Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Τό μήνυμα



(ἀπό μιά ἰδέα τῶν Ν.Κ. καί Γ.Φ.)


«Μικρή μου Μάσα Γκριγκόροβνα σᾶς στέλνω μερικά πλάνα καί δρομολόγια ἀπό τά ταξίδια τοῦ ὑπερσιβηρικοῦ. Καθώς θά τά κοιτάζετε, θά νομίζετε πώς οἱ εἰκόνες ἀπό τίς στέπες καί τά μαγικά Σιβηρικά τοπία περνοῦν ἔξω ἀπό τό παράθυρό σας. Ταξιδέψτε, Μάσα μου, ἀπολαύστε μ’ ὅλη σας τήν καρδιά. Σᾶς ἀγαπῶ. Δική σας γιά πάντα, ὁλοθέρμως, Φιοντόρα Ἀλεξέγιεβνα».
Ἡ ἀπάντησή μου: «Σᾶς σκέφτομαι νυχθημερόν. Παρ’ ὅλη τήν καλή σας πρόθεση νά μέ φροντίσετε, κάθε στιγμιότυπο τοπίου πού θά προσπερνῶ, θά μοῦ κάνει ἰδιαίτερα ἔντονη τήν ἀπουσία σας. Ἡ ἀφοσιωμένη σας, Μ
 Τό συγκεκριμένο μήνυμα ἔφτασε ἐκεῖνο τό Δευτεριάτιο πρωϊνό στό ἠλεκτρονικό μου γραμματοκιβώτιο, καί συγχρόνως στά εἰσερχόμενα τοῦ κινητοῦ. Μέσα σέ εἰσαγωγικά μέ ἔντονα γράμματα ἀναφέρονταν ἡ ἡμερομηνία, ἡ ὥρα καί τά στοιχεῖα τῆς ἀποστολέως του τήν πρώτη φορά πού μοῦ ἐστάλη. Ἦταν τήν 22α Φεβρουαρίου τοῦ 2010.
Ἀπόρησα. Τά εἴχαμε ἀνταλλάξει μέ τήν Κ. παλιά, καί ἤμουν ἀπολύτως σίγουρη ὅτι δέν τῆς τά εἶχα ξαναστείλει. Ἀνατρέχοντας μάλιστα πρός ἐπιβεβαίωση στά περιεχόμενα τῆς ἀλληλογραφίας μου οὔτε πού ὑπῆρχαν, ἀφοῦ κατά καιρούς κάνω γερές ἐκκαθαρίσεις.
Κοίταξα τή διεύθυνση τοῦ ἀποστολέα: «n00nle@n00nle.com». Τήν ἔβαλα στό ψαχτήρι ἐλπίζοντας πώς κάποια πληροφορία θά ἐμφανιστεῖ. Νούλα! Ἡ πλήρης ἄγνοιά μου περί τούς ὑπολογιστές, ἀπασφάλισαν ἀπροσδόκητη ἀγωνία, ἡ ὁποία γεννοῦσε προλόγους καί ὑποθέσεις ποικίλων σεναρίων.
Δέν ἤξερα ποῦ ἤ σέ ποιόν ν’ ἀπευθυνθῶ. Ὁ Δ. εἶχε ὁπωσδήποτε πολύ περισσότερες γνώσεις καί κατάρτιση ἀπό μένα, ὅμως ἦταν καί ὁ μόνος τόν ὁποῖον δέν θά ‘πρεπε μέ τίποτα ν’ ἀνακατέψω.
Τότε, κατά τίς δέκα καί εἴκοσι τρία, χτύπησε τό τηλέφωνο. Ἡ Κ. Ἔδειχνε ἀνάλαφρη, ἡ γάργαρη φωνή της ἄφηνε τήν ἐντύπωση πώς χαμογελοῦσε. Κι ὅμως ἔνιωσα νά πλανᾶται ἀμηχανία. Μετά τά καλημερίσματα τό πρῶτο πού μέ ρώτησε: «ποῦ ἔψαξες βρέ θηρίο καί τά ξέθαψες αὐτά;…»
-      Ποιά;... ἔκανα ἀδιάφορα, παρά πού μέ ζῶναν τά φίδια.
-      Τά μηνύματα... Τ’ ἀποσπάσματα ἐννοῶ, ἀπό ἐκεῖνα τά πρῶτα σημειώματα πού ἀνταλλάσσαμε...
-      Ἔ…, ἦρθαν καί σ’ ἐμένα..., ψέλλισα. Δέν ξέρω ἀπό ποῦ... συμπλήρωσα βιαστικά, ἐνῶ μέ τήν τελευταία συλλαβή ἔβλεπα τά γουρλωμένα μάτια τῆς Κ. νά ‘χουν πεταχτεῖ ἀπό τίς κόγχες.
-      Τί  θές νά πεῖς; σύριξε, ἐνῶ ἡ φωνή της εἶχε ἀποκτήσει τό βάθος καί τήν ἔκταση πού δίνει τό μυστήριο καί ὁ φόβος του.
-      Κλεῖσε σέ παρακαλῶ, πρότεινα ἄτολμα, μήπως βρῶ μιάν ἄκρη, καί τά ξαναλέμε.
Ἤμουν σίγουρη ὅτι ἡ μέρα θά ἐξελισσόταν ἄσχημα. Εἶχα πεταχτεῖ ἀπό τόν ὕπνο, βαθιά χαράματα, ἐξ αἰτίας ἑνός ἐφιάλτη, ὅπου μετά ἀπό κάποιες περιπλανήσεις σέ ἄγνωστα τοπία παρέα μέ τήν Ε., μιάν ἄλλη φίλη, μπήκαμε σ’ ἕνα μεγάλο, ἄδειο δωμάτιο. Αἴφνης τά πάντα στή συμπεριφορά ἐκείνης ἄλλαξαν. Εἶχε σταθεῖ ἀπέναντί μου ἀμίλητη, κοιτάζοντάς με μέ τρόπο πού μέ πάγωσε σύμψυχη. Ἡ τόσο προσφιλής μου μορφή της μέ τά λεπτά, τρυφέρα χαρακτηριστικά εἶχε μετατραπεῖ σέ μιά δύσμορφη, μεταλλική ἐπιφάνεια, ἐνῶ μέ κάρφωνε μέ ἕνα αὐστηρό, ὀξύ καί κοφτερό βλέμμα. 
Ἡ μνήμη μέ ξανάβαζε ἄγαρμπα στό περιβάλλον τοῦ ὀνείρου∙ τήν ἴδια στιγμή μέ διαπερνοῦσε ἀλλόκοτη κρυάδα, καθώς, ὅπως κοιτοῦσα ἀφηρημένα τήν ὀθόνη τοῦ ὑπολογιστῆ καί τή σελίδα μέ τά εἰσερχόμενα, ἕνα καινούργιο μήνυμα ἔκανε τήν ἐμφάνισή του. Ἡ ματιά μου γλιστροῦσε ἤδη πάνω στίς λέξεις, ὅμως ἡ συνειδητοποίησή τους συνέβαινε ἑτεροχρονισμένα.
«Ἄν, τήν ὥρα πού θά πίνεις τόν καφέ σου, τύχει νά κοιτάξεις ἔξω ἀπό τή μεγάλη τζαμαρία καί δεῖς τό φῶς τοῦ ἥλιου νά στέκει πάνω στή μύτη τοῦ πιό μικροῦ χόρτου πού ἔχει φυτρώσει τοῦ κήπου σου, νά ξέρεις πώς θά βλέπεις τήν καρδιά μου μ’ ὅ,τι κουβαλάει γιά σένα. Μοῦ λείπεις, Μ».
Ἀκολουθοῦσε ἡ ἀπάντησή της: «Κι ἐμένα ἀφόρητα. Θά βρεθοῦμε σήμερα ὁπωσδήποτε!», καθώς, ἐπίσης, οἱ ἡμερομηνίες καί οἱ ὧρες πρώτης ἀποστολῆς καθενός ἀπό τά δύο.
Ἡ καρδιά μου χτυποῦσε ἤδη ἀκανόνιστα, ἕνα κενό στό στομάχι παραλίγο νά μ’ ἔριχνε ἀπό τήν καρέκλα, ἄν τό κουδούνισμα τοῦ τηλεφώνου δέν μ’ ἀνάγκαζε νά βρῶ ἀπελπισμένα τρόπο ἀνάκτησης στοιχειώδους ψυχραιμίας.
Ἀναγνώρισα στήν ὀθόνη τόν ἀριθμό τῆς Ε. Τά χέρια μου ἔτρεμαν, ὡστόσο, εἶχα τήν ἐντύπωση πώς δυσκολευόμουν νά πιάσω τό ἀκουστικό ἐπειδή αὐτό τάχα μετακινιόταν πέρα-δῶθε. Ὅταν ἐπιτέλους τά κατάφερα, ἄκουσα ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τή βραχνή πρωϊνή φωνή της νά μέ ρωτάει μέ τήν ἴδια ἔκπληξη τό ἴδιο πράγμα ὅπως νωρίτερα ἡ Κ., μολονότι ἡ χροιά τῆς Ε. φορτιζόταν παράλληλα κι ἀπό τό παιγνίδισμα μέ τό ὁποῖο ντύνει μερικές φορές ἡ νοσταλγία μιᾶς τρυφερῆς στιγμῆς τήν καρδιά μας. Αὐτή ἡ μαγική δύναμη, πού συνήθως ἐκδηλωνόταν ἀπό τήν πλευρά της, μέ ταξίδευε σ’ ἄγνωστα ὑδάτινα τοπία τῆς ψυχῆς, φιλόξενα κυρίως, ἄν καί κάποτε τρικυμιώδη καί ἀβέβαια, σπανίως δέ ἄξενα κι ἐπικίνδυνα. Οἱ μυστηριώδεις πλεύσεις, οἱ μακρεῖς ἤ βραχεῖς ἐλλιμενισμοί σέ χαρτογραφημένες ἀκτές ἤ σ’ ἄγνωστα, ἀπρόσμενα ἀπάγκια τῆς καρδιᾶς της, μέ παρακινοῦσαν νά φροντίζω ἀσμένως τό σκαρί μου, ὥστε ὄχι ἁπλῶς νά ‘ναι ἀξιόπλοο κάθε στιγμή, ἀλλά τό «βίρα τίς ἄγκυρες» ν’ ἀκροπατεῖ συχνά ὥς τίς ἄκριες τῆς ὕπαρξής μου.
Δέν θέλησα νά τῆς βάλω ἰδέες. Μερικές φορές ἡ Ε. προσδενόταν σέ ὁρισμένες ἀπόψεις, πού, μολονότι καί ἡ ἴδια φαινόταν νά θεωρεῖ παράδοξες, ἐν τούτοις καρφώνονταν στό μυαλό της καί τήν ταλαιπωροῦσαν. Γιά παράδειγμα, εἶχε μιά φοβία σχετικά μέ τό κυβερνοδιάστημα. Ἄν κάποια στιγμή ἔκανε τό λάθος, ὅπως θεωροῦσε, νά ἐπιτρέψει τήν ἔκθεση τοῦ ἑαυτοῦ της μ’ ἕνα μήνυμα ἤ, μέσω τῆς ἀπάντησής της σέ κάποιο ἀπό ἐκεῖνα πού τῆς εἶχα στείλει, πρόσθετε πάντα τήν ἐπωδό: «ἀφοῦ τό διαβάσεις, ἐξαφάνισέ το ἀμέσως ἀπό τόν προσωπικό μας κυβερνοχῶρο!».
Παρά τό γεγονός ὅτι ὅλα καταγράφονται, προφορικές ἤ γραπτές συνομιλίες, τά προσωπικά μας στοιχεῖα ἐδῶ καί δεκαετίες, καί στήν πραγματικότητα κανείς μας, καμιάν ἐποχή δέν ἔπαψε νά ‘ναι μέ κάποιο τρόπο φακελωμένος, ὁρισμένες φορές οἱ ἐνστάσεις μου στή συγκεκριμένη ἄποψη τῆς Ε. γίνονταν ἔντονη διαφωνία, πού μ’ ἔκανε ἀπό πεῖσμα ἀλλόκοτο ὄχι ἁπλῶς ν’ ἀδιαφορῶ καί νά μή σβήνω τά μεταξύ μας γραμμένα, ἀλλά τό ἀντίθετο: νά τά κρατάω ζηλωτικά κι ἐπί τούτου.
Ὡς πρός αὐτή μου τήν ἀντίδραση ἴσως ἔπαιζε ρόλο ἡ ἰδέα μου πώς πάντα ὑπάρχει τρόπος νά διατηρεῖ καθένας τήν ἐλευθερία του, καί πώς ὅσο πιό ἀνοιχτές ἀφήνεις τίς πόρτες τοῦ ἑαυτοῦ σου τόσο λιγότερο κινδυνεύεις νά γίνεις ἄθυρμα τῶν ἄσχημων προθέσεων ὁποιουδήποτε κακόπιστου καί κακεντρεχοῦς. Ἐξ ἄλλου ἐμεῖς, σκεπτόμουν, ἄγνωστες ἐξ αἰτίας τῆς ἀσημαντότητάς μας, ἀδιάφορες ὡς στόχος ἀπό κάθε εἴδους σύστημα, ντόπιο ἤ πλανητικό, ποιόν θά μπορούσαμε ποτέ ν’ ἀπασχολήσουμε καί γιατί;
Μεταξύ μας διημοίφθη παρόμοια συνομιλία ὅπως καί μέ τήν Κ. Ἔνιωσα τό ἴδιο ἄδειασμα πού μέ εἶχε μετεωρίσει λίγο πρίν νά καταλαμβάνει τώρα τήν ἀναπνοή τῆς Ε., κι ἔτσι ὅπως ὁ ἀέρας περνοῦσε ἀπό τίς φωνητικές χορδές της, παρατηροῦσα πώς τά κενά ἀκόμη κι ἀνάμεσα στίς συλλαβές τῶν λέξεων, διαστέλλονταν. «Κλεῖσε» τῆς εἶπα, «καί μόλις ἔχω κάποιαν ἰδέα γιά τό γεγονός, θά σέ ξανακαλέσω...»
Τό κέντρο τῆς συνείδησής μου ἐξακολουθοῦσε νά ταξιδεύει στή χροιά τῆς Ε. Ἀπ’ ὅσο νόμιζα πώς τήν γνώριζα, θά ‘λεγα μέ βεβαιότητα πώς προσπαθοῦσε νά μή δείξει ταραχή κι ἄλλα συναισθήματά της. Γενικῶς ἡ Ε., σχετικά μέ κάποιες περιπτώσεις πού ἡ ἴδια θεωροῦσε λεπτοφυεῖς καί ἄκρως ἰδιαίτερες, προτιμοῦσε νά μή γνωρίζει ὅ,τι γνώριζε ἡ ἴδια γιά τόν ἑαυτό της, κι ὁπωσδήποτε ἕνας, τουλάχιστον ἕνας ἄλλος, ἔξω ἀπό αὐτήν.
Τό χρῶμα τῆς φωνῆς της, οἱ αὐξομειούμενοι παφλασμοί τῆς βραχνάδας πού καθόριζαν τήν ἔντασή της, αἴσθηση γιά μένα ἀπωλεσμένη ἐξ αἰτίας τῆς κοπιώδους της προσπάθειας νά τήν κρατάει οὐδέτερη, μᾶλλον ψυχρή τόν τελευταῖο καιρό, ἐξωθοῦσαν στ’ ἄκρα τίς ταλαντώσεις τῆς ψυχῆς μου αὐτή τή στιγμή.
Ἴσως οἱ ἐντυπώσεις πού προέκυπταν ἀπό παρόμοιου τύπου λεπτές καί ἀσυνήθιστες ἀποχρώσεις μ’ ἔκαναν νά πιστεύω, καί ὥς πρόσφατα νά ὑποστηρίζω σθεναρά, ὅτι ἡ Ε. ἦταν, γιά νά μήν εἶμαι ἀπόλυτη καί πῶ ὁ μοναδικός, τουλάχιστον ἀπό τούς δυό-τρεῖς ἀνθρώπους πού μέ διαβάζουν ὅπως ὁ τελειόφοιτος τοῦ πανεπιστημίου τό ἀλφαβητάρι τῆς πρώτης δημοτικοῦ. Ὅμως ἀκόμη καί μ’ ἐκείνην πολλές φορές ἔμοιαζε νά χανόμαστε στήν μετάφραση, κι αὐτό μ’ ἔκανε νά καταλάβω ὅτι  καθένας ἀναγνωρίζει τίς σημασίες τῶν ἐννοιῶν πού σηματοδοτοῦν οἱ λεκτικοί κώδικες, ἀντιλαμβάνεται τήν ποικιλία, τήν πολυπλοκότητα, τό εὗρος, τό βάθος καί τίς διαβαθμίσεις τους ἀναλόγως πρός τήν προσωπική γλωσσική του ἐπάρκεια, τίς ἐμπειρίες, τό ἐν γένει ψυχοπνευματικό του ἐπίπεδο.
Εὐτυχῶς ὁ Δ. εἶχε φύγει νωρίς σήμερα ἀπό τό σπίτι. Ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες καί οἱ δυό, εἴχαμε τήν ψευδαίσθηση πώς ὁρίζουμε τό χρόνο τῆς ἐργασιακῆς μας ἀπασχόλησης, παρ’ ὅλο πού τίς περισσότερες φορές τό τρέξιμο ξεκίναγε ἀξημέρωτα καί τέλειωνε ἀργά τό βράδυ, ἐνῶ οἱ δουλειές μᾶς κρατοῦσαν ὑπ’ ἀτμόν ἑπτά μέρες τήν ἑβδομάδα.
Ὁ γάμος μας μετροῦσε ἤδη μιά εἰκοσιπενταετία. Ἡ σχέση ἔμοιαζε πλέον περισσότερο ἀδελφική, ἡ ὁποία ὅμως κατά καιρούς περνοῦσε φάσεις ἐξάρσεων. Μέ τά χρόνια φυσικά οἱ κύκλοι αὐτῶν τῶν φάσεων μειώνονταν, ἄν καί διαπλαταίνονταν. Πάντως ἐξακολουθοῦσαν νά συμβαίνουν, καί μᾶλλον αὐτό συνέτεινε ὥστε νά παραμένουμε ἀκόμη κι οἱ δυό ζωντανοί. Ἐν τούτοις, μετά τό σημερινό ἀνεξήγητο πρωϊνό συμβάν καί τίς προεκτάσεις του, καθετί πού θεωροῦσα δεδομένο, ἄν καί τίποτα δέν εἶχε πρός τό παρόν συμβεῖ, ἄφηνε ἐλεύθερο τό πεδίο στήν ἀπειλή πώς ὁ γάμος μου ἀποτελοῦσε ἕναν καλῶς προμελετημένο στόχο βομβαρδισμοῦ.
Τότε μέσα σέ μιάν ἀστραπή πέρασε ἀπό τό μυαλό μου ἡ εἰκόνα τοῦ Α. Θά τοῦ τηλεφωνοῦσα. Εἶχε σπουδάσει τά σχετικά μέ ὑπολογιστές ἐδῶ, καί στό Λονδίνο. Πῶς δέν τόν σκέφτηκα ἀμέσως; Τό αἷμα μου ἄρχισε νά ξαναβρίσκει τή φυσιολογική  θερμοκρασία καί πίεσή του. Πάτησα νευρικά καί ἄτσαλα τά πλῆκτρα τῆς συσκευῆς. Στό γραφεῖο ἀπάντησε ὁ τηλεφωνητής, ἐνῶ τό κινητό του χτυποῦσε στό βρόντο.
Ἐν τῶ μεταξύ ἔφτασε ἕνα ἀκόμη μήνυμα. Ἦταν ἀνάμεσα σέ μένα καί τήν Κ.: «... εἶμαι πάντα ἐρωτευμένη μέ τίς λέξεις, τόν τρόπο πού γράφεις, πού μιλᾶς, πού σκέφτεσαι…». Ἀκολουθοῦσε ἡ ἡμερομηνία καί ἡ ὥρα πρώτης ἀποστολῆς. Ἡ γραμματοσειρά χόρευε στά μάτια μου. Στήν πραγματικότητα διάβαζα ἐκεῖνο τό ἀπόσπασμα ἀπό μνήμης, παρά ἀπό τίς γραμμές πού ἐπέμεναν ἀσταθεῖς. Ἔλειπε ἡ σ’ ἀνάλογο ὕφος κι ἐξωτερίκευση ἀπάντησή της. Θά ‘ρχόταν ἄραγε ἀργότερα;
Ποιός εἶχε τό θράσος καί τή διαστροφή νά ‘χει στήσει τέτοιο παιγνίδι; Σέ τί ἀποσκοποῦσε; Ἀραγε ὁ ἐμπνευστής του ἤξερε πώς ἤμασταν παντρεμένες; Μᾶς γνώριζε προσωπικά; Τά θραύσματα τῶν μηνυμάτων πού εἶχε ἐπιλέξει, ὅταν πρωτογράφηκαν εἶχαν σταλεί πρός τούς παραλῆπτες εἴτε ἀπό τούς προσωπικούς ὑπολογιστές εἴτε ἀπό τά κινητά μας. Ποιός θά μποροῦσε νά σπάσει τό ἀπόρρητο τῶν σέρβερς; Κι ἄν ἐπρόκειτο γι’ ἄγνωστους χάκερς, τί εἴδους στόχο θεώρησαν ὅτι μπορούσαμε ν’ ἀποτελοῦμε;
Ὁ ἐπίμονα στριγγός ἦχος τοῦ τηλεφώνου μέ τράβηξε ἔξω ἀπό τό ἐσωτερικό χάος. Ἡ Κ. εἶχε μόλις λάβει κι ἐκείνη τό δεύτερο μήνυμα. «Χρησιμοποιοῦμε μέ τόν ἄντρα μου τόν ἴδιο ὑπολογιστή...» εἶπε. «Δέν ἔχει τούς κωδικούς τῆς γραμματοθυρίδας μου βέβαια, ἀλλά ἄν ἀρχίσουν νά τά στέλνουν καί στή δική του;...» Ἔνιωθα τά πόδια της κομμένα ὅπως καί τά δικά μου. Αὐτό, ἡ ἀλήθεια, δέν μοῦ ‘χε περάσει ἀπό τό μυαλό...
Ἡ γνωριμία μου μέ τήν Κ. ἔμοιαζε συμπτωματική. Ἐκείνη δεινή συγγραφέας, ἄγνωστή μου ὥς τίς ἀρχές τοῦ 2010, ἐγώ ἁπλῶς γράφουσα, δέν ἤμουν οὔτε τότε οὔτε καί σήμερα ἀκόμη βέβαιη ἄν ἀξίζει νά σπαταλιέται τό χαρτί, ὅταν δέν ἔχεις τίποτα γραμμένο μέ τό αἷμα τῆς ψυχῆς σου νά πεῖς. Ὅταν, παρά πού μπορεῖ καί νά διαθέτεις μιάν εὐκολία ἤ, ἀκόμη καί μιά πρωτοτυπία στόν τρόπο γραπτῆς ἔκφρασης, ἀλλά περιορίζεσαι κυρίως ν’ ἀκροβατεῖς στά λεκτικά σχήματα καί τήν περιφέρεια τῆς οὐσίας ὅπως καί τῆς ζωῆς, μολονότι ὁ ἴδιος θεωρεῖς πώς λές κάτι σπουδαῖο, μεθυσμένος ἀπό μιά τάχα θετική ἀνταπόκριση καί τίτλους πού σοῦ ἀποδίδουν οἱ ἄλλοι. Λοιπόν ἡ Κ. ἀνταποκρίθηκε ἀμέσως μόλις ἔπεσε στήν ἀντίληψή της ἕνα σχόλιό μου σχετικά μ’ ἕνα βιβλίο της πού μ’ εἶχε ἐνθουσιάσει.
Παρ’ ὅλο πού δέν ἔδειξε καμιά ἀπό τίς δυό μας βιασύνη νά συναντηθοῦμε, νά γνωριστοῦμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς, μιά χειμαρρώδης ἀνταλλαγή ἠλεκτρονικῶν ἐπιστολῶν ἄρχισε νά ἐκτυλίσσεται μεταξύ μας. Ἐντυπωσιακή ἀπό τήν πρώτη στιγμή. Οἱ λέξεις, τά σχήματα, γλωσσικές ἐκδοχές, λησμονημένες καί μή, ὀνόματα ἡρώων πού ἔπαιρναν σάρκα καί ὀστά στό ὄνομα καί τόν χαρακτήρα τῆς γνωστῆς-ἄγνωστης παραλήπτριας, ὑποθέσεις κειμένων, σκηνές πού ἀκόμη δέν ἔχουν γραφεῖ ἤ, πού μπορεῖ καί νά ‘χουν ἐμπλακεῖ καί συμπεριληφθεῖ ἔκτοτε ἀκόμα καί αὐτούσιες σέ πεζά καί τῶν δυό μας. Ἡ ἐλευθερία τῆς ἔκφρασης, ὁρισμένες μάλιστα φορές ἡ ἐλευθεριότητα τοῦ λόγου μᾶς μεθοῦσαν, ὠθώντας μας νά ὑπερβαίνουμε συχνά τά ἐκφραστικά ὅρια τῶν συνηθισμένων, τυπικῶν, ἀνέμπνευστων σημειωμάτων, ἐνῶ συγχρόνως καθεμιά δοκίμαζε τίς ἀντοχές, τίς ἰδιότητες τῶν προσωπικοτήτων μας, τήν ἐλαστικότητα, τίς ἀντιστάσεις, προσπαθώντας ν’ ἀναβιβάσει στήν ἐπιφάνεια μέ περιπετειώδη τρόπο μέσα ἀπό ἕνα παράδοξο κράμα φαντασίας καί πραγματικότητας τήν ἀλήθεια μας.
Τώρα ὁ προφανής τρόμος τῆς Κ. διαπερνοῦσε τά φυλλοκάρδια μου μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὁ Δεκεμβριάτικος βοριάς κάνει τά κλαριά τῶν δέντρων νά τρέμουν σάν ἕτοιμα ν’ ἀποκολληθοῦν ἀπό τόν στιβαρό κορμό. «... Ἄν δημοσιοποιηθοῦν καί κάπου ἀλλοῦ;...» ρώτησε ξέπνοη. Οὔτε αὐτό τό ‘χα σκεφτεῖ...
Πῶς εἶχαν καταφέρει ν’ ἀνακαλύψουν τίς ip διευθύνσεις μας; Κι ἀπό ποῦ κι ὥς ποῦ κατάφεραν νά μάθουν τούς ἀριθμούς κλήσης τῶν κινητῶν μας;
-      Μήν ἀνησυχεῖς…, ἄρθρωσα μέ δυσκολία. Ἄς ποῦμε ὅτι τό φανταστήκαμε ὅλο αὐτό, πώς τάχα θά συγγράφαμε κάποιο ἑπόμενο βιβλίο μέ τό συγκεκριμένο θέμα.
-      Μᾶλλον ἔχεις δίκιο, ἀπάντησε ἀμυδρά ἀναθαρρημένη. Ἄς «βγοῦμε ἔξω» λοιπόν, ἄς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι μυθιστορηματικοί ἥρωες κι ἄς τούς ἀφήσουμε νά μᾶς δείξουν γιατί ἐμφανίστηκαν, τί θέλουν, ποιοί εἶναι, ποῦ πάει τό πράγμα...
Κλείσαμε. Δέν ἦταν εὔκολο. Ὅπως ἀκριβῶς δέν εἶναι εὔκολο κι ὅταν θέλεις νά γράψεις, παρά πού μπορεῖ νά εἶσαι τόσο ἕτοιμος πού οἱ λέξεις, οἱ προτάσεις νά ἔχουν ἤδη σχηματιστεῖ στή μύτη τοῦ μολυβιοῦ, ἐνῶ αὐτό δέν ἔχει κἄν ἀκουμπήσει στή λευκή σελίδα, ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἀναποφάσιστο, ἀντιμέτωπο μέ τόν τρόμο τοῦ κενοῦ της. Ἦταν δύσκολο νά «βγοῦμε ἔξω», ὅπως συμβαίνει ἐκείνη τή στιγμή κατά τήν ὁποία τό μυαλό χαμένο σέ ὑποθέσεις, σ’ ὅσα σέ καῖν πού χρειάζεσαι νά πεῖς δίχως καμιά διάθεση καί δυνατότητα διαφυγῆς, ἔχει βουτηχτεῖ στόν ὠκεανό τῆς καρδιᾶς προσπαθώντας νά πάρει ἴσες ἀποστάσεις, ἐνῶ συμμετέχει κατά κράτος καθώς ἀφουγκράζεται, γεύεται, ὀσφραίνεται τό πνεῦμα, εἶναι Αὐτό, ὁδηγώντας στή λύτρωση τούς ἥρωες, τόν ἴδιον ἐσένα, τό κείμενο καθαυτό.
Τηλεφώνησα στήν Ε. Κάλεσα στό σπίτι, στό κινητό. Δέν ἀπάντησε. Ἴσως νά ‘ταν ἀπασχολημένη, νά μήν ἄκουσε, νά μή μποροῦσε νά μιλήσει.
Μοῦ φάνηκε πώς ὁ ἄγνωστος ἀποστολέας τῶν προσωπικῶν μας μηνυμάτων εἶχε παρεξηγήσει τήν πραγματικότητα, ὅπως ἄλλωστε συχνά ὁ καθένας μας. Πιανόμαστε ἀπό μιά λέξη, μιάν εἰκόνα, κάποια φευγαλέα αἴσθηση, ἐπινοοῦμε ἀποδείξεις, κτίζουμε ἐντυπώσεις, διαμορφώνουμε ἄποψη καί γνώμη. Ὕστερα τίς ὑποστηρίζουμε σθεναρά, προσπαθοῦμε νά τίς ἐπιβάλλουμε, πιστεύοντας ἀκράδαντα ὅτι ὁ μύθος πού κατασκευάσαμε εἶναι ἡ ἀλήθεια. Κι ἄν παρατηρήσει κανείς θά διαπιστώσει ὅτι κυρίως ἐπισημαίνουμε, ἐπιδιώκουμε ν’ ἀναδείξουμε, στεκόμαστε στήν ἀδυναμία τοῦ ἄλλου. Σ’ αὐτό τουλάχιστον πού οἱ ἴδιοι χαρακτηρίζουμε ὡς ἀδυναμία, σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη καί τίς προσωπικές μας ἰδεοληψίες, οἱ ὁποῖες Κύριος οἶδε ἀπό τί συνίστανται καί πῶς μᾶς ἔχουν ἐνσφηνωθεῖ. Κατόπιν, ἀντί νά σωπάσουμε, μιλᾶμε συνεχῶς γιά τόν ἄλλον ἄνθρωπο, τόν διαπομπεύουμε. Ἄν καί προσπαθοῦμε νά κρατήσουμε ὡς ἑπτασφράγιστα μυστικά ἀνάγκες κι ἀδυναμίες τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀπολαμβάνουμε τήν ἔκθεση, τό τάχα ξεμπρόστιασμα τοῦ ἄλλου…
Ἕνα καινούργιο εἰσερχόμενο, ἀπόσπασμα παλιοῦ μηνύματος, ἔφτασε στό ἠλεκτρονικό μου γραμματοκιβώτιο. Δέν μ’ ἐνδιέφερε νά τό κοιτάξω, οὔτε μέ ποιάν ἀπό τίς δυό ἤ, κάποιον ἄλλον ἴσως τό ‘χα κάποτε ἀνταλλάξει.
Σηκώθηκα νά κάνω καφέ. Τή στιγμή πού οἱ κόκκοι του ἔπεφταν στό καυτό νερό ἀπελευθερώνοντας τά εὐεργετικά ἡδονικά του ἀρώματά, τό μυαλό μου ξεθόλωσε μεμιᾶς καί θυμήθηκα: πρίν δυό μῆνες εἶχα δώσει τό κινητό μου γιά ἐπισκευή! Αὐτό ἦταν! Τό δίχως ἄλλο! Ὁ καφές φούσκωσε, παραλίγο νά χυθεῖ. Στό τσάκ τόν πρόλαβα!
Τό εἶχα πάει στήν ἀντιπροσωπεία, ἀλλά ὅπως μοῦ ἑξήγησαν ἦταν ἀδύνατον νά φτιαχτεῖ ἐδῶ. Θά ταξίδευε στά κεντρικά τοῦ κατασκευαστῆ, στήν Φινλανδία. Μοῦ ζήτησαν ἕνα φλασάκι νά μεταφέρουν τίς ἐπαφές, τά μηνύματα κι ὅποια ἄλλα ἀρχεῖα ἤθελα νά διασωθοῦν, διότι ἡ μνήμη του θ’ ἄδειαζε. Μή κι ὁ ἐδῶ ὑπάλληλος τῆς ἑταιρείας κράτησε κι ὁ ἴδιος τά περιεχόμενα μετά τήν ἀντιγραφή τους; Ὅσο τό σκεφτόμουν τόσο πιό βέβαιη ἤμουν!
Τηλεφώνησα ξανά στήν Ε. ἡ ὁποία ἐξακολουθοῦσε νά μήν ἀπαντᾶ. Χωρίς περαιτέρω ἀναβολή κάλεσα τήν Κ. Τῆς ἀνέφερα μέ τό νί καί μέ τό σίγμα τό περιστατικό. Ἡ Κ. καίρια ὅπως καί στόν γραπτό της λόγο, ἄν καί μερικές φορές φαίνεται ν’ ἀνιχνεύει τήν καιριότητα καί τήν οὐσία μέσα ἀπό δῆθεν περιττές  φραστικές περιστροφές, οἱ ὁποῖες ὅμως, καθώς τίς ἀκολουθεῖς, ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι ἔχουν τή σημασία τους καί δέν περισσεύει οὔτε κόμμα,  ξαναβρῆκε τό ὕφος τῆς ζαβολιᾶς πού καιροφυλακτεῖ ἐνόσω ἀκόμη ἡ ἀταξία στήνεται στήν προικισμένη ψυχή, λέγοντας: ἡ δική μας φάρσα;... τή σκέφτεσαι ἄραγε;
Ὄχι, ποῦ μυαλό; Ἐμένα μ’ ἔκαιγε νά βρῶ τήν Ε. νά τῆς ἑξηγήσω, νά τήν καθησυχάσω. Μέ τίς ἐξαφανίσεις της δέν τά ‘βγαζα πέρα. Ὅταν τήν πρωτογνώρισα μιά λάμψη, μιά ἠχηρή μέσα μου ἔκρηξη ἐκτίναξε τό προστατευτικό μου τεῖχος, τό ἀκατάκτητο γιά χρόνια, κι ἔνιωσα ἀμέσως μιά παράξενη σύνδεση ἀνάμεσά μας. Δέν ξέρω ἐκείνη. Δέν τῆς ἄρεσε νά μιλάει γιά τόν ἑαυτό της. Ὡστόσο οἱ ἐξαφανίσεις της, οἱ κατά περιστάσεις σιωπές της, μοῦ ‘κοβαν τά ἥπατα.
Ἀποροῦσα ἐν τούτοις ἄν στήν πραγματικότητα ἀναγνώριζα στή συμπεριφορά της τό κόστος στούς ἄλλους τῆς δικῆς μου ἐπιλογῆς νά ἐξαφανίζομαι, ὅταν θεωροῦσα κάτι ὁριακό ἤ τελειωμένο. Ἡ Ε. ἦταν καθρέφτης μου, μέ βοηθοῦσε νά μαθαίνω τόν ἑαυτό μου; 
Ἡ Κ. ἦταν ἀκόμη στή γραμμή: «Ποῦ χάθηκες Μάσα Γκριγκόροβνα;» μέ ρώτησε ἁπαλά, καί συνάμα παιγνιδιάρικα, ἔχοντας ξαναβρεῖ τό κέφι της.
Χαμένη στήν ἐξαφάνιση τῆς Ε. Ὡστόσο ἡ ψυχή μου ἐκείνη τήν ὥρα ἀκούμπησε, ἔγειρε στήν διαθέσιμη τῆς Κ. Πολλές φορές κατά τή διάρκεια τῆς φιλίας μας ἡ καρδιά της καμπύλωνε, περιτύλισσε τή δική μου. Ἄν καί οἱ λέξεις εἶχαν σημαντικό καί κεφαλαιώδη ρόλο καί λόγο ἀνάμεσά μας, στιγμές τέτοιας σπάνιας καί πολύτιμης φιλοξενίας εἶχαν ἐκτυλιχθεῖ στό περιβάλλον μιᾶς ἀπροσδόκητης καί ἔντονης σιγῆς. Ἐκεῖ ὑπῆρχε πράγματι ὁ τόπος μας. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἦταν ὁ τόπος μας καί μέ τήν Ε. Ὁ ἴδιος τόπος. Τά πρόσωπα τῆς καθημερινότητας, σ’ αὐτόν τόν τόπο δέν ἔχουν ἰδιότητες, ἰδιαιτερότητες, φύλο, τίποτα ξεχωριστό-ἕνα.
-      Τί μᾶς κρατάει, Κ. μου...; τή ρώτησα.
-      Τό Ἕνα... Αὐτό δέν σκέφτηκες; Αὐτό δέν νιώθεις;
-      Αὐτό...
-      Ἄσε μου τόν ἐξυπνάκια! εἶπε ἀποφασιστικά, μή ξανασχοληθεῖς! Λύσε τ’ ἄλλα!
Τά μηνύματα στόν ὑπολογιστή, στό κινητό, δέν παρατήρησα ἀπό ποιάν ὥρα καί μετά, σταμάτησαν. Ἡ Ε. δέν μοῦ τηλεφώνησε ἐκείνη τή μέρα οὔτε τίς ἑπόμενες. Μέ τήν Κ. δέν ξαναναφέραμε τίποτα σχετικό. Ἐξακολουθοῦμε ν’ ἀνταλλάσουμε σημειώματα σύμφωνα μέ τή διάθεση καί τά κέφια μας ὅπως παλιά, οἱ οἰκογενειακές ἤ κι οἱ προσωπικές μας συναντήσεις παραμένουν σπάνιες. Ἡ Ε. σώπασε περίπου γιά δυό-τρεῖς ἑβδομάδες.
Χτές ἀργά τό ἀπόγευμα χτύπησε τό κουδούνι τοῦ γραφείου. Δέν περίμενα κανέναν, εἶχα μάλιστα ἀπομονώσει τά τηλέφωνα. Ἀπό τό πρωΐ ἡ σκέψη μου, ἀπρόσδόκητα συχνά, περιπλανιόταν στήν Ε. Ἔνιωθα στήν καρδιά μου ἕνα κύμα ζεστό νά φουσκώνει, ν’ ἀναδιπλώνεται, νά τρέχει πρός τήν ἀκτογραμμή τῆς ὕπαρξής μου, μιά βαθειά συγκίνηση, πού ὅμως δέν εἶχε σχέση οὔτε μέ μνῆμες οὔτε μέ παλιά περιστατικά, ἐν τούτοις μοῦ προξενοῦσε τό πετάρισμα, τόν αἰχμηρό πόνο, τήν ἴδια ριγηλότητα πού προξενεῖ ὁ νόστος.
Ἄνοιξα τήν πόρτα. Ἡ Ε. στό κατώφλι, ὁλόκληρη στό βλέμμα, τά χέρια, τίς λέξεις πού δέν ἄρθρωσε, στό βῆμα πού ἄνοιξε νά ἔρθει μέσα.


[Πρώτη δημοσίευση περιοδικό Ἐμβόλιμον, Φθινόπωρο 2013]

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Ὅλα εἶναι ἐδῶ



Δέν ἔθαψε τόν σκύλο οὔτε τή γάτα. Γενικῶς δέν πήγαινε σέ κηδεῖες παρά σ’ ἐκείνων πού ἦσαν σ’ ἕναν βαθμό γνωστοί, ἤ συγγενεῖς πού ‘χανε κόψει σχέσεις. Στοῦ πατέρα μέ τό ζόρι, ἀλλά κοίταζε τά οὐράνια τόξα. Στῆς μάνας ἔλειπε ὑπερατλαντικό ταξίδι.
Μ’ ἐκείνην ἐδῶ καί χρόνια τρόμαζε. Ὥσπου μιά μέρα τοῦ δήλωσε ἀπροσδόκητα: «θά φύγω πρώτη! Τό ξέρω. Δέν μπορῶ ἀλλιῶς!»
Δέν κατάφερε νά σηκωθεῖ τήν ἴδια στιγμή ἀπ’ τό τραπέζι ὅπου κουτσόπιναν, περίμενε νά τελειώσουν ὅπως κάθε ἄλλη φορά. Στήν καληνύχτα ἕνα αἰφνίδιο, ἀστραπιαῖο γράπωμα, τά κεφάλια τους ἔγειραν μιά φευγαλέα στιγμή στούς ὤμους, καθώς τά χείλη ἐγύρευαν τά μάγουλα μπερδεύτηκαν, ἀγγίχτηκαν στόμα μέ στόμα. Τραβήχτηκαν μ’ ἔξαψη. Στά βλέμματα αἰφνιδιασμός κι ὅλα ἐκεῖνα πού δέν εἶχαν εἰπωθεῖ, δεν... Μικρή παράταση συνάντησης ὥσπου ν’ ἀποτραβηχτοῦν τά χέρια…
Χρόνια τώρα δέν ἔχουν ἰδωθεῖ. Κι ἄν κήδεψαν κείνη τή νύχτα, δέν θάψαν τίποτα.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ, 21/8/2015]

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Mario Benedetti: Μήν παραδίνεσαι. Ἀπόδοση στά ἑλληνικά: Νατάσα Κεσμέτη*



                                                
Μήν παραδίνεσαι, ἔχεις ἀκόμη χρόνο
ν' ἁπλώσεις τά χέρια, καί νά ξεκινήσεις ἀπ' τήν ἀρχή,
Δέξου τίς σκιές σου,
Θάψε τούς φόβους σου
Ἐλευθερώσου ἀπό τά δεσμά σου,
Πέτα ξανά. 

Μήν ἐγκαταλείπεσαι, αὐτό σημαίνει νά ζεῖς
Συνέχισε τό ταξίδι
Ἀκολούθα τά ὄνειρά σου
Ἀποσπάσου ἀπό τό χρόνο,
Μετακίνησε τά ἐρείπια
Καί  ἀποκάλυψε τόν οὐρανό.

Μήν παραδίνεσαι, σέ παρακαλῶ μήν ὑποχωρεῖς
Ἀκόμα κι ἄν τό κρύο καίει,
Ἀκόμα κι ἄν ὁ φόβος δαγκώνει,
Ἀκόμα κι ἄν ὁ ἥλιος δύει,
Κι ὁ ἄνεμος σωπαίνει,
Ὑπάρχει ἀκόμη φωτιά στήν ψυχή σου
Ὑπάρχει ἀκόμα ζωή στά ὄνειρά σου.

Γιατί ἡ ζωή εἶναι δική σου καί δικός σου ὁ πόθος
Γιατί τά ἀγάπησες καί γιατί ἐγώ σ' ἀγαπῶ
Γιατί τό κρασί ὑπάρχει καί ἡ ἀγάπη εἶναι ἀληθινή
Γιατί δέν ὑπάρχουν πληγές ἀγιάτρευτες στό χρόνο.

Γιά ν' ἀνοίξεις τίς πόρτες,
Βγάλε τίς κλειδαριές,
Ἐγκατάλειψε τούς τοίχους πού σ'ἔχουν προστατέψει,
Γιά νά ζήσεις τή ζωή καί νά δεχτεῖς τήν πρόκληση
Φέρε πίσω τό γέλιο,
Δοκίμασε ἕνα τραγούδι
Mείωσε τήν περιφρούρηση κι ἅπλωσε τά χέρια
Ἄνοιξε τά φτερά
Καί δοκίμασε πάλι,
Γιόρτασε τή ζωή καί πάρε πίσω τούς οὐρανούς.

Μήν παραδίνεσαι , σέ παρακαλῶ μήν ὑποχωρεῖς.
Ἀκόμη κι ἄν τό κρύο καίει
Ἀκόμη κι ἄν ὁ φόβος δαγκώνει
Ἀκόμη κι ἄν ὁ ἥλιος δύει,
Κι ὁ ἄνεμος σωπαίνει,
Ὑπάρχει ἀκόμη φωτιά στήν ψυχή σου
Ὑπάρχει ἀκόμα ζωή στά ὄνειρά σου.

Γιατί κάθε μέρα εἶναι νέα ἀρχή,
Γιατί αὐτή εἶναι ἡ ὥρα καί ἡ καλύτερη στιγμή.
Γιατί δέν εἶσαι μόνος, ἐπειδή σ'ἀγαπάω.
                       

[Ὁ Mario Benedetti γεννήθηκε τό 1920 στό Paso de los Toros τῆς Οὐρουγουάης. Πολυγραφότατος, πολυβραβευμένος καί πολυαγάπητος συγγραφέας σέ ὅλο τόν ἰσπανόφωνο κόσμο. Τό 1973, μαζί μέ χιλιάδες ἄλλους Οὐρουγουανούς, ἀναγκάσθηκε νά φύγει  ἀπό τήν πατρίδα του ἐξ αἰτίας τῆς στρατιωτικῆς δικτατορίας. Ἔζησε 12 χρόνια ἐξόριστος στήν Ἀβάνα, τή Μαδρίτη, τή Λίμα, καί τό Μπουένος Ἄϊρες. Πέθανε τό 2009 στό Μοντεβιδέο τῆς Οὐρουγουάης. Πολλά ἀπό τά ποιήματά του ἔγιναν δημοφιλῆ τραγούδια καί στήν πατρίδα του θεωρεῖται ἐθνικός ποιητής.]  

[* Πρώτη δημοσίευση στό παρόν ἱστολόγιο]