Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Νατάσας Κεσμέτη: Σημειώσεις για τη Φωνή της στους Χαιρετισμούς



Μνήμη Μυρτῶς Δουλῆ-Πορφύρη

Τήν ἀκούγαμε ἀπό τόν γυναικωνίτη. Τήν ἀναγνωρίσαμε μέ τό «Ἄσπιλε», καθώς ἀνέβαινε, ὁλοένα ἀνέβαινε ἡ φωνή της. Τρομάζεις ἐκεῖ πάνω στόν κακοφωτισμένο διάδρομο· σάν στοιχειωμένο παρασκήνιο. Τρομάζεις μέ τήν ἐρήμωση, τήν ἐγκατάλειψη. Τ ό τ ε πάντως, τριάντα χρόνια πρίν δηλαδή… Οἱ παμπάλαιες ψάθες στά μωσαϊκά, οἱ σκληρές, οἱ ἄβολες, οἱ ἴδιες ἐκεῖνες καρέκλες τοῦ κατηχητικοῦ, οἱ μετακατοχικές καρέκλες. Μαζί τους κάθεται πάνω στήν καρδιά ὁ μεταπόλεμος μέ μαυρισμένες ψάθες :
Ἀπ’ τόν καιρό τοῦ πάπα Πέτρου, καί πιό πίσω οἱ ἴδιες, μοῦ ψιθύρισε ἡ Ν. πού καθόταν δίπλα μου, τή στιγμή πού σκεφτόμουνα: Τί τοῦ κάναμε τοῦ τόπου μας, Θεέ μου!..
Αἴφνης ἦρθε μέ τό «Ἄσπιλε» ἡ φωνή, καί μέ τή φωνή, κάτι βράδια ὑγρά στό φορτωμένο λεωφορεῖο. Ἐμεῖς, ἴσως γυρίζαμε ἀπ’ τό γιατρό στήν Σατωβριάνδου· ἡ Μυρτώ; Ἴσως ἀπό τό Ὠδεῖο… Μέσα στό συνωστισμό ἔλαμπε τό χρυσό της κεφάλι. Τί πλεξοῦδες!
Τά μάτια της ἀπό μαλαχίτη ἤ ἀπό ἄλλο κρυσταλλικό, ἰριδωτό πέτρωμα; Μπορεῖ ἔτσι νά μοῦ φαινόταν ἐμένα; Κι ἀφοῦ στήν πραγματικότητα ἦταν τυρκουάζ, γιατί τά συνέδεα μέ τό πιό ἀσυνήθιστο πράσινο; Ἴσως γιατί τήν ἔλεγαν Μυρτώ;
Ἀπό τότε μέ τά χρώματα τῶν λέξεων, καί ὄχι μέ τά χρώματα τῶν πραγμάτων, ἄν βέβαια εἶναι ἄλλα. Ἔστω…
Στό λεωφορεῖο τότε, ὅλα τά κουρασμένα βλέμματα πάνω της· ἦταν τό καμάρι μας. Φοροῦσε καμηλό παλτό. Οἱ πλεξοῦδες στεφάνωναν τό κεφάλι της.
Τό λιγότερο πενήντα χρόνια μετά, στόν ἐνοριακό ναό: ἐκείνη ψάλλει μπροστά στήν Εἰκόνα, ἐμεῖς ἀπ’ τή σκοτεινιά τοῦ γυναικωνίτη ‒τή συλλογική μήτρα αὐτοῦ τοῦ τόπου πού ἐπιμένει νά πάλλει, παρά τίς τόσες μαχαιριές.
Νά μποροῦσα νά κρατήσω τό μυστήριο ἐκείνου τοῦ Ἀκάθιστου πού πλανήθηκε ἀνάμεσά μας.
Ἦρθε ἡ μητέρα σου, Μυρτώ (Καί ποιός δέν τήν γνώριζε στήν περιοχή…)· ἡ Ν. μοῦ ψιθύρισε πάλι:
«Τί καλή μάνα πού εἶχε!».
Ἴσως σχετίζεται μέ τό μυστήριο τῆς ἔμπνευσης. Τῆς ρίζας τῆς ἔμπνευσης, ἐννοῶ. Ποιός θά μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ ἤ νά φανταστεῖ πώς πίσω ἀπ’ τή Μαρούσκα στό «Ζεστό Σαμοβάρ» κρύβονται οἱ πλεξοῦδες σου καί πώς, μιλώντας γιά τό κεφάλι της, τό δικό σου κεφάλι ὑψωνόταν στή μνήμη μου;
Θά μποροῦσα νά γράψω ἕνα δοκίμιο γιά τήν Μυρτώ-Ἠχώ, ἀπ’ ἐκεῖνα πού, πιθανόν, νά ἐνέκρινε ἀκόμα καί ἡ συντροφιά Μαρκίδη, Λεοντάρη, Πορφύρη, Λυκιαρδόπουλου, Ροζάνη, ἀλλά θά προτιμήσω ν’ ἀφήσω τή σιωπή μας ἀνάμεσά μας, λίγο ἀκόμη. Ἀφοῦ θά σοῦ τό στείλω αὐτό τό σημείωμα, ἀφοῦ, ἀργά ἤ γρήγορα, θά γίνουμε συγκεκριμένοι.
Πρίν ἀναδυθοῦμε μέ τά περιοριστικά μας ἐγώ ὁ καθένας, ἄς μείνουμε λίγο μέσα σ’ αὐτή τή σιωπή τῶν προσώπων πού στή μνήμη μας θάλλουν, ἄς κρατηθοῦμε στή σκοτεινιά τοῦ γυναικωνίτη, ἀφανέρωτοι, ἀκόμη, ἐμεῖς.
Μυρτώ, ὅλοι, ἐνορίτες καί ἄλλοι ἀναγαλλιάζαμε μέ τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο τῆς Φωνῆς σου, χτές, προχτές, σ’ ἐκείνους τούς Χαιρετισμούς, στούς ἄλλους. Ὑπῆρχε ὡστόσο ἕνας λυγμός ἀγωνίας τήν τελευταία φορά. Σάν νά βιαζόσουνα, ἐνῶ ἐμεῖς θέλαμε νά κρατήσει, νά κρατήσει…
Σέ ποιό καλύβι ἀγνώριστο, σέ ποιά καρδιά θλιμμένη
νά πέρασες τή νύχτα σου, Κυρά Φανερωμένη;
Ποιό μαραμένο λούλουδο ἡ χάρη Σου, Κυρούλα
κρυφά-κρυφά ν᾿ ἀνάστησε, σάν τ᾿ οὐρανοῦ δροσούλα;*
Ἡ Φανερωμένη (ἐκτός ἀπό τόσες θνητές τῆς ὄπερας πού τραγούδησες, τόσες ἡρωίδες πού ἐνσάρκωσες), ὁπού στεκόσουν μπροστά στήν Εἰκόνα της καί τήν ὑμνοῦσες πρόσωπο μέ πρόσωπο ὡσάν νά ἤσασταν μόνες οἱ δυό σας, νά σ’ ἔχει μέσα στήν ἀγκάλη της· ἀχρονολόγητη Μυρσίνη.
6.5.2015: Ἀντιγράφω ἀπό παλιό ἡμερολόγιο· χειρόγραφο, δίχως ἡμερομηνία.

[Πρώτη δημοσίευση στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ. Οἱ στίχοι (*) εἶναι τοῦ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη.]

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Μαρτυριάρα φλέβα

Ἡ σιωπή της ἀνέδιδε τήν ποιότητα τῆς σιγῆς πού βασιλεύει πρίν τήν καταιγίδα, ἐνῶ τό βλέμμα της ἀνακλοῦσε αὐτό τό δέος. Πολλές φορές μάλιστα ἔμοιαζε μέ δέντρο στήν καταχνιά. Δυσκολευόσουν νά διακρίνεις τά φύλλα, τά μικρά, ἀκόμη καί τά μεγαλύτερα κλαριά. Μέ ἀπαράμιλλη ἀφοσίωση ἔμοιαζε νά ἐπιδιώκει νά παραμένει ἑπτασφράγιστο μυστικό. Κυρίως σχετικά μέ τά ναί στά ὁποῖα ἐνέδιδε, τά ὄχι πού δέν ἔλεγε. Φαινόταν ν’ ἀποδέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή στάση ζωῆς λές καί ἦταν θέμα μοίρας ἤ, μιᾶς κάποιας ἰδιαιτερότητας πάνω στήν ὁποία εἶχε χτιστεῖ ὅλος της ὁ χαρακτήρας.
Κι ὅμως, ἄν καί δέν βγάζει ἄχνα ἀκόμη καί φτάνοντας στό ἀμήν, παρά τήν τόση κρυψίνοια, ἔχει πάνω της ἕναν καταδότη. Μέ κάθε εὐκαιρία ἀνοίγει τό στόμα κι ἡ γλώσσα του ροδάνι. Ἐτούτη ἡ φλέβα πού γιά πέντε-ἕξι ἑκατοστά ξεχωρίζει στόν ἀριστερό καρπό της (ἄν καί δεξιόχειρ ἡ ἴδια), ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού ξεκινᾶ ἡ κερκίδα, ὅπως τά ὕδατα ἑνός ἀθέατου ποταμοῦ διαρρέοντος τή λεία ἐπιφάνεια μιᾶς μαλακῆς κοιλάδας, μόλις πού φουσκώνουν κυλώντας ἄλλοτε γουργουριστά, καμαρωτά, ἄλλοτε ὁρμητικά καί θορυβώδη, πάντως βαθύτατα γαλανά μέσα στίς ἀνεξάντλητες μαρτυριές τους.
Τότε, σάν αἴφνης νά πέφτει προβολέας πάνω στό βουβό, βαρύ σκοτάδι, μπορεῖ κάποιος πού ἔχει ἔστω γιά μιά φορά μέ τόν ἴδιο τρόπ
Ἡ σιωπή της ἀνέδιδε τήν ποιότητα τῆς σιγῆς πού βασιλεύει πρίν τήν καταιγίδα, ἐνῶ τό βλέμμα της ἀνακλοῦσε αὐτό τό δέος. Πολλές φορές μάλιστα ἔμοιαζε μέ δέντρο στήν καταχνιά. Δυσκολευόσουν νά διακρίνεις τά φύλλα, τά μικρά, ἀκόμη καί τά μεγαλύτερα κλαριά. Μέ ἀπαράμιλλη ἀφοσίωση ἔμοιαζε νά ἐπιδιώκει νά παραμένει ἑπτασφράγιστο μυστικό. Κυρίως σχετικά μέ τά ναί στά ὁποῖα ἐνέδιδε, τά ὄχι πού δέν ἔλεγε. Φαινόταν ν’ ἀποδέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή στάση ζωῆς λές καί ἦταν θέμα μοίρας ἤ, μιᾶς κάποιας ἰδιαιτερότητας πάνω στήν ὁποία εἶχε χτιστεῖ ὅλος της ὁ χαρακτήρας.
Κι ὅμως, ἄν καί δέν βγάζει ἄχνα ἀκόμη καί φτάνοντας στό ἀμήν, παρά τήν τόση κρυψίνοια, ἔχει πάνω της ἕναν καταδότη. Μέ κάθε εὐκαιρία ἀνοίγει τό στόμα κι ἡ γλώσσα του ροδάνι. Ἐτούτη ἡ φλέβα πού γιά πέντε-ἕξι ἑκατοστά ξεχωρίζει στόν ἀριστερό καρπό της (ἄν καί δεξιόχειρ ἡ ἴδια), ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού ξεκινᾶ ἡ κερκίδα, ὅπως τά ὕδατα ἑνός ἀθέατου ποταμοῦ διαρρέοντος τή λεία ἐπιφάνεια μιᾶς μαλακῆς κοιλάδας, μόλις πού φουσκώνουν κυλώντας ἄλλοτε γουργουριστά, καμαρωτά, ἄλλοτε ὁρμητικά καί θορυβώδη, πάντως βαθύτατα γαλανά μέσα στίς ἀνεξάντλητες μαρτυριές τους.
Τότε, σάν αἴφνης νά πέφτει προβολέας πάνω στό βουβό, βαρύ σκοτάδι, μπορεῖ κάποιος πού ἔχει ἔστω γιά μιά φορά μέ τόν ἴδιο τρόπο συντριβεῖ πάνω σ’ ἕνα ἴδιο Ὄχι, μ’ ἕνα παρόμοιο Ναί, νά βρεῖ ἐπιτέλους τήν καρδιά της.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]


 

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Ἕνα ἄλλο εἶδος Φθινοπώρου – τοῦ Loren Eiseley (Ἀπόδοση: Νατάσα Κεσμέτη)


Τοῦτο τό ἀπολιθωμένο κλαδί μέ τήν τραχειά ὄψη καί
τίς σκλῆθρες νά τρυποῦν μετουσιωμένες σέ κοφτερές ὀρυκτές βελόνες,
ζοῦσε ἑκατό ἑκατομμύρια χρόνια πρίν,
λύγιζε σ’ ἕναν ἀθέατο ἄνεμο, φύλλα ἔριχνε νά σβήσουν πάνω στό βουνό.
Σήμερα
τό βουνό ἔχει ἐξαφανιστεῖ καί τοῦτο τό ἀπομεινάρι
ἄφθαρτο πάνω στό γραφεῖο μου περιμένει τήν ὥρα πού, μέ τή σειρά μου, κι ἐγώ
θά ἐξαφανιστῶ .
Κάποτε βρισκόταν στή ζωή, καί γιά νά παραμείνει ἅλατα ὀρυκτά μετέλαβε.
Τοῦτο τό χέρι πού γράφει
κοκκαλώνει ἄκαμπτο, ἀλλά δέν ἔχει παρόμοιες δυνάμεις, καμιά κρυσταλλική ἀπορροφητικότητα γιά νά κρατᾶ τήν πένα στούς αἰῶνες πού διαβαίνουν
καθώς ἀργή σκέψη στάζει ἀπό τούς πρασινισμένους μέ λειχῆνες πλάνητες λίθους, καί τά πεσμένα στή γῆ μεσουρανήματα τους.
Τό μελάνι θά παγώσει καί θά χαθεῖ, αὐτή ἡ πένα θά γίνει
ἡ σκουριά τῶν στοιχείων της,
ἡ σκέψη ἐδῶ, ἡ συνειδητοποίηση τοῦ χρόνου,χάνεται
μαζί μέ τόν ἐγκέφαλο πού διαλύεται. Τό σύμπαν προβάλλει προτιμήσεις στίς ραφές τοῦ ἄνθρακα,
τό χαμένο φύλλο στόν σχιστόλιθο τό ἐντύπωμά του, τό ἔντομο στό κεχριμπάρι, ἀλλά ἡ σκέψη πού παραδίδει τό πνεῦμα στόν ἄνεμο ὅμοια μέ τά φθίνοντα φύλλα τῆς ἐποχῆς σβήνει. Ποῦ εἶναι
σέ τοῦτο τό κλαδί ὁ γλύπτης του ἄνεμος;
Ἴσως ἀκόμη πλανιέται στόν αἰθέρα, μά τό κλωνάρι ἐδῶ σωρός ἔχει πλαγιάσει.
Τ’ ἀλλόκοτα φύλλα του εἶναι τώρα μέρος τοῦ σώματός μου
κι ἀφήνω τήν πένα νά πέσει μαζί μέ τό χέρι μου κάνοντας
τή σκέψη
πώς ὑπάρχει ἕνα ἄλλο εἶδος φθινοπώρου νά προσδοκοῦμε.
Τά φύλλα κ’ ἡ σκέψη σπάνια μποροῦν νά ἐπιστρέψουν. Ὁ ἄνεμος τά χάνει
ἤ κάποιο παραμένει στόν ἀργιλικό σχιστόλιθο
καθώς ἀκρυπτογράφητο ἱερογλυφικό χάραγμα
ἄλλοτε νοηματισμένο
σέ πηλό.



***


Τό συγκεκριμένο ποίημα ἔδωσε τό ὄνομα στή συλλογή Another Kind of Autumn, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τήν τελευταία χρονιά (1977) τῆς ζωῆς τοῦ Loren Eiseley, κοσμημένη μέ χαρακτικά τοῦ Walter Ferro. Πρόκειται γιά δύσκολο ποίημα τοῦ ἀνθρωπολόγου, φιλόσοφου, Hobo ποιητῆ, L.E. πού ὀνομάσθηκε δικαίως ὁ Thoreau τοῦ 20οῦ αἰώνα. Eὐχαριστῶ τούς συναδέλφους συγγραφεῖς Μαρία Μαρκαντωνάτου καί Πάνο Πρωτοπαπᾶ γιά τήν ἐνθουσιώδη συμμετοχή τους, μέ προτάσεις ἐναλλακτικῶν λύσεων στά ὡραῖα αἰνίγματα ἑνός Δαρβινιστῆ, κάθε ἄλλο παρά ὑλιστῆ, ἀντιθέτως ἕναν λάτρη τοῦ Ἱεροῦ στή Ζωή τῆς Φύσης καί τῆς Τέχνης. Οἱ ἐξηγήσεις ἀπό τόν Νικόλα Παυλόπουλο διεργασιῶν καί φαινομένων ὅπως ἡ μεταλλοποίηση, ἡ ὀρυκτοποίηση, ἡ κρυσταλλική δομή καί χρήση τοῦ ἄνθρακα στή φύση, στάθηκαν πολύτιμες γιά τήν κατανόηση τῶν μεταφορῶν τοῦ ποιήματος.

Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ, 11/10/2015]

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Σκιές

  Μιλοῦσε μέ τίς μνῆμες, τίς ἐντυπωσεις, τήν ἀπουσία. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀπέφευγε τίς διαφωνίες, οἱ ἐντάσεις πού ἴσως νά ξεσποῦσαν, ἐξαφανίζονταν ἐν τῆ γενέσει τους. Ἔτσι βασίλευε ἀνοιξιάτικη μεσογειακή θέρμη ἀνάμεσά τους, σέ ἀντίθεση μέ τήν παγωνιά πού ὅταν γιά διάφορους λόγους ἔπεφτε κάποιες στιγμές τῆς πραγματικότητας, ἐπιμένοντας μάλιστα γιά καιρό, ἔνιωθε ἀποφλοιωμένο δέντρο βορά στόν χιονιά, καί μέ κομμένες ρίζες.
  Φαινόταν καθαρά ἡ συγκίνηση, τό ἀλάφιασμα, πῶς ταλανιζόταν, πῶς μέ κάποιους αἰφνιδιασμούς ἔμενε στήλη ἅλατος, καθώς, ἀπροσδόκητα, μιά περασιά τοῦ ἀνέμου μπορεῖ νά γέμιζε τά πνευμόνια του μέ τ’ ἄρωμά της, ὅταν ἄσχετα, τυχαῖα ἀγγίγματα μέ πρόσωπα καί πράγματα ξύπναγαν στά δάκτυλά του τήν ἰδιαίτερα λεπτή κι ἐξευγενισμένη ὑφή τοῦ δέρματός της, ἄν τύχαινε μιά ἄγνωστη φωνή στό πλῆθος νά θυμίζει τή θωπεία τῆς δικῆς της.
  Συνομιλοῦσε, τῆς ἐκμυστηρευόταν τά βαθύτερα, μά καί τά ἐλαφρά τῆς κάθε ἡμέρας. Δέν τῆς κρατοῦσε τίποτα κρυφό. Κι ὄχι διότι εἶχε μονάχα ὁ ἴδιος τή διάθεση, ἀλλά αἰσθανόταν κι ἀπό ἐκείνη τήν πίεση νά μάθει, νά τῆς μοιραστεῖ καθετί. Ἔστω ἀπό τή σκιά της.
  Ἥσυχα, ἀδιατάρακτα, ἐπαρκής, σκιά ὁ ἴδιος ζοῦσε ὁλοσχερῶς μέ τή σκιά της.

Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Loren Eiseley – Ὁ Σπορέας τῶν Ἄστρων. ('Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη)

[Ἡ ἱστορία τοῦ ἀστροβόλου πού σέ μιά παραλία πετοῦσε, ὁ τρελός, ἀστερίες πίσω στή θάλασσα, ἦταν διαδεδομένη πολύ πρίν τό διαδίκτυο. Ἔδωσε ἔμπνευση για πάμπολλες παραλλαγές της. Ἡ αὐθεντική ὅμως ἀφηγηματική μαρτυρία τοῦ Loren Eiseley εἶναι ἡ ἀκόλουθη.]
Σέ μιά λιμνούλα γεμάτη ἄμμο καί ἰλύ ἕνας ἀστερίας εἶχε ἁπλώσει ἄκαμπτα τά ἄκρα του καί κρατοῦσε τό σῶμα του μακριά ἀπό τήν ἀσφυκτική λάσπη.
«Εἶναι ἀκόμη ζωντανός» τόλμησα νά πῶ
«Ναι» εἶπε, καί μέ μιά γρήγορη, ἁπαλή ὡστόσο, κίνηση, σήκωσε τόν ἀστερία καί τόν πέταξε πάνω ἀπ’ τόν κεφάλι μου μακριά στή θάλασσα. Ὁ ἀστερίας βυθίστηκε μέσα σέ μιά ἔκρηξη ἀφρῶν καί τά νερά βρυχήθηκαν ἀκόμα μιά φορά
«Ἴσως ζήσει», εἶπε αὐτός, «ἄν ἡ ἄμπωτη τόν τραβήξει κάμποσο δυνατά στ’ ἀνοιχτά». Μιλοῦσε εὐγενικά καί τό φῶς πάνω στό μπρούτζινο ρυτιδωμένο πρόσωπό του ἐρχόταν κι ἀποσυρόταν μέ ἐλαφρότατες ἐναλλαγές χρωμάτων.
«Δέν φτάνουν καί πολλοί τόσο μακριά», εἶπα δοκιμάζοντας διστακτικά τίς λέξεις μέ μιάν αἰφνίδια ντροπαλοσύνη.
«Κάνεις συλλογή;»
«Μόνον ἔτσι», εἶπε μαλακά δείχνοντας μέ μιά χειρονομία πρός τά συντρίμμια τῆς ἀκτῆς. «Καί μόνον γιά ὅσους ζοῦν». Ἔσκυψε πάλι, ἀγνοώντας τήν περιέργειά μου, κι ἁπλά πέταξε ἕναν ἄλλον ἀστερία πού ἀναπήδησε στό νερό.
«Οἱ ἀστερίες, ὅπως τά ἐπίπεδα βότσαλα, κάνουν καλές βολές. Εἶναι δυνατόν νά τούς βοηθήσεις».
Μέ κοίταξε κατάματα μέ μιά ἀόριστη ἐρώτηση νά φεγγοβολάει στά μάτια του, πού ἔμοιαζε νά παίρνουν τό χρῶμα τῆς βαθειᾶς θάλασσας.
«Δέν κάνω συλλογή», εἶπα νιώθοντας ἄβολα, ἐνῶ τά ροῦχα μου ἀνέμιζαν στά χτυπήματα τοῦ ἀέρα . «Δέν μαζεύω οὔτε τούς νεκρούς οὔτε τούς ζωντανούς. Σταμάτησα πρίν πολλά χρόνια. Μόνος ἐπιτυχημένος συλλέκτης εἶναι ὁ θάνατος».
Μποροῦσα νά νιώσω τή σκοτεινιά τῆς ἁπόλυτης νύχτας μέσα στό κρανίο μου καί τό τρομερό μάτι νά συνεχίζει τό ἀδιάφορο ταξίδι του. Μ’ ἕνα νεῦμα ἀπομακρύνθηκα ἀφήνοντάς τον ἐκεῖ πάνω στίς ἀμμοθίνες μέ ἕνα γιγάντιο οὐράνιο τόξο νά κλιμακώνει τούς τόνους τῶν ἀποχρώσεων πίσω ἀπ’ αὐτόν.
Καθώς πλησίαζα μιά στροφή τῆς ἀκτῆς γύρισα καί τόν εἶδα νά ἐκσφενδονίζει μέ δεξιοτεχνία ἀκόμα ἕναν ἀστερία ξυστά πάνω ἀπό τό ἀχόρταγο , ταραγμένο νερό.
Γιά μιά στιγμή στό φῶς πού ἄλλαζε, ὁ Σπείρων ἐμφανίστηκε σέ μεγέθυνση, ὡς νά ἔριχνε μεγαλύτερους ἀστερίες σέ μιά μέγιστη θάλασσα… Ἐν πάσει περιπτώσει, εἶχε τή στάση θεοῦ.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ παρέα

«Μοῦ πῆραν δεῖγμα γιά βιοψία» εἶπε ἡ Φ. Τά μεγάλα μάτια της εἶχαν στενέψει καί βαθύνει, καθώς ὅσες σκιές τριγουρνούσαν γύρω μαζεύτηκαν στό βλέμμα της. «Αὐτό πού μέ βάζει σ’ ἔγνοια εἶναι ὁ πόνος. Τόσον καιρό, μέ τόσα φάρμακα κι ἀκόμα δέν λέει νά ὑποχωρήσει…»
Ἡ Λ., ἡ Χ., ἡ Δ. στόν ἀέρα. Ὡστόσο τί νά τά βάλεις μέ τό Φόβο καί τά παραπαίδια του; Στρατός ὁλόκληρος. Στήνουν τό στρατόπεδό τους, ξέρεις δέν ξέρεις μηχανισμούς ἄμυνας, ἐπίθεσης, ἔχεις δέν ἔχεις στρατηγούς μέ παράσημα κι εὔφημες μνεῖες, ἡ πολιορκία, ἡ παράδοσή σου ἀναπόφευκτη.
Ὁ πατέρας μου ἐπικρατοῦσε μέσα μου: «τί χρειάζεται νά γνωρίζεις ἀπό πρίν; τέτοιες προετοιμασίες πρός τί; Ὅσα κι ἄν περάσουν, τό τέλος τό μόνο πού δέν θά προσπεράσει. Κάνεις-δέν κάνεις μέ τόν ἴδιο τρόπο πᾶς: ἀνέτοιμος». Ποτέ, σκεφτόμουν, ποτέ νά ξέρω. Κι ὅσο κοίταζα τή Φ.: ποτέ, ποτέ μετ’ ἐπιτάσεως ἀνομολογοῦσα.
Ἡ Ν. ὅτι μπῆκε ἐλαφρῶς ἀργοπορημένη, κάθισε, βολεύτηκε ὅπως-ὅπως. Ἐρχόταν ἀπ’ ἄλλον κόσμο. Κουβαλοῦσε ἀκόμη τό χνούδι τῆς μικρῆς της ἐγγονῆς στά χέρια της, στά χείλη, τά μάτια της στραφτάλιζαν ὅπως ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος στά σμαραγδένια νερά ἑνός ποταμοῦ, καθώς τά πρῶτα συνειδητά χαμόγελα τοῦ μωροῦ περιέπλεαν προσκλητικά-φελοῦκες. Μᾶς τά κέρασε ὅλα, μέ τό καλωσόρισμα: τά εἰσιτήρια, τήν ἐπιβίβαση, τήν πλεύση τά ‘χε ἕτοιμα γιά μᾶς στούς βιαστικούς χτύπους τῆς καρδιᾶς της, πού ὁ ρυθμός τους φόρτιζε μέ ἀνεπαίσθητες ἀνακοπές τήν (σέ φάσεις ἠρεμίας ράθυμη) βραχνάδα τῆς φωνῆς της.
Καθόταν δίπλα στήν Φ. Οἱ δυό γυναῖκες κρατοῦσαν τά ζύγια τοῦ παιγνιδιοῦ «φῶς καί σκοτάδι», καί συγχρόνως ἦσαν οἱ ἀντικριστές ἄκρες τοῦ ὁρίζοντα: μιά ἡ ἀνατολή, ἡ ἄλλη ἡ δύση κι ἐμεῖς ἀνάμεσα. Προσωρινά φάνηκε πώς τά σκοτεινά σύννεφα, πού ‘χαν ἀσχέτως μουχρώματος σωρευτεῖ στά δυτικά, τραβήχτηκαν πίσω ἀπό ἀόριστα βουνά, ὡστόσο ἡ καταιγίδα καιροφυλακτοῦσε. Εἶχε ἀναδυθεῖ στήν ἐπιφάνεια ὅλων μας ὁ ἴδιος τρόμος.
Παρ’ ὅλο πού μιά-δυό ἀπό τήν παρέα εἶχαν στό παρελθόν, ὅταν ἀκόμη δέν γνωριζόμασταν, βρεθεῖ σέ κατ’ ἰδίαν ραντεβού μέ τόν Βαρκάρη, τέτοιου εἴδους κουβέντες κι ἐμβαθύνσεις φαινόταν πώς δέν μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Ἄν μάλιστα ἐπρόκειτο γιά παρόμοια ἤ βαριά περιστατικά πού ἀφοροῦσαν γνωστούς καθεμιᾶς μας, τά περνούσαμε στό φτερό. Σάν κάποιου εἴδους ξόρκισμα: ὄχι σ’ ἐμᾶς! Ἤ, μήπως ἀλαζονεία; Ἡ ἀόρατη συνομιλία μέ τόν θάνατο διαρκῶς παρούσα, ἀσχέτως ἄν τό παραδεχόμασταν ἤ ὄχι. Καί νά τώρα! Πόσο πράγματι ἄθικτες λοιπόν; ἀποροῦσα βλέποντας κι ἀκούγοντάς τες.
Ἡ Λ. μές τίς διάφορες κουβέντες γιά τήν γιατρειά ὅσο καί τήν παρηγοριά ἀνακάτεψε καί τήν ψυχοθεραπεία. Ἡ Ν., ἡ Χ., ἐγώ διαφωνούσαμε κάθετα, ὥς συνήθως. «Τί νά σοῦ προσφέρει πράγματι ὁ ψυχαναλυτής; Δικαιολογίες ἴσως πώς κάνεις κάτι…», πετάχτηκε ἡ Χ, κι ἡ Ν.: «ἡ καλλίτερη ψυχοθεραπεία εἶναι οἱ φίλοι», πρόσθεσε μέ σχετική ἀπολυτότητα. «Μπόρεῖ, ἀλλά ὅταν τούς ἐμπιστεύεσαι» πρόσθεσε ἡ Δ., «ὅταν ἀνοίγεις τήν καρδιά σου, ζητᾶς, μοιράζεσαι». Τήν καταλάβαινα. Εἶχε πάντοτε τήν ἀπορία ἄν κι οἱ ἕξι ἤμασταν φίλες ἤ ἁπλῶς παρέα πού κατά καιρούς δι’ ἀσήμαντον ἀφορμήν βρισκόμασταν νά πιοῦμε ἕνα κρασί, νά πᾶμε μιάν ἐκδρομή, ἴσα νά περάσουμε καλά. Καλά… Πόσο καλά ὅταν δέν γνωρίζεις παρά τά στοιχειώδη γιά τόν ἄλλον, ἴσως κάτι περισσότερο ἀπό λεπτομέρειες βιογραφικοῦ; Ἔστω κι ἄν τρίβεσαι παράλληλα μ’ ἐκεῖνον σέ συγκυρίες κοινές, ὅμως δέν συν-τρίβεσαι;
Ἐμᾶς τίς ἕξι τί μᾶς συνέδεε; Τί μᾶς κράταγε, τί μᾶς ἐξώλκυε ἀπό τό νά ‘μαστε ἕνα σῶμα; Ἄν μοῦ συνέβαινε κάτι σοβαρό, διερωτήθηκα, σέ ποιά θ’ ἀπευθυνόμουν; Ὥς ἕνα σημεῖο θά ‘τρεχαν ὅλες τους, ὡστόσο, ἐκτός τῆς Δ. καί τῆς Ν. ἠλεκτροφόρο σύρμα ὑπῆρχε μέ τίς ὑπόλοιπες, μέ ποιάν ἀπ’ ὅλες; Αὐτή ἡ ἔγνοια ἦταν πίσω ἀπό τήν εὐχή πού ‘χα πρίν λίγο καιρό ἐκστομίσει σέ μιάν κοινή μας ἔξοδο: νά γνωριστοῦμε! καί συναίνεσαν στήν πρόποση γελώντας ἀνάλαφρα κεῖνο τό βράδυ. Πρέπει νά προσέχω τί εὔχομαι; Ἄλλος ἕνας φόβος, ἀκόμη καί γιά τίς εὐχές, κάποιες κουβέντες… Ὁρισμένες ποτέ, ποτέ πιά;
Ἡ Φ., ἐν τῶ μεταξύ, ἄν καί μιά-δυό προσπαθοῦσαν νά διαρρήξουν τήν ἐμμονή στό περιστατικό, νά τήν πᾶνε σ’ ἄλλο θέμα, ἐπέμενε: «Ὁ πόνος…» Ἡ Δ. πετάχτηκε, ἔβαλε τήν παλάμη της ἐκεῖ πού ἔμοιαζε νά ‘χει σταθεῖ ὁ κόμπος. «Ὄχι ἐκεῖ…, ἐδῶ, ἐδῶ!», τήν διόρθωσε ἡ Φ., ἔπιασε τό χέρι της, τό ἔσυρε στό σωστό σημεῖο. Τό κράτησε γιά μερικά λεπτά. Ὕστερα ἔγειρε πάνω της, τήν πῆρε ἀγκαλιά. «Εἴμαστε ἐδῶ» ψιθύρισε ἡ Δ., «δέν τό ξέρεις; Ἄν τό ‘λεγες, ἄν βγαίναμε συχνότερα, ὁ πόνος σου δέν θά ὑπῆρχε.» Σπάνιο. Συναισθηματικότητες κι ἄλλες σαχλαμάρες τέτοιες ἡ παρέα μας δέν εἶχε. Ὁλόκληρες γυναῖκες, τί τίς χρειαζόμασταν; Κι ἄν παρ’ ὁλίγο κάποια παλιά φορά ἔτυχε νά διολισθήσουμε πρός τά ‘κεῖ, ἀπό τό φόβο μήν ἀποκτηθοῦν, μή μονιμοποιηθοῦν παρόμοιες συνήθειες, κάποια, δέν θυμᾶμαι ποιά, ἔμοιασε νά ‘πε: ποτέ, ποτέ πιά.
Φιλήθηκαν. Πρώτη φορά τά χέρια τῆς Φ. ἄνοιξαν τόσο. Κρεμάστηκαν ἀπ’ τόν λαιμό τῆς Δ. Καί δέν ἦταν πού τά χείλη στό μάγουλο ἔθραυσαν κάθε θόρυβο ἀπό τριγύρω, κάθε φασαρία τοῦ μυαλοῦ ἐμᾶς τῶν ὑπολοίπων, ἔκαναν τήν καρδιά τους ν’ ἀκουστεῖ μές στίς δικές μας σάν παρατεταμένο χόρδισμα παρόμοιο μέ κλάμα. Δέν ἦταν σάν νά σφράγισαν τόν χρόνο, ὡς νά ‘βαλαν ἕνα ὅριο ἀνάμεσα στήν προηγούμενη ἑπταετία κι ὅποιες ἄλλες ἀκολουθήσουν, ἀλλά ἦταν πού, αἴφνης, τό φιλί τους ἔταμε τήν ἔπαρση νά μή ζητᾶς. Κι ἀπό τήν ἄλλη νά μή βλέπεις, πού κάποιος, εἴτε ἀπό περίσσευμα εἴτε μέ κόπο συλλεγμένο ὅπως μύρο πολύτιμο ἔχοντας στύψει καί τήν τελευταία του ἔλλειψη, φέρνει, ἔτσι χωρίς λόγο ἰδιαίτερο, τό ἔχει τῆς καρδιᾶς του καί σοῦ τό δίνει.
Κοιτούσαμε ἔκπληκτες. Ἡ Χ. ἔμοιαζε νά κατάλαβε, μοῦ φάνηκε καί ἡ Λ. Ἡ ζωή τίς εἶχε ἀναγκάσει ἆρον-ἆρον νά ρουφήξουν τούς χυμούς τῆς τρωτότητας, μ’ ὅλους τούς πόρουςτους τούς εἶχαν ἀποστραγγίσει.
Ἤμασταν βέβαιες ἡ Φ. δέν εἶχε τίποτα σοβαρό. Σιγά-σιγά μαλάκωσε, ἔδειχνε κι ἐκείνη πώς ἄρχιζε νά τό πιστεύει. Τσουγκρίσαμε. «Νά μᾶς γνωρίσουμε» ἤθελα νά ἐπαναλάβω τήν πρόποση. Δέν εἶπα τίποτα. Τίς κοίταζα. Ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος τί ἄλλο ἀπό ὑπέρτατη ταπείνωση; Μήπως γι’ αὐτήν ἐννοοῦσε ὁ πατέρας μου πώς καθένας μας εἶναι ἀνέτοιμος;
Ἡ Δ. καθόταν ἥσυχη, κάπνιζε. Πέρασε τό ἕνα χέρι της στόν ὦμο μου, ἡ παλάμη της ἔφτανε ὥς τήν Ν. πού καθόταν ἀριστερά μου. Μοῦ φάνηκε ν’ ἄκουσα: «πάρτε με, χαρεῖτε με τώρα πού ἔχω, πού εἶμαι. Ἄν περιμένετε ὅταν θά θέλετε ἤ θά μπορεῖτε, δέν ξέρω ἄν θά ‘χω, ἄν θά εἶμαι…»
Δέν χρειαζόμασταν κάτι σοβαρότερο. Δέν ἦταν ἀπαραίτητο νά μᾶς συμβεῖ. Ἀρκοῦσε ὅ,τι ἤδη. Ὁ θόρυβος ἀπό τό περιβάλλον γύρω τραγούδι τῶν σειρήνων. Ἐπωδός πού ἔσβηνε μαλακά ὅπως μιά μακρινή ἠχώ, κι ἐμεῖς συγκατανεύαμε σιωπηρά: ποτέ, ποτέ πιά.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ  http://frear.gr/?p=10830]

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Παιδί τοῦ Ἀνέμου – τοῦ Loren Eiseley ('Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη)

Οἱ πεταλοῦδες Μονάρχης
ἐκεῖνοι οἱ χρυσοκόκκινοι πλάνητες, μέ τή μαύρη οὔγια στίς ἄκρες
βρέθηκε πρόσφατα ποῦ πηγαίνουν
τό φθινόπωρο
φύλλα πού πετᾶνε μέ τήν πνοή τοῦ ἀνέμου δίχως ποτέ
νά ξεκουράζονται ὁλότελα
πάντα ξεγλιστρώντας
μιά σταλίτσα πρίν τίς φτάσεις
κι ἐξαφανίζονται
πέρα στό διπλανό σπίτι ἤ τό σκᾶνε
πάνω ἀπό τόν φράχτη
τρεμουλιάζοντας διαφεύγουσες μέσα στό τελευταῖο φῶς τοῦ ἥλιου
Τρομερή ἡ συντριβή
χιλιάδες νεκρές
παρασυρμένες ἀπό τόν ἄνεμο στή θάλασσα, ἀπολεσμένες σέ χέρια παιδιῶν, ἀπό ἐχθρούς
ἀπολεσμένες, ὡστόσο
ἐπιμένοντας νά πάλλουν, νά πάλλουν ἀδιάκοπα
μίλια δεκατέσσερα τήν ὥρα γιά μιά πορεία τριῶν χιλιάδων μιλίων
ὥς τό Μεξικό
Ποῦ βρίσκουν πυξίδα ;
Δέν γνωρίζουμε
Πῶς ξεκίνησε ἡ συνήθεια ;
Δέν γνωρίζουμε
Γιατί τά ἔντομα συγκεντρώνονται
μεγάλες ἁρμαθιές στά δέντρα
τῆς Σιέρρα Μάντρε ;
Δέν ξέρουμε
Εἶναι ἀνεξάρτητες προσωπικότητες. Πετᾶνε μόνες. Ποιός δέν θάθελε
τό φθινόπωρο
νά λικνίζεται καί νά ταλαντεύεται κατά τό νοτιά, πάντα σάν φύλλο πετώντας
πάνω καί ἀνάμεσα ἀπό δάση ἤ φράχτες ,
νά ἐπιπλέει στά ξέφωτα
νά ρουφᾶ τό τελευταῖο νέκταρ ;
Ὤ τί δρόμος νά τόν πάρεις… εἴτε τά καταφέρεις εἴτε ὄχι, εἴτε οἱ ἄνεμοι
σ’ ἁρπάξουν γιά μακριά
Πετᾶτε Μονάρχες κι ὕστερα, μέ τά φτερά σας ἔστω γέρικα καί ξεφτισμένα,
ξεκινεῖστε τό μακρύ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς τήν ἄνοιξη. Ἡ Φύση εἶναι
ὁ ἄσωτος γιά ἀναρίθμητα πλήθη
ἄσωτος τῶν παιδιῶν τοῦ πέπλου τῆς δικῆς της γαλατσίδας (ἔμαθαν ἄραγε τό ταξίδι πετώντας
ἀπό τήν γαλατσίδα πρός τά κάτω;)
Ὅμως παραβλέφτηκε πώς, στ’ ἀλήθεια δέν εἶμαι ἀνθρώπινο πλάσμα,
χρειάστηκε πρῶτα νά ’μαι ριγωτή μιά τίγρη κάμπιας
καί μέτα ἕνας Μονάρχης, φευγαλέος, τρεμουλιαστός, συντροφικά
πετώντας πάνω στίς θύελλες καί πάλλοντας, πάντοτε πάλλοντας
γιά νά πάει κάπου ἀλλοῦ, σ’ ἕνα ἄλλο λουλούδι..
Πάνω ἀπό τόν φράχτη λοιπόν. Ἔξω ἀπό τ’ ἀνθρώπινα .
Ἐγώ εἶμαι παιδί τοῦ ἀνέμου
………………………………………………………………………..
Ὑποσημειώσεις
1) Ἀπό τή συλλογή ποιημάτων Another Kind of Autumn τοῦ Loren Eiseley (1907- 1977), ἐπιφανοῦς Ἀμερικανοῦ Ἀνθρωπολόγου, Ἀρχαιολόγου, Φυσιοδίφη, Φιλοσόφου, Ποιητῆ, Δοκιμιογράφου. Ἡ κριτική τόν τοποθετεῖ στήν ἴδια γραμμή λογοτεχνικῆς συνέχειας μέ ἀναστήματα ὅπως ὁ Thoreau καί ὁ Whitman.

Πρώτη δημοσίευση: ηλεκτρονικό Φρέαρ

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Εἴμαστε οἱ χαράκτες γραφιάδες – του Loren Eiseley Απόδοση Νατάσα Κεσμέτη



Σαράντα χρόνια δέν τήν ἔχω δεῖ.
Εἶναι πολύ μεγάλη πιά,
ἤ κείτεται σέ κάποιο ἀπό κεῖνα τά κεντροδυτικά
ἀγροκτήματα νεκροταφεῖα ὅπου
κανείς δέν θυμᾶται γιά πολύ, καθώς ὅλοι
τά ἐγκαταλείπουν γιά τίς πόλεις. Ἦταν νέα, πασπαλισμένη φακίδες
κι ἕνα πλατύ γενναιόδωρο στόμα. Καλό κορίτσι
ἄξιο νά τό ἀγαπᾶς μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά πάντα
ἀλλιῶς διαλέγει ὁ κόσμος ἤ τυφλωμένα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.
Δέν θά θυμόμουν τόσο καθαρά
ἄν δέν ἦμουν ἐδῶ
δίπλα σ’ ἕναν ὑγρότοπο τῶν πεδιάδων
τέλμα πασπαλισμένο μέ φθινοπωρινά φύλλα
λάσπη πού στεγνώνει στήν ἀκτή φανερώνοντας τό ἀποτύπωμα
ταξιδιάρικων πουλιῶν μέ κατεύθυνση τό νοτιά.. Εἶμαι πολύ γέρος γιά νά ταξιδέψω,
ἀλλά ξάφνου ἀναγνωρίζω π ῶ ς ἕνας ἄνδρας στή Σουμερία
μίλια καί χιλιετίες μακριά
εἶδε τό ἴδιο ἀποτύπωμα καί σκέφθηκε πώς
πάνω στόν σκληρό ἀπ’ τή φωτιά πηλό, ὑπάρχει τρόπος νά πεῖς
«μοναξιά»
τρόπος νά πεῖς
«ποῦ εἶσαι;» μέσα στούς αἰῶνες
τρόπος νά πεῖς
«συγχώρα με»,
ἕνας τρόπος νά πεῖς
«Ἤμασταν νέοι. Θυμᾶμαι. Κι αὐτός,
αὐτός ὁ πηλός
μέ τά ἀποτυπωμένα πόδια τῶν πουλιῶν,
ἄν χρειάζεται ἡ αἰωνιότητα
μπορεῖ κάπου, κάπως νά σέ φτάσει,
ἄν χρειάζεται ἡ αἰωνιότητα γιά νά ἀπαντήσεις.»
Ὅμοια ὑπῆρχαν ἄνθρωποι
στή Σουμερία, ἤ ἄλλοι πού ἔκλαιγαν μέ λυγμούς ἀνάμεσα
στά φθινοπωρινά φύλλα τοῦ πάπυρου στήν Αἴγυπτο.
Εἴμαστε οἱ χαράκτες γραφιάδες πού μέ ὀδύνη
ὑπερβήκαμε τά σώματά μας.


………………………………………………………………
* Μέ εὐχαριστίες στόν ποιητή καί πεζογράφο Πάνο Πρωτοπαπά,
πού γεννήθηκε δίπλα στό Νεῖλο, γιά τήν πρόθυμη βοήθειά του.
[Πρώτη δημοσίευση τῆς μετάφρασης στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ.]

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ὅλα εἶναι ἐδῶ


Δέν ἔθαψε τόν σκύλο οὔτε τή γάτα. Γενικῶς δέν πήγαινε σέ κηδεῖες παρά σ’ ἐκείνων πού ’ταν σ’ ἕναν βαθμό γνωστοί, ἤ συγγενεῖς πού ’χανε κόψει σχέσεις. Στοῦ πατέρα μέ τό ζόρι ἀλλά κοίταζε τά οὐράνια τόξα. Στῆς μάνας ἔλειπε ὑπερατλαντικό ταξίδι.
Μέ τήν Α. ἐδῶ καί χρόνια τρόμαζε. Ὥσπου μιά μέρα ἐκείνη δήλωσε ἀπροσδόκητα: θά φύγω πρώτη! Τό ξέρω. Δέν μπορῶ ἀλλιῶς!
Δέν κατάφερε νά σηκωθεῖ τήν ἴδια στιγμή ἀπ’ τό τραπέζι ὅπου κουτσόπιναν, περίμενε νά τελειώσουν ὅπως κάθε ἄλλη φορά. Στήν καληνύχτα ἕνα αἰφνίδιο, ἀστραπιαῖο γράπωμα, τά κεφάλια τους ἔγειραν μιά φευγαλέα στιγμή στούς ὤμους, καθώς τά χείλη ἐγύρευαν τά μάγουλα μπερδεύτηκαν, φιλήθηκαν στό στόμα. Τραβήχτηκαν μ’ ἔξαψη. Στά βλέμματα αἰφνιδιασμός, ὅλα ἐκεῖνα πού δέν εἶχαν εἰπωθεῖ, δέν ἀνταλλάχτηκαν, δέν εἴχανε χορτάσει. Μικρή παράταση συνάντησης πρίν ἀποτραβηχτοῦν τά χέρια…
Χρόνια τώρα δέν ἔχουν ἰδωθεῖ. Κι ἄν κήδεψαν κείνη τή νύχτα, δέν θάψαν τίποτα.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ, 21/08/2015]
 http://frear.gr/?p=10591

Στή "χώρα τοῦ Ποτέ"


Καθόταν στήν πρώτη σειρά. Παρακολουθοῦσε τήν ἀεροσυνοδό μέ τήν κατάλευκη στολή νά σφραγίζει τήν πόρτα τοῦ ἀεροπλάνου. Ἀκριβῶς ἐκείνη τή στιγμή πάτησε κι ἡ ἴδια τό κουμπί ὥστε νά ξεκινήσει ἡ μαζική ἀποστολή τοῦ sms πού εἶχε γράψει ἀπό προχτές, μόλις ἑτοίμασε τή βαλίτσα της: «Φεύγω. Δέν ἀντέχω νά κλάψω κανέναν.»
Καθώς πατοῦσε τό πλῆκτρο ἀπενεργοποίησης τοῦ κινητοῦ, ἔφτασε στ’ αὐτιά της ἕνα παιδικό ἀναφυλλητό, τήν τρόμαξε τό θραῦσμα μιᾶς σκηνῆς ἀπό τό περυσινό πασχαλιάτικο γλέντι πού εἶχαν μαζευτεῖ σπίτι της ἡ οἰκογένεια σύμπασα κι ὅλοι οἱ φίλοι, τήν διαπέρασε τό ξέσπασμα μιᾶς ἀγκαλιᾶς ὅπου ἡ ἴδια εἶχε ἀφήσει σφραγίδα κι ἐνέχυρο τήν ψυχή της.
Ἀνακάθησε προσπαθώντας νά βολευτεῖ, ἐνῶ ἡ ἀεροσυνοδός τοποθετοῦσε πίσω ἀπό τήν πλάτη της ἕνα μεγάλο φουσκωτό μαξιλάρι. Ἔκλεισε τά μάτια. Τά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἦσαν γεμάτα μέ λέξεις πού δέν εἶπε, ὁρισμένα, ποῦ καί ποῦ, ἔτσι ὅπως τό φῶς γλιστρώντας ἀπό τό παράθυρο ἔπεφτε πάνω τους, λαμπύριζαν ἀπό χάδια πού δέν ἄντεξε νά δώσει.
Ἡ κοπέλα ἔστρωσε τό μαλακό κουβερτάκι φροντίζοντας νά τή σκεπάζει, νά τήν κρατάει στή θέρμη του ὁλόκληρη. «Πρέπει νά κατεβάσω τό στόρι» τῆς εἶπε, καί νά κλείσω τό φῶς. Μή φοβᾶστε. Τό ταξίδι στή Χώρα τοῦ Ποτέ εἶναι πάντα ἤρεμο, δέν ἔχει ἀναταράξεις».
Ἔνιωσε στή φωνή τό χαμόγελό της. Δέν ἄνοιξε μάτια. «Θά τό σβήσω ἡ ἴδια» εἶπε μ’ ἕναν διακεκομμένο ψίθυρο, κι ἀμέσως κατέβασε τόν διακόπτη.
Τήν ἴδια νοσοκόμα διάλεγαν ὅλοι ὅσοι δέν ἤθελαν ν’ ἀκοῦν κουβέντα γιά τόν προορισμό.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό περιοδικό "Φρέαρ" 21/08/2012 
http://frear.gr/?p=10591


Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς – Κύριε εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου



                                                                                            Εισαγωγή – Απόδοση: Νατάσα Κεσμέτη

                      Λίγα εἰσαγωγικά :
Ἀποπειράθηκα πρόσφατα νά ἀποδώσω ἀπό τά ἀγγλικά μία ἀκόμα ἀπό τίς Προσευχές δίπλα στή Λίμνη τοῦ Νικολάου Βελιμίροβιτς (1880 – 1956). Κίνητρό μου ἦταν, εἰδικά τόν τελευταῖο καιρό, ἡ ἀναζήτηση πνευματικῆς βοήθειας γιά μένα τήν ἴδια. Δέν εἶχα πρόθεση νά δημοσιεύσω τήν ἀπόδοση γιά δυό λόγους: δέν ἔνιωθα καθόλου σίγουρη (ἐξακολουθῶ νά μήν εἶμαι) πῶς θά κατάφερνα νά μεταφέρω τήν φλεγόμενα τολμηρή γλώσσα τοῦ ποιητῆ, φιλόσοφου καί Ἁγίου Ζίτσας καί Ὀχρίδας, ἔτσι πού νά καταπλήξουν ἀκαριαία καί λυτρωτικά τόν ἀναγνώστη. Ἐπιπλέον ἀνησυχοῦσα μήπως τό ποίημα παρερμηνευθεῖ ὡς παθητικά ὑποταγμένο ἤ μοιρολατρικά παθητικό, ὄχι γιατί τό ἴδιο παρέχει ἀνάλογα στοιχεῖα, ἀλλά ἐξ αἰτίας τοῦ δηλητηριασμένα διχαστικοῦ ἀέρα πού ἀναπνέουμε καί πού τείνει νά μολύνει τήν κρίση καί τῶν πιό νηφάλιων.
Τό ἄρθρο τοῦ Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου χθές στό Φρέαρ καί ἡ κραυγή ἀπό τό στῆθος τῆς καταληκτικῆς του πρότασης(**), στάθηκε ἡ ἀφορμή νά πάρω τήν ἀπόφαση νά δημοσιευθεῖ. Γι αὐτό καί τοῦ ἀφιερώνω τήν πενιχρή μου ἀπόπειρα ἀπόδοσης στή γλώσσα μας τῆς ἐπαναληπτικῆς Κραυγῆς ἑνός Ἁγίου πού κλήθηκε νά τήν ἐπαληθεύσει μέ φυλακίσεις, ἐξορία, καί μαρτυρικό αἷμα στή διάρκεια τοῦ ἐγκλεισμοῦ του στό Νταχάου κατά τόν β΄παγκόσμιο πόλεμο.
Τά οἰκονομικά ἔτη τῆς εὐμάρειας πού ξεψύχησαν, πολλά χρόνια προηγουμένως ξερίζωσαν ἀπό τήν καρδιά μας τήν πίστη στό νόημα τῆς θυσίας. Καί μόνο τό ἄκουσμα τῆς λέξης ξεσηκώνει τεράστια καχυποψία στό νοῦ μας. Σέ ἀντίθεση ὁ Νικόλαος Ζίτσας καί Ὀχρίδας ( 1880 – 1956 ) ὡς μή ἀνήκων σέ μικρόψυχους καιρούς, ἔδωσε τήν ἀκόλουθη μαρτυρία, μετά το τέλος τοῦ πολέμου: «Θά ἔδινα ὅλη τή ζωή πού μοῦ ἀπομένει γιά μία ὥρα στό Νταχάου,γιατί ἐκεῖ εἶδα πρόσωπο μέ πρόσωπο τό Θεό»!
***
Κύριε εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου
Εὐλόγησε Κύριε τούς ἐχθρούς μου. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Οἱ ἐχθροί μέ ὁδήγησαν στήν ἀγκαλιά σου περισσότερο ἀπ’ὅσο οἱ φίλοι.Οἱ φίλοι μ’ ἔχουν δεμένο στή γῆ, οἱ ἐχθροί μ’ ἔλυσαν ἀπ’αὐτήν καί ματαίωσαν ὅλες τίς ἐπιδιώξεις μου γιά τόν κόσμο.Οἱ ἐχθροί μ’ ἔκαναν ξένο στά έγκόσμια βασίλεια, ἕναν παρείσακτο κάτοικο τοῦ κόσμου. Ὅπως ἕνα θήραμα βρίσκει ἀσφαλέστερο καταφύγιο ἀπό ἕνα ζῶο πού δέν κυνηγήθηκε, ἔτσι κι ἐγώ κυνηγημένος ἀπό τούς ἐχθρούς βρῆκα τό ἀσφαλέστερο ἱερό ἄσυλο κάτω ἀπό το Ἀρτοφόριό Σου, ὅπου οὔτε φίλοι οὔτε ἐχθροί μποροῦν νά φονεύσουν τήν ψυχή μου.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Αὐτοί περισσότερο, παρά ἐγώ, ὁμολόγησαν τά ἀνομήματά μου ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Μέ τιμώρησαν ὅποτε ὁ ἴδιος δίστασα νά τιμωρήσω τόν ἑαυτό μου. Μέ βασάνισαν ὅποτε προσπάθησα νά ξεφύγω ἀπό τά βασανιστήρια. Μέ ἐπέπληξαν ὅποτε στάθηκα φιλόφρων πρός τόν ἑαυτό μου. Μέ ἔφτυσαν ὅποτε πλήθυνε μέσα μου ἡ ἀλαζονεία.
Εὐλογήσε Κύριε τούς ἐχθρούς μου. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Ὅποτε παράστησα τόν σοφό,μέ ἀποκάλεσαν ἀνόητο. Ὅποτε παράστησα τόν δυνατό μέ χλεύασαν σά νά ἤμουν νάνος. Ὅποτε θέλησα νά ὁδηγήσω τούς ἀνθρώπους, μέ ἀπώθησαν στό περιθώριο. Ὁποτεδήποτε βιάστηκα νά πλουτίσω τόν ἑαυτό μου, μέ σιδερένιο χέρι μέ ἐμπόδισαν. Ὁποτεδήποτε νόμισα πώς θά κοιμόμουνα εἰρηνικά μέ σήκωσαν ἀπό τόν ὕπνο. Ὁποτεδήποτε δοκίμασα νά χτίσω ἕνα σπίτι γιά μιά μόνιμα ἥσυχη ζωή, τό κατεδάφισαν καί μέ πέταξαν ἔξω. Ἀλήθεια οἱ ἐχθροί κόψανε τά δεσμά μου μέ τόν κόσμο καί τάνυσαν τά χέρια μου ὥς τό στρίφωμα τοῦ ἐνδύματός σου.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου , ὦ Κύριε. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Εὐλόγησέ τους καί πολλαπλασίασέ τους καί κάνε τους ἀκόμα πιό πικρόχολους ἀπέναντί μου: ἔτσι ὥστε ἡ φυγή μου σέ Σένα νά μήν ἔχει ἐπιστροφή· ἔτσι ὥστε κάθε μου ἐλπίδα στούς ἀνθρώπους νά σκορπιστεῖ ὅπως ἱστός ἀράχνης · ἔτσι ὥστε ἀπόλυτη ἠρεμία ν’ ἀρχίσει νά βασιλεύει στήν ψυχή μου· ἔτσι πού ἡ καρδιά μου ἴσως γίνει ὁ τάφος τῶν δίδυμων κακῶν μου: τῆς ἀλαζονείας καί τοῦ θυμοῦ. Ἔτσι πού νά μπορέσω νά συσσωρεύσω ὅλους τούς θησαυρούς μου στόν οὐρανό. Ἄχ, ἔτσι πού ἴσως μπορέσω γιά μιά φορά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν αὐταπάτη πού μ’ ἔχει περιπλέξει στόν τρομαχτικό ἱστό μιᾶς ζωῆς ψευδαισθήσεων.
Οἱ ἐχθροί μέ δίδαξαν νά γνωρίζω αὐτό πού σχεδόν κανένας δέν γνωρίζει πώς ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει κανέναν ἐχθρό στόν κόσμο παρά μόνο τόν ἑαυτό του. Κάποιος μισεῖ τούς ἐχθρούς του μόνον ὅταν ἀποτυγχάνει νά ἀναγνωρίσει πώς δέν εἶναι ἐχθροί του ἀλλά σκληροί φίλοι. Ἀλήθεια μοῦ εἶναι δύσκολο νά ξεχωρίσω ποιοί στόν κόσμο μοῦ ἔκαναν περισσότερο καλό ἤ κακό: οἱ φίλοι ἤ οἱ ἐχθροί.
Γι’ αὐτό Κύριε εὐλόγησε καί τούς φίλους καί τούς ἐχθρούς μου. Ὁ δοῦλος καταριέται τούς ἐχθρούς του, γιατί δέν κατανοεῖ. Ἀλλά ὁ γιός κατανοεῖ πώς οἱ ἐχθροί δέν μποροῦν ν’ ἀγγίξουν τή ζωή του. Ἔτσι περπατᾶ ἐλεύθερα ἀνάμεσά τους καί προσεύχεται γι’ αὐτούς στόν Θεό.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε. Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.


* Στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ ἔχουν δημοσιευθεῖ ἄλλες δύο.
** Γίνομαι αυτό που μισώ. Δεν πρέπει να με αφήσω. Βοηθήστε με, να σας βοηθήσω.

1η δημοσίευση του ανωτέρω κειμένου στο ηλεκτρονικό Φρέαρ