγάλο κῆπο τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ σπιτιοῦ του, ν' ἀπολαύσει τόν φρεσκοκομμένο πάντα βραζιλιάνικο βαρύ καφέ του.

Κι ἦταν αὐτή σχεδόν ἡ μοναδική του διασκέδαση. Εἶχε ἐπενδύσει πολλούς κόπους, χρόνο καί χρήματα γιά νά φτιάξει αὐτό τό σπίτι, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τό 'χε φανταστεῖ ἀπό τά νεανικά του χρόνια, ὅταν οἰκογενειακῶς σχεδόν μετακόμισαν στήνπρωτεύουσα, μετά τίς ἐκκαθαρίσεις πού 'κανε στίς ἐπαρχίες ὁ ἐθνικός στρατός, οὕτως ὥστε ν' ἀπελευθερωθοῦν οἱ ὀρεινές περιοχές ἀπό τά σμάρια τῶν ἀνταρτῶν καί νά ἐκκενωθοῦν πλήρως ὥς κι οἱ ἔσχατες σφηκοφωλιές-κρησφύγετά τους.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς βέβαια, ἀργότερα, ἀνδρώθηκε μέ τό Χόλλυγουντ. Μέ τά καουμπόϋκα, τίς κομεντί ἤ τά μελό καί φαντασιωνόταν μέ τίς φάρμες ἤ καί τίς ἐπαύλεις τοῦ τρυφηλοῦ Ἀμερικάνικου Νότου, στά τέλη τοῦ περασμένου καί τίς ἀρχές τοῦ δικοῦ μας αἰώνα.

Τί νά τοῦ κάνει στήν ψυχή του ἔπειτα ἡ Ψωροκώσταινα μέ τό σχέδιο Μάρσαλ, τήν Ἀστέρω, τήν Γκόλφω, τήν, κατά ὀρδές ἀνεξέλεγκτες σχεδόν, μετανάστευση, τούς διωγμούς καί τίς ὑστερίες μέ τά πολιτικά; Τί προσδοκίες καί ποιά ὄνειρα νά τοῦ προσφέρει ὁ Καραγκιόζης μελόδραμα;

Τό σπίτι του ἦταν σκαρφαλωμένο στόν ψηλότερο λόφο τῆς περιοχῆς κι εἶχε τήν πλέον μαγευτική θέα. Εἶχε μάλιστα, πρίν καμιά δεκαριά χρόνια περίπου, πουλήσει μιάν ἀπό τίς ἐπιχειρήσεις του σ' ἐξευτελιστική, γιά τήν πραγματική της ἀξία καί τίς δυνατότητες ἀνάπτυξής της τιμή, προκειμένου νά βρεῖ τό ἀπαιτούμενο κεφάλαιο καί ν' ἀγοράσει δεκάδες στρέμματα ἀπό τήν κορυφή ἕως καί τή μέση σχεδόν τοῦ ἐν λόγω λόφου, ὥστε νά καταφέρει ν' ἀποκλείσει τόν ὁποιονδήποτε ἄλλο μνηστήρα κι ἀπό τήν παραμικρότερη πιθανότητα γιά οἰκοδόμηση τῆς περιοχῆς.

Εὐτυχῶς πού 'χε γνωστούς μ' ὅλες τίς "καταστάσεις" στά πράγματα πάντοτε κι ἔτσι μπόρεσε, ἄν καί πληρώνοντας ἁλμυρότατα, εἶν' ἡ ἀλήθεια, νά περάσει μέ Νομοσχέδιο στή Βουλή ὁ ἀποχαρακτηρισμός τῆς περιοχῆς ἀπό Δασική Ἔκταση σέ οἰκοδομήσιμη, ἔστω κι ἄν Β' κατηγορίας, δηλαδή γιά Νοσοκομεῖα, Σχολεῖα ἤ καί παρόμοιες συναφεῖς χρήσεις, κι ἔβγαλε, ἐν κατακλείδι, δόξα νά 'χει ὁ Θεός, καί τήν ἄδεια.

Ὁ Ἄχθος δέν εἶχε καταφέρει ποτέ νά ξεπεράσει τό ἕνα κι ἑξήντα πέντε, ἀλλά μ' ὅ,τι κι ἄν καταπιανόταν, ὅ,τι κι ἄν ἔφτιαχνε, ἦταν πάντοτε μεγαλειῶδες κι ὅλα του τά σχέδια κι οἱ ἰδέες ἦταν ἀκραιφνῶς μεγαλεπήβολα. Εἶχε πάντως μιά λατρεία ἕως καί καταλυτική ἀδυναμία ὥς τώρα στή ζωή του ἐπιδείξει γιά τίς λεπτές καί θεόψηλες γυναῖκες.

Κι οἱ δύο πού παντρεύτηκε, ἀλλά καί οἱ κατά καιρούς ἐρωμένες του - εἴτε ἦταν παντρεμένος εἴτε ὄχι - ἦταν, ὅταν πατοῦσαν ἐν Ἀδαμιαῖα περιβολῆ τά ποδαράκια τους στή γῆ, τοὐλάχιστον ἕνα κι ἑβδομήντα ὀκτώ ἡ κοντύτερη. Τίς ἄλλες οὔτε πού καταδεχόταν νά τίς κοιτάξει, τίς δέ κοντύτερες ἀπ' αὐτόν τίς ἔλεγε "τάπες μπουκαλιῶν" κι οὔτε στίς ἐπιχειρήσεις του δεχόταν να τίς προσλάβει. Τά ὑπόλοιπα προσόντα τους οὐδόλως τόν ἐνδιέφεραν. Εἰμή μόνον τό ὕψος.

Χαιρόταν μάλιστα πού καί τά τρία του ἀγόρια - ἀντίθετα μέ τή μία καί μοναδική του κόρη, πού τοῦ 'μοιαζε κι ἦταν κοντή σάν ἀπόρριμα (ἔτσι ὅπως ἐκεῖνος τή θεωροῦσε καί τῆς τό πέταγε συνήθως πάνω στά νεῦρα του) τή μισοῦσε σχεδόν, ἀρκεῖ καί μόνο νά τή σκεφτόταν - εἶχαν πάρει ἀπό τίς μανάδες τους κι ἦταν πανύψηλα. Ἀντί νά τά κοιτάζει αὐτός ἀφ' ὑψηλοῦ-τόν κοίταζαν ἐκεῖνα.

Κι ὅσο γιά τήν παρακάτω κληρονομικότητα-ποσῶς τόν ἐνδιέφερε. Πίστευε πάντοτε πώς ὅλα, καλά ἤ κακά, ἀρχίζουν καί τελειώνουν σ' ὅ,τι αὐτός ἀγγίζει, σκέφτεται, βλέπει. Καί τό μόνο δικαίωμα τό ὁποῖο ἐν τέλει ἀναγνώριζε στά παιδιά του, ἦταν νά τόν ἐκλιπαροῦν μονίμως γιά τήν πραγματοποίηση τῆς ὅποιας τους ἐπιθυμίας, πέρα ἀπό τίς δικές τους ἐπιλογές γιά τίς ζωές τους, διότι, ὅπως ὁ Ἄχθος διατεινόταν, "κάνει κάποιος ὅσα παιδιά μπορεῖ, προκειμένου πάντα καί γιά κάτι κάποιο ἀπ' ὅλα τους νά τόν ἔχει ἀνάγκη καί νά μή τόν ἐγκαταλείπουν, ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ποτέ!"


*

Κάθισε ὅσο πιό ἀναπαυτικά μποροῦσε στή μπαμπού πολυθρόνα τοῦ κήπου κι ἀναλογίστηκε τό χθεσινοβραδινό του ὄνειρο. Ἀνέτρεξε στό πρόγραμμα τῆς τρέχουσας ἑβδομάδας του καί, σίγουρα, κατέληξε, δέν εἶχε κανένα ταξίδι προγραμματιστεῖ. Οὔτε γιά δουλειές οὔτε καί γιά διακοπές.

Ρούφηξε τόν καφέ μέ θόρυβο. Ποτέ δέν εἶχε καταφέρει ν' ἀποδεσμευτεῖ ἀπ' αὐτή τή συνήθεια, τήν ὁποία κουβαλοῦσε ἀπό τά μακρινά πρῶτα ἐφηβικά του χρόνια, ὅταν καθόταν μέ τόν πατέρα του καί τούς ἄλλους γέρους στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ τους, ἀρκετά βορειότερα τῶν κεντρικῶν δασωδῶν περιοχῶν τῆς χώρας, κάτω ἀπό τόν διακοσιοντούτη πλάτανο καί μαζί μέ τόν καφέ του ρουφοῦσε συγχρόνως κι ὅλο τ' ὀξυγόνο κι ὅλες τίς μυρωδιές καί τά χρώματα τῆς φύσης τριγύρω, χωρίς βεβαίως τότε νά μπορεῖ κἄν νά φανταστεῖ τήν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς του καί πόσο, κάποια μέρα, ὅλ' αὐτά θά τοῦ 'λειπαν καί δέν θά 'χε ἀκόμη κι ἕνα λεπτό καιρό ν' ἀκολουθήσει κάποια τους ἴχνη μέσ' ἀπ' τίς βαθύτερες μνῆμες του, νά ξανανηφορίσει στό χωριουδάκι του καί νά τίς ξαναβρεῖ.

Κι ὅμως, ἕνα βάρος ἔνιωθε ἀπό παιδί. Ἔνιωθε νά τόν πνίγει, νά τόν βαστάει γερά στή γῆ, πίστεψε μάλιστα, ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, πώς καί γι' αὐτό δέν ψήλωσε, πώς ἦταν δεμένος μέ τό χῶμα, ἔστω κι ἄν ἀνέκαθέν του προσπαθοῦσε ν' ἀποδεσμευτεῖ, νά ξεφύγει, νά πετάξει ἄν ἦταν δυνατόν, ξόδευε καί ξόδευε ἀλόγιστα σ' ὅλη τήν ἕως τώρα του ζωή νά φτιάξει φτερά, νά φύγει, νά φύγει, μέ ἐδῶ ἦταν πάντα, στό ἕνα κι ἑξήντα πέντε, καρφωμένος στή γῆ.

Ἤθελε νά ταξιδεύσει. Ἀπό πάντα του λάτρευε τά ταξίδια. Μέ ἀεροπλάνο, καράβι ἤ κι αὐτοκίνητο. Μονάχα τό τραῖνο ἀπεχθανόταν, τί τό ἀπεχθανόταν δηλαδή;-τό μισοῦσε! Κυριολεκτικῶς τό μισοῦσε! Ἅμα ἄκουγε γι' ἁμαξοστοιχίες, φούσκωνε σάν θάλασσα πρίν ἀπό τρικυμία ἡ καρδιά του κι ὕστερα ξεσποῦσε θαρρεῖς μέ μίσος ἐναντίον τῶν σιδηροτροχιῶν κι ὅλων ἐκείνων, ὄχι ἁπλῶς πού τά χρησιμοποιοῦσαν ὡς μεταφορικό μέσο, ἀλλά κι ἐκείνων πού δούλευαν σ' ὅλα τά κλιμάκια τῶν σιδηροδρόμων.

Κι ὄχι μόνο γιατί εἶχε ὑπ' ὄψιν του τά βαριά καί δυσκίνητα τραῖνα τοῦ ΟΣΕ, εἶχε μάλιστα γιά τό λόγο αὐτό, ἐπίτηδες, ἐπιχειρήσει νά ταξιδεύσει καί μέ τίς ὑπερταχεῖες τοῦ Γαλλικοῦ TGV, ἀλλά καί μέ τά Ἰαπωνικά τραῖνα, τά πραγματικά ἐπιτεύγματα τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καί τεχνικῆς. Ὅμως κανένα ταξίδι του δέν εἶχε καταφέρει νά τόν μεταπείσει. Καί νά τά συμπαθήσει, ἔστω καί λίγο, νά τ' ἀντιμετωπίζει τοὐλάχιστον πιό συγκαταβατικά.

Μά ἐκεῖνο πού κυριολεκτικῶς τόν πάθιαζε καί τόν ἡδόνιζε καταλυτικῶς, ἦταν τό αὐτοκίνητο. Εἶχε δύο ὁδηγούς, ἀλλά ἐκεῖνος ποτέ δέν τούς χρησιμοποιοῦσε. Ὁδηγοῦσε πάντοτε ὁ ἴδιος. Ἔχωνε τό πόδι του βαθιά στό πεντάλ τοῦ γκαζιοῦ κι ἔνιωθε τό ἴδιο σχεδόν μεθυσμένα μέ τότε πού 'χωνε τίς γυμνές του πατοῦσες - πού ἦταν σκληρές ἀπό τό περπάτημα ἤ τό τρέξιμο πάνω στίς πέτρες καί τ' ἀγκωνάρια τῶν μονοπατιῶν τοῦ χωριοῦ του, λές κι ἦταν παπούτσι δίσολο - στήν κοιλιά τοῦ ἀλόγου του καί τό ἀνάγκαζε νά τιναχτεῖ μπροστά, νά ἐκσφενδονιστεῖ σχεδόν, νά κοντραριστεῖ μέ τόν ἄνεμο-νά τόν ἐκμηδενίσει.

Μιά φορά μάλιστα, ταλαιπώρησε τόσο πολύ τό ζωντανό, τόν φτωχό τόν Μήτσουρα, ὥστε μόλις ἐπέστρεψαν στό σπίτι, τό ἄλογο πού ἤδη ἔβγαζε ἀφορύς ἀπό στόμα, ρουθούνια κι αὐτιά, σωριάστηκε στό χῶμα σάν τσουβάλι καί δέν ξανασηκώθηκε ποτέ.

Ἴσως λοιπόν κάπως παρόμοια νά 'νιωθε καί μέ τίς γυναῖκες. "Ἀλόγες" χαρακτήριζαν τίς ἐπιλογές του οἰ φίλοι του. "Οἱ σύζυγοι", τοῦ 'λεγαν, "ἄς εἶναι ὅπως νά 'ναι. Οἱ γκόμενες ὅμως, πρέπει νά 'ναι ἀέρινες, λεπτεπίλεπτες κι εὐθραυστες σάν τά μπιμπλώ. Τί νά τίς κάνεις τίς φοράδες;"

Ἀλλ' αὐτός τό χούϊ του. Ἀνέβαινε πάνω τους καί τούς ἔδινε νά καταλάβουν. Τούς τράβαγε τά χέρια σάν νά 'ταν γκέμια. Μπρούμυτα κι ἀνάσκελα. Γιά μιά ξέφρενη κούρσα δευτερολέπτων κι ὕστερα τίς παράταγε. Εὐτυχῶς πού, ὥς τώρα βέβαια, στά χέρια του δέν εἶχε ἀφρίσει καμιά. Συνήθως ἔφριτταν, τοῦ "τά παίρνανε" κι ἔφευγαν. Αὐτός πίστευε πώς τούς ἔδινε πάντοτε τό καλλίτερο μάθημα σέξ καί ἀντρικῆς γαλαντομίας κι ὅταν τίς βαριόταν τίς παράταγε.

Ἀλλά τόσην ὥρα στό μυαλό του, παράλληλα μ' ὅλες τίς ἄλλες σκέψεις, τριγυρνοῦσε καί τό χθεσινοβραδινό του ὄνειρο. Πιό πολύ ἀπ' ὅλα ὅμως τοῦ 'κανε ἐντύπωση ἡ θάλασσα πού εἶχε δεῖ. Γιατί τό νερό, κι ἡ θάλασσα εἰδικότερα, ἦταν ἐκεῖνο τό στοιχεῖο ἀπ' ὅλα πού, ἐντελῶς, ἀπεχθανόταν.

Κι ὅμως, θυμᾶται πολύ ἔντονα τήν αἴσθηση πού εἶχε, ὅτι αὐτή ἡ θάλασσα τοῦ ἀνῆκε. Ἤ μᾶλλον, πώς αὐτός τῆς ἀνῆκε. Κι ὄχι ὡς ἰδιοκτησία, ἀλλά, ναί, λές καί σάν ἀπό πάντα, ἐδῶ ἦταν τό σημεῖο ὅπου θά 'πρεπε αὐτός νά βρίσκεται. Δέν ἦταν ἡ τυχαία ὁποιαδήποτε θάλασσα, ἦταν ἡ δική του, ἡ μονάκριβή του, ἀκριβῶς!

Γαλανογκριζοβαθυπράσινη-σμαραγδί, μέ μιά διαφάνεια πού δέν εἶχε ποτέ καί πουθενά ὥς τώρα συναντήσει σέ κανένα μέρος τοῦ κόσμου, στήν πραγματικότητα, μέ τά νερά της οἰκεῖα, ζεστά, βαθύτατη κι ἀνάβαθη, συγχρόνως, βρισκόταν ἐκεῖ, ἐδῶ, σάν ὁλόκληρο τ' ὄνειρο νά 'ταν ἐτούτη ἡ θάλασσα ἀκριβέστατα κι αὐτός κομμάτι της, κύμα της, παφλασμός της. Δέν τήν τσαλάκωνε ρυτίδα. Δέν τήν ἐτάραζε παρά ἡ σιωπή. Κοίταζε στό βάθος, νά βρεῖ ὁρίζοντα καί δέν διέκρινε τίποτα. Μονάχα ὑπῆρχε ἡ θάλασσα κι αὐτός. Ἀπό Πάντα.

Θά 'λεγε μάλιστα μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα πώς, γιά πρώτη φορά στή ζωή του, κατάφερε νά μή νιώθει οὔτε γιά τήν παραμικρή στιγμή τό βάρος πού τόν κυνηγοῦσε ἀπό παιδί. Ποιός καί τί ἄραγε τό εἶχε διώξει;

Δέν καταλάβαινε τίποτα. Κι ἦταν ἀπολύτως σίγουρος πώς, γιά πρώτη, ἐπίσης, φορά, ἐπιβαλλόταν νά καταλάβει ἐτοῦτο τ' ὄνειρο. Γιατί δέν κρατοῦσε οὔτε ἀποσκευές οὔτε τίποτα, δέν θυμᾶται καί καταλεπτῶς ὅσο νά 'ναι, μά νομίζει κι ὅλας πώς, ἴσως νά μή φοροῦσε καί τίποτα... Πάντως ἐπρόκειτο γιά ταξίδι. Μόνο γι' αὐτό ἦταν βέβαιος. Καί τώρα πού τό ξανασκέφτεται, ναί, αὐτό, ἀναμφιβόλως αὐτό ἦταν: Δέν θά 'φευγε ταξίδι-ἤδη ταξίδευε. Ναί, ἔνιωθε νά ταξιδεύει. Πῶς ὅμως; Πεζός-πεζότατος στό κέντρο τῆς θαλάσσης; Τί σοῦ εἶναι κι αὐτά τά ὄνειρα τελικά!... Σκέτη παραλογία ὧρες-ὧρες...

Δέν ἔβγαζε ἄκρη. Ὁ καφές του μιά γουλιά εἶχε μείνει ὅλος κι ὅλος. Τόν ρούφηξε ἀπότομα καί σηκώθηκε νά φύγει. Εἶδε τήν Φλορίτα, τή γυναίκα του, ὄρθια στήν πόρτα νά τεντώνεται νυσταγμένη ἀκόμη. Τά μακρυά της χέρια ἀνέβηκαν πίσω ἀπό τό κεφάλι της, ἔμειναν ἐκεῖ γιά λίγα δευτερόλεπτα νά τό βοηθήσουν νά σταθεῖ ὄρθιο, ὅσο ἐκείνη εἶχε κλειστά τά μάτια, κι ὕστερα τυλίχτηκαν γύρω ἀπό τό λεπτό κορμί ἀγκαλιάζοντάς το. "Δέν σέ κατάλαβα πού σηκώθηκες...", τοῦ εἶπε. "Μήπως καταλαβαίνεις καί τίποτα ποτέ σου;", ψιθύρισε μέσ' ἀπ' τά δόντια του ὁ Ἄχθος, παραμέρισε τήν πολυθρόνα πού καθόταν, πέρασε δίπλα της προσέχοντας μή καί τήν ἀκουμπήσει, πῆρε τό χαρτοφύλακα καί τά κλειδιά τοῦ πάνω ἀπό τό μασίφ τριανταφυλλένιο κομό μέ τά σκαλίσματα καί τήν ἐπικάλυψη ἀπό φύλλο χρυσοῦ στά πόδια καί τίς γωνίες του, πού βρισκόταν στό πλάϊ τῆς λευκῆς μαρμάρινης - ἀπό Πεντελικό - ἀψίδας στήν ἔξοδο τοῦ τεραστίου λίβινγκ-ρούμ καί, πρίν τήν πόρτα τῆς κυρίως εἰσόδου, μίλησε-ἁπλῶς γιά νά πεῖ κάτι, δίχως οὐσιαστικά ν' ἀπευθύνεται σέ κανέναν ἤ καί νά περιμένει ἀπάντηση, πώς θά 'ρθει ἀργά τό βράδυ, καί βγῆκε.


**


Χώθηκε μ' ἀπόλαυση βαθιά στό δερμάτινο κάθισμα τοῦ αὐτοκινήτου του, γύρισε τή μίζα κι ἔβαλε μπροστά τόν κλιματισμό. Ἄγγιξε μαλακά τό ὑδραυλικό τιμόνι καί τό αὐτοκίνητο ὑπάκουσε κι ἔστριψε ἀθόρυβα ἀπό τό γκαράζ, ἀκολουθώντας τό φιδίσιο δρομάκι τῆς ἀλέας, πρός τήν ἔξοδο τοῦ κήπου τῆς βίλας. Πάτησε τό κουμπί τοῦ σί-ντί πλέϊερ κι ἡ καμπίνα πλημμύρισε ἀπό τούς ἤχους τοῦ πιάνου κάποιου κλασσικοῦ κομματιοῦ.

Ὅταν κόντευε πιά νά φτάσει στή μεγάλη σιδερένια πόρτα, ἐκείνη ἄρχισε σιγά-σιγά ν' ἀνοίγει αὐτόματα καί μόλις τό ὄχημα πέρασε, μέ τόν ἴδιο ἀργό ρυθμό ξανάκλεισε. Πάντα ὅταν περνοῦσε ἀπό κεῖ ἔνιωθε σάν τόν Ἀλῆ-Μπαμπά μπροστά ἀπό τόν Σουσάμι. Ἔστω καί χωρίς τούς Σαράντα Κλέφτες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια πώς φοβόταν. Μ' ὅσες κάμερες καί μέτρα προστασίας κι ἄν εἶχε ἐξοπλίσει τό σπίτι του, ὅσο κι ἄν τό 'χε κάνει σάν ἀστακό, ὅσο κι ἄν φαινόταν σάν φρούριο ἀπόρθητο καί μόνο πού 'βλεπε κανείς τούς τεράστιους μαντρότοιχους ὕψους πέντε μέτρων καί τή σιδερένια περίφραξη τοῦ ἐνάμισι μέτρου ἀπό κεῖ καί πάνω, μέ σίδερα σάν λόγχες, ἐκεῖνος φοβόταν.

Τό πρῶτο ἄγχος μάλιστα τῆς μέρας του ἤτανε καθημερινά αὐτό: Νά περάσει τήν κεντρική εἴσοδο τῆς βίλας, νά κατηφορίσει τό σχετικά στενό ἑλικοειδές δρομάκι, πού δεξιά κι ἀριστερά του εἶχε θάμνους καί δέντρα, καί νά φτάσει στόν κεντρικό δρόμο τοῦ προαστείου, πρός τήν παραλιακή λεωφόρο.

Εἶχε φροντίσει, ἡ ἀλήθεια, νά κάνει τίς δουλειές του πάντα μέ προσοχή, νά κλείνει καλά τά στόματα καί νά μή ἀφήνει κανένα δυσαρεστημένο, κι εἶχε, ὥς τώρα, περιβάλλει καί διατηρήσει τήν ὕπαρξή του στή σκιά τῆς ἀνωνυμίας. Ἀλλά ποτέ κανείς δέν ξέρει... "Εἶναι κι αὐτές οἱ τρομοκρατικές ὀργανώσεις, πανάθεμά τες!", σκεφτόταν ὁ Ἄχθος, "πού δέν κάνουν ἀστεῖα. Σέ μελετοῦν ἐξονυχιστικά κι ἐσύ χαμπάρι..., κι ὕστερα σοῦ βαρᾶν μιά μπαταριά καί... καληνύχτα... Τάχαμου-δῆθεν ὅτι ἐπιτελοῦν κοινωνικό ἔργο καί λοιπές μπαροῦφες!..."

"Μ' ἄν, πράγματι, ἔτσι ἤθελαν, θά χτύπαγαν τούς ἐμπόρους ναρκωτικῶν, τούς παιδεραστές καί τ' ἄλλα παρόμοια ἀποβράσματα... Ἀλλά παίρνουν μιά ψυχρή ἐντολή καί τρῶν τούς "καρχαρίες". Γιά ποιούς "καρχαρίες" μιλᾶμε; Ἀθῶοι ἄνθρωποι, νά παίξουμε θέλουμε μόνο... Ἀντί γιά σκάκι ἤ μονόπολη, ἁπλώνουμε στό τραπέζι τούς χάρτες μέ τίς ἐπιχειρήσεις καί παίζουμε μ' ἀληθινά λεφτά. Λεφτά... Κουραφέξαλα! Λές κι ἔχει νόημα τό χρῆμα... Τό παιγνίδι εἶναι πού μετράει πάντα. Τό παιγνίδι κι ἡ ταχύτητα τῆς σκέψης καί τῆς κίνησης. Ἐκεῖ βρίσκεται στήν πραγματικότητα ἡ μαγεία. Τά λεφτά-ἕνα μονάχα ἀπό τ' ἀποτελέσματα. Κι ὄχι τό κυριότερο πάντα..."

"Ἐξ ἄλλου, ὅσο καί νά προσθέτεις, τί παραπάνω νά κάνεις; Ὅλα γιά τήν ἀρχή εἶναι. Κι ἡ συγκίνηση-ὅσο διαρκεῖ τό πρωτόγνωρο. Πῆρες καί κόττερο κι ἀεροπλάνο, τά 'χεις νά περιμένουνε νά ἐξυπηρετήσουν καί τήν πιό παρανοϊκή καί βιαστική σου ἐπιθυμία: Ἕναν καφέ στή Νέα Ὑόρκη, ἄς ποῦμε, ἕνα πέταγμα πάνω ἀπό τό Κιλιμάντζαρο καί ν' ἀκοῦς καί τόν Pascal Danel νά σοῦ τό τραγουδάει, νά θυμᾶσαι κάποιες στιγμές ἀπό τά νειᾶτα σου ἤ καί μιά κρουαζιέρα μ' ὅλους τούς φίλους σου σέ παραλίες ἀπάτητες, σέ νερά ἄγνωστα, πού ἀμέσως μόλις περάσεις σοῦ γίνονται γνωστά, ἔ, καί;... Κι ἔρχονται κατόπιν οἱ πιστολέρος καί σοῦ τήν ἀνάβουν. Γιατί ρέ κύριοι; Στό κάτω-κάτω, τρῶμε ἐμεῖς, ταΐζουμε καί δέκα στόματα... Ἐτοῦτο τό κοινωνικό χρέος πού ἐπιτελοῦμε, ποῦ τό πᾶτε;..."

Αὐτό φοβόταν πάντα. Καί περισσότερο ἀπό τότε, ἐδῶ καί δυό χρόνια, πού μετακόμισαν στή νέα βίλα. Μή καί τόν παραφυλάξουν σέ καμιά γωνιά καί τοῦ ἀδειάσουν καμιά γεμιστήρα κατάστηθα καί δέν προλάβει νά κάνει οὔτε κίχ. Καί μετά; Ἡ ἄχρηστη ἡ Φλορίτα καί τά παιδιά του θά τά κάνουν ὅλα-νά! Ἅμα λείψει αὐτός, τί μποροῦνε νά διαχειριστοῦν αὐτοί πού τούς ἔχει, ἡ ἀλήθεια, καλομαθημένους καί μέ τό νά μή τούς λείψει τίποτα; Θά μείνουν κάποια στιγμή στόν ἄσσο κι οὔτε πού θά 'χουν πάρει εἴδηση τό πῶς...

Ὅλο ἀλήθειες, σκέφτεται, ἔχει ἡ μέρα του ἀπό τό πρωΐ σήμερα... Κι αὐτή τή γυναίκα του δέν μπορεῖ νά τήν ἀντέξει πιά... Ψἀχνει νά βρεῖ ἕνα σοβαρό λόγο γιά τόν ὁποῖο τήν παντρεύτηκε καί, τελικῶς, δέν βρίσκει μήτε καί μισό.

Ἀφοῦ κι ἐκείνη, ἡ δόλια, ἡ πρώτη του, σέ τίποτα δέν τοῦ ἀντιμιλοῦσε, δέν ἀντιδροῦσε, ἀποδεχόταν τή ζωή του ἔτσι ὅπως τῆς τήν εἶχε ἐπιβάλλει, μέ τίς ἐξαιρέσεις καί τίς μικρές ἤ μεγάλες παρασπονδίες του, τί ἤθελε κάι τή χώρισε καί ξαναπαντρεύτηκε κι ὄχι μόνο αὐτό, τά παιδιά, τ' ἄλλα του δυό παιδιά, τί τά 'θελε; Μήπως, καί πότε πρόλαβε νά τά ζήσει ἀπό κοντά; Τί ξέρει ἄραγε γι' αὐτά;

Ὅσο ἦταν μικρά τά συναντοῦσε τοὐλάχιστον κάποιες φορές τό βράδυ πρίν κοιμηθοῦν, ἄν τύχαινε κεῖνος νά ἐπιστρέψει νωρίς. Ὕστερα, μέ τά χρόνια, ἡ Φλορίτα ἔπαθε τόν πρῶτο της νευρικό κλονισμό, αὐτός δέν ἤξερε πῶς ν' ἀντιδράσει, πλήρωνε ἔτσι κι ἀλλιῶς τούς καλλίτερους εἰδικούς... Τί νά 'κανε αὐτός; Εἶχε καί τίς δουλειές του, καί τοῦ λόγου τους ποτέ δέν περιμένουν. Ἔρχεται μιά στιγμή, ἀντιθέτως, πού περιμένεις ἐσύ καί τίς κοιτᾶς σάν χάνος νά περνοῦν δίπλα σου, πηγαίνοντας σάν κακιασμένες ἐρωμένες σ' ἄλλους, καί σοῦ βγάζουν μάλιστα τότε κι ὅλας καί τή γλώσσα κοροϊδευτικά... Πῶς ν' ἄφηνε τίς δουλειές του;

Καί τά παιδιά του χαμένα μέ τά σχολεῖα, τίς ἱππασίες, τίς ἱστιοπλοΐες, τά μπαλέτα, τίς ἐπί πλέον ξένες γλῶσσες, τά ἰδιαίτερα, μέ τίς σπουδές τους στό ἐξωτερικό μετά, ἄλλο στήν Ἑλβετία, ἄλλο στήν Ἀγγλία, τ' ἄλλα δύο στήν Ἀμερική, σέ διαφορετικές Πολιτεῖες, ποῦ νά τά προλάβει;

Καμιά φορά μάλιστα, ἀναρωτιέται τί εἴδους σπουδές πλήρωνε τόσα χρόνια. Πού τά 'χει βάλει στίς ἐπιχειρήσεις του, κι ἅμα δέν ἦταν συνεχῶς ἀπό πάνω τους αὐτός νά τά ἐλέγχει, νά τά συμβουλεύει καί νά 'χει τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο πάντα λόγο, δέν θά 'ταν ἱκανά ἀκόμη νά ξέρουνε, ὄχι μόνο ποῦ πᾶν, ἀλλά οὔτε καί ποῦ καί πῶς μπουσουλᾶν τά τέσσερα...


**


Κόντευε νά φτάσει στό Ἀεροδρόμιο. Ἡ κίνηση μπροστά του εἶχε ἀρχίσει νά πυκνώνει. Τόν ἐκνεύριζαν ὅλ' αὐτά τ' αὐτοκίνητα. Δεκάδες-χιλιάδες αὐτοκίνητα. Δέν ὑπῆρχε κανένας δρόμος πλέον γιά νά μπορεῖ νά κινηθεῖ ἄνετα κάποιος. Κι ἦταν γι' αὐτόν φοβερό χάσιμο χρόνου. Ὅσο κι ἄν διέθετε τηλέφωνο, φάξ κι ἕνα σωρό ἄλλες ἀνέσεις στό αὐτοκίνητό του, ἐπρόκειτο, ὁπωσδήποτε, γιά ἕνα ἀδυσσώπητο χάσιμο χρόνου.

Ἀλλά καί μέ τόν δεύτερο γάμο του, τελικῶς, ἔχανε χρόνο. Θυμήθηκε τή στιγμή ἐκείνη, πρίν ἕνα-ἑνάμισι χρόνο, πού ἦρθε ὁ δεύτερος κλονισμός τῆς Φλορίτας κι ἀποξενώθηκαν τελείως. Τελευταῖα, μάλιστα, κάποιος τοῦ 'χε σφυρίξει ἀπ' ἔξω-ἀπ' ἔξω πώς τήν εἶχαν δεῖ ἀρκετές φορές νά γευματίζει μέ κάποιον νεαρό κι ὄχι μόνο σέ ἀπόμερα, μά καί σέ πιό γνωστά στέκια.

Τό νά τή χωρίσει, σκέφτηκε, ἦταν γι' αὐτόν τό πιό εὔκολο καί τό πιό γρήγορο πράγμα στόν κόσμο. Καί γι' αὐτήν, ἴσως, πιό συμφέρον ἀπό τό νά πέθαινε κεῖνος καί νά χήρευε. Θά τήν ἐξασφάλιζε καλλίτερα καί μέ τέτοιον τρόπο, ἀσφαλῶς, πού θά ζοῦσε ἄνετα γιά τήν ὑπόλοιπη ζωή της. Τό πρῶτο μάλιστα πού θά τῆς ἔδινε, θά 'ταν αὐτό τό σπίτι. Τό σπίτι-ἐφιάλτη του.

Τώρα λοιπόν πού τό ἀναλογιζόταν, πράγματι, δέν εἶχε ποτέ του νοιαστεῖ νά κάνει μιά διαθήκη. Οὔτε καί σάν πιθανότητα ἤ σάν ἀστεῖο ἔστω δέν τοῦ 'χε ὥς σήμερα, ξαναπεράσει ἀπό τό μυαλό. Κι ἄραγε, αὐτή τή στιγμμή, γιατί νά 'χει τέτοιους συνειρμούς; Κι εἰδικά πού ἔνιωθε περισσότερο ἀπό ποτέ καλά κι ὑγιέστατος. Ἀκμαιότατος. Οὔτε στήν ἐφηβεία του, τρόπος τοῦ λέγειν, ἔτσι... Τί κόλπα τοῦ 'στηνε τό μυαλό του μέ διαθῆκες καί σχετικές βλακεῖες;

Ἴσως καί νά γερνοῦσε, σκέφτηκε, κι ἀπόρησε. Κόντευε τά ἑβδομήντα, ἀλλά δέν τοῦ φαινόταν. Τά μαλλιά του παρέμεναν πυκνά καί διατηροῦσαν τό χρῶμα ἐκεῖνο πού 'χαν καί στά σαράντα του, ἔστω κι ἄν κάνα-δυό φορές τό χρόνο χρησιμοποιοῦσε στό λούσιμό τους τό παπαζωτό, ἕνα μαντζούνι πού τοῦ 'χε μάθει ἡ μάνα του, ἀπ' ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδί - τό χρησιμοποιοῦσε ἄλλωστε κι ἐκείνη - κι ἄν τοῦ ζητοῦσε κάποιος ἀπό τούς οἰκείους του, τοὐλάχιστον, τή συνταγή μέ τήν ἀκριβῆ δοσολογία, ὁ Ἄχθος τήν κρατοῦσε ζηλότυπα ἀποκλειστική.

Κι ἄν κανείς τύχαινε νά τόν ρωτήσει γιά τήν ἡλικία του, δέν τήν ἔκρυβε ποτέ. Ἀντίθετα, τόνιζε τό ἀκριβές της νούμερο μέ μιά χαιρεκακία στή φωνή, καί πάντοτε περίμενε τήν ἴδια στερεότυπη ἀπάντηση-ἔκπληξη: "Ἀδύνατον! Δέν σᾶς ἔκανα οὔτε μιά μέρα παραπάνω ἀπό πενήντα!" Πενήντα, τριάντα, δέκα ὀχτώ... Πότε ἦταν; Σήμερα;... Χτές;...


**


Ἅπλωσε τό χέρι του νευρικά κι ἔκλεισε τή μουσική. Κάποιες της φράσεις τόν πονοῦσαν. Περνοῦσαν μέσα του κι ἔνιωθε σάν νά τόν φίλτραραν, σάν νά τόν ἔκοβαν, ἀλλά εἶχε, ἀπό ἀρκετά νέος ἀκόμη, ἀποφασίσει νά διαφεύγει ἀπ' ὅ,τι τόν πονᾶ. Πολλές φορές, μάλιστα, ἀπό ἕνα ἔνστικτο ἴσως, στό κρισιμότερο σημεῖο μιᾶς κουβέντας, ἄς ποῦμε, ἔπαυε ν' ἀκούει. Ἄλλες φορές σταματοῦσε νά μιλᾶ καί νά νιώθει. Λές καί μιά τεράστια, πάνβαρεια μπουκαπόρτα ἔπεφτε ξαφνικά κι ἀπομόνωνε τό ἔξω ἀπό τό μέσα του κι ἐκεῖνο τό μέσα του ἀπό ἕνα ἄλλο πιό βαθύτερο μέσα του.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ἄξιζε γιά κανέναν καί γιά τίποτα νά στενοχωριέται. Ἔπρεπε ὅμως νά ἐπιβιώσει. Δυό ἀδέλφια του εἶχαν πεθάνει στόν πόλεμο, μωρά ἀκόμη, ἀπό θέρμες. Ἔπειτα αὐτός ἔγινε, ἀναγκαστικά, τό πρῶτο παιδί, τό μεγαλύτερο ἀπὀ τ' ἄλλα τρία πού ἦρθαν ἀργότερα, κι ἐπιβαλλόταν, μαζί μέ τόν πατέρα καί τή μάνα του, νά φροντίσει, ἐκτός άπό τόν ἑαυτό του κάι γιά τή δική τους ἐπιβίωση.

Ὁ πατέρας τόν ἔπαιρνε μαζί του στά χωράφια καί τά πρόβατα. Ποῦ καιρός γιά σχολεῖα καί ἄλλα; Ὥς τή δευτέρα δημοτικοῦ πῆγε κι αὐτό μέ τά χίλια ζόρια. Ἴσα πού νά μάθει νά γράφει τ' ὄνομά του, νά διαβάζει τήν Ἄλφα-Βήτα καί νά διδαχτεῖ τίς τέσσερις πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς. Μόνο στή διαίρεση κόλλαγε ἀπό πάντα. Στή μοιρασιά.

Πάντως φρόντισε τ' ἀδέλφια του καί δέν θά 'πρεπε νά τοῦ 'χουν κανένα παράπονο. Ἀρσενικά καί θηλυκά, τά 'βαλε ὅλα στίς δουλειές του, καί τά προίκισε μέ τό παραπάνω. Ὥς καί τ' ἀνήψια του, αὐτός τά σπούδασε. Μαζί μέ τά παιδιά του. Κάποια μάλιστα ἀπ' αὐτά καί καλλίτερα ἀπό τά δικά του. Κι ἐτοῦτα μέ τίς δουλειές του τά 'χει κι ἀνακατεύονται.

Κι ὄχι βεβαίως ἐπειδή ἔχει τάχα στούς συγγενεῖς περισσότερη ἐμπιστοσύνη. Πιστεύει ἄλλωστε ἀκράδαντα πώς "μέ συγγενή φάε καί πιέ κι ἀλισβερισι μή ἔχεις" καί προτιμάει ἀσύγκριτα τούς ξένους. Αὐτοί στό κάτω-κάτω τῆς γραφῆς ἀναγνωρίζουν τούς κόπους καί τήν προσφορά σου. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, οἱ συγγενεῖς, ὅλο παράπονα εἶναι κι ὅλο κατεβασμένα μοῦτρα. Δέν χορταίνουν μέ ποτέ. Ὅλο "δῶσε καί δῶσε". Ἀνικανοποίητοι καί μέ τίς ἀμοιβές τους καί μέ τίς θέσεις. Ἴσως γιατί δέν ἀφήνει κανένα τους νά κάνει πουθενά στίς δουλειές του κουμάντο... Τί νά ὑποθέσει ἄλλο;...

Τήν καλή κουβέντα πάντως καί τό χάδι τους -τό χάδι τους!; τρόπος τοῦ λέγειν - δέν τά γνώρισε ποτέ. Οὔτε ἀπό τόν πατέρα ἤ κι ἀπό τή μάνα του. Κι εἰδικά ἀπό τή μάνα του, πού τό στόμα της κόλλαγε ὅταν μιλοῦσε γιά τά παιδιά πού τῆς πεθάναν, καί στ' ἄλλα, τά μικρότερά του. Εὐχή της καί κατάρα της στόν Ἄχθο νά τά φροντίζει ὅσο ζεῖ. Αὐτά καί τά παιδιά τους καί τά παιδιά τῶν παιδιῶν τους, ἄν ἦταν δυνατόν.

Εἶχε φτάσει ἐπιτέλους στή μεγάλη διχάλα τῆς παραλιακῆς. Σέ λίγο, μετά τόν ἀνισόπεδο κόμβο, θ' ἄνοιγε ὁ δρόμος καί θά 'φτανε στό γραφεῖο του. Ἴσως θά 'πρεπε νά συνεννοηθεῖ μέ τή γραμματέα του ν' ἀκυρώσει ὅλα του τά ραντεβού, ὄχι μόνο αὐτῆς, ἀλλά καί τῆς ἑπόμενης ἑβδομάδας, καί νά 'φευγε γιά ἕνα ταξίδι. Ἔπρεπε κάποια στιγμή στή ζωή του νά σταματήσει πλέον αὐτόν τόν τρελό ρυθμό δουλειᾶς. Τῆς δουλειᾶς-καταδίωξης.

Σταμάτησε μαλακά στό κόκκινο φανάρι καί κατέβασε τό παράθυρο. Ἡ θάλασσα στήν ἀντικρινή μεριά τῆς Λεωφόρου εἶχε - πράγμα περίεργο ὅσο καί σπάνιο - ἕνα βαθύ μπλέ, πού τοῦ φάνηκε, πρώτη φορά, νά τόν καλοῦσε, νά τόν προκαλοῦσε, νά τόν φώναζε - ἤτανε σίγουρος πώς ἄκουσε τή φωνή της - σάν νά τόν ἤθελε, τοῦ φάνηκε, νά τοῦ παραδινότανε σάν χάρις. Πῆρε βαθειάν ἀνάσα.

Καί τότε νόμισε σάν κάτι αἴφνης νά γλίστρησε ἐντός τοῦ αὐτοκινήτου. Κάτι ὡς χέρι, ἄς ποῦμε, πού φευγαλέα τεντώθηκε νά τόν ἀγγίξει. Ἀνατρίχιασε. Κι ἔνιωσε, συγχρόνως, μιάν ἀκατάσχετη ταχυπαλμία. "Τί διάβολο!...", μονολόγησε, δίχως καί νά τά καταφέρει νά ἐπιβληθεῖ στόν ἑαυτό του.

Τό φανάρι εἶχε ἀνάψει πράσινο ἐν τῶ μεταξύ κι ὅλα τά ὀχήματα πού στέκονταν στήν οὐρά πίσω του, ἄρχισαν τρελό κορνάρισμα, καθώς καθυστεροῦσε τήν ἐκκίνηση τοῦ δικοῦ του.

Ἀσυναίσθητα κι αὐτόματα πάτησε τό γκάζι ὥς τό τέρμα, οἱ τροχοί σπίνιαραν, τό αὐτοκίνητο, λές κι αἰφνίδια τό κλώτσησε κάποιος ἀόρατος γίγαντας, τινάχτηκε μπροστά, τό χέρι - ἐκεῖνο πού τοῦ 'χε φανεῖ σάν χάδι ὅτι τόν ἄγγιξε - ὅπως ξερόφυλλο, ὁ ἀγέρας πού σηκώθηκε τό βούτηξε, τό ξαναπέταξε ἔξω κι ὁ Ἄχθος τό 'χασε.


**


Ὅταν μπῆκε στό γραφεῖο του ἦταν ἄσπρος σάν τό χαρτί. Ἡ γραμματεύς του μέ τό πού τόν εἶδε-τρόμαξε. Τοῦ εἶπε ἁπλῶς ὅτι ὁ καφές του τόν περίμενε σερβιρισμένος ἤδη κι ἀπέφυγε νά τοῦ ἀναφέρει τ' ὁτιδήποτε ἄλλο γιά τό πρόγραμμα τῆς σημερινῆς του μέρας.

Σωριάστηκε στή δερμάτινη πολυθρόνα του, μή μπορώντας νά συνέλθει ἀκόμα ἀπό τήν ἔκβαθη ταραχή κι ἀδυνατώντας ἐπίσης νά ἑξηγήσει τό γιατί ὅλης αὐτῆς τῆς ὑπερβολικῆς ἀντίδρασής του.

"Πάρε μου τόν Μικρόπουλος, τόν δικηγόρο", ψέλλισε μονάχα, ἀφηρημένα σχεδόν, "καί πέρασέ μου τή γραμμή, μόλις τόν βρεῖς. Ἐπειγόντως!... Ἄ, καί ποῦ εἶσαι...", σταμάτησε τή γραμματέα του λίγο πρίν βγεῖ ἀπό τήν πόρτα, "δέν εἶμ' ἐδῶ γιά κανέναν ἅλλον, ἄκουσες;", συμπλήρωσε ἀπότομα κι ἀρκετά πιό ζωηρά αὐτή τή φορά.

Δέν ἄφηνε ποτέ του καμιά σκέψη ἤ καί τήν παραμικρή του ἰδέα σ' ἐκκρεμότητα. Παρά μόνο γιά πολύ προσωρινά, τοὐλάχιστον ἕως νά προλάβει νά προλειάνει κατάλληλα τό ἔδαφος γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ἀποφάσιζε-σκόπευε-ἐκτελοῦσε. Μέ ταχύτητα ὁπλοπολυβόλου. Πιθανόν, ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐπιτυχιῶν του νά τ' ὤφειλε σ' αὐτό: Αἰφνιδίαζε τούς πάντες καί τά πάντα κι ὅλοι ἀντιδροῦσαν τό ἴδιο μέ τό σῶμα πού δέχεται μιάν ὁλόκληρη γεμιστήρα στό κλίκ τοῦ χρόνου μιᾶς ριπῆς.

Κι ἀπό τό πρωΐ σήμερα τοῦ 'χε σφηνωθεῖ ἡ ἰδέα τῆς διαθήκης του κι ἔπρεπε νά ξοφλήσει καί μ' ἀυτό. Τί νά μοιράσει βέβαια καί σέ ποιούς; Καί πῶς; Σάν τή ζωή του ἄραγε, πού μοιρασμένη δῶθε-κεῖθε κι ὅλο ἀμοίραστη παρέμενε τελικά, πού ὅλο τήν περιφύλαγε σάν περιούσιο φυλαχτό;...

Ἔπρεπε νά ξεμπερδεύει, σκέφτηκε, καί νά τελειώνει! Μ' ἐκεῖνο ὅμως πού ἀκόμα δέν εἶχε τελειώσει, ἦταν ἕνα βάρος ἀσήκωτο σάν πόνος ὀξύτατος καί, συγχρόνως, διάχυτος στήν ὕπαρξή του σύμπασα, ὅπως ἐπίσης καί μέ τό συνεχές κι ἀδιάλειπτο φτεροκόπημα τῆς καρδιᾶς του.

Κοίταξε τό στέρνο του καί τοῦ φάνηκε στό ἄσπρο του πουκάμισο σάν νά 'χε ἀποτυπωθεῖ ἕνα χνάρι. Σάν νά 'δε ξανά κεῖνο τό χέρι πού 'χε παραβιάσει τήν ἰδιωτικότητα τοῦ χώρου τοῦ αὐτοκινήτου του. Τόν ζέσταινε. Τόν ἔκαιγε. Ὅπως σέ ζεματάει καί σέ λιώνει τό πιό ἀφόρητα λαχταρισμένο χάδι. Ἕνα κράκ. Θέ μου..., μάνα μου...

Κύμα παλιρροϊκό σηκώθηκε σάν ἀπό τό πουθενά. Οὐδείς κυματοθραύστης ἀντιστάθηκε. Τόσο τσιμέντο ξόδεψε... Μ' ἀρραγές μπετόν τούς ἔχτιζε καί τούς ὕψωνε τόσα χρόνια... Καί τώρα σάν νά 'ταν τίποτα ἐθραύσθησαν...

Ἕνα κράκ ἀθόρυβο, βαθύτερο. Σάν ἀπό δάκρυα τό πέλαγος πού ἀνοίχτηκε. Ποιός Θεός, ποιά μάνα θάλασσα τόν βαστάει ἀγκαλιά; Ποιός ἄνεμος πῆρε τό βάρος του, τό φύσηξε καί φούσκωσε μ' αὐτό λευκά πανιά;...

Γαλήνη. Καί τό χτεσινοβραδινό του ὄνειρο κομμάτι ἀπό τό τώρα. Δέν πρόφτασε νά πάρει ἀποσκευές, ν' ἀφήσει ὁδηγίες. Καί τό εἰσιτήριο θά τό 'παιρνε στό δρόμο. Δέν πρόλαβε παρά ἕν' ἄγγιγμα κι ἐκεῖνο ἀπό τύχη...

... Λευκά φτερά -τόσο τό βάρος- πετοῦν σ' ἕνα διάδρομο πού βλέπει φῶς, περιστέρι ὁ Ἄχθος πλέον-ταξιδεύει...

Σάββατο, 05 Ιουλίου 2008

Σταγών


Εἶχε μείνει γιά ὥρα νά κοιτάζει μιά σταγόνα βροχής πού λαμπύριζε πάνω σ' ἕνα γερμένο ἀγριόχορτο κι ἔμενε ἀκίνητη ἐκεῖ, λές κι ἦταν σταγόνα ρητίνης πού 'χε πλέον ὁλοσχερῶς παγώσει.

Ἀνέμεναν κι οἱ δυό. Μιά ἀδιάπτωτη ἀναμονή ὅπου, τόσο ἡ σταγόνα ὅσο κι αὐτός, προσπαθοῦσαν νά διερευνήσουν, νά κατορθώσουν νά παρεμβληθοῦν μέ τό παρόν τους στόν ἀδυσώπητο χρόνο καί ν' ἀποκαλύψουν τήν αἰτία αὐτῆς καθαυτῆς τῆς ἀναμονῆς.

Ἀνέκαθεν τοῦ ἄρεσε νά φαντάζεται πώς θ' ἀσχολιόταν μέ τή γῆ. Ἴσως γι αὐτό καί τοῦτο τό χόρτο τόν μάγευε τώρα. Τά μυστήρια τοῦ χώματος τόν ἔθελγαν μέ δύναμη ἀπίστευτη, τόν παρέσυραν σέ φαντασιώσεις ἰσχυρές, ὅπου αὐτός τάχα μονάχος τους-καταμόναχος τό πιλάτευε ἤ τό μάλαζε κι ἀνάσταινε ἀπό μέσα του καρπούς μοναδικούς καί πάντα ἔμοιαζε νά 'ναι αὐτή ἡ πλέον ἐρωτική του προοπτική.

Εἶχε φτάσει στό σημεῖο μάλιστα νά ἐτυμολογεῖ τ' ὄνομά του λέγοντας πώς: Γιῶργος-Γεώργιος-γεωργός. Καί πίστευε πώς ἐτοῦτο ἦταν ἕνα ἐπί πλέον ἀδιαφιλονίκητο σημάδι γιά τόν ἐδῶ προορισμό του.

Καθόταν γιά ὥρα λοιπόν παρατηρώντας τό ἀτίθασο χόρτο πού ξεπρόβαλλε στό παρτέρι, μά ἐπικεντρωνόταν οὐσιαστικά στήν ἀνεξάτμιστη σταγόνα. Ἦταν σάν νά διέκρινε κάποιο πρόσωπο στό κέντρο της, λές κι ἦταν καθρέφτης πού τοῦ ἀνακλοῦσε τά χαρακτηριστικά μιᾶς ὕπαρξης, ἀδιευκρίνιστης ἀρχικῶς, ὅλο καί καλλίτερα προσδιορισμένης ὅμως μέ τό κύλισμα τοῦ χρόνου.

Ἡ ζωή ὥς τώρα, ὅπερ σημαίνει, κυριότερα, οἱ γονεῖς του, τόν εἶχαν ἀναγκάσει νά σπουδάσει μέ τό ζόρι, κι ὄχι δηλαδή ἀκριβῶς νά σπουδάσει, νά δώσει εἰσαγωγικές ἐξετάσεις σ' ἕνα Ἀνώτατο Ἵδρυμα, ν' ἀποτύχει τρεῖς-τέσσερις φορές κι ὕστερα τόν φόρτωσαν μέ διάφορα δικαιολογητικά πάνω σ' ἕνα ἀεροπλάνο, πού τόν μετέφερε σέ μιάν ἀπό τίς μεγαλύτερες εὐρωπαϊκές πρωτεύουσες, τοῦ ἐνοικίασαν μάλιστα κι ἕνα σπίτι σέ ἀριστοκρατικό προάστειο, προκειμένου νά φοιτήσει ἀπερίσπαστος κι ἐν μέσω τῶν ἰδανικότερων συνθηκῶν σέ κάποιο ἀπό τά καλλίτερα Κολλέγια πού ἕδρευαν ἐκεῖ.

Οὐδεμία, ἐκ μέρους του, ἀντίδρασις. Τό συνάλλαγμα ἔρρεε ἄφθονο κάθε μήνα, ὁ δέ λογαριασμός του στήν Τράπεζα, ἀντί νά μειώνεται ἀπό τά ἔξοδα τῆς διαβίωσής του, αὔξανε, ἐνῶ ἐκεῖνος κυκλοφοροῦσε ρακένδυτος σχεδόν, κι ἄν κι εἶχε βρεῖ κάποιαν ὀλιγόωρη ἀπασχόληση ἐν τῶ μεταξύ στό ἑστιατόριο τοῦ Κολλεγίου, δανειζόταν τά βιβλία ἀπό τούς συμφοιτητές του. Ὄχι βεβαίως γιά νά τά διαβάζει, ἁπλῶς γιά νά τά στοιβάζει πάνω στό κομψότατο, στύλ ἀγγλέ, γραφειάκι του, νά περιεργάζεται τούς τίτλους, τά ὀνόματα τῶν συγγραφέων τους, τούς συνδυασμούς τῶν χρωμάτων τῶν ἐξωφύλλων τους καί τίς τυπογραφικές γραμματοσειρές τῶν σελίδων τους, δίχως νά παρασύρεται ἔστω καί στό ἐλάχιστο ἀπό τήν αἴγλη καί τούς πολύφερνους γνωστικά κόσμους τους, ὅσον ἀφορᾶ δέ τό φαγητό - ἴσα-ἴσα τρεφόταν γιά νά συντηρεῖται.

Ἐκεῖνο πού τοῦ ἄρεσε ὅμως περισσότερο καί τόν παίδευε ἀρκετά συχνά ἦταν νά φαντάζεται τίς σελίδες τους σάν ἀτέλειωτες ἐκτάσεις γῆς πού τίς κοίταζε καί τίς θαύμαζε ἀπό ψηλά, ὡς ἀπό ἀεροπλάνο ἄς ποῦμε. Τίς ἔβλεπε ν' ἁπλώνονται λές κι ἦταν βέβαιος πώς οἱ ἀράδες μέ τά ἐνδιάμεσά τους κενά ἀποτελοῦσαν τά πλέον ἄρτια ὀργωμένα καί δουλεμένα χωράφια, χωρισμένα μάλιστα σέ τελείως τετραγωνισμένα ἤ στενόμακρα κτήματα.

Πέρναγε μέ δέος καί πάθος τά δάχτυλα ἤ κι ὁλόκληρη τή χούφτα του πάνω ἀπό τό φύλλο τοῦ χαρτιοῦ ἀγγίζοντας τίς γραμμές κι ἔνιωθε σάν αὐτός νά 'πλαθε τή χάρη τους, διοχέτευε ὅλη τήν ἅψη τῆς ψυχῆς του μέσα τους καί περίμενε νά εὐδοκιμήσουν κάποτε, νά δρέψει τότε τούς περίφημους καρπούς τους.


**


Ὁ ἥλιος πού προοδευτικά ἀνηφόριζε ἀπό τό βάθος τῆς θάλασσας ἀπέναντί του ὅλο καί πιό ἀκμαῖος καί λαμπρός, τόν ἀνάγκασε νά κλείσει τά βλέφαρά του. Φοβήθηκε ὅμως μή χάσει ἀπό τ' ὀπτικό του πεδίο τή σταγόνα καί τά ξανάνοιξε βιαστικά. Ἦταν ἐκεῖ ἀκόμα. Ὕστερα μετακίνησε τήν καρέκλα του στό πλάϊ ἐλαφρῶς κι ἔβαλε στό μέτωπο τό χέρι του σάν σκίαστρο, συνεχίζοντας νά τήν κοιτάζει εὐθεία του μπροστά.

Δέν εἶχε ἀσχοληθεῖ οὔτε καί κἄν γιά νά μάθει τή γλώσσα τῆς χώρας ὅπου βρέθηκε ὡς σπουδαστής, παρά φρόντισε νά συνεννοεῖται γιά τά ἐντελῶς ἀπαραίτητα καί καθημερινά χρησιμοποιώντας τή σύνταξη τῆς μητρικῆς του γλώσσας, ἀποτυπώνοντας στό μυαλό του ἐλάχιστες λέξεις - ἀρκετές ἀπ' αὐτές μάλιστα μιᾶς ἰδιότυπης ἀργκό - λές κι εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ ὡς καταδιωκόμενος μετανάστης μετά ἀπό ἕνα τραγικό στριφογύρισμα τῆς μοίρας του, πού τόν ξεσπίτωσε καί τόν ταξίδευσε μ' ἐνάντιο καιρό.

Μέ τούς γονεῖς του ἀρνιόταν κατάφωρα νά ἐπικοινωνεῖ καί μόνο ὅταν τά παράπονα τῆς σπιτονοικοκυρᾶς του γιά τ' ἀπλήρωτα μισθώματα - ἀπό τήν ἀδιαφορία του κυρίως - ἔφτασαν ἄγρια κι ἀπειλητικά στήν τηλεφωνική τους συσκευή, ἐκεῖνοι κινητοποιήθηκαν κι ἡ μάνα του εἰδικῶς προγραμμάτισε τό πρῶτο της διερευνητικό ταξίδι στό καταφύγιο τοῦ γιοῦ της.

Τόν εἶχε εἰδοποιήσει ὅτι θά πήγαινε, ἀλλά μέ τό πού ἔφτασε στό ἀεροδρόμιο διαπίστωσε πώς δέντ τήν περίμενε κανείς. Τό ἴδιο συνέβη ἐπίσης κι ἀφοῦ τό ταξί ἄδειασε τίς ἀποσκευές της στήν εἴσοδο τῆς τριώροφης οἰκοδομῆς κι ἐκείνη ἀπογοητευμένη ἐν τέλει κι ἐνῶ περίμενε πάνω ἀπό μισή ὥρα νά ἐμφανιστεῖ ὁ μονάκριβός της, μπῆκε στό διαμέρισμά του μέ τά κλειδιά πού τῆς δάνεισε ἡ ἰδιοκτήτριά του.

Τίς πρῶτες τρεῖς μέρες δέν φάνηκε κανείς. Οὔτε καί τό τηλέφωνο χτύπησε. Μίλησε μέ τόν πατέρα του θορυβημένη κι ἐκεῖνος τῆς ἔδωσε ἐν λευκῶ ἐντολή νά τόν ἀναζητήσει σ' ὁλόκληρη τήν πόλη, δίχως νά ταρακουνηθεῖ ἀπό τό γεγονός. Ἦταν ἄλλωστε συνηθισμένος σέ παρόμοια τερτίπια τοῦ Γεωργίου. Κι ἄν ἡ γυναίκα του δέν ἐπέμενε, κι ἄν δέν εἶχε νά δώσει ἕναν κάποιο στοιχειώδη λόγο στή συνείδησή του καί τόν κοινωνικό περίγυρο, θά εἶχε πρό πολλοῦ γιά τήν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ ἀδιαφορήσει ἐντελῶς.

Τέλος πάντων, ἡ μάνα του δέν χρειάστηκε ἤ μᾶλλον δέν πρόλαβε νά κάνει τίποτα, ἐφ' ὅσον ὁ μονογενής της υἱός ἐμφανίστηκε πρός τό ἀπόγευμα τῆς τρίτης ἡμέρας διά μαγείας ἐμπρός της, κουρελής, γενειοφόρος, ἄπλυτος κι ἀπεριποίητος, ὡς φάντασμα ἐπί σκηνῆς.

Ἐκείνη τά 'χασε, ἀλλά τό βλέμμα πού εἰσέπραξε τῆς ἔκοψε κάθε διάθεση νά τόν ρωτήσει ὁ,τιδήποτε. Ἔτσι κι ἀλλιῶς καί στό σπίτι τους δέν εἶχαν ποτέ ἰδιαίτερα πάρε-δῶσε, ποτέ δέν συζητοῦσαν τίποτα, παρά μόνο ἀνακοίνωναν ἀποφάσεις ὁ ἕνας στόν ἄλλον, οἱ γονεῖς κυρίως δηλαδή σ' αὐτόν καί κανείς ἐκ τῶν τριῶν τους δέν γνώριζε ἐκ τῶν προτέρων τί πιθανόν τοῦ ἐπιφυλασσόταν.

Ἔτσι καί τώρα, οὔτε καί τό παραμικρό "γιατί" δέν μετεωρίστηκε ἀνάμεσά τους. Εἰδικῶς μάλιστα πού ἡ μάνα του εἶχε ξεψαχνίσει τίς στοῖβες τῶν βιβλίων στό γραφεῖο του κι ὁπωσδήποτε ἀντελήφθη τίς δεινότατες μελετητικές προσπάθειες τοῦ Γεώργιου.

Ἔκανε νά τόν πλησιάσει ἀλλ' αὐτός τεχνηέντως τήν ἀπέφυγε, πηγαίνοντας βιαστικά πρός τή μικρή τουαλέττα τοῦ λιλιπούτειου διαμερίσματός του. Ἐκείνη φόρεσε βιαστικά τό παλτό της καί βγῆκε γιά ψώνια. Τοὐλάχιστον αὐτή τή φορά δέν θά γύριζε πίσω μ' ἄδειες τίς βαλίτσες της ἀπό τήν καταπληκτική καί μοναδική ἀγορά τούτης τῆς πρωτεύουσας, σκέφτηκε, ὅπως συνέβη τότε πού μαζί μέ τόν ἄντρα της εἶχαν πρωτόρθει ἐδῶ γιά νά κανονίσουν τή διαμονή καί τίς σπουδές τοῦ γιοῦ τους.


**


Ἕνα τεράστιο μερμήγκι σκαρφάλωσε πάνω στό ἀγριόχορτο κι αὐτός ἔνιωσε ὡς ὁ ἴδιος ν' ἀνηφόρισε στό γερτό σάν ἔλασμα πράσινο σῶμα, γιά νά καταλάβει τήν ἄγνωστη κορυφή του, πού τόν μάγευε καί τόν καθήλωνε συνάμα. Ὅπως ἀκριβῶς τόν καθήλωνε κι ἐκεῖνο τό χρονικό διάστημα τῶν σπουδῶν του. Κανένα ἄλλο γεγονός ἀπό πιό πρίν, κανένα ἀπό πιό μετά. Ἴσως γιατί ἦταν τά μόνα χρόνια πού αἰσθάνθηκε ἐλεύθερος. Ποτέ προηγουμένως, ποτέ ξανά σ' ὅ,τι ἕως τώρα ἀκολούθησε.

Καμιά ἔκπληξη δέν τόν περίμενε. Μιά εὐθεία ὁ δρόμος τους καί τοῖχοι-μαντρότοιχοι ὑψωμένοι σ' ὅλο τό μῆκος του, συνεχῶς, δεξιά κι ἀριστερά. Ὥς σήμερα πάλι τό πρωΐ!

Ἡ γυναίκα του εἶχε πεταχτεῖ μές στόν ὕπνο της κατά τίς ἕξι τά χαράματα, τόν σκούντησε ἄγαρμπα, τόν κοίταξε γιά μιά στιγμή τελείως σκοτεινή, καθώς ἔξω ἤδη ἄρχιζε νά κινεῖται ἁπαλά τό λυκαυγές, ὕστερα γύρισε ἀπό τήν ἄλλη τινάζοντας τό χέρι της πρός τόν διακόπτη τοῦ φωτός, αὐτός ξαφνιασμένος - ἀπό τήν κίνησή της καί μόνο - τήν ἐμπόδισε, "θέλω διαζύγιο" τοῦ εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας γιά τό μπάνιο, ὅπου ξεχάστηκε γι' ἀρκετή ὥρα μάλιστα ἤ ὡσότου τήν ξέχασε αὐτός, πού σηκώθηκε ἀργά, τράβηξε τήν κουρτίνα τελείως στήν ἄκρη, ἄνοιξε τήν μπαλκονόπορτα, περιεργάστηκε γιά λίγο, ἀφηρημένα, ὄρθιος, τήν πάχνη πού στόλιζε σάν ἀχνό μεταξωτό τά λουλούδια στά παρτέρια, καί μόλις, αἰφνίδια, παρατήρησε τό ψιλόλιγνο χορταράκι μπρός του μέ τήν ὁλοστρόγγυλη σταγόνα νά ἰσορροπεῖ στ' ὄρθιο κορμί του, τράβηξε τήν πρώτη καρέκλα πού ἔπιασε τό χέρι του, κι ἔμεινε 'κεῖ ἀπό κείνη τή στιγμή, στό ἴδιο μέρος, μές στήν πλέον οἰκεία τους σιωπή.

Κι ὅμως, δέν θά μποροῦσε νά ἰσχυριστεῖ, ὅσο παράξενο κι ἄν ἀκούγεται αὐτό, πώς ἡ ἐπιθυμία-ἀπαίτηση τῆς Ἐλπίδας τόν ταραξε ἤ τόν ξένισε τάχα. Κι ὄχι βέβαια πώς τό περίμενε. Εἶχε ἄλλωστε πάψει πρό πολλοῦ καιροῦ νά περιμένει στιγμές, γεγονότα ἤ πράγματα ἀπό τή ζωή του. Πιθανόν μάλιστα ἄν εὕρισκε πράγματι τό κουράγιο νά τό παραδεχτεῖ, θά 'λεγε πώς χάρηκε κι ὅλας. Ἐπιτέλους μιά λάμψη. Μπορεῖ πραγματική, μπορεῖ κι ἀπατηλή. Μά μιά λάμψη τέλος πάντων!...

Ὥς τώρα ὑπέμενε σιωπηλά. Ἀπό ἔνστικτο ἀρκετές φορές ἤ κι ἀπό χαρακτήρα. Ἀπό μιά βαθύτερη αἰτία πού ποτέ δέν εἶχε αἰσθανθεῖ τήν ἀνάγκη, οὔτε καί κατά τό ἔλαττον, νά τήν διερευνήσει. Ἀρκεῖτο πάντως κι αὐτό ἦταν τό βασικότερό του προτέρημα ἤ καί τό σημαντικότερό του ἐλάττωμα.

Κι ἴσως ἀπό τότε κι ὅλας πού 'χε ξεκινήσει ἡ πρόταση ἐκείνη τῆς ζωῆς του πού μιά παράγραφος ἦταν ὅλη κι ὅλη, μιά περίοδος, ἕνα κῶλον περιόδου δηλαδή, πού ἕως τώρα προσπαθοῦσε ἀλλά δέν εἶχε φτάσει ἀκόμη στήν ἄνω τελεία. Ἄνω τελεία! Τρόπος τοῦ λέγει μᾶλλον, γιατί ποιός ἄραγε εἶναι ἐκεῖνος πού καθορίζει τό ἄν καί ποιά θά εἶναι, ἐν τέλει, ἡ στίξη στή ζωή μας;

Τοῦ 'χε γράψει πρό καιροῦ ἕνα γράμμα ἡ γυναίκα του, πού ἐπ' οὐδενί αὐτός εἶχε καταδεχτεῖ ν' ἀνοίξει. Καί γιατί ἄλλωστε; Νά διαβάσει τί; Ἔτσι κι ἀλλιῶς στή γραπτή ἤ τήν προφορική ἔκφραση ἐκείνη ἦταν σαφέστατα καλλίτερή του. Τῆς τό ἀναγνώριζε ἀνέκαθεν ἀπερίφραστα κι ὑποκλινόταν μπρός της, ὄχι μόνο σ' αὐτό, μά καί στά πάμπολλα ἕτερα χαρίσματά της. Τί ν' ἀνοίξει καί νά διαβάσει λοιπόν; Μήπως κι ἐπρόκειτο νά διαφωνήσει σέ τίποτα; Ἤ τάχα προκειμένου ν' ἀναγνωρίσει γι' ἄλλη μιά φορά στή ζωή του πώς, παρά πού 'θελε γεωργός ἀπό πάντα του νά 'ναι, παρέμενε ἀνίσχυρος, ἀνάπηρος δηλαδή, ὥστε νά ὀργώσει μιά ψυχή, νά ποτίσει μιά καρδιά ἤ ἔστω κι ἁπλᾶ νά μαλάξει ἕνα σῶμα πού ἁπλωνόταν δίπλα του καί νά τό κάνει νά καρποφορήσει;


**


Ἡ λαμπυρίς τῆς σταγόνος εἶχε κεραυνοβοληθεῖ ἀπό τήν ἔνταση τοῦ βλέμματός του καί παρέμενε στό κέντρο αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ματιᾶς, σάν νά 'ταν ἐκεῖ τό μαγικότερο καταφύγιό της. Ἀλλά καί τό ἴδιο του τό βλέμμα λάμπον, ἐπίσης, τριγυρνοῦσε στήν ἀσπρόμαυρη ταινία τῆς μέχρι τοῦδε ζωῆς του, τήν κοίταζε δίχως τίποτα ν' ἀγγίζει, περνοῦσε πάνω ἀπό τά καρέ μέ τήν ταχύτητα τοῦ χρόνου πού βιάζεται πάντοτε καί σκοντάφτει καί τραυματίζεται καί γερνάει καί δέν σ' ἀφήνει τό περιθώριο νά δεῖς ὅτι ἐσύ μονάχα ἐπιλέγεις κι ἄς φαίνεται ὡς τυχαῖο συμβάν ἡ ἐπιλογή, κι ἄς μοιάζει μ' ἕνα φαινόμενο πού σέ παραμυθιάζει ἤ καί σέ τρελαίνει ἀκόμα.

Ἀναρωτιόταν πάντα τί ὁδήγησε τήν Ἐλπίδα νά τόν παντρευτεῖ. Δέν τῆς ἔκρυψε ποτέ πώς ἦταν ἄβουλος κι ἀνασφαλής, ὡς ἐκ γενετῆς ἐγκαταλελειμμένος. Καί δέν τῆς ἔκρυψε οὔτε γιά μιά στιγμή πώς ἐκεῖνος τή διάλεξε γιατί ἦταν τό ἀκριβῶς ἀντίθετο τῆς μάνας του: Μιά γυναίκα μέ θάρρος καί θράσος ἀμιγῶς ἀρσενικό ἀρκετές φορές, μιά νέα γυναίκα πού στό κέντρο τῶν ἐνδιαφερόντων της φαινόταν πώς τοποθέτησε ἀπό ἀρχῆς τῆς γνωριμίας τους αὐτόν.

Ἔπαιξε μέ τ' ὄνομά της καί τή σημασία του οὐσιαστικά, τοὐλάχιστον αὐτό μποροῦσε νά βρεῖ τό κουραγιο καί νά τό παραδεχτεῖ τώρα, πού σχεδόν κι ὁ ἴδιος του ὁ ἑαυτός ἦταν ἀπών ἤ μᾶλλον ἀπασχολημένος παρακολουθώντας τή ροή ἑνός φίλμ πού, λόγω ὅτι ἀναγνώριζε τά περιστατικά καί τήν ἀνύπαρκτη πλοκή της, χάζευε περισσότερο παρά συμμετεῖχε. Δέν θά τήν παντρευόταν ἀλλιῶς. Ὄχι μονάχα αὐτήν-ἀλλά καί καμιάν ἄλλη! Δέν πίστευε στό γάμο οὔτε καί στή συμβίωση ὡς θεσμούς καί, βασικά, ἀναγνώριζε στόν ἑαυτό του ὡς μοναδική διέξοδο ἐπιβίωσης καί σωτηρίας ἕνα βίο μονήρη καί παρθενικό.

Θά μποροῦσε μάλιστα ἐκτός ἀπό γεωργός νά 'χε γίνει καί ἱερωμένος. Τίς φορές, θυμήθηκε ἐπ' εὐκαιρία, πού ἐρωτικῶς τήν ἐπιθύμησε σφορδρότερα καί καταλυτικά, τήν γεύτηκε τελείως παρθενικά καί δίχως κἄν νά τήν ἀγγίξει. Μυστικά! Κι ἦταν τότε πού φαινόταν παντελῶς ἀδιάφορος, ἀπολαμβάνοντας νοερά κι ἐντελῶς κρυφά κι ἀπό τό πλέον μικρότατο κομμάτι του ἕναν ἔρωτα-μέλι, θυμό, φόβο, χορό, χρῶμα, σωτηρία, ψέμα, ἐνοχή.

Κι ἐκείνη, τίποτα, ποτέ της, τέτοιες στιγμές, δέν κατάφερε ν' ἀντιληφθεῖ, κι αὐτός ποτέ του δέν ἀφέθηκε νά τήν προσεγγίσει. Ἀντίθετα, κάτι ἀόρατο συνήθως ὠθοῦσε τήν Ἐλπίδα ν' ἀπομακρύνεται ἀπό κοντά του, νά ἐφευρίσει ὅλο καινούργια ἐνδιαφέροντα ὥστε νά τόν ἐγκαταλείπει. Καί τόν κοιτοῦσε, ἡ ἀλήθεια, κάτι τέτοιες μικρές κι ἀπαρατήρητες στιγμές, λές κι ἕνας φόβος ξεπηδοῦσε ἀπό τήν ψυχή της, ἕνας φόβος ἀκραιφνής ἀλλ' ἀνεξήγητος, πράγματι, καί βουβός, πού τῆς ἔδινε τήν ἐντύπωση πώς εἶχε τόσο τίς ρίζες ὅσο καί τά ἔσχατα ὅριά του σ' ἕνα δέος ἐξώκοσμο καί καθοριστικό.

Κι ἔτσι, ἔξαφνα, θυμήθηκε ὁ Γεώργιος μιά παρόμοια ἔκφραση καί στό βλέμμα τῆς μάνας του σ' ἕνα ἀπό τά πάμπολλα ταξίδια-ἐπισκέψεις-ψώνια της στήν πρωτεύουσα πού σπούδαζε. Ὄχι, δέν ἦταν παρόμοια, ἤτανε ἴδια. Ἀκριβῶς ἡ ἴδια!...

Τό γεγονός εἶναι πάντως ὅτι τελικῶς δέν τά κατάφερε νά σπουδάσει. Κι ὄχι δηλαδή πώς δέν τά κατάφερε αὐτός, δέν τά κατάφεραν οἱ γονεῖς του, παρ' ὅλες τίς ἐφιαλτικά καταπιεστικές τους προσπάθειες, νά τόν πείσουν καί νά τοῦ ἐπιβάλλουν νά σπουδάσει. Ἡ ἀδιαφορία του μάλιστα ἀπέβη ἐντελῶς σωτήρια, ὅπως ἐξακολουθεῖ νά πιστεύει. Γιατί κράτησε ἀποστάσεις ἔτσι κι ἀπό ἄλλα δεινά ἐπακόλουθα, πού θά μποροῦσαν ἀπό τότε καί μετά νά τοῦ 'χουν ἐπιβληθεῖ.

Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦταν πού γνώρισε καί τήν μετέπειτα γυναίκα του. Στήν πρωτεύουσα πού φυτοζωοῦσε. Κι εἰδικότερα σέ κάπόια του βόλτα σ' ἕνα τετράγωνο συνοικίας πού σύχναζαν συνήθως καλλιτέχνες. Ὥς τότε εἶχε ἐπιμελῶς ἀποφύγει τήν ὁποιαδήποτε σχέση, τόσο μέ ἄλλες συμφοιτήτριές του ὅσο καί μέ τυχαῖες διερχόμενες ἀπό τό δρόμο του, παρά πού ἀρκετές ἀπό αὐτές τόν εἶχαν ἐπισημάνει καί κάποιες τόν εἶχαν, ἐπισταμένως, κι ὅλας γιά καιρό κυνηγήσει.

Τήν εἶχε δεῖ ἀπό μακρυά νά περπατάει ἀργά, λές καί δέν ἀνῆκε σέ κεῖνον τόν κόσμο, καί μιά κίνηση τοῦ κεφαλιοῦ της πού ἔγειρε μέ νωχέλεια δεξιά, νά, ὅπως τώρα ἀκριβῶς γέρνει μπροστά του ἡ ἀκιδοειδής κεφαλή τούτου τοῦ χόρτου, τόν τράβηξε ἀνεξήγητα πρός τό μέρος της κι ἐντελῶς αὐθόρμητα, αὐτός πού ποτέ δέν ἄνοιγε κανενός εἴδους συζήτηση μέ κανέναν, τήν ρώτησε, καί μάλιστα στή μητρική του γλώσσα, ἄν εἶχε διάθεση νά τῆς δείξει τ' ἀξιοθέατα.

Ἐκείνη ἐξεπλάγη πού κάποιος γνώρισε τήν καταγωγή της κι ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἀπεδέχθη τή συντροφιά του, ἀποδίδοντάς του ἰδιότητες - λόγω τῶν παρατεταμένων σιωπῶν του κυρίως - πού ἡ ἕως τώρα συμβίωση μαζί του δέν ἐπιβεβαίωσε τήν ὕπαρξή τους. Κι αὐτό τήν προβλημάτιζε. Διότι, ἄν καί γενικῶς ἀπέρριπτε τό τυχαῖο ἤ καί τή μοίρα, ἡ ἐν τέλει γνωριμία της μέ τόν Γεώργιο σάν ἀποτέλεσμα μοιραίας κλήρωσης τῆς ἀπεδείχθη, ὡς ἀπαραίτητό της μάθημα δηλαδή τῆς μή τυχαίας ἐπιλογῆς.

Σήμερα λοιπόν τοῦ ζήτησε νά χωρίσουν κι αὐτός καθόταν σ' αὐτή τήν καρέκλα μή κάνοντας τίποτα γιά νά τήν ἐμποδίσει, ἐντελῶς μή ἀντιδρώντας, λές καί τό γεγονός ἦταν σάν τ' ὁποιοδήποτε ἄλλο, ἴδιο κι ἐλάχιστο, τῆς συνήθους καθημερινότητάς του.

Τό ἴδιο πιθανόν, τήν ὅποια ἤ, κι ἔστω, τή μία ἀντίδρασή του δηλαδή, ἐπιζητοῦσε κι ὁ πατέρας του ὅταν τότε, πρίν χρόνια, τόν εἶχε σχεδόν ἀποκληρώσει. Ἀποφάσισε ὅμως νά τοῦ μεταβιβάσει τοὐλάχιστον ἕνα μεγάλο χρηματικό ποσόν σέ κάποιον Τραπεζικό Λογαριασμό, τό ὕψος τοῦ ὁποίου δέν ἦταν, ἀκριβῶς, σέ θέση νά γνωρίζει, ἀλλά πραγματικά δέν τόν ἐνδιέφερε κι ὄλας νά τό ξέρει οὔτε ἐπακριβῶς οὔτε καί κατά προσέγγισιν. Ἁπλῶς, ὅποτε χρειαζόταν χρήματα, περιοριζόταν νά εἰδοποιήσει τόν Διευθυντή τοῦ Ὑποκαταστήματος προκειμένου νά τόν διευκολύνει στήν ἀνάληψη, ὥστε νά μή στέκεται σέ οὐρές καί μπερδεύεται στόν κυκεώνα τῶν σχετικῶν διατυπώσεων καί δικαιολογητικῶν.


**


Ὁ ἥλιος εἶχε ἀνέβει τελείως κάθετα στόν οὐρανό. Τόν ἔκαιγε, ἀλλ' αὐτός δέν ἔδειχνε καμιά διάθεση νά παραμερίσει, νά τραβηχτεῖ στή σκιά. ῎Εμενε ἀκίνητος στό ἴδιο σημεῖο, ὅπως ἀκριβῶς κι ἐκείνη ἡ μικρή σταγόνα πάνω στό γερμένο ἀγριόχορτο, ἀπό τ' ὁποῖο ὅλα τ' ἄλλα ἴχνη τῆς πρωϊνῆς πάχνης εἶχαν ἐξατμιστεῖ.

Θά πραγματοποιοῦσε τ' ὄνειρό του ἐπιτέλους, σκέφτηκε. Θ' ἀγόραζε ἕνα μικρό κτῆμα σ' ὅποια περιοχή εὕρισκε μιάν εὐκαιρία καί θά μετακόμιζε ἐκεῖ. Θ' ἀσχολιόταν πλέον μέ τήν ἀγαπημένη του γῆ. Θά μποροῦσε νά συντηρηθεῖ κι ὅλας ἔτσι. Γιατί, ὁπωσδήποτε, δέν τόν ἐνδιέφερε τό ἐμπόριο. Μονάχα ν' ἀνακατεύεται μέ τό χῶμα ἤθελε, νά τ' ὀργώνει, νά τό σπέρνει, νά νιώθει πώς φυτεύεται, πώς ἀνθίζει καί καρποφορεῖ αὐτός ὁ ἴδιος. Καί συγχρόνως θά μόναζε. Χαμογέλασε ἀλλά συγκαταβατικά. Σάν τόν ἅγιο-προστάτη του, ὑποσχέθηκε, θά καθάριζε τή ζωή του ἀπ' ὅλους τούς δράκους πού τόν ἀπειλοῦσαν καί τόν τρόμαζαν.

Μ' αὐτό δέν ἦταν ὄνειρο λοιπόν, περί ἐλπίδας ἐπρόκειτο. Τάχα, λάθος Ἐλπίδα παντρεύτηκε; Μέ λάθος ἐλπίδα συμβιοῦσε τόσα χρόνια; Αὐτή ἡ σταγόνα, πού ἔξω του διαθλοῦσε τό φῶς καί μέσα του σάν ἥλιος ἔλαμπε, τόν φώτισε ἐπιτέλους-τόν ξεδιάλυνε.

Γι αὐτό κι ἀδυνατοῦσε ἀνέκαθεν νά συγκεντρωθεῖ σ' αὐτά πού ἀσχολιόνταν καί μ' αὐτά πού κυνηγιόνταν ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ἐκεῖνος κοιτοῦσε ἕνα λουλούδι πάντα, καί τό πιό μικράκι ἔστω, καί προσπαθοῦσε μαλακά νά εἰσδύσει ἐντός του. Νά φτάσει στήν καρδιά του. Νά γίνουν ἕνα. Γλιστροῦσε ἁπαλά στίς διακλαδώσεις τῶν νεύρων του, προσαρμοζόταν στό ρυθμό τους, διψοῦσε γιά τό φῶς ὅπως κι ἡ χλωροφύλλη του, ἄνθιζε μαζί του καί μαραινόταν ὅταν κάποιος θαυμαστής τοῦ κόσμου ἐτούτου ἔκοβε τό ἄνθος γιά νά στολίσει ἕνα βάζο τοῦ σπιτιοῦ του. Κι ἀρκοῦσε μιά δροσοσταλιά μονάχα, μιά σταγόνα σάν κι αὐτή τώρα δά στό χορταράκι ἀπέναντί του, γιά νά τοῦ προκαλέσει τό ἰσχυρότερό του ρίγος. Νά τόν ἀναπέμψει.


**


Εἶδε τήν Ἐλπίδα ξαφνικά νά στέκει ἀπέναντί του βαστώντας τή μικρότερη βαλίτσα ἀπ' ὅσες εἶχαν καί τό κομψό μαῦρο τσαντάκι, πού τῆς εἶχε δωρίσει στά τελευταῖα της γενέθλια, ἀνά χείρας.

Ἴσως καί νά βρισκόταν ἀπό ὥρα ἐκεῖ, γιατί παρατήρησε πώς κουνοῦσε νευρικά τό δεξί της πόδι. Πάντοτε πρίν ξεσπάσει σέ φωνές καί καυγάδες, ἕνα παρόμοιο τρέμουλο σέ κάποιο ἀπό τά ἄκρα τοῦ σώματός της τήν πρόδιδε. Καί κυρίως μετά ἀπό σιωπές ἡμερῶν. Ἀγεφύρωτες σιωπές. Μήπως λοιπόν οἱ πρόσφατες δύο ἑβδομάδες σιωπῆς της θά 'πρεπε ἐν τέλει νά τόν ἔχουν προϊδεάσει καί προειδοποιήσει; Ἔ καί; Τί παραπάνω θά 'κανε; Θά τήν κρατοῦσε μήπως;

Ἀκούμπησε τό βαλιτσάκι της στό ἔδαφος, πάνω ἀκριβῶς στό χόρτο πού αὐτός κοιτοῦσε. Λές κι εἶχε μαντέψει, λές κι ἤθελε, γιά τελευταῖα ἴσως φορά, κάτι πολύτιμο τσακίζοντάς του νά τόν ταρακουνήσει. Τήν ἀγαποῦσε, σκέφτηκε. Σάν ἕνα ἀγριολούλουδο ὀμόρφαινε τή ζωή του τόσα χρόνια, δέν ἔπρεπε, ὁπωσδήποτε, τόσο ἐγωϊστικά, ἀπό τό φυσικό της χῶρο μακρυά νά τήν εἶχε ἔτσι ἀπαιτητικά κρατήσει... Μιάν ἀναίτια κι ὅλας δίνοντας παράταση, σ' ἕνα φαινόμενο ζωῆς πού, ὡραῖα, ἀρκετοί τό λέν συμβίωση...

Ἔνιωσε τό βάρος τῆς ἀποσκευῆς πάνω στή σπονδυλική του στήλη κι ἔγειρε. Λίγο ἀκόμη καί θά 'σπαζε...

Αἰσθάνθηκε τά μόρια τοῦ χώματος κάτω ἀπό τά πλευρά τοῦ χόρτου πού σχεδόν τσάκιζαν, στίς ρίζες του ἐκεῖ, νά μετακινοῦνται, νά συνθλίβονται, τήν ὥρα πού τό βῆμα της πάτησε σταθερά στό ἄλλο του πλαϊνό.

Τόν κοιτοῦσε. Ἀκίνητη στεκόταν μπρός του. Λές καί προσπαθοῦσε νά τοῦ καταλύσει τό πλέον ἀδιαφιλονίκητό του θαῦμα. Κι ὄχι ἴσως τό μικρότερο-τό μεγαλύτερο ἴσως ὄχι. Μά πάντως τοῦτο τό ἕνα, τό μικρό, τρυφερό, ἀπαρατήρητα καθημερινό θαῦμα, πού τόν ξημέρωσε σήμερα τόν φώτιζε καί τόν ζέσταινε.

Κι ὅμως ἡ σταγόνα ἔμενε ἀπείραχτη, παρ' ὅλο τό βάρος πού προσγειώθηκε πάνω της. Λές κι αὐτός, μέ τή σκέψη του ἤ καί μέ τήν ἐπιθυμία του καί μόνο, τήν ἀσφάλισε στίς διαστάσεις της, τήν μαρμάρωσε καί τήν ἀνάγκασε νά διατηρήσει τό σχῆμα καί τόν ὄγκο της.

Συνέχιζε νά τή βλέπει-μαγνητισμένος. Ἡ σταγών στό χόρτο κι ἐκεῖνος μέσα της. Αὐτός σταγών δακρύου ἐντός του-ἐντός της. Ἡ ἴδια ἀκριβῶς σταγόνα στήν ψυχή του, μικρή κι ἐλάχιστη ὡς τίποτα, μά κι ἀπροσμέτρητη συγχρόνως, μέσα του κι ἔξω του, σάν νά τήν ἔβλεπε πρώτη φορά, παντοῦ τριγύρω του, παντοῦ ἐντός του, βάρος καί σύννεφο, διάφανη-διάφανος, τόν περικλείει-τήν περιέχει.

Τοῦ γύρισε τήν πλάτη. Δέν τοῦ 'πε οὔτε "γειά"... Πονοῦσε μόνο πού τήν εἶχε γιά τόσο πού κρατήσει...

Κι ὕστερα κύλησε ἡ σταγόνα πιά. Κύλησε-δέν ἐξατμίστηκε! Ὅ,τι ἐλλιπές, ἐνοχικό καί φοβισμένο τό ἀγκάλιασε-κι ὅ,τι τό διψασμένο, ἁπλῶς, τό πότισε κυλώντας... - ... Σάν τήν ἀγάπη.


[Κεφαλονιά]

Πέμπτη, 03 Ιουλίου 2008

Καλυψώ

Ἡ Καλυψώ κοιτοῦσε σάν μαγνητισμένη ἔξω ἀπό τό παράθυρο τῆς κρεβατοκάμαράς της, παρ' ὅλο πού οἱ κουρτίνες ἦταν κλειστές ἀκόμη, ἐνῶ σκεφτόταν πώς δέν εἶχε, πραγματικά, καμιά διάθεση νά σηκωθεῖ, ἄν κι ἡ ὥρα ἦταν ἤδη δύο παρά εἴκοσι. Αἰσθανόταν μιά κούραση, μιά παράλυση σχεδόν σ' ὅλα της τά μέλη. "Οἱ χτεσινοβραδινές καταχρήσεις!;...", μονολόγησε καί τό στόμα της τσάκισε σέ μιά πικρή γκριμάτσα.
Ἅπλωσε τό χέρι της νωχελικά καί τράβηξε βαριεστημένα, ἀπό τό κομοδίνο δίπλα της, τό ἑβδομαδιαῖο περιοδικό μέ τήν τελευταία της συνέντευξη. Παρατήρησε τή φωτογραφία της στό ἐξώφυλλο. Ὁ Λάμπης, ὁ φωτογράφος, εἶχε κάνει, ὄντως, καταπληκτική δουλειά. Ὅπως κι ὁ Σῶζος, ὁ ψιμυθιολόγος.
Τό βλέμμα της σταμάτησε στή λάμψη, τή χαρά καί τή δύναμη πού ἀντανακλοῦσε ἡ ματιά της στή φωτογραφία. "Ἐγώ ἡ ἴδια εἶμαι ἄραγε;", ἀναρωτήθηκε προσπαθώντας, παράλληλα μέ τήν παραίτηση πού ἔνιωθε, ν' ἀνασυνθέσει καί μέσα της τήν ἴδια της τήν εἰκόνα.
Τῆς ἔλειπαν ὅμως κομμάτια. Σάν νά'ταν πάζλ. Ἡ Καλυψώ, ἡ ζωή της κι ὁ ἑαυτός της. Τόσο ἄσχετα μεταξύ τους ἤ τόσο ἀλληλένδετα κι ἐντούτοις ἀποδιοργανωμένα; Κι ὅμως ἐκείνη πίστευε πώς πάντα στό βάθος ἔλεγχε τίς κινήσεις της, τίς ἐπιλογές της, ἀλλά καί τό κόστος τους στήν ἕως τώρα ζωή καί καριέρα της. Ἀκόμη κι ὁ Τόνι, ὁ τελευταῖος ἐραστής της, τῆς ἔλεγε συχνά πώς τήν εὕρισκε ἀρκετά ἐγκεφαλική καί αὐτοελεγχόμενη.
"Βεβαίως", ἀναθυμήθηκε, "τότε πού ἔκανα αὐτή τή φωτογράφιση, βρισκόμουν στήν καλλίτερη φάση μου. Ὅτι εἶχα κλείσει τό πρῶτο μου καλό συμβόλαιο γιά φέτος τό καλοκαίρι κι ὁ Τόνι, ἐπί πλέον, μέ πολιορκοῦσε ἀσφυκτικά κάθε βράδυ, στό μαγαζί, μέ κήπους ὁλόκληρους ἀπό λουλούδια καί μέ κοσμήματα πού 'στελνε μέ τή σέσουλα στό καμαρίνι μου. Γιατί νά μή λάμπω;..."
Ξεφύλλιζε ἀφηρημένα τίς σελίδες τοῦ περιοδικοῦ συνεχίζοντας νά κοιτάζει ἔξω ἀπό τό παράθυρο, ἄν κι οἱ κουρτίνες τοῦ περέμεναν κλειστές. Δέν ἄντεχε τό πρωϊνό φῶς μέ τίποτα. Πρωϊνό, τρόπος τοῦ λέγειν, ἐφ' ὅσον πιά τήν εἶχαν προλάβει τά καταμεσήμερα. Ἀλλά γενικῶς, ὥς τώρα στή ζωή της, τό μόνο φῶς πού τά πήγαινε καλά μαζί του, ἦταν τό πρῶτο πρωϊνό, τό χάραμα κι ὕστερα τό ἁπαλό κι ὠχρό φῶς τοῦ δειλινοῦ.
Αὐτός ἄλλωστε ἦταν ὁ βασικότερος λόγος πού λάτρευε τό χειμώνα, ἐνῶ ἀντιπαθοῦσε μέ πάθος τό καλοκαίρι, πού ἔπρεπε νά περιμένει ἀτέλειωτες ὧρες ὥσπου ν' ἀρχίσει νά σκοτεινιάζει. Ἴσως γιατί μπερδευόταν, ἴσως καί γιατί περίσσευε ἤ τῆς περίσσευαν ὧρες, πιθανόν καί νά φοβόταν, μή γνωρίζοντας ἐν τέλει ποῦ νά σκοτώσει τόσο χρόνο. Τόσο χαμένο -ὅπως τόν θεωροῦσε- ἄν καί λάμποντα χρόνο.
Γύρισε πλάϊ ξανακλείνοντας τά βλέφαρα. Ὁ Τόνι τήν κούραζε πλέον. Κυρίως μέ τίς ἀπαιτήσεις καί τίς ἰδιοτροπίες του, πού ἄγγιζαν συνήθως τό ὅριο τοῦ βίτσιου. Ἡ Καλυψώ εἶχε ἀρχίσει νά μπερδεύεται. Διέκρινε ἐντελῶς ἀμυδρά σέ κάποιο ἀπροσδιόριστο βάθος νά ξεχωρίζει τό "θέλω" καί τό "παίρνω" γιά τή ζωή της.
Σίγουρα βέβαια τήν ἐνδιέφερε ἡ καριέρα της. Ὅπως τήν ἔκαιγε κι ὁ πυρεττός τῆς δημοσιότητας. Κι ἄλλο τόσο, σίγουρα, ἐπίσης, ἤθελε πάντοτε ἔνα δυνατό, ἀπ' ὅλες τίς ἀπόψεις, ἄντρα στή ζωή της. Κι εἶχε, ἡ ἀλήθεια, κάνει πολλές παραχωρήσεις ὥς τώρα, προκειμένου γιά κάτι ἤ καί γιά ὅλα τοῦτα, πού πρός τό παρόν κατεῖχε, ὅσο κι ἄν περιστασιακά ἤ καί προσωρινά.
Εἶχε καταφέρει ν' ἀποκτήσει ἕνα σπίτι πλήρως ἐξοπλισμένο, ἐδῶ στήν Καλλιτεχνούπολη, καί μάλιστα μέ πράγματα φερμένα ἀπ' ὅλα τά μέρη τοῦ πλανήτη, ὅσο κι ἄν ἀκριβοπληρωμένα, κι ἦταν, ὁπωσδήποτε, ἄκρως ὑπερήφανη γι αὐτό, ὅπως καί γιά τά μετρητά μέ τ' ἀρκετά μηδενικά πού εἶχε ὁ λογαριασμός της στήν Τράπεζα. Στήν καινούριγα, μικρή ἀκόμη, ἰδιωτική Τράπεζα τοῦ καλοῦ της.
Εὐτυχῶς μάλιστα, πού ὅταν κάηκε ἡ Πεντέλη, πρίν κάνα χρόνο, τό Κράτος φρόντισε νά σώσει τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς καί τίς περιουσίες τους. Τό 'πε κι ὁ τότε ὑπουργός ἄλλωστε, "ὅλα φτιάχνονται. Οἱ ἄνθρωποι δέν ξαναφτιάχνονται μονάχα".
Πῶς νά ξαναξεκινήσεις ἀπό τήν ἀρχή; Κι ἄν κάηκε κάτι, πού οἱ γηραιές ἀντλίες τῆς Πυροσβεστικῆς καί τά , κατόπιν εἰδικῶν συνθηκῶν πτήσεων, πυροσβεστικά ἀεροπλάνα, δέν πρόλαβαν νά περισώσουν, ἤτανε δέντρα ἤ ζῶα καί πουλιά ἤ κάποια αὐθαίρετα, ἐκεῖνα τά πλινθόκτιστα, τά ἐλλενιτοσκεπῆ, πού ἄν καί μετριόνταν στά δάχτυλα, ἀσχήμαιναν ὅσο καί νά 'ναι τήν περιοχή μέ τίς ὡραῖες βίλες, τά δεκάδες ἀνάκτορα.
Ὁ ἐν λόγω ὑπουργός μάλιστα, ἦταν ἀδιαφιλονίκητος θαυμαστής της. Τήν γνώριζε ἀπό τότε, πού νέος κι αὐτός ἀκόμη, στό ξεκίνημα τῆς πολιτικῆς του σταδιοδρομίας, ἐπισκεπτόταν μέ τούς συντρόφους του τό μαγαζί πού ἡ Καλυψώ δούλευε τότε, κοριτσάκι στά δέκα ὀχτώ της, στή Βάρη.
Κι ἐκείνη τόν ψήφιζε. Ἔνιωθε δεμένη μαζί του. Ὄχι μ' αὐτόν δηλαδή-μέ τά ὁράματά του. Καθαρός δημοκράτης ὁ ἄνθρωπος. Καί ποιητής. Αὐτή, ἀδιαφιλονίκητα, ὁ κλίση του τήν ἔκανε νά τόν νιώθει ἀκόμη πιό κοντά της. Μιλοῦσε ὡραῖα. Τούς λόγους, εἰδικῶς, δέν τούς ἐκφωνοῦσε-τούς ἀπήγγειλε.
Ἀλλά τό βασικότερο-βοηθοῦσε. Ὅλον τόν κόσμο. Ἔτσι κι αὐτήν. Τήν εἶχε στείλει στούς κατάλληλους ἀνθρώπους πού εἶχαν τ' ἀντίστοιχα πόστα νά νομιμοποιήσει τό οἰκόπεδό της, νά βγάλει τήν ἄδεια οἰκοδομήσεως -γι' ἀποθήκη ἀρχικῶς- νά μή τῆς κάνουν ἔλεγχο ποτέ, κι ὕστερα, ἡ ἁρμόδια τεχνική ἑταιρεία -στήν ὁποία ἦταν μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καί κάποια σόϊα τοῦ ὑπουργοῦ - ν' ἀνεγείρει τό τρίπατό της. Ἄν ὁ πολιτικός, σκεφτόταν κι ἐπικροτοῦσε ἡ Καλυψώ, δέν καταλαβαίνει τά προβλήματα τοῦ λαοῦ, τί πολιτικός εἶναι;
Τό μόνο πού τῆς ἔλειπε-μιά γερή φυσηξιά στή δουλειά της, νά τήν ἀνεβάσει στόν ψηλότερο οὐρανό τῆς δημοσιότητας, μιά καλή νεράϊδα πού μέ τό μαγικό ραβδάκι της θ' ἄλλαζε τό σκηνικό στή δισκογραφική της ἑταιρεία καί τήν καριέρα της καί θά τήν ἔστελνε στήν κορυφή.
Σαφῶς δέν εἶχε αὐταπάτες. Καί πῶς ἀλλιῶς δηλαδή; Στά εἴκοσι ὀχτώ της χρόνια τώρα, ἔχοντας περάσει ἀπό τήν ἐφηβεία της σχεδόν διά πυρός καί σιδήρου, πῶς νά 'χει ἀκόμη αὐταπάτες;
Ὅταν ἀκόμη πήγαινε στό Γυμνάσιο, τῆς εἶχε φουσκώσει τά μυαλά ὁ φίλος τῆς Μαριέττας, τῆς φίλης καί συμμαθήτριάς της, γιά τό ἁρμονικά θηλυκό της κορμί καί τίς σαγηνευτικά ἔντονες γωνίες τοῦ προσώπου της καί τήν εἶχε στείλει ἀπό ἕνα πρακτορεῖο μοντέλων, προκειμένου νά μπεῖ κι ἡ Καλυψώ στό δυναμικό του.
Ἐκεῖνοι μέ τή σειρά τους τῆς ὑποσχέθηκαν μιά καταπληκτική καριέρα, μοναδικές ἐμπειρίες καί φοβερές γνωριμίες. Τῆς ἄνοιξαν, μάλιστα, διάπλατα πόρτες καί παράθυρα φαντασίας σ' ἕναν κόσμο ἐντελῶς ἄγνωστό της ὥς τότε, ὅπως κι ἀπλησίαστο.
**
Χτύπησε τό τηλέφωνο. Ὁ ἦχος του διαπέρασε τή μεσημεριάτικη ἡσυχία τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλά δέν ἔκανε καμιά προσπάθεια ἐκείνη ν' ἀπαντήσει. Τῆς ἦταν παντελῶς ἀδιάφορο ποιός πιθανόν τή γύρευε. Κι ἄν τελικῶς, ἔστω καί γιά ἀμιγῶς ἐπαγγελματικούς λόγους, τῆς ἦταν ἀπαραίτητος ἕνας τηλεφωνητής, ἀνέκαθεν ἀντιδροῦσε στήν τοποθέτησή του. Ἴσως προσπαθοῦσε μ' αὐτή της τήν ἐπιμονή νά δοκιμάσει κι ὅλας, πόσο ἰσχυρό ἦταν τό ἐνδιαφέρον ἐκείνων, πού μέ χιλιαδες λόγια τήν διαβεβαίωναν πώς τήν ἀγαποῦσαν καί πάντα τήν ἐπιθυμοῦσαν.
Τό τηλέφωνο σταμάτησε κι ὕστερα ἀπό λίγο ξαναχτύπησε πέντ'-ἕξι φορές. Ἡ Καλυψώ χαμήλωσε τόν ἦχο τοῦ κουδουνιοῦ του τότε καί γύρισε πλευρό.
Οἱ γονεῖς της ἀρνήθηκαν στήν ἀρχή, στόν πατέρα της μάλιστα οὔτε πού τόλμησε νά τό ἐκστομίσει, ἔτσι κι ἀλλιῶς κρυφά εἶχε πάει στήν πρώτης της συνέντευξη, ἀλλά ἡ μάνα της ἐν τέλει, μετά ἀπό ἀρκετές συζητήσεις καί καυγάδες πείστηκε, στά μαθήματα ἄλλωστε δέν ἔδειχνε καί καμιάν ἔφεση ἰδιαίτερη καί πρόοδο, ἀντίθετα, ἕνα μέλλον φαινόταν τώρα νά ξεχωρίζει γιά τήν κόρη της, ἕνα μέλλον μάλιστα ἀρκετά φωτεινό κι εὐοίωνο, τουλάχιστον ξεκινοῦσε μιά δουλειά -τά οἰκονομικά τῆς οἰκογένειας ἦταν ἐντελῶς περιορισμένα μ' ἄλλα δυό παιδιά κι ὅλας- πιθανῶς κι ἕνας καλός γάμος νά ἦταν γιά τήν κόρη της ἡ εὐτυχέστερη τῶν ἐξελίξεων, ὁπότε ἀνέλαβε νά ἑξηγήσει καί στόν πατέρα τῆς Καλυψῶς τά καθέκαστα καί νά τόν πείσει, ἔστω κι ἄν, μετά ἀπό τόσα χρόνια τώρα πιά, ἡ ἴδια ἡ Καλυψώ ἀναγνωρίζει πώς, ἤ αὐτή δέν ἔπρεπε τόσο νά ἔχει ἐπιμείνει ἤ ἡ μάνα της νά 'χει μέ κάποιο τρόπο καταφέρει νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά. Κανείς δέν χάνεται βέβαια, εἶναι ἀλήθεια, μά σίγουρα θά μποροῦσε νά 'χει ἀποφύγει πολλά πράγματα πού, κι ἄν δέν τά 'ξερε κέρδος θά 'χε παρά ζημιά.
Πολλές συμμαθήτριές της τότε τήν ζήλευαν. Πού εἶχε ἀρχίσει νά εἰσχωρεῖ στά μεγάλα σαλόνια, νά γνωρίζεται μέ κόσμο ἄλλου ἐπιπέδου καί, τό σπουδαιότερο, νά βγάζει χρήματα. Τά χρήματα, πραγματικά, τήν εἶχαν γλυκάνει τόσο ὅσο καί τήν εἶχαν παραμυθιάσει. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, κατά ἕνα περίεργο τρόπο, γιά τήν ἡλικία της, τῆς αὔξησαν τήν ἀνασφάλεια.
Ἀντελήφθη πολύ γρήγορα πώς, ψάχνοντας ὅλο καί γιά καινούργια πρόσωπα, ὅλο καί γιά καινούργια σώματα τά διάφορα Πρακτορεῖα, δέν θά 'χε γιά πολλά χρόνια ψωμί σ' αὐτή τή δουλειά. Ἔπρεπε λοιπόν, ἀφ' ἑνός ν' ἀποταμιεύει κι ἀφ' ἑτέρου νά 'χει τό νοῦ της, νά βρεῖ κάτι καλλίτερο. Μιά δουλειά χωρίς ἡμερομηνία λήξεως.
Τ' ὄνειρό της ἦταν τό τραγούδι. Καί πράγματι, γνώρισε πολλούς μέντορες πού τούς ἐκμεταλλεύτηκε, ὅπως ἄλλωστε τήν ἐκμεταλλεύτηκαν κι ἐκεῖνοι. Ἀπό νεαρότατο μοντέλο ἀκόμη, ἐκτός ἀπό τίς ἐπιδείξεις ρούχων καί τά συναφῆ, ἦταν ἀναγκασμένη, μέ βάση ἕναν ὅρο τοῦ συμβολαίου της -πού δέν τόν εἶχε οὔτε ἡ Καλυψώ οὔτε κι οἱ γονεῖς της ἀντιληφθεῖ - νά προσφέρει τή συντροφιά της ἐπ' ἀμοιβῆ σέ μοναχικούς κυρίους, ἐπιχειρηματίες τό πλεῖστον, κατά τή διάρκεια δεξιώσεων καί παρομοίων κοινωνικῶν ἐκδηλώσεων.
Ἔτσι ἦταν κι ὅλας πού γνώρισε πολλούς καί μή ἐξαιρετέους ἀπό τήν ἀφρόκρεμα τῆς πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς δύναμης τοῦ τόπου. Κι ὄχι μόνο Ἕλληνες, ἀλλά καί ξένους. Ἀναγκαιότης, ὅμως, τοὐλάχιστον, ἐπικερδής. Ἔμαθε πολύ καλά νά σερβίρει τόν ἑαυτό της καί ν' ἀποκομίζει μικρά βηματάκια γιά τήν καριέρα της. Ἡ συλλογή της, παρεμπιπτόντως, διέθετε δεκάδες δεκανίκια. Ὅλων τῶν εἰδῶν, ἀπό πλευρᾶς κατασκευαστικῆς, ὅπως κι ὅλων τῶν ἀποχρώσεων καί τῶν ἡλικιῶν ἐπίσης.
**
Σηκώθηκε μέ τά χίλια ζόρια νά φτιάξει ἕναν καφέ, ἀλλά τό βάρος ἀπό τό κεφάλι της δέν ἔλεγε νά ὑποχωρήσει. Καί τό σῶμα της τό 'νιωθε νά 'χει τήν πυκνότητα σούπας. Κάθε βῆμα της καί μιά σταγόνα πού ξέφευγε ἀπό τό πιάτο λές κι ἦταν τρύπιο καί πού σέ λίγο θά γινόταν ἀτμός.
Τό χτεσινοβραδινό πάρτυ στό σπίτι τοῦ Τόνι, ἀμέσως μετά τή δουλειά κι ὅλας, τήν εἶχε ἀποδιοργανώσει ἐντελῶς. Ἴσως ἔπρεπε νά τόν παρατήσει, ξανασκέφτηκε. Ἀλλά πάλι, δέν ἦταν ἀκόμη καιρός. Ὁ Τόνι ἦταν ὁ ἰδιοκτήτης μιᾶς ἁλυσσίδας ξενυχτάδικων μέ καλλίτερό του τό "Moonlight", τό τεράστιο κέντρο τῆς Παραλιακῆς πού ἡ Καλυψώ τραγουδοῦσε πέρυσι τό χειμώνα κάι πού, γιά τή νέα σαιζόν, τῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι θά ἦταν ἐπικεφαλής τοῦ ὅλου σχήματος.
Τό σπουδαιότερο εἶναι ὅμως, ὅτι αὐτός, ὁ Τόνι, εὐθυνόταν κυρίως καί γιά τό πολύ καλό καλοκαιρινό της συμβόλαιο μέ τόν Τρέκλα γιά τό "Sands" τῆς Βάρκιζας, ὅπως ἐπίσης καί γιά τόν καινούργιο προσωπικό της δίσκο πού τῆς ἔγραψε ὁ Ἥφαιστος, ὁ πολύ ταλαντοῦχος αὐτός νέος στιχουργός κάι μουσικοσυνθέτης, πού μ' ὅποιον καλλιτέχνη καί νά συνεργαζόταν τά τραγούδια του ἔκαναν θραύση, τά ταμεῖα τῶν μαγαζιῶν ἔσπαζαν καί στίς συναυλίες, ἀπό τήν κατά δεκάδες χιλιάδες συρροή τοῦ κόσμου -τῆς νεολαίας κυρίως- γινόταν σφαγή χριστιανῶν.
Ὅσο γιά κείνην, τελευταίως, ὅλοι οἱ σταθμοί τοῦ ραδιοφώνου καί τῆς τηλεόρασης -κι εἰδικά τῆς τηλεόρασης- ἔπαιζαν τό διαφημιστικό τοῦ δίσκου της κι ὅλοι οἱ παραγωγοί τῶν ἀντίστοιχων ραδιοφωνικῶν ἐκπομπῶν, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, τήν καλοῦσαν καί τήν παρουσίαζαν ὡς τό νέο ἀστέρι, ὡς τό μεγάλο ταλέντο τῆς δεκαετίας πού διανύουμε.
Ἤδη δηλαδή, ὅπως τῆς ἐκμυστηρεύτηκε χτές βράδυ ὁ ὑπεύθυνος δημοσίων σχέσεων τῆς δισκογραφικῆς της ἑταιρείας, μέσα σέ δυό μῆνες, ἀπό τό Πάσχα κάι δῶθε, ὁ δίσκος της εἶχε φτάσει σέ ρεκόρ πωλήσεων ἀγγίζοντας τά εἴκοσι πέντε χιλιάδες κομμάτια, ἔγινε πλέον χρυσός, κι ἐξακολουθοῦσε νά πουλάει σάν τρελός. Πῶς λοιπόν ν' ἀφήσει τόν Τόνι; Ἦταν πολύ νωρίς ἀκόμη... Ἔπρεπε, ὁπωσδήποτε, νά περιμένει...
**
Ἔνιωσε τόν δυνατό καφέ νά γλιστράει στόν οἰσοφάγο της, νά πέφτει ὁρμητικά στό ἄδειο της στομάχι, νά τό καίει κι ἀπό ἀντίδραση τό σῶμα της, προκειμένου ν' ἀμυνθεῖ, ν' ἀνασκουμπώνεται καί νά ξυπνάει. Παρ' ὅλ' αὐτά δέν ἤθελε νά βάλει οὔτε μιά μπουκιά στό στόμα της.
Τελευταίως κι ἡ παραμικρή ἔστω μυρουδιά ἤ ἀναφορά σκέψης ἤ κουβέντας σέ φαγητό τήν ἀνακάτωνε. Αἰσθανόταν τό στομάχι της νά γυρίζει τό μέσα-ἔξω. Τό χειρότερό της ἦταν ὅταν βρισκόταν στό σπίτι τοῦ ἐραστῆ της, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστός γιά τά παροιμιώδη πάρτυ του μέ τά ἑκατοντάδες ἐδέσματα ἐκτεθειμένα στίς ἀτέλειωτες σειρές τῶν μπουφέδων.
Ἐκείνη οὔτε πού πλησίαζε. Ἀντίθετα-ἐξαφανιζόταν. Μάταια προσπαθοῦσαν οἱ διάφοροι φίλοι κι εἰδικῶς ὁ Τόνι νά τήν πείσουν νά καθήσει μαζί τους. Προτιμοῦσε νά κρατάει μονίμως ἕνα γεμάτο ποτήρι οὑΐσκι στό ἕνα της χέρι, καί στό ἄλλο, ἀνελλιπῶς, ἕνα τσιγάρο.
Τήν ἐκνεύριζαν τά πάρτυ καί γενικότερα οἱ κάθε εἴδους κοσμικές συγκεντρώσεις. Ἀπό πολύ παλιά ἀκόμη, ἀπό τότε πού ὑποδυόταν τήν ὡραία καί μοιραία συνοδό τῶν ἀντρῶν τοῦ "καλοῦ κόσμου", εἶχε ἀνακαλύψει ἕναν τρόπο, ὥστε τό μυαλό της νά λείπει καί νά εἶναι παρούσα-ἀπούσα. Ἔτσι ἀπέφευγε καί τίς διάφορες συζητήσεις, στίς ὁποῖες ἦταν ἀναγκασμένη νά μετέχει, πράγμα πού ἄρεσε ἰδιαιτέρως στούς κατά καιρούς συνοδούς της καί τήν ἔκανε περιζήτητη, μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ν' ἀνεβαίνει καί τό κασέ της.
Ἐδῶ καί λίγο καιρό ὅμως δέν τά κατάφερνε πλέον, ὅσους τρόπους καί νά 'χε δοκιμάσει. Ἴσως καί νά 'χε κουραστεῖ. Τώρα πού τό σκεπτόταν μάλιστα, διακοπές δέν εἶχε πάει σχεδόν ποτέ. Δούλευε ἀσταμάτητα καί τά δέκα αὐτά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της.
Ὄχι, ἄλλον κενό χρόνο, κι εἰδικά διακοπῶν, δέν χρειαζόταν. Ἔφτανε πού ἔρχονταν στιγμές, πού περίσσευε τῆς Καλυψῶς, τοῦ ἑαυτοῦ της τοῦ ἴδιου. Μά μήπως εἶχε καί φίλους; Γιά φίλοι της λογαριάζονταν μονάχα οἱ κατά καιρούς ἐραστές της κι οἱ διάφοροι γνωστοί τούς ὁποίους εἶχε ἀποκτήσει ἀπό τή δουλειά της.
Ἀλλά ὁ δεσμός της μέ τόν Τόνι τῆς εἶχε ἀνοίξει κι ἄλλους δρόμους, ὤφειλε τοὐλάχιστον νά τό πεῖ. Δρόμους καινούργιους γιά νἀ 'ναι παρούσα-ἀπούσα καί μάλιστα νά 'χει βελτιώσει καί τίς φυσικές της ἀντοχές. Γιατί βεβαίως, μ' ἄλλο τρόπο, ἤτανε σίγουρη, δέν θά τά 'βγαζε πέρα. Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ἦταν ἡ μοναδική. Ὅλοι τό ἴδιο κάναν. Ἄνθρωποι συνηθισμένοι πού τούς ἤξερες ἤ κι ἄλλοι πού κἄν δέν τούς μέτραγε τό μάτι σου.
Ὅλοι τους μ' ἕνα ὑποκατάστατο ἤ μ' ἕνα "ἐνισχυτικό", γιά ν' ἀντέξουν τούς ρυθμούς πού ὑπαγόρευαν οἱ ἐπιλογές τους. Γιά νά 'ναι σέ φόρμα τό μυαλό κάι τό σῶμα τους, μά κυρίως γιά ν' ἀντέξουν τούς ἄλλους. Γιά ν' ἀντέξουν τίς σχέσεις τους καί τό ἀσήκωτο φορτίο τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀπέναντι στούς ἴδιους τους τούς ἑαυτούς. Γιά νά φωτίζουν πάντοτε μιά καταπληκτική εἰκόνα μ' ἕνα εἴδωλο ἀναντικατάστατο στούς ἀφανέρωτους καί μυστικούς καθρέφτες τους. Αὐτή λοιπόν γιατί νά διαφέρει; Ἐξ ἄλλου, μιά φωτεινή στιγμή μές στό θολό καί παραπαῖον σήμερα, μέ ἀστραπή ἀθανασίας μοιάζει...
**
Σηκώθηκε νά κάνει μιά βόλτα, ἔκλεισε τό κλιματιστικό πού δούλευε συνεχῶς ἀπό τήν ὥρα πού εἶχε ἐπιστρέψει σπίτι της κι ἄνοιξε τή μεγάλη μπαλκονόπορτα τοῦ σαλονιοῦ νά μπεῖ φρέσκος ἀέρας, ἔστω κι ὁ πυρωμένος καλοκαιρινός λίβας πού φυσοῦσε ἔξω, μήπως κι αἰσθανθεῖ καλλίτερα. Τί νά τῆς κάνει βέβαια, μέσα στήν τόση ἀποφορά πού αἰσθανόταν νά τήν πνίγει, μιά, ὅσο κι ἄν βαθειά, εἰσπνοή ἀέρα; Ἀνίσχυρη, προσωρινά ἐπαρκής κι ἐλλιπής σάν πρέζα.
Κι ἡ ζωή της, ἀναλογίστηκε, εἶχε πάμπολλες ἀπαιτήσεις. Ὅπως κι ἡ δουλειά της ἐπίσης. Ἡ δημοσιότητα, οἱ κύκλοι τῶν ἀνθρώπων πού τήν περιστοίχιζαν καί πού κρεμόταν ἀπ' αὐτούς, ἀκόμα κι οἱ γονεῖς της καί τ' ἀδέλφια της, κι αὐτός ἐπί πλέον ὁ Τόνι, ὅλοι κι ὅλα εἶχαν ἀπαιτήσεις. Καί κυρίως ὁ ἑαυτός της. Ἔπρεπε νά στέκεται ὄρθιος καί νά 'ναι παντοῦ ἐντάξει. Καί τό σημαντικότερο νά μή φοβᾶται. Νά 'ναι πάντοτε κεφάτος, ἀτρόμητος κι ἀκμαῖος.
Πῶς νά τά καταφέρει λοιπῶν ἀλλιῶς; Γέμιζε τό ρεζερβουάρ της μέ τό καύσιμο πού σνίφαρε -μιά γερή ρουφηξιά, μιά εἰσπνοή ὥσπου τά πνευμόνια της νά πάρουνε φωτιά, ν' ἀναστενάξουν - ἔλυνε τό χειρόφρενο λές κι ἦταν ὁ ἰσχυρότερός της γόρδιος δεσμός, γκάζωνε κι ἔφευγε σάν ἀστραπή. Ποιός τήν ἔπιανε μετά, ποιός τήν κοίταζε, ποιόν ἔβλεπε κάι τί;...
Ἔπρεπε ἄλλωστε νά τά βγάζει πέρα καί μέ τίς παραξενιές τοῦ Τόνι. Τοῦ χρώσταγε, σαφῶς, δέν λέει, κι ἡ ἀνταπόδωση εἶναι νόμος. Ἐκείνη γύρευε τήν κορυφή κι ἐκεῖνος, τοὐλάχιστον, ἐρωτικά παιγνίδια μέ πολυποίκιλα ἀξεσσουάρ ἤ καί πέντ'- ἕξι συγχρόνως παρόντες ἐρωμένους κι ἐρωμένες. Ποιός ἄντεχε ἔτσι ἁπλᾶ;
Ὁ καφές δέν τήν συνέφερε ἀρκετά, ὅπως κι ὅλας τῆς ἦταν ἤδη ἀναμενόμενο. Ἀνέτρεξε στό ὑπνοδωμάτιο νά βρεῖ τό τσαντάκι της, νά βγάλει τό μικρό κουτάκι μέ τή θαυματουργή σκονίτσα, τό πραγματικό της ἐλιξήριο, νά εἰσπνεύσει καί νά στηλωθεῖ.
Ἔψαχνε, ἔψαχνε ἀλλά δέν τήν εὕρισκε πουθενά. Ἄρχισε νά τρέμει. Θρόμβοι ἱδρώτα τήν περιέλουσαν σύγκορμη. Οἱ κινήσεις της μπερδεύονταν, τό μυαλό της θόλωσε, σάν νά ἵδρωσε κι αὐτό, γέμισε παγωμένους ὑδρατμούς κι ἐνῶ ἕνα ρίγος τό περιέτρεχε, μιά ἀκινησία συγχρόνως τό μούδιαζε. Ὀρδές φόβων τήν κατακεραύνωσαν κι ἐκείνη ἔστεκε ἀδύναμη σάν παράλυτη καί τούς παρακολουθοῦσε. Καμιά σκέψη, καμιά λογική σκέψη, τοὐλάχιστον, δέν ἦταν ἱκανή νά ἐπιστρατεύσει καί νά ἐπιβάλλει στόν ἑαυτό της τήν τάξη.
Μιά κλαυθμωδία κι ἕνας πόνος τήν τάραξαν συθέμελα. Προσπάθησε νά τηλεφωνήσει στόν Τόνι. Αὐτός μέ τό πού τήν ἄκουσε ἀναλύθηκε σέ γέλια κι ἡ Καλυψώ, στό σημεῖο ἀκριβῶς πού ἔνιωσε νά τήν ἐξεγείρει ἕνας θυμός, ἐκεῖ ἀκριβῶς κατάλαβε πώς ἦταν ἐντελῶς ἀνίσχυρη. "Στό 'χα πεῖ, μωρό μου, χωρίς ἐμένα θά πεθάνεις... Ἔρχομαι σέ λίγο".
Δέν τοῦ ἀπάντησε τίποτα, μόνο κατέβασε τό ἀκουστικό, ἐνῶ ὁ ἀπόηχος τοῦ γέλιου του ἀκόμη ἔξυνε τήν ἀκοή της βίαια. Κι αὐτό τῆς ἀνέσκαπτε κι ἄλλους φόβους, πού τούς ἔκανε ν' ἀναβλύζουν ἀπό μιάν ἔκβαθη πηγή λές, πού δέν στείρευε ποτέ.
Πρώτη φορά συνειδητοποιοῦσε, μ' ὅσες δυνάμεις τῆς περίσσευαν βεβαίως γιά νά συνειδητοποιήσει, πώς εἶχε φτάσει σ' αὐτό τό σημεῖο ἐξάρτησης. Κι ὄχι γιατί δέν τῆς εἶχε ξανασυμβεῖ ἁπλῶς, μά γιατί συνήθως φρόντιζε νά μή μένει "ρέστη". - Μήπως ἔκρουε τή θύρα της τώρα, τάχατες, κάποιος Θεός;-
**
Ὁ Τόνι τή βρῆκε στό κρεβάτι της σ' ἐμβρυακή στάση ὅταν μπῆκε σπίτι της. Ἔκοψε μιά δόση καί τῆς τήν ἔδωσε. Εἰσέπνευσε κι ἐκεῖνος ἄλλη μία. Ξάπλωσε δίπλα της καί τήν ἀγκάλιασε.
Ἐκείνη ἄκουγε ἀκόμη τό γέλιο του. Δέν σάλεψε. Αὐτός προσπάθησε νά εἰσχωρήσει στόν ἐλάχιστο μικρότατο χῶρο, πού ἄφηνε κενό τό μισοφέγγαρο τοῦ κορμιοῦ της.
Δέν τόν ἀπώθησε-δέν τόν δέχτηκε. Οἱ κρύσταλλοι πού τήν περιέβαλλαν ἄρχισαν νά τήκονται, ὁμοίως μέ τό νερό πού κυλάει ζεστό στήν ἐπιφάνεια ἑνός ὡραίου, κατάλευκου μαρμάρου.
Ὁ ἐραστής προσπάθησε νά τανύσει τή δύσκαμπτη ἡμισέληνο. Πῶς νά βολέψεις στίς κινήσεις σου ὅμως τήν ἀκινησία ἑνός ἀγάλματος;
Κι ἤτανε δέκα χρόνια ἤδη ὅμηρος ἡ Καλυψώ σ' ἕναν κόσμο πού τήν περιχαράκωνε-ὠκεανός.
Τό ἄγαλμα σάν ν' ἄστραψε ξάφνου καί ν' ἀναδύθηκε μιά Νύμφη. Ἕνα τραγούδι ἀκούστηκε...
... Περιαυγής ἦταν, ὅταν γιά τελευταῖα φορά τήν κοίταξε ὁ Τόνι, δέν τοῦ μιλοῦσε πιά, λές καί δέν τοῦ 'χε ποτέ μιλήσει... Ἦταν λές καί ποτέ νά μή τήν εἶχε ἀγγίξει...